Το πρώτο μου gay bar: απαντούν 12 ακτιβιστές και καλλιτέχνες

«Θυμάσαι ρε συ;». «Πώς δεν θυμάμαι… ξεχνιούνται αυτά;»

 

Η τρομοκρατική επίθεση στο γκέι κλαμπ Pulse στο Ορλάντο – που δεν ήταν η μόνη, έχουν υπάρξει δυστυχώς κι άλλα αντίστοιχα περιστατικά - έφερε στο προσκήνιο έναν «θεσμό» που ξεπερνά τα σύνορα της αναψυχής, της διασκέδασης και της νύχτας. Χώροι αποδοχής, κοινωνικοποίησης κι απελευθέρωσης, πεδία εφαρμοσμένης πολιτικής των σωμάτων και των επιθυμιών (καθώς και προώθησης ολόκληρων μουσικών στιλ όπως η disco, το hi energy και η πρώιμη house), τα γκέι μπαρ υπήρξαν, ιδίως παλιότερα, νησίδες ελευθερίας σε ένα φουρτουνιασμένο αρχιπέλαγος προκατάληψης, καταπίεσης και διακρίσεων. Σήμερα στην εποχή της αυξημένης ορατότητας, της ολοένα ευρύτερης αποδοχής και της μαζικής ιντερνετικής δικτύωσης η ανάγκη ύπαρξης «αποκλειστικών» χώρων συνεύρεσης έχει κάπως περιοριστεί, χωρίς όμως να έχει καταργηθεί. Κι αν η υπέρμετρη εμπορικοποίηση και οι mainstream επιταγές «αμαύρωσαν» τη φήμη και τον ρόλο κάποιων από αυτά, θέτοντας επίσης το ερώτημα της αναζήτησης εναλλακτικών, σε πολλά μέρη του κόσμου – ακόμα και στις ελευθερόφρονες Δυτικές μητροπόλεις – παραμένουν «οάσεις» και καταφύγια διαφορετικότητας, ενώ η εμβληματική τους ελευθεριότητα προσελκύει και «ψαγμένους» στρέιτ ή bi άντρες και γυναίκες. Εξ αφορμής όλων αυτών ζήτησα από 12 ανθρώπους της lgbt κοινότητας διαφορετικών ηλικιών και «φάσεων» που είτε είναι είτε είχαν υπάρξει ακτιβιστές να καταθέσουν τη δική τους εμπειρία της «πρώτης φοράς». Ιδού τι εκμαίευσα:

 

Χώροι αποδοχής, κοινωνικοποίησης κι απελευθέρωσης, πεδία εφαρμοσμένης πολιτικής σωμάτων και επιθυμιών, τα γκέι μπαρ υπήρξαν νησίδες ελευθερίας σε ένα αρχιπέλαγος προκατάληψης, καταπίεσης και διακρίσεων. Σήμερα στην εποχή της αυξημένης ορατότητας, της ολοένα ευρύτερης αποδοχής και της μαζικής ιντερνετικής δικτύωσης η ανάγκη ύπαρξης «αποκλειστικών» χώρων συνεύρεσης έχει κάπως περιοριστεί, χωρίς όμως να έχει καταργηθεί.

 

Πάνος Μιχαήλ

φωτογράφος, διαχειριστής λογαριασμού Instagram της Θετικής Φωνής

 

Όταν μου ζήτησε ο Θοδωρής να θυμηθώ την πρώτη μου φορά σε gay bar ένιωσα για μια στιγμή αποσβολωμένος. Ναι, κουκλίτσα μου, πέρασαν τα αφειδώλευτα σε χάδια, αγυρτείες και λοιπές αμαρτίες 90'ς πριν ανοιγοκλείσεις καν το ένα σου βλέφαρο. Αλλά θυμάσαι πού έχασες για πρώτη φορά τη gayclub νυχτερινή σου παρθενία; Νομίζω ήταν στο Factory της πρώτης περιόδου. Είχα προλάβει να μεταλάβω νυχτερινής διασκεδάσεως κι από πιο mixed μαγαζιά αλλά το πρώτο μου καθαρόαιμο hardcore βάπτισμα ήταν στη πίστα του Factory, κάνοντας teabagging με το αξέχαστο go go boy Lorenzo και ύστερα παίζοντας σάρκινο καραsleazy πάκμαν στα ντάρκρουμ του μαγαζιού. Για αρκετό καιρό συνέχισα αμείωτα. Ύστερα, όπως όλη η γενιά μου που γεννήθηκε και ανατράφηκε προψηφιακά αλλά ανδρώθηκε καταμεσίς του διαδικτυακού σύννεφου, χαλάρωσα κάπως τους δεσμούς. Το τρομοκρατικό χτύπημα στο Pulse μου υπενθύμισε μέσα στη θηριωδία του κάτι πολύ βασικό: ξεπερνώντας την μπανάλ καραμέλα περί γκετοποίησης, τα gay μαγαζιά είναι ακόμη σημαντικά ως χώροι όσμωσης μέσα στην οχλαγωγία των gay hook up applications. Εντός τους χτυπάει ένα κομμάτι από τη σάρκινη καρδιά αυτής της ταλαιπωρημένης κοινότητας. Κι όπως λένε στο 90'ς anthem τους οι Whirlpool Production: From disco to disco from town across town, everybody is trying to get down to the love!

 

Βαγγέλης Σκούφας

ελεύθερος επαγγελματίας, ακτιβιστής

 

Το πρώτο πράγμα που ένιωσα πηγαίνοντας σε γκέι μπαρ ήταν πως όχι, δεν ήμουν μόνος. Αισθάνθηκα πως δεν βρίσκομαι πια σε μια φαντασίωση αλλά η πραγματικότητα έρχεται κοντά στις επιθυμίες μου. Ήταν η πρώτη φορά που ξεκίνησα να πιστεύω πως αποτελώ ένα κομμάτι της καθημερινότητας, αποδεχόμενος αυτό το οποίο πραγματικά είμαι και όχι εκείνο που θα ήθελε η κοινωνία να είμαι. Επομένως, τα ενοχικά συναισθήματα που μου είχαν δημιουργήσει οι κοινωνικές προκαταλήψεις, σταδιακά ξεθώριασαν και ο χώρος αυτός αποτέλεσε ένα αρχικό καταφύγιο μέσα στο οποίο μπορούσα να αλληλεπιδράσω με άλλους ανθρώπους, οι οποίοι είχαν τον ίδιο με εμένα σεξουαλικό προσανατολισμό. Εκείνα τα χαμόγελα, τα φλερτ και οι παρουσίες εκείνων των ανθρώπων γύρω μου, αποτέλεσαν κίνητρο κι αφετηρία για τις διεκδικήσεις και τις κατακτήσεις των τελευταίων ετών. Σήμερα αγωνιζόμαστε ώστε αυτή η ελευθερία έκφρασης και ασφάλειας που νιώθαμε κάποτε στον περιορισμένο χώρο των γκέι μπαρ, να αποτελέσει καθημερινότητα σε όλα τα μπαρ, στους εργασιακούς χώρους, στην οικογένεια, στον φιλικό περίγυρο, στους δρόμους, στη γειτονιά, στο ίδιο μας το σπίτι. Και θα τα καταφέρουμε.

 

Στέλλα Μπελιά

νηπιαγωγός, Οικογένειες Ουράνιο Τόξο

 

Αν κι έχω ζήσει σχεδόν όλη μου τη ζωή Αθήνα, το πρώτο gay μαγαζί όπου πήγα ήταν το '81 ή το '82 στην Θεσσαλονίκη το Banal! Είχα πάει για καλοκαιρινές διακοπές και το έσκασα από την ξαδέλφη μου, η οποία μου είχε δείξει το μαγαζί περνώντας από έξω και λέγοντας λίγο υποτιμητικά, «δεν είναι για μας, μαζεύει αδελφές και λεσβίες». Ω! μα ένα τέτοιο μαγαζί θέλω, γιατί να «σαπίζω» στην Moonlight τριγυρισμένη από ενοχλητικούς νεαρούς με σπυράκια όταν υπάρχει ένα τέτοιο μαγαζί; Το επόμενο κιόλας βράδυ, ούτε θυμάμαι με τι δικαιολογία ξεγλίστρησα για να δοκιμάσω την τύχη μου στην νυχτερινή ζωή της πόλης και να δω από κοντά ανθρώπους που ήταν gay και λεσβίες. Ήθελα να διαπιστώσω ότι υπάρχουν πραγματικά και άλλες/άλλοι, ότι δεν είμαι το μοναδικό πλάσμα επί γης που διαφέρει! Αποφάσισα ότι άξιζε τον κόπο η κατσάδα που θα έτρωγα μετά, οπλίστηκα με θάρρος και πήγα. Νωρίς, το μαγαζί σχεδόν άδειο, μόνο μια γυναίκα εκείνη την ώρα. Μικρή, ανόητη και άγνωστη μεταξύ αγνώστων, έκανα άνετα το πρώτο βήμα να περάσω την πόρτα. Έκανα επίσης μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να δείχνω μεγαλύτερη και μάλλον κανένας - ούτε εκείνη - δεν κατάλαβε πόσο μικρή ήμουν πραγματικά. Πριν ακόμα το συνειδητοποιήσω, μιλούσα με αυτήν τη μοναδική γυναίκα που έπινε το ποτό της και μάλλον δεν υπήρχε πιο χαρούμενο πλάσμα από μένα σε όλο τον κόσμο. Ένα φλερτ όχι και τόσο αθώο, καθώς ήθελα απεγνωσμένα να δοκιμάσω και να δοκιμαστώ... Πραγματικά άξιζαν όλες οι φωνές που άκουσα το πρωί. Στην επιστροφή μου στην πόλη μου ήμουν πλέον τόσο άνετη ώστε έμπαινα στα τότε στέκια σαν να μπαίνω στο σπίτι μου – στην Place, στο Alekos' Island κι αργότερα το Alexander's στην Αναγνωστοπούλου, το Σύρε κι Έλα στην Κυψέλη, τα Ταβάνια στον Πειραιά, Γρανάζι, Άλλοθι, Lizard , Ταξίδι, City, Graffiti... Ούτε θυμάμαι με ποια σειρά πήγαινα σε αυτά κι άλλα πολλά! Αυτοί οι χώροι τότε ήταν το safe space μου, ένιωθα να «ανήκω» - αυτό ακριβώς που βρίσκω στις ομάδες μας σήμερα, είναι περίπου το ίδιο συναίσθημα.

 

Γιώργης Μπενίας

φοιτητής ΤΕΙ, ακτιβιστής

 

Ήμουν μόλις 15 χρονών γυμνασιόπαιδο όταν βρέθηκα σε ένα γκέι κλαμπ στο Γκάζι, που τώρα πια έχει κλείσει. Αυτό χάρη στην τότε κολλητή μου που είχε αντιληφθεί ότι τα queer parties είναι τα parties στα οποία η υπερβολή μας, το έντονο make-up, τα σκισμένα μας καλσόν, τα φτερά και τα glitter μας είναι ευπρόσδεκτα. Έτσι, εκείνο το Σάββατο, αφού περίμενα να κοιμηθούν οι γονείς μου την έκανα κρυφά από το σπίτι, πήγα βρήκα την φίλη μου και οδηγηθήκαμε στο Γκάζι. Θυμάμαι ακόμη πόσο ενθουσιασμό μου προκαλούσε ακόμα κι η όψη της πόρτας του μαγαζιού, ενθουσιασμός που κράτησε χρόνια. Μπαίνοντας εκείνο που αντίκρισα ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, σωστή αποκάλυψη: Νέα άτομα σαν εμένα (εντάξει, ίσως όχι και τόσο νέα) να φοράνε ό,τι θέλουν, να κουνιούνται όσο θέλουν, να φιλιούνται όπως θέλουν. Ελευθερία κι ερωτισμός παντού. Δεν σταμάτησα στιγμή να κοπανιέμαι στον ρυθμό της μουσικής. Τα πόδια μου πονούσαν αλλά δεν με ένοιαζε στα αλήθεια. Χοροπηδούσε η ίδια μου η καρδιά. Το βίωσα σαν μια μεγάλη απελευθέρωση αυτό, ένα γεγονός σημαδιακό ύστερα από τόσο καθημερινό κράξιμο, καταπίεση και βία.

 

Ευαγγελία Καρυοφυλλίδου

πρώην μέλος της ΛΟΑ


Αρχές της δεκαετίας του '90 στη Θεσσαλονίκη, εποχές προ Ίντερνετ και να νομίζω πως είμαι η μοναδική λεσβία στον κόσμο. Εγώ κι η Ναβρατίλοβα. Πέφτει στα χέρια μου μια "Κατίνα" - το περιοδικό που έβγαζε τότε η Αυτόνομη Ομάδα Γυναικών Θεσσαλονίκης - κι αποφασίζω να πάω στις συναντήσεις τους. Εκεί πρωτοσυνάντησα λεσβίες – δεν ήταν κάτι τόσο φοβερό τελικά! - και μαζί τους πήγα για πρώτη φορά στο "Ταμπού", ένα λεσβιακό μπαρ στο κέντρο της πόλης. Το θυμάμαι μαύρο. Σκοτεινό και κρυφό. Αλλά τη δουλειά του την έκανε. Γνωρίστηκα με μια κοπέλα κι επιτέλους έμαθα πως ναι, υπάρχουν κι άλλες λεσβίες στον κόσμο. Ακόμα καλύτερα, έμαθα πως υπάρχουν κι άλλες λεσβίες στην ίδια πόλη. Λίγο το'χεις;

 

Μαρία Cyber

διοργανώτρια Outview Film Festival


Η Μύκονος κάπου το 1984 κι εγώ μόλις 14 χρονών.
Τύχη να βρεθείς εκεί τόσο μικρή που μου την πρόσφερε εντελώς τυχαία ο πατέρας μου μια και, όταν μας έπαιρνε από την διαζευγμένη μάνα μου, μας άφηνε στην αδερφή του για διακοπές. Εκείνη με σύζυγο Μυκονιάτη και παιδιά λίγο μεγαλύτερά μου, φρόντιζε το υπέροχο σπίτι τους λίγο πιο πάνω από τα Τρία Πηγάδια. Ο θείος μου με καταγωγή από το νησί ήταν εξοικειωμένος με τα προχωρημένα ήθη του κι έτσι, όντας αρκετά ανοιχτόμυαλος, με άφηνε να πάω όπου θέλω, αυστηρά όμως μέχρι της 1.30. Τους ήξερε όλους και τον ήξεραν όλοι. Έμπαινε πάντα με χαμόγελο μέσα στου Pierros ακριβώς στις 1.30 και φυσικά πάντα ένιωθα ότι με έκοβε στο καλύτερο αλλά τον ακολουθούσα σπίτι μη θέλοντας να δώσω δικαίωμα και γιατί κατά βάθος ήμουν ευγνώμων με την ελευθερία που βίωνα κι ας μην μου έφτανε! Κάτω από το κεφαλόσκαλο του σπιτιού, η φασαρία έφτανε στην κρεβατοκάμαρα και δεν σταμάταγε ούτε το πρωί. Τα μεγαλύτερα ξαδέρφια μου μπορούσαν να επιστρέψουν αργότερα κι εγώ διαμαρτυρόμουν να με αφήσουν να ξαναγυρίσω στο παραδεισένιο μου Pierros, φυσικά χωρίς αποτέλεσμα κι έτσι υπομονετικά περίμενα την επόμενη νύχτα. Στο πρώτο βήμα μου, ανέβαινα κάποια ελάχιστα σκαλοπάτια και στο δεξί χαμηλό τραπέζι μπροστά από το παράθυρο με καναπέδες και σκαμπό γύρω του, ήταν ο Μπίλι Μπο - πάντα με κόσμο, δεν ήξερα πόσο επώνυμος ήταν, ούτε γνώριζα τίποτα για «την αρρώστια», αυτό δυστυχώς ήρθε αργότερα, τον θαύμαζα λοιπόν απλά όπως έλαμπε. Η ενέργειά του ήταν τόσο μοναδική που δεν γινόταν να μην με γοητεύσει η ανδρόγυνη ομορφιά του. Παρατηρούσα τον κόσμο που κινούνταν γύρω του, κυριολεκτικά σαν να ήταν ο ίδιος ένας πλανήτης κι οι άλλοι, οι δορυφόροι του! Πάντα όμως κάθε όμορφη σκέψη κι ονειροπόλημα μέσα κι έξω από το μαγαζί μου το έκοβε η Βαγγελιώ, τη φοβόμουν όχι μόνο γιατί με αγριοκοίταζε αλλά κυρίως γιατί πάντα αγριοφώναζε! Οι γυναίκες, ελάχιστες όσες νύχτες είχα πάει, όμως η λαχτάρα μου για φλερτ έκανε τα γούστα μου ευέλικτα. Ακόμα δεν είχα κάνει coming out τότε, δεν ήξερα, με οδηγούσε απλά η επιθυμία μου. Έπρεπε δε να εστιάζω σε κάποια λίγο παραπάνω πιωμένη ώστε να μην μπορεί να διακρίνει καλά το έτος γεννήσεώς μου... Κάποιο βράδυ πέτυχα από νωρίς τον στόχο μου και δεν με πρόδωσαν ούτε ο θείος, ούτε τα αγγλικά μου! Αντάλλαξα ένα υπέροχο φιλί στο στόμα κι έφυγα γρήγορα προσποιούμενη άλλο ραντεβού, εφόσον είχα πριν εξασφαλίσει αυριανή συνάντηση με την υπέροχη ξένη εκείνης της νύχτας. Πράγματι, το επόμενο μεσημέρι εμφανίστηκε και μάλιστα στην ώρα της, όμως όλα τα διέλυσε η μέρα που αποκάλυψα περίτρανα πόσο ήμουν...

 

Ζακ Κωστόπουλος,

ακτιβιστής, drag queen (Zackie Oh)

 

Αύγουστος 2004. Περίοδος Ολυμπιακών Αγώνων. Mόλις είχα τελειώσει ένα λύκειο στην αθάνατη ελληνική επαρχία και τον Σεπτέμβρη θα μετακόμιζα - επιτέλους - Αθήνα για σπουδές. Μαθαίνω ότι γίνεται μια συναυλία για τους εθελοντές των Ολυμπιακών με διάφορους καλλιτέχνες, μεταξύ τους οι Faithless που τότε άκουγα φανατικά. Υπάρχουν εισιτήρια και για μη εθελοντές και ε, δεν υπάρχει περίπτωση, θα πάω. Το λέω στους γονείς, κλείνω το εισιτήριο, τους παραμυθιάζω ότι θα πάω με μία φίλη που σπούδαζε στην Αθήνα κι ότι θα μείνω σπίτι της το βράδυ και θα γυρίσω την επόμενη (η ίδια δεν ξέρει ακόμη τίποτα). Μόνο που όταν επικοινωνώ μαζί της, μαθαίνω πως λείπει ταξιδάκι με γκόμενο. Όμως έχω το εισητήριο και την πολυπόθητη άδεια των γονιών! "Έλα μωρέ, κάπου θα βρω να κοιμηθώ, το πολύ να ξενυχτίσω και να πάρω κατευθείαν το πρωί συγκοινωνία", λες στον εαυτό σου όταν είσαι 18 και χωρίς καμία αίσθηση κινδύνου. Πάω λοιπόν στη συναυλία μόνος, χωρίς να ξέρω τι θα απογίνω με το που τελειώσει. Και τον βλέπω. Ένα όμορφο παιδί, γύρω στα 30 τότε, καστανός, γαλανομάτης, μην σας τα πολυλογώ έχω βρέξει το βρακί μου. Και με βλέπει κι αυτός. Και πάω να του μιλήσω, και μιλάμε, και φλερτάρουμε, και τελειώνει η συναυλία και πάμε για φαγητό και με ρωτάει αν θέλω να πάμε για χορό. Λες και χρειαζόταν να ρωτήσει. ΝΑΙ. Δεν ξέρω ούτε πού, ούτε τίποτα. Και πάμε στο Γκάζι. Στο Sodade. Εγώ ακόμη το μόνο που ξέρω είναι ότι πάμε για χορό. Κι ανοίγει η πόρτα και μπαίνουμε. Σε ένα μαγαζί γεμάτο αγόρια. Αγόρια που χορεύουν, αγόρια που είναι ντυμένα έτσι όπως δεν έχω ξαναδεί αγόρια να είναι ντυμένα, αγόρια που όλα, μετά το πρώτο στιγμιαίο σοκ, φάνταζαν απλά υπέροχα. Και έπαιζε μουσική που λάτρευα αλλά άκουγα μέχρι τότε μόνο στο σπίτι. Ποτέ έξω, ποτέ στα μαγαζιά στο χωριό όταν έβγαινα εκεί. Kylie, Madonna, disco, ελληνική pop. Και να χορεύω σαν τρελός χωρίς να με κοιτάζουν περίεργα, ίσα-ίσα, έβλεπα βλέμματα ζεστά, φιλικά, ερωτικά, όμορφα. Δεν ξέρω, ίσως ήταν και λόγω της εμπειρίας της πρώτης φοράς, με όλο τον ενθουσιασμό που αυτό περιλαμβάνει που με κάνει να το θυμάμαι τόσο ρομαντικά, αλλά ήταν σαν να είχα βρεθεί στον παράδεισο. Και έρχεται το αποκορύφωμα. Εκεί που χορεύουμε, με φιλάει. Μπροστά σε κόσμο. Το πρώτο μου φιλί σε "κοινή θέα". Μην παρεξηγηθώ, είχα ήδη κάνει σχεδόν τα πάντα, αλλά ξέρεις. Στα κρυφά. Ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι γίνεται και διαφορετικά. Ότι ο έρωτας δεν προϋποθέτει πάντα μυστικότητα και κρυφτό. 'Οτι μπορείς να τον ζήσεις κι αλλιώς. Και, δεν θα το ξεχάσω ποτέ, έπαιζε εκείνη τη στιγμή το "Τρελή Καρδιά" της Παπαρίζου. Ακόμη αν το ακούσω συγκινούμαι. Ήταν τόσο ταιριαστό. Μια "τρελή καρδιά" είχε βρει επιτέλους μια φωλιά όπου "κρύβονταν" κι άλλες "τρελές καρδιές" κι άρχισε να χτυπάει λίγο πιο ελεύθερα.

 

Εύα Κουμαριανού

ηθοποιός-περφόρμερ

 

Σαν άρχισα να χορεύω στο θέατρο ως αγόρι στα 17 μου μέσα δεκαετίας '70 ήταν που βρέθηκα σε γκέι μπαρ, που τότε λέγονταν τζιναβωτά. Δεν υπήρχε καν κιόλα ο όρος γκέι, υπήρχαν τεκνά, αδερφές, τραβεστί, μπινέδες, κωλομπαράδες... Στην Πλάκα ήτανε τότε η «σκηνή» που λέμε σήμερα, πηγαίναμε με τη Ραχήλ που χορεύαμε μαζί και άλλες τρελές παρέες στο Τσιν-Τσιν κάτω από την Ακρόπολη, στους Αστερισμούς, το Why Not, στο Make Up στην Πανεπιστημίου όπου έμπαινε ό,τι κουνιόταν και γινότανε το έλα να δεις – γκέι, λεσβίες, στρέιτ, τσόλια, τρανς... ένιωθα υπέροχα εκεί, ήταν γεμάτο ωραίους άντρες κι αισθανόμουνα ερωτευμένη με όλους, όλους τους ήθελα! Δεν είχα καταλάβει όμως ακόμα πώς γινόταν τότε το παιχνίδι, ένα θηλυπρεπές αγόρι σαν εμένα τότε ήταν αδιανόητο να πάει με κάτι αντίστοιχο, μια άλλη αδερφή δηλαδή – «έλα μωρή πήγαινε παρακεί, τι να σε κάνω, να πάρουμε τον φαντάρο να τον βάλουμε στη μέση;», με είχε κράξει κάποια! Μια άλλη που είχε ξεγελαστεί και με πέρασε για τεκνάκι, τράβαγε μετά τα κωλομέρια της, «φύγε απ' το σπίτι μου», ούρλιαζε. Φλωφλώ η Καταραμένη έμαθα ότι τη λέγανε μετά! Σύντομα βέβαια διαπίστωσα ότι δεν ήταν ανάγκη να «ψάχνομαι» ντε και καλά με τους ομοίους μου, η προσφορά εκεί έξω από τον αρσενικό πληθυσμό ήταν τεράστια. Ουρά περιμένανε! Αλίμονο, χορτάσαμε τα χρόνια εκεί γαμήσι και γυμνή πούτσα, δε φαντάζεσαι τι παίρναμε - τα στενάκια κάτω από την Ακρόπολη είχαν στενάξει! Αυτό μας κρατάει σήμερα που ο κόσμος έχει χάσει τον μπούσουλα και δεν καβλώνει έτσι αυθόρμητα κι αισθαντικά όπως παλιά. Οι κωλομπαράδες μας λατρεύανε, κάποιος θυμάμαι σε ένα τζιναβωτό λαϊκό μπαρ στην Τρούμπα - στον Άνεμο ή την Αρτζεντίνα – που δεν του έδινα σημασία σηκώθηκε, έσπασε ένα μπουκάλι, ξεκούμπωσε το πουκάμισο και σκίστηκε στην κοιλιά λέγοντάς μου «θα μας κοιτάξεις τώρα;». Ύστερα ο κόσμος τότε έβγαινε, κυκλοφορούσε, σε φλέρταρε στην ψύχρα - όλο το παιχνίδι γινόταν έξω κι όχι μόνο στην Πλάκα, μπορούσες να ψωνιστείς ακόμα και στο Σύνταγμα ή παραδίπλα στο Ζάππειο όπου γινόταν χαμός... Αχ πόσο ωραίες εποχές ήταν εκείνες, τι αναμνήσεις μού ξύπνησες... Σκληρές μεν αλλά ταυτόχρονα τρυφερές κι απέραντα ερωτικές!


Γιάννος Κανελλόπουλος

ελεύθερος επαγγελματίας, πρόεδρος Proud Seniors Greece

 

 Έμενα μικρότερος Πειραιά και το πρώτο γκέι μπαρ που γνώρισα αρχές δεκαετίας του '90 ήταν τα Ταβάνια, ένα θρυλικό λεσβιάδικο λαϊκό cult μαγαζί και το Flying In που ήταν βασικά για αγόρια. Πρωτοπήγα με έναν στρέιτ φίλο μου κι επειδή ήμουν πιτσιρίκι άβγαλτο περπάταγα τοίχο-τοίχο, νιώθοντας να πλημμυρίζω λαχτάρα και δέος μαζί! Αναστατωμένος και ταυτόχρονα χαρούμενος γιατί βρισκόμουν με το σινάφι μου. Άλλο αξιοσημείωτο στέκι ήταν το Ciao, ένα λεσβιακό συνοικιακό καφενείο στη Νίκαια όπου σύχναζαν ταξιτζούδες. Αφασία! Τώρα πια δεν πάω σε γκέι μπαρ γιατί και τα βαριέμαι αλλά κι επειδή έτυχε να φάω μέχρι μπούλινγκ από κάποια ιδιοκτήτρια, πράγμα τραγικό! Το να βγεις Σαββατόβραδο στα γκέι μπαρ ήτανε κάποτε απελευθερωτικό, ιεροτελεστία ολόκληρη, πλέον όμως ούτε σαν cruising spots λειτουργούν ούτε safe space είναι ακριβώς. Εκείνο που χρειαζόμαστε είναι αυτοδιαχειριζόμενοι υγιείς χώροι-στέκια για την κοινότητά μας ανεξαρτήτως ηλικίας, ταυτότητας, φύλου και προτιμήσεων.

 

Χριστίνα Μίχαλου

φοιτήτρια, αρθρογράφος, συντάκτρια του περιοδικού Antivirus

 

Η πρώτη μου εμπειρία σε γκέι μπαρ συνέβη κάποια χρόνια πριν στο Σόχο. Βρισκόμουν στο Λονδίνο με τους γονείς μου και, προφασιζόμενη πως θέλω να κάνω μια βόλτα μόνη, περπάτησα ως την πλατεία Piccadilly. Χάθηκα μαγεμένη στα δρομάκια ολόγυρα όπου η διαφορετικότητα αποτελούσε τη νόρμα. Ήμουν μόλις δεκαοχτώ χρονών. Θυμάμαι ακόμα μία εντυπωσιακή drag queen η οποία είχε ενσαρκώσει μία θηλυκή εκδοχή του Jack Sparrow από τους Πειρατές της Καραϊβικής, με πανύψηλες γόβες και έντονο μακιγιάζ. Μαγνήτιζε τα βλέμματα. Κι ενώ μέχρι τότε φοβόμουν να κυκλοφορήσω ανοιχτά σε τέτοια μαγαζιά, εκείνη ήταν η πρώτη φορά που έφυγα χαμογελώντας, νιώθοντας να φυσά ένας αλλιώτικος αέρας ελευθερίας.

 

 

Μαριανέλλα Κλώκα

Διεκδίκηση Δικαιωμάτων στη ΜΚΟ Praksis

 

Σήμερα εκείνο το σημείο φιλοξενεί τέντες και κλιματιστικά. Τρόπους δηλαδή για να ρυθμίσει κανείς τη θερμοκρασία. Αν το καλοσκεφτείς αυτό έκανε αυτή η κυψέλη γυναικών στο ίδιο μέρος, εκεί στις αρχές του 1990, μας «πείραζε» τις θερμοκρασίες. Στη σκηνή τα ξανθά κορίτσια με τις υπέροχες φωνές. Στο διάλειμμα το χιούμορ της Σίας βοηθούσε να πέσουν λίγο οι συναισθηματικές δονήσεις. Μερικές γωνιές ήταν reserve σε παρέες με παρατσούκλια. Έρωτας παντού, κάθε κοπέλα και ιστορία, φτιάχναμε «λίστες» προτίμησης και συνήθως αργά τη νύχτα καταλήγαμε στο κρεβάτι με κάποια από τις επιλογές μας. Την επόμενη πηγαίναμε για δουλειά με κανά δυο ώρες ύπνο, φρεσκαδούρες όμως, με ένα μυαλό γεμάτο σκόρπιες σεκάνς από τη προηγούμενη νύχτα. Πού να αφήσει το αλκοόλ τη μνήμη να τα θυμηθεί όλα... Την πρώτη μου νύχτα στο «Σύρε κι Έλα» αισθάνθηκα αμήχανα αλλά και οικεία. Ήμουν 19 ετών. «Πού το βρήκατε καλέ αυτό το μικρό;», ρώτησε η κοπέλα που σέρβιρε. Εκείνη τη νύχτα άνοιξε ένα παράθυρο στην ερωτική μου ζωή. Πολλές γυναίκες μαζεμένες, όμορφες, διαθέσιμες και υποσχόμενες, σέξι, ανεξάρτητες, εργαζόμενες, αθλήτριες, εύκολες στις πρώτες ματιές, δύσκολες στη συνέχεια, μια ατελείωτη δεξαμενή. Λέω στη φίλη που με πήγε: «Πρέπει να πιω τα 38 ποτά για να μπορέσω να ανταποκριθώ στην ένταση του χώρου» και αφοπλιστικά μου απαντά: «Μην ανησυχείς, για όλες μας το ίδιο ισχύει!». Τα gay/lesbian μπαρ επιτελούν κοινωνικό έργο. Κι ας έχει έρθει τώρα το διαδίκτυο δυνατά στη ζωή μας. Με μεγάλο μέρος εκείνης της παρέας είμαστε φίλες στο facebook, χρησιμοποιούμε την τεχνολογία του για να μαθαίνουμε νέα αλλά ξέρουμε ότι αυτό που μας έχει ενώσει σε καμία περίπτωση δεν βρίσκεται στα ποστ.

 

Γρηγόρης Βαλλιανάτος

πολιτικός επιστήμονας, πρώην πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας 

 

Στο Παρίσι, στα 70΄ς... Tο μαγαζί, Le Trap λεγόταν, ήταν στους γκέι οδηγούς, κι ήταν κοντά στο διαμέρισμα όπου έμενα. Έσφιξα τα δόντια και μπήκα. Δυνατή μουσική, μισοσκόταδο και στο ταβάνι στη μέση έβλεπες ένα άνοιγμα. Ήταν ένα εσωτερικό μπαλκόνι και καταλάβαινες πως έχει κι άλλον όροφο με άνοιγμα που έβλεπε στο ισόγειο. Φώτα που γύριζαν και μιά μικρή ντισκομπάλα. Πήρα ποτό κι ανέβηκα. Ημίγυμνοι άντρες χωνόντουσαν σε διαδρόμους με ξύλινα χωρίσματα, στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλο, αγγιζόντουσαν κι έκαναν σεξ επί τόπου. Δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο εύκολα κι όμορφα γίνονταν όλ' αυτά. Επήγα... Τα ξημερώματα ακολούθησα το νεαρό ιδιοκτήτη του μπαρ, που έμενε στο (υπέροχο) σπίτι του φύλακα του Κήπου του Λουξεμβούργου... Δεν ξαναμαζεύτηκα ποτέ πιά.

 

1 Σχόλια
Jerzy 8.2.2017 | 20:05
"Αλίμονο, χορτάσαμε τα χρόνια εκεί γαμήσι και γυμνή πούτσα, δε φαντάζεσαι τι παίρναμε ...! Αυτό μας κρατάει σήμερα που ο κόσμος έχει χάσει τον μπούσουλα και δεν καβλώνει έτσι αυθόρμητα κι αισθαντικά όπως παλιά. Πηγή: www.lifo.gr"

Όσον αφορά τη δική μου φουρνιά, τα είπε η Ε. Κουμαριανού.
Πρώτη φορά το καλοκαίρι του '85 στο "Έντασις" όπως είχε ονομάσει η Ηράκλω το "Μπανάλ".