TO BLOG ΤΟΥ M.HULOT
Facebook Twitter

Καγκέλι τραπ ή λαϊκό ρεγκετόν; Η ξεχωριστή περίπτωση του luivendis

Καγκέλι τραπ ή πανηγυρίσιο ρεγκετόν; Η ξεχωριστή περίπτωση του luivendis

Το πρωτόγονο αγροτικό πανηγύρι συναντάει το τραπ σε ένα μοναδικό project που έχει σκοπό να βγάλει το γλέντι κι εκτός Ελλάδας.  

Καγκέλι τραπ ή λαϊκό ρεγκετόν; Η ξεχωριστή περίπτωση του luivendis Facebook Twitter
Δουλεύω και σπουδάζω. Έχω δουλέψει σε εργοστάσια, σέρβις, μπαρ, σε χωράφια, γενικά ό,τι βρω. Τρέχω όσο μπορώ. Αυτή τη στιγμή ζω στην Ξάνθη, φτιάνω μουσική και σπουδάζω ηλεκτρολόγος μηχανικός και μηχανικός υπολογιστών στο ΔΠΘ. Εδώ είναι το στούντιο και η σχολή που πέρασα.

Τον luivendi μου τον είχε στείλει ο Σ. να τον τσεκάρω το περσινό καλοκαίρι, όταν είχε ανακαλύψει το άλμπουμ «Μου λαλούν πολλά κοκόρια» των finalistes (που είναι ο luivendis και ο Apollo). Εκεί υπήρχε το «Σούνιο», ένα τραπ κομμάτι με sample από κλαρίνα πανηγυριώτικα και mumble, που επέμενε να ακούσω γιατί είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον, ως ένα κομμάτι που συνδύαζε τους δύο άξονες: της σύγχρονης δημοφιλούς διασκέδασης, του τραπ, και την πανάρχαιης ιεροτελεστίας του γλεντιού που αρνείται να υποβιβαστεί σε «διασκέδαση», -των αποκριάτικων τραγουδιών, δηλαδή, που χρησιμοποιούν «μια συμβολική γλώσσα τόσο τολμηρή όσο και προαιώνια, γι’ αυτό και πανανθρώπινη και, εν τέλει, καθαγιασμένη» όπως έγραφε ο Λάμπρος Λιάβας για τα «Αποκριάτικα» της Δόμνας Σαμίου. Τα αποκριάτικα τραγούδια ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό, αλλά η ατμόσφαιρα στην (πρωτόλεια) «Φούρκα» που είχε προηγηθεί ήταν πρωτόγονου αγροτικού πανηγυριού, 15αύγουστος, με μεγάλη δόση όμως σάτιρας, οπότε δεν ήξερα αν αυτό που έκαναν θα είχε συνέχεια ή ήταν απλά τρολ με έξυπνο όραμα. Ήταν σαν το ξεκίνημα των ΣτεροϊντούKYS που δεν ήξερες πώς να τους αντιμετωπίσεις, ήταν κάτι σαν ένοχη απόλαυση, αλλά με το χρόνο εξελίχθηκαν σε ένα project που είναι πολύ καλύτερο και από την καλύτερη δουλειά πολλών ράπερ.

Ακόμα και να τρόλαρε, ο luivendis, εσκεμμένα ή εν αγνοία του, είχε κάνει κάτι μοναδικό: μέσα από το γλέντι, τον πρωταρχικό σκοπό του project του, είχε συνδυάσει το παρελθόν με το παρόν απευθυνόμενος σε μια γενιά που έχει πετάξει από πάνω της το κόμπλεξ για την παράδοση που κουβάλαγε η γενιά της μεταπολίτευσης. Ο τρόπος που τραγουδούσε με έντονη προφορά επαρχίας, οι στίχοι, ακόμα και το όνομά του, παρέπεμπαν περισσότερο σε σάτιρα (σαρκασμό;), ενώ, από την άλλη, οι παραγωγές του παραήταν σοβαρές για να τοποθετηθούν στο φάσμα της τρολιάς.   

Καγκέλι τραπ ή λαϊκό ρεγκετόν; Η ξεχωριστή περίπτωση του luivendis Facebook Twitter
Ακόμα και να τρόλαρε, ο luivendis, εσκεμμένα ή εν αγνοία του, είχε κάνει κάτι μοναδικό: μέσα από το γλέντι, τον πρωταρχικό σκοπό του project του, είχε συνδυάσει το παρελθόν με το παρόν απευθυνόμενος σε μια γενιά που έχει πετάξει από πάνω της το κόμπλεξ για την παράδοση που κουβάλαγε η γενιά της μεταπολίτευσης.

Τον Δεκέμβριο του 2022 κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ του, «Μου λαλούν πολλά κοκόρια 2» (αυτή τη φορά σε δικό του προφίλ) που ανοίγει με τον «Μπομπ ο μάστορας», ένα κομμάτι που θα μπορούσε να είναι και λιβανατέικο καγκέλι, με κλαρινέτο και ρυθμό διονυσιακό που πατάει ακριβώς πάνω στη δομή των περισσότερων αποκριάτικων τραγουδιών: το απλό (δίσημο) ρυθμικό σχήμα που συνδέεται με τον κυρίαρχο συλλαβικό χαρακτήρα της μελωδίας. Θα μπορούσε να παίζει για ώρες σε ένα πανηγύρι -μόνο που εδώ διαρκεί μόνο ένα λεπτό και 44 δευτερόλεπτα. Στο «Γυναίκες που χορεύετε» που ακολουθεί, το τραπ παντρεύεται με Πωγωνίσιο συρτό στα δύο (πολύ πριν το κάνει ο Νέγρος του Μοριά στο «ΘΡΑCΟC»): «έλα χόρεψε, καλοσώρισε, με κουρδίζει και θα ρίξω τον παρά, έλα χόρεψε, μην αγχώνεσαι, ένα κάτω και ανέβα στον μπάρμπα…».

Και τα εφτά τραγούδια του άλμπουμ σχετίζονται με παραδοσιακούς ρυθμούς και μελωδίες, με αποκορύφωμα το «Είμαι αυτός ο Κροκιώτης» που είναι μια αναφορά στον τόπο καταγωγής του. Στο «Γλέντι» η υπερβολή στην προφορά θυμίζει τον Τραμπάκουλα του Χάρυ Κλυνν, που για τη γενιά του μπορεί να μην σημαίνει πλέον απολύτως τίποτα, αλλά για τους 40plus είναι το πρώτο πράγμα που παραπέμπει. Τέλος πάντων, το 2023 ο luivendis ξέφυγε εντελώς στις παραγωγές και στον τρόπο που παρωδεί την ελληνική επαρχία, με έναν τρόπο όμως που δείχνει ότι την λατρεύει. Η κοινωνική ηθική, οι αξίες και τα σύμβολα της παραδοσιακής γεωργοκτηνοτροφικής κοινωνίας που κάποτε έκαιγε τα λεφτά της στα μπουζούκια γίνονται το πλαίσιο για να αποκαλύψει ένα «αιρετικό» χιούμορ, τολμηρό, που στην «Αχλαδιά» ξεφεύγει και δημιουργεί μια έκλυτη γιορτή: «Θέλει τα Louis θέλει το Fendi, θέλει έναν μπάρμπα, θέλει αφέντη, μέσα στο μαντρί να κάνουνε γλέντι, είναι σαλιά / Θέλει ταξίδια σε ωραία μέρη, πιάνει του μπάρμπα το δεξί χέρι, αχ τι χοντρό είναι το κωλομέρι, σαν αχλαδιά».  

Στον «Μάστορα» που ξεκινάει με τη φωνή ενός διοργανωτή event στην επαρχία ο οποίος λέει «μπορούμε να φέρουμε τραγουδιστές, αλλά δεν μπορούμε να φέρουμε πρώτο πράγμα», το ρεφρέν είναι «μαλλί μπαμπάκι, καυλί φαρμάκι, αρνί, συρτάκι, κοντό μουστάκι, γυαλί στυλάκι…». Τα δύο single που ακολούθησαν, το «Σκαρπίνι χρυσό», «Ρολόι ακριβό» και «Cartier γυαλί» (που ετοιμάζει) αποτελούν μια τριλογία με άσεμνο χαρακτήρα που είναι στην ουσία κοινωνικό σχόλιο. Και αφορμή για γλέντι.

«Είμαι από ένα μικρό χωριό της Κοζάνης, τον Κρόκο, μια ήσυχη περιοχή» λέει. «Είμαστε περίπου πέντε χιλιάδες άνθρωποι και όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας, σχεδόν όλοι είμαστε σαν μια παρέα όποτε καταλαβαίνεις…

Ήμουν και είμαι συναισθηματικός. Έχω μπλέξει συχνά γι’ αυτόν τον λόγο. Έπαιζα ποδόσφαιρο στην ομάδα του χωριού, με βοηθούσε να ξεχνιέμαι. Το όνειρό μου το ζω καθημερινά. Περνάω στον κόσμο το γλέντι μέσα από τη μουσική μου.

Οι γονείς μου μέχρι και σήμερα ακούνε πιο πόλυ λαϊκά και παραδοσιακα τραγούδια, δεν είναι πολύ φαν της ραπ μουσικής. Το ραπ το γνώρισα πρώτη φορά το 2006, με είχε πάρει ο θείος μου σε ένα μουσικό φεστιβάλ και έπαιζαν εκει οι «Απέχεις». Όταν το άκουσα πρώτη φορά τρελάθηκα, έψαχνα σαν τρελός να βρω ραπ κομμάτια, πήγαινα σε βιντεοκλάμπ και νοίκιαζα CD, δεν είχαμε ακόμα Ίντερνετ.

Το πρώτο κομμάτι το έγραψα στα δεκατέσσερα. Ήθελα να δοκιμάσω να γράψω ένα κομμάτι για την παρέα μου, για χαβαλέ έγραψα μερικούς στίχους, τους ηχογράφησα από ενα μικρόφωνο ακουστικών και το πήγα να το ακούσουν να μου πουν την γνώμη τους

Άρχισα να ασχολούμαι παθιασμένα αφού τέλειωσα το λύκειο. Όταν πήγα στο πανεπιστήμιο γνώρισα τον Apollo από έναν κοινο γνωστό μας. Στην αρχή γράψαμε ένα mixtape EP, το “Eurovizion”. Ήταν ένα project πιο experimental, ειχε μέσα πολύ ακραία mumble κόμματια. Είχε και το “Φούρκα” που ήταν το πρώτο μας κομμάτι γλέντι.

Ο luiventis -που ζει στην Ξάνθη- ανήκει σε μια γενιά που έχει απενοχοποιήσει πολλά πράγματα, τον τρόπο που εκφράζεται, τον τρόπο που διασκεδάζει, τον τρόπο που μιλάει στα κομμάτια που γράφει, τον τρόπο που αντιμετωπίζει τα πάθη και τις ήττες της. Το νέο ραπ, όπως κι αν λέγεται αυτό, τραπ, cloud ραπ ή ραπ διασκέδασης, ακόμα και το ρεγκετόν, είναι το αντίθετο του λαϊκού που κυριαρχούσε μέχρι τη δεκαετία του 2000 και κάποτε γέμιζε τα σκυλάδικα. Εκεί που ο λαϊκός κλαίει έναν χαμένο έρωτα, κλαίει τη μοίρα του, μιλάει για καημό και πόνο, στο τραπ αυτό είναι αντεστραμμένο, δεν υπάρχει αυτοοικτιρισμός, δεν υπάρχει νταλκάς, όχι επειδή δεν υπάρχει ως συναίσθημα, αλλά το μοτίβο αντιστρέφεται και υπάρχει αυτοδοξασμός, υπάρχει φλεξ, κυριαρχεί η απόλαυση του ράπερ και η νίκη του. Και το να περνάει καλά. Oι λόγοι που έκαναν μια ολόκληρη γενιά να αναζητάει κυρίως το να περνάει καλά, με κάθε τρόπο και με κάθε κόστος, να περιαυτολογεί και να διασκεδάζει ακόμα και με καφρίλα, είναι ένα θέμα που χρειάζεται χιλιάδες λέξεις για να αναλυθεί. Η περιαυτολογία υπήρχε πάντα, ωστόσο. Στην περίπτωση του κλασικού λαϊκού έχουμε την περιαυτολογία του πόνου, στην περίπτωση του τραπ έχουμε την περιαυτολογία της ηδονής. Και το γλέντι.

«Ο τρόπος που τραγουδάω δεν είναι προφορά» λέει. «Αυτή είναι η φωνή μου. Δεν βάζω κάποιο εφέ ή κάτι. Ίσως γίνομαι λιγο υπερβολικός, αλλά, ναι, είμαι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε στο χωριό και αυτό είναι το “slang” που έχουμε εκεί. Αυτήν την ζωή κάνουμε. Δεν κάνω κάτι ψεύτικο».

Τον ρωτάω αν ήταν συνειδητή απόφαση να είναι ο luivendis, αν το κάνει στα σοβαρά ή αν είναι τρολ. «Προφανώς δεν νομίζω ότι χρειάζεται ανάλυση», λέει. «Κάθε φορά που πάω στο στούντιο ή κάνω lives νιώθω ο εαυτός μου, εκφράζομαι. Στις live εμφανίσεις μου δένομαι με το κοινό, περνάμε ακραία. Είναι ένα συναίσθημα που αν δεν το βιώσεις δεν μπορείς να το καταλάβεις ό, τι και να σου πω.

Δεν έχω είδωλα και πρότυπα, πιστεύω μόνο στο Θεό. Αν κάποιος με βοήθησε και μου άλλαξε την ζωή ήταν η οικογένεια μου που πίστευε πάντα στα όνειρα μου και οι φίλοι μου που με στηρίζουν.

Καγκέλι τραπ ή λαϊκό ρεγκετόν; Η ξεχωριστή περίπτωση του luivendis Facebook Twitter
«Ο τρόπος που τραγουδάω δεν είναι προφορά λεει». «Αυτή είναι η φωνή μου. Δεν βάζω κάποιο εφέ η κάτι. Ίσως γίνομαι λιγο υπερβολικός αλλά ναι, είμαι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε στο χωριό και αυτό είναι το “slang” που έχουμε εκεί. Αυτήν την ζωή κάνουμε. Δεν κάνω κάτι ψεύτικο».

Δουλεύω και σπουδάζω. Έχω δουλέψει σε εργοστάσια, σέρβις, μπαρ, σε χωράφια, γενικά ό,τι βρω. Τρέχω όσο μπορώ. Αυτή τη στιγμή ζω στην Ξάνθη, φτιάνω μουσική και σπουδάζω ηλεκτρολόγος μηχανικός και μηχανικός υπολογιστών στο ΔΠΘ. Εδώ είναι το στούντιο και η σχολή που πέρασα.

Η αλήθεια είναι ότι τη μουσική δεν τη βλέπω σαν ρίσκο, περνάω όμορφα μέσα από αυτό που κάνω, μόνο χαρά μου φέρνει. Σίγουρα έχω χάσει ανθρώπους μέσα από αυτό, αλλά όλα καλά, καλή καρδιά.

Οι φίλοι μου σίγουρα έχουν παίξει σημαντικό ρόλο, με στηρίζουν σε όλα, μου δίνουν συμβουλές και είναι εκει συνεχώς για μένα. Μέσα από τη μουσική μου έκανα αλλά και έχασα φίλους, αλλά το βλεπω μόνο ως όφελος όχι ζημιά.

Για την ώρα, ετοιμάζω κάποια singles όπως το “Cartier Gyali”. Γενικότερα, θέλω να μεταδώσω το γλέντι στην Eλλάδα. Ιδιαίτερα μετά τον Covid, νομίζω πως ο κόσμος έχει ξεχάσει πώς να γλεντάει. Η ζωή είναι πλέον, δυστυχώς, στα κομπιουτερ. Αργότερα θέλω αυτό να βγεί και έξω. Λαοί όπως οι Βορειοευρωπαίοι το χρειάζονται ακόμα πιο πολύ από εμάς.

Σαφώς και μπορείς να ζήσεις από τη μουσική στην Ελλάδα. Πρέπει όμως να το αγαπάς. Αν δεν το κάνεις με μεράκι, δύσκολα πετυχαίνεις στη σκηνή. Ζω από τη μουσική μου. Θέλω να το πάω ψηλά, να μοιράσω τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου με όλους.

Έχω περάσει πολλά αλλά δεν μ’ αρέσει να γκρινιάζω. Βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο. Έχω περάσει πολλά, αλλά με κάνουν πιο δυνατό στο τέλος της μέρας.

Ο πιο μεγάλος μου φόβος; Νομίζω ο θάνατος. Είναι δύσκολο να το αποδεχτείς και ταυτόχρονα είναι το μόνο που γνωρίζεις απ’ τη στιγμή που θα γεννηθείς. Το πιο ριψοκίνδυνο πράγμα που έχω κάνει είναι το εμβόλιο του Covid.

Η αλήθεια είναι ότι με ενοχλεί που όλοι οι νέοι καλλιτέχνες θέλουν να έχουν το ίδιο στυλ, ύφος, τόνο, μπάρες με τους παλιούς. Θέλω να δω κάτι καινούριο, κάτι φρέσκο, δεν ξέρω γιατί φοβούνται να κάνουν κάτι διαφορετικό. Από νέους καλλιτέχνες δεν έχω δει κάτι το φοβερό, όλοι θέλουν να γίνουν σαν κάποιον που είδαν. Γενικά στην Ελλάδα στο ραπ game έτσι είναι, καλώς ή κακώς. Έχουμε κάνει μεγάλα βήματα η αλήθεια είναι, αλλά καθαρά δικό μας ήχο είναι δύσκολο να βγάλουμε. Είναι μεγάλο το ρίσκο και δεν βλέπω κανέναν να θέλει να το πάρει.

Με ενοχλεί σίγουρα η αδιαφορία του κόσμου, η τεμπελιά και οι αποποίηση των ευθυνών για ό,τι συμβαίνει, κανείς δεν θέλει να αναλάβει τις ευθύνες του. Μου αρέσει η μουσική, τα ποτά, ο τζόγος, οι γυναίκες, τα αμάξια το φαγητό.

Όπως είπα και πριν θέλω να το κάνω εδώ, αλλά με ενδιαφέρει πολύ να περάσω το ελληνικό γλέντι στο εξωτερικό!».

— Πες μου μερικά κομμάτια που σε καθόρισαν.

— Νίκος Σιώλιας «Πώς το τρίβουν το πιπέρι», Future «DS2», Lil Wayne «Tha Carter III», Kanye West «Graduation».

Εδώ μπορείς να ακούσεις όλη τη δουλειά του

Instagram

Nothing Days

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ