Ο σπαρακτικός μονόλογος μιας Αθηναίας που γερνά μόνη στη μεγάλη πόλη

Ο σπαρακτικός μονόλογος μιας Αθηναίας που γερνά μόνη στη μεγάλη πόλη Facebook Twitter
Α πα πα, δεν έχω πια υπομονή να διαβάσω. Δεν έχω όρεξη. Διαβάζαμε πολύ. Και το σταυρόλεξο των «Νέων» μου άρεσε. Κάθε μέρα το έλυνα. Και τώρα λύνω σταυρόλεξα να περνάω την ώρα μου. Εικονογράφηση: Athenean Sailor/ LIFO
2

Κάθε Κυριακή έρχεται να με δει ο γιος μου. Τις πιο πολλές φορές, μόνος του. Δεν ξέρω πια αν θέλει κιόλας, αλλά έρχεται. Κακιώνω όταν το σκέφτομαι κι έτσι δεν το σκέφτομαι. Τα παιδιά του είναι συνέχεια σε πάρτι. Κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή. Παλιότερα τα κρατούσα, τώρα φοβάμαι, δεν τα καταφέρνω. Κάθε Κυριακή τού μαγειρεύω κρέας. Ψωνίζω κρέας μια φορά την εβδομάδα, γι' αυτόν, εμένα δεν με νοιάζει. Και δεν μου φτάνουν. Είναι λίγα τα λεφτά, αλλά δεν θέλω να καταλάβει. Δεν τα καταφέρνω και πολύ καλά πια, βγαίνω πολύ λίγο, ίσα για να ψωνίσω. Ούτε σπίτι τους πηγαίνω. Δεν μου αρέσει. Κάθομαι άπραγη, σαν να ενοχλώ, δεν βολεύομαι. Περιμένω να φάμε και να με φέρουν πίσω. Με απασχολεί πολύ αυτό με τα λεφτά. Τα παιδιά σου τα ντρέπεσαι, άμα δεν έχεις. Σκέφτομαι, θα πεθάνω και δεν θα βρουν μια δραχμή.

Ξέρεις πότε κατάλαβα ότι γέρασα; Όταν πέθανε η μάνα μου. Ήμουνα 60 χρονών και είπα «ήρθε η σειρά σου». Κι ύστερα, σαν να μην είχε σημασία ο χρόνος. Άσε τι λένε τα παιδιά μου, ότι τα καταφέρνω μια χαρά. Κάνω πως δεν με νοιάζει, αλλά ξέρω. Τώρα ανησυχώ διαρκώς και δεν ξέρω γιατί – παλιά δεν ανησυχούσα. Για τα λεφτά, για τα νοσοκομεία, μην πέσω και δεν με ακούσει κανένας.

Λένε ότι όταν είσαι γέρος και φύγει ο σύντροφός σου, φεύγεις κι εσύ έπειτα από λίγο. Ψέματα είναι. Εμείς ζήσαμε μαζί πολλά χρόνια. Με τα καλά και τα κακά του, αλλά τον άκουγα και ήταν κάπως καθησυχαστικό. Και να σκεφτείς, εγώ έκανα τα κουμάντα. Τώρα μου φαίνονται όλα πολύ δύσκολα. Κι ας μη μιλάγαμε. Ήτανε μια παρέα μες στο σπίτι. Μια παρουσία. Τώρα δεν έχω όρεξη ούτε να μαγειρέψω, ούτε το κρεβάτι μου να στρώσω.

Ούτε διαβάζω, είναι μαρτύριο. Μόνο τηλεόραση βλέπω και δεν καταλαβαίνω. Είμαι αφηρημένη, κοιτάζω, κινούνται και μιλάνε. Ξεχνάω, δεν με ενδιαφέρει. Προσπαθώ να θυμηθώ πολλές φορές και δεν θυμάμαι τίποτα. Θυμάμαι τα παλιά. Τα φουστάνια μου, πώς ήταν οι δρόμοι, αυτά που δεν μου άρεσαν. Τώρα που το λες, το πιο αγαπημένο μου φουστάνι ήταν ένα άσπρο με κερασάκια. Η Ευτυχία μού το είχε ράψει. Είχα ωραία ρούχα. Όλα ραμμένα. Δεν είχαμε έτοιμα. Αυτά τα θυμάμαι καλά. Τα καινούργια είναι σαν να μη με ενδιαφέρουν. Δεν είναι όμως έτσι, ε;

Μου αρέσει μόνο η μεγάλη μέρα. Τον χειμώνα, που νυχτώνει από τις πέντε, μετράω τις ώρες με την καμπάνα – ακούω την καμπάνα. Δεν χάνω ούτε τα μισά, ένας χτύπος είναι. Καθυστερώ να πέσω γιατί δεν κοιμάμαι. Σχεδόν καθόλου δεν κοιμάμαι. Είμαι ξαπλωμένη με τα μάτια ανοιχτά. Πιάνω και σκέφτομαι τους πεθαμένους. Δεν σηκώνομαι γιατί τι να κάνω να σηκωθώ; Να γυρνοβολάω στο σπίτι; Παλιά, όταν ξυπνούσα τη νύχτα, έμπαινα σε όλα τα δωμάτια, άναβα τα φώτα ένα-ένα, καθόμουνα εδώ κι εκεί, να περάσει η ώρα, να ξημερώσει.

Δεν βλέπω καθόλου πια. Αχνά, σαν σκιές. Έρχεται η Λιούμπα το πρωί και με βάζει δίπλα στην μπαλκονόπορτα, για να βλέπω. Δεν βλέπω τίποτα, μόνο ένα άσπρο. Της μιλάω, αλλά δεν ξέρω αν είναι εκεί, αν με ακούει. Δεν με καταλαβαίνει. Δεν μου απαντάει ποτέ. Ακούω τους δίπλα που φεύγουν κάθε πρωί. Ακούω τον Φίλιππο που έρχεται στο γραφείο. Ο γιος μου έχει γραφείο στο διπλανό διαμέρισμα. Έρχεται κάθε μέρα. Με βλέπει, πάντα μιλάμε. Μου λέει «μάνα τι παραμιλάς», αλλά δεν παραμιλάω, μιλάω στη Λιούμπα. Η Λιούμπα έχει όλη μέρα την τηλεόραση ανοιχτή. Ακούω τηλεόραση. Έχει τραγούδια, αλλά δεν ξέρω κανένα. Κανένα δεν μου αρέσει. Πάω να θυμηθώ αυτά που μου άρεσαν, μα δεν θυμάμαι.

Δεν βγαίνω πια καθόλου από το σπίτι. Μέχρι το μπαλκόνι πάω αργά. Περπατάω αργά, με μπαστούνι. Πέρσι έπεσα κιόλας, ευτυχώς δεν έσπασα τίποτα, αλλά περίμενα να με σηκώσουν. Περπατάω πολύ αργά, ο γιατρός λέει αρθρίτιδα, μου κάνει ενέσεις στα γόνατα, αλλά τίποτα δεν γίνεται. Τα πόδια μου είναι βαριά, μολύβια. Όταν αλλάζει ο καιρός, χειροτερεύουν. Μέχρι πέρσι πήγαινα στο νεκροταφείο κάθε Σάββατο. Τώρα δεν μπορώ να ανέβω ένα σκαλάκι. Ούτε στο ταξί δεν μπαίνω, δεν σηκώνεται το πόδι μου. Όταν έχεις τα μυαλά σου, σε εκνευρίζει να μην μπορείς να κουνηθείς.

Έχω να πάω σινεμά χρόνια. Θα σου πω τι σκεφτόμουνα. Παλιά πήγαινα σινεμά. Όταν ήμουνα νέα, πήγαινα συνέχεια. Πέθαναν όλοι όσοι μου άρεσαν. Λοιπόν, τότε αναρωτιόμουνα γιατί δεν έβλεπα ηλικιωμένους στο σινεμά. Μάλλον δεν τους αρέσει, σκεφτόμουνα. Αλλά δεν είναι αυτό. Είναι πολλά σκαλιά και δεν έχεις παρέα. Όλοι βαριούνται ή δεν μπορούν.

Μια μέρα έπεσα. Πονούσα κι αναρωτιόμουνα «αυτό είναι»; Αυτό ήτανε; Από τότε δεν κάνω τίποτα για να ζήσω. Ούτε για να πεθάνω. Και να πονάω δεν το λέω. Και τις φυσικοθεραπείες με το ζόρι τις κάνω. Άχρηστες είναι. Άμα κάνεις τέτοια, είσαι ανήμπορος.

Εγώ που δεν βαριόμουνα ποτέ, βαριέμαι. Χτυπάει το τηλέφωνο και δεν θέλω να το σηκώσω. Κάνω πως δεν το ακούω. Δυο άνθρωποι με παίρνουνε. Η Ρένα και η αδερφή μου. Οι άλλοι όλοι πέθαναν, δεν μπορούνε, δεν έχουνε και τα μυαλά τους. Η Βαρβάρα ούτε καταλαβαίνει πια, μου τα λέει ο Νίκος. Το σηκώνω γιατί είναι η αδερφή μου και μπορεί να ανησυχεί. Και τι λέμε; Τα ίδια, και τι θα μαγειρέψουμε. Έρχεται, κάνουμε έναν περίπατο – πού να πάμε; Οδηγεί ο άντρας της και τη φέρνει. Παλιά μέναμε όλοι κοντά, τώρα...

Έχω να πάω σινεμά χρόνια. Θα σου πω τι σκεφτόμουνα. Παλιά πήγαινα σινεμά. Όταν ήμουνα νέα πήγαινα συνέχεια. Πέθαναν όλοι όσοι μου άρεσαν. Λοιπόν, τότε, αναρωτιόμουνα γιατί στο σινεμά, δεν έβλεπα ηλικιωμένους. Μάλλον δε τους αρέσει σκεφτόμουνα. Αλλά δεν είναι αυτό. Είναι πολλά σκαλιά και δεν έχεις παρέα. Όλοι βαριούνται ή δε μπορούν. Και είναι αλλιώς και οι ταινίες. Σαν να μη τις πιάνει το μάτι μου. Στο θέατρο όταν πάμε με το πούλμαν ευχαριστιέμαι πιο πολύ. Και είναι και κόσμος που ξέρω γύρω μου.

Λένε ότι όταν είσαι γέρος και φύγει ο σύντροφός σου, φεύγεις κι εσύ μετά από λίγο καιρό. Ψέματα είναι. Όταν τον χάνεις και είσαι πιο νέος, συνηθίζεις, κάνεις άλλο πρόγραμμα. Εμείς ζήσαμε μαζί πολλά χρόνια. Με τα καλά και τα κακά του, αλλά τον άκουγα και ήταν κάπως καθησυχαστικό. Και να σκεφτείς, εγώ έκανα τα κουμάντα. Τώρα μου φαίνονται όλα πολύ δύσκολα. Κι ας μη μιλάγαμε. Ήτανε μια παρέα μες στο σπίτι. Μια παρουσία. Τώρα ούτε να μαγειρέψω έχω όρεξη, ούτε το κρεβάτι μου να στρώσω.

Ήρθε χθες ο γιατρός και μου είπε ότι έχω κατάθλιψη. Αυτό δεν είναι που τρελαίνεσαι; Μου είπε ότι έχουν όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι, το είπε ευγενικά. Η κόρη μου έκανε νόημα πίσω από την πλάτη του, μη τον ακούω. Εγώ δεν θέλω να παίρνω φάρμακα, αλλά έχω στενοχώρια. Λίγα έχω περάσει; Είναι τα παιδιά μακριά, έχουν τις δουλειές τους. Εγώ κάθομαι ώρες στο μπαλκόνι. Κάθε απόγευμα βγαίνω μόλις πέσει ο ήλιος, είναι βορινό. Κάθομαι μέχρι να πάει 11-12. Τι να κάνω; Να περάσει η ώρα.

Όλα αυτά τα σεμεδάκια τα έχω κάνει μόνη μου. Με τα χεράκια μου. Όλα, μόνο αυτά τα δύο είναι της Γιωργίας, στα τραπεζάκια που μπαίνει το 'να μέσα στ' άλλο. Πέθανε η καημένη η Γιωργία και οι νύφες της θα τα πέταξαν όλα. Δεν τους άρεσαν, βλέπεις. Γι' αυτό εγώ δεν δίνω τίποτα σε κανέναν. Θα τα πετάξουνε, θα τα καταχωνιάσουνε. Ας τα βρούνε έτσι όλα, όταν πεθάνω, κι ας τα κάνουν ό,τι θέλουν. Εμένα δεν είναι ότι μου αρέσουν. Είναι που ξέρω πότε κέντησα το καθένα. Λέω καμιά φορά «Κανένας δε θα με ρωτήσει;».

Αρρώστησα μια, αρρώστησα δυο, το αποφασίσαμε και ήρθα εδώ. Ποιος να με περιποιηθεί; Ωραία είναι, αλλά δεν είναι σαν το σπίτι μου. Όμως έχω παρέα. Έρχονται τα παιδιά, τους λέω πως είμαι καλά για να μην τους βαραίνω. Αλλά θέλω να γυρίσω σπίτι μου. Εδώ περνάει η ώρα, είναι μια κυρία και κάνουμε πολλή παρέα. Κάναμε και τα μπάνια μας το καλοκαίρι. Εγώ τη μάνα μου την κράτησα στο σπίτι μέχρι να πεθάνει. Αλλά τα παιδιά δουλεύουνε, τι να κάνουνε;

Α πα πα, δεν έχω πια υπομονή να διαβάσω. Δεν έχω όρεξη. Διαβάζαμε πολύ. Και το σταυρόλεξο των «Νέων» μου άρεσε. Κάθε μέρα το έλυνα. Και τώρα λύνω σταυρόλεξα να περνάω την ώρα μου. Και τη νύχτα, όταν ξυπνάω, έχω στο κομοδίνο. Αλλά είναι βλακείες. Δεν είναι ωραία πια. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Παλιά ξημέρωνε μέχρι να τα λύσω όλα.

Εμένα οι διακοπές δεν μου άρεσαν ποτέ, ούτε τα μπάνια. Μια φορά νοικιάσαμε ένα σπίτι στο Λουτράκι όλο το καλοκαίρι, στενοχωριόμουνα και μου 'πε ο άντρας μου να φύγουμε. Μου έλεγαν οι φίλες μου «είσαι καλά;». Αλλά εγώ δεν ήθελα να φεύγω από το σπίτι μου. Και τώρα που πάνε εκδρομούλες δεν θέλω να πηγαίνω. Σηκώνομαι το πρωί, κάνω τις δουλίτσες μου –τι να λερώσει ένας άνθρωπος;– και το απόγευμα έρχεται η Μερόπη να πάμε στην πλατεία, όσο κρατάει ο καιρός. Λέμε τα της ημέρας. Καμιά φορά δεν μιλάμε κιόλας. Δεν τραβάει τίποτα η όρεξή μου, ούτε το φαγητό. Βάσανο είναι κι αυτό. Μόνο τα παγωτά μού αρέσουν πια.

To άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά από την Αργυρώ Μποζώνη το 2015

Αρχείο
2

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Μετά την πανδημία του κορωνοϊού, η ανισότητα θα αυξηθεί»

Σωτήρης Ντάλης / «Μετά την πανδημία του κορωνοϊού, η ανισότητα θα αυξηθεί»

Ο αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και επικεφαλής της Μονάδας Έρευνας για την Ευρωπαϊκή και Διεθνή Πολιτική σχολιάζει τον αντίκτυπο της πανδημίας και της εκλογής Μπάιντεν στην Ευρώπη.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Επί Τραμπ οι μειοψηφίες κατέστησαν πλειοψηφίες»

Σωτήριος Σέρμπος / «Επί Τραμπ οι μειοψηφίες κατέστησαν πλειοψηφίες»

Τι σηματοδοτεί η εποχή Μπάιντεν και τι αφήνει πίσω του ο απερχόμενος Πρόεδρος; Απαντά στη LiFO ο Σωτήριος Σέρμπος, αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Παν/μιο Θράκης και Ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Θεοκλής Ζαούτης: «Είναι αρκετά πιθανόν να έχουμε τρίτο κύμα πανδημίας»

Ελλάδα / Θεοκλής Ζαούτης: «Είναι αρκετά πιθανόν να έχουμε τρίτο κύμα πανδημίας»

Ο καθηγητής Παιδιατρικής και Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια και μέλος της Επιτροπής των Λοιμωξιολόγων του υπουργείου Υγείας μιλά για τα τελευταία δεδομένα της πανδημίας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ο γυμνός βασιλιάς, το Καπιτώλιο και η επόμενη μέρα

Νικόλας Σεβαστάκης / Ο γυμνός βασιλιάς, το Καπιτώλιο και η επόμενη μέρα

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι ένας Γουίλι Σταρκ της εποχής μας. Υπάρχει κάτι σημαντικό που χωρίζει τη λαϊκιστική φαντασία των χρόνων του Μεσοπολέμου –όπως την αναπλάθει το μυθιστόρημα του Γουόρεν– από τα πλήθη που είδαμε να βγαίνουν από τα μεσαιωνικά σπήλαια των social media για να ορμήσουν προς το Καπιτώλιο.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
Ευάγγελος Μανωλόπουλος: «Να μάθουμε να ζούμε με τις μάσκες, γιατί θα αργήσουμε να τις βγάλουμε»

Ελλάδα / Ευάγγελος Μανωλόπουλος: «Να μάθουμε να ζούμε με τις μάσκες, γιατί θα αργήσουμε να τις βγάλουμε»

Ο καθηγητής Φαρμακολογίας, Φαρμακογονιδιωματικής και Ιατρικής Ακριβείας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Φαρμακολογίας, Ευάγγελος Μανωλόπουλος, μιλά στη LiFO για τα εμβόλια και τις φαρμακευτικές αγωγές που εξετάζονται. Απαντά για το δεύτερο κύμα της πανδημίας, εξηγεί ποια είναι η αλήθεια για τις ΜΕΘ, πότε θα αποχωριστούμε τις μάσκες αλλά και πότε προβλέπεται η επάνοδος στην κανονικότητα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Γιατί η ασφάλεια του εμβολίου είναι υψηλού βαθμού; Ο καθηγητής της Οξφόρδης Πέτρος Λιγοξυγκάκης εξηγεί

Τech & Science / Γιατί η ασφάλεια του εμβολίου είναι υψηλού βαθμού; Ο καθηγητής της Οξφόρδης Πέτρος Λιγοξυγκάκης εξηγεί

Τι θα σημάνει η γενική χρήση των εμβολίων; Θα εφαρμοστούν νέοι κανόνες σχετικά με τον εμβολιασμό; Πότε προσδιορίζεται η έναρξή του; Και τι γίνεται με τους αρνητές;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Η ενδοχώρα της άρνησης και το εμβόλιο

Νικόλας Σεβαστάκης / Η ενδοχώρα της άρνησης και το εμβόλιο

Η όποια στρατηγική για τον εμβολιασμό χρειάζεται να είναι σκληρή με τον νεοφασισμό των fake news και της ωμής παραπλάνησης. Την ίδια στιγμή, όμως, πρέπει να εντάξει τις ανησυχίες, τις αντιρρήσεις και τις δεύτερες σκέψεις πολλών ανθρώπων.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
Ευάγγελος Καϊμακάμης: «Έχουν πεθάνει πολλοί σαραντάρηδες στα χέρια μας χωρίς προβλήματα υγείας»

Ελλάδα / Ευάγγελος Καϊμακάμης: «Έχουν πεθάνει πολλοί σαραντάρηδες στα χέρια μας χωρίς προβλήματα υγείας»

Ο πνευμονολόγος-εντατικολόγος στο νοσοκομείο Παπανικολάου μιλά για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στις ΜΕΘ και τις μελλοντικές ανησυχίες του σχετικά με την πανδημία.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Θεόδωρος Βασιλακόπουλος: «Ακόμη κι αν είχαμε 10.000 κλίνες ΜΕΘ, αν γέμιζαν όλες, θα θρηνούσαμε 4.000 θανάτους»

Ελλάδα / Θεόδωρος Βασιλακόπουλος: «Ακόμη κι αν είχαμε 10.000 κλίνες ΜΕΘ, αν γέμιζαν όλες, θα θρηνούσαμε 4.000 θανάτους»

Ο καθηγητής Πνευμονολογίας-Εντατικής Θεραπείας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών σχολιάζει όλες τις τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ