Ο Κωστής Παπαγιώργης επιλέγει τρία εύστοχα βιβλία

Στην εβδομαδιαία βιβλιοφιλική του στήλη στη LiFO
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ
13.2.2013

 



Πολιτικές του βίου: Η ειρωνεία
ΤΟΥ ΘΕΟΦΑΝΗ ΤΑΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΥΡΑΣΙΑ, ΣΕΛ.: 288, ΤΙΜΗ: 19,50


Γεννημένος στο Μόναχο το '76 από γονείς μετανάστες, ο Τάσης δεν ξέχασε τη μητρική του ελληνική γλώσσα αλλά ούτε και τη Γερμανίδα μητρυιά. Εξέδωσε κιόλας δύο ποιητικές συλλογές (Ποίηση, Απογεύματα στον καπιταλισμό) και ακόμα φιλοσοφικά γραφτά, όπως το Φάρμακον, τα  Έργα Καστοριάδη και τώρα το πιο ώριμο πιθανότατα γραφτό του. Ήδη, η Γερμανία τού άνοιξε τον ορίζοντα. Σπούδασε Φυσική και Φιλοσοφία, είναι επισκέπτης καθηγητής σε αυστριακό ίδρυμα, ερευνητής σε άλλο Κέντρο στις Βρυξέλες και διδάσκει σύγχρονη φιλοσοφία στο Freie Universität Berlin.


Γοητευμένος από συγγραφείς του εικοστού αιώνα, ο Τάσης ευνόητο είναι να σχολιάζει τη Χάνα Άρεντ, τον Αγκάμπεν, τον Γιανκέλεβιτς και τούτι κάντι. Κεντρικό ζήτημα της μελέτης του: η διαφορά του βίου από τη ζωή ή, αλλιώς, η δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Οι σελίδες για τη διαφορά του βίου από τη ζωή προσδίδουν στον συγγραφέα εξαιρετική λεπτότητα και μια τόλμη άνευ εγωπάθειας, καθότι έχει την ικανότητα να αξιοποιεί το ανάγνωσμα (ως δεδομένο) και να το σχολιάζει ως δικό του. Σημειώνει ο Τάσης: «Ο θάνατος σχετίζεται με τη δημόσια σφαίρα, έτσι ώστε το γήρας να συνιστά την εμφάνιση της εξαφάνισης», «Ο ύπνος μάς καταλαμβάνει εκδιώχνοντας τον εαυτό», «Ο βρικόλακας does not reflect. Αν "σκέπτομαι" σημαίνει αντανακλώ, τότε ο βρικόλακας είναι το σώμα δίχως εαυτό».


Σοβαρό χαρακτηριστικό του Τάση είναι η τόλμη στην έκφραση, η οποία όμως δεν υποπίπτει σε μίμηση ή σε αυταρέσκεια. Λόγου χάρη, η πρόταση ότι «η ακοή είναι η πιο πολιτική όλων των αισθήσεων» του ανήκει, παρότι ολοκληρώνει έναν συλλογισμό της Άρεντ. Ό,τι κι αν δανείζεται κανείς για να πλάσει το κείμενό του, όσο παθητικός ή αμήχανος κι αν είναι, η σελίδα που παραδίδει προδίδεται εύκολα. Ο Τάσης επ' αυτού έχει εργαστεί υπομονετικά, συστηματικά, την πρόταση (που αντιστέκεται) ξέρει να τη ζυμώσει, να την αναγκάσει να πει τόσο το θετικό όσο και το αρνητικό, να τη μνημονεύσει, θυμίζοντας τα συμπεράσματα του Γιανκέλεβιτς: «Η ειρωνεία θα μπορούσε να ονομάζεται κατά κυριολεξία αλληγορία ή, καλύτερα, ψευδολογία, διότι σκέπτεται ένα πράγμα και με τον τρόπο της λέει ένα άλλο».


Αναφερόμενος επανειλημμένα στον Κορνήλιο Καστοριάδη, ο Τάσης διατείνεται ότι ανάγει την εξαίρεση σε κανόνα, αποκαλύπτοντας τον ρομαντικό πυρήνα της σκέψης του.


Ο Κίρκεγκαρντ περιγράφει ως εξής την υπαρξιακή κατάσταση του είρωνα μπροστά από το τίποτα: «Και ενώ όλα έχουν γίνει μάταια, το ειρωνικό υποκείμενο στα δικά του μάτια δεν γίνεται μάταιο, αλλά διαιωνίζει τη ματαιότητά του».

 

_______________________________________________

 

Ανθρώπινες σκιές, Δύο αφηγήματα
ΤΟΥ ΖΗΣΗ ΣΑΡΙΚΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ, ΣΕΛ.: 155, ΤΙΜΗ: 11,72


Η αφήγηση, όπως ξέρουμε, μπορεί να αναπτύσσεται δίκην εξομολογήσεως, να κλίνει προς την ευφάνταστη φαντασιοκοπία, όπως και να είναι τεχνική υπόθεση ή πουτάνα με εκατό πρόσωπα. Αυτός που είναι αποθήκη συγκινήσεων, μπεζαχτάρης (όπερ ταμίας), ανθρωπογνώστης αλλά και αδέξιος ιστορικός κρατάει τον ρόλο του ξεναγού και ό,τι ζει, ζει χάρη σε αυτόν. Τι να προτιμήσει κανείς; Το Άκακο Σκυλί ή τα Έξι Αδέλφια; Η χρόνια μεταγλώττιση του Νίτσε μπορεί να έκανε τον Σαρίκα εξπέρ στην απόδοση του Γερμανού, συνάμα όμως –το λέμε από προσωπική πείρα– τον έφερε κοντά σε μια «παθητικότητα» που δεν επέτρεπε να αρχίσει κάτι εξαρχής, που να είναι δικό του, καταδικό του. Διόλου τυχαίο, λοιπόν, ότι η προμετωπίδα λέει «Στους πεθαμένους και στους ζωντανούς της παλιάς γειτονιάς» και ο συγγραφέας βρίσκει τον δικό του ίσκιο.


Το Άκακο Σκυλί είναι αφήγημα για ανθολόγηση. Επιτέλους, να και ένας αντι-ήρωας λογοτεχνικός που δεν παινεύεται, που δεν έχει θετικές αρετές, που δεν μοιάζει με τον πολύ κόσμο. Ο γέρος «είναι όντως σαν κακό σκυλί (που) ψόφο δεν έχει», από τη Δυτική Μακεδονία θα βρεθεί στην αντίπερα όχθη, θα παντρευτεί, θα κάνει μαγαζί και άλλα πολλά. Ωστόσο, προκοπή δεν έκανε σε τίποτα. Ο Σαρίκας, αν υποθέσουμε ότι βρήκε τον άνθρωπό του, τον βρήκε επειδή η αρνητική ιστορία που διηγείται για τον τόπο μοιάζει τάλε κουάλε με την αρνητική ιστορία του ίδιου του γέρου. Χωρίς πατριδογνωσία. Χωρίς πατριωτισμό. Χωρίς γλυκασμούς και νοσταλγίες. «Ο Γέρος ήταν πλασμένος μόνο για το σήμερα. Μέλλον και μετά δεν υπήρχε γι' αυτόν. Ήθελε να ζει, δεν ήξερε τι σημαίνει επιβίωση. Ήταν τζίτζικας, όχι μέρμηγκας...».


Ενώ τη ζωή την αποδέχεται –τι άλλο να κάνει;–, ο Σαρίκας είναι φόρα αρνητικός για τους ντόπιους και τη μοίρα του. Γιατί οι χωροφυλάκοι πάνε τον Γέρο στο Τμήμα; Μα, επειδή σκάρωναν με τον παπά ψεύτικα πιστοποιητικά. Μόνο που ο Γέρος ήταν μεν χαλασοχώρης, αλλά κακός από φύτρα δεν ήταν. Λίγο αν προσέξουμε τα σουσούμια της διαβαθμισμένης αφήγησης, αντιλαμβανόμαστε ότι τις συνεχόμενες συμφορές της Μακεδονίας ο Σαρίκας τις μεταποιεί επί το δυστυχέστερον σε σαπροκωμωδίες του Γέρου. Αν ο Γέρος ήταν σοκακόσκυλο και κακό χρόνο να 'χει, ο αφηγητής του είναι φανατικός κυνηγός της κακιάς ώρας.


Αναφέρουμε δύο φράσεις (από τα Έξι Αδέλφια) για να ακουστεί ο εσωτερικός ρόχθος του αφηγητή: «"Δεν θέλω ούτε στην κηδεία μου να 'ρθεις!" κατέληξε αφρισμένη, "ούτε εσύ στον τάφο μου!" απάντησε η άλλη – κι έτσι χώρισαν».


«Είχε γίνει περίγελως στις μουστόγριες του χωριού, καθώς προσπαθούσε ακάματα να συνεννοηθεί με διάφορους αμήχανους ξένους τουρίστες, αυτή που ακόμα και τα ελληνικά ήταν δεύτερή της γλώσσα – η πρώτη δεν υπήρχε».
Χαίρε Ζήση!

 

_______________________________________________

 

 

Η τελευταία σελίδα
ΤΟΥ ΓKAZMENT KAΠΛΑΝΙ
ΓΛΩΣΣ. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Άντα Κασαπάκη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΙΒΑΝΗΣ, ΣΑΛ.: 189, ΤΙΜΗ: 12,00


Χωρίς καμιά υπερβολή, η αλβανική λογοτεχνία παραμένει απόμακρη για τον ντόπιο αναγνώστη, που κρίνει τις ορέξεις του για διάβασμα από την εικόνα που έχει σχηματίσει για τη σημερινή Αλβανία. Η Τελευταία Σελίδα αφηγείται τις περιπέτειες ενός Αλβανού εν Ελλάδι ονόματι Μέλσι (από τα αρχικά Μαρξ- Έγκελς-Λένιν-Στάλιν), που μόλις μαθαίνει τον θάνατο του πατέρα του Άλι (που επήλθε στη Σαγκάη), ξεκινάει άρον άρον για τα Τίρανα.


Το εντυπωσιακό είναι ότι ο αφηγητής, από την πρώτη κιόλας σελίδα, χαρακτηρίζει την ελληνική «μεγάλη και πολυταξιδεμένη κοσμοπολίτικη κυρία, ξεπεσμένη πια, και τα αλβανικά σκληροτράχηλο και απίστευτα συντηρητικό και θεοπάλαβο βουνίσιο, μάστορα της επιβίωσης». Εν προκειμένω, αξίζει να τονίσουμε ότι οι Έλληνες, παρότι γνήσιοι Βαλκάνιοι, ουδέποτε θεώρησαν την Ελλάδα μέλος της βαλκανικής σαλάτας. Γι' αυτό και το Μπάλκαν χεσάπι (ήτοι το άντε να βγάλεις άκρη με τα Βαλκάνια!) δίνει εξαρχής το στίγμα της ιστορίας και το φλέγμα των προσώπων.


«Τα δόντια του ήταν χάλια. Είχε μείνει όλη τη νύχτα ξάγρυπνος, σπαράζοντας από τους πόνους στο κρεβάτι. Λόγω της κακής ποιότητας του νερού και της έλλειψης πρωτεϊνών, έλεγαν, τα δόντια τους χάλαγαν νωρίς. Ούτε οι οδοντόπαστες μπορούσαν να σταματήσουν το κακό. Στην πόλη ήταν πολλοί αυτοί που είχαν χαλασμένα δόντια. Την εποχή για την οποία μιλάμε, καλοκαίρι του 1983, έβρισκες με δυσκολία ακόμα και οδοντόβουρτσες. Κανείς δεν ήξερε τον λόγο που είχαν εξαφανιστεί από την αγορά. Προφανώς, κανείς δεν τολμούσε να εκφράσει δημόσια μια τέτοια απορία. Οδοντόπαστες, πάντως, έβρισκες. Θυμόταν ακόμα τη μοναδική μάρκα με την οποία μεγάλωσαν γενιές. Kolinos. Εγχώρια παραγωγή. Η Kolinos φαινόταν αιώνια, σαν τον Μεγάλο Ηγέτη. Με τη διαφορά ότι ο Μεγάλος Ηγέτης μεγάλωνε και γερνούσε, ενώ η Kolinos δεν γερνούσε ποτέ».


Ο Καπλάνι χαρακτηρίζει ευθέως την Αλβανία «Λάθος Χώρα», όπως περίπου κάνουμε κι εμείς. Ήτοι χώρα παράλογη, περίπλοκη κι εξουθενωτική. Όσο για την Ελλάδα, την έβαζε στον ίδιο τορβά από τότε που του αρνήθηκαν την ελληνική υπηκοότητα λόγω του ελληνοχριστιανισμού, του ελληνικού Γένους και της ελληνικής Πολιτείας... Μάλιστα, ο προεδρεύων της επιτροπής Τάκης Νταντάκης είχε σκανδαλιστεί ακούγοντας ότι ο Μέλσι δεν ήταν χριστιανός αλλά επιπλέον ήταν άθεος... Αν υπήρχε μια χώρα στην οποία δεν έπρεπε επ' ουδενί να μοιάζει η Ελλάδα, αυτή ήταν η Αλβανία...


«Δεν ξέρω να σου πω για την Αλβανία, δεν τη γνωρίζω. Ξέρω, όμως, τι αισθάνομαι για την Ελλάδα, γιατί έφυγα από εκεί και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω. Αγαπώ την Ελλάδα, το φως, τη θάλασσα, τους ποιητές και τους φίλους μου, που επιμένουν να ζουν εκεί και οι οποίοι μου φαίνονται κάθε φορά που τους συναντάω σαν μαργαριτάρια πεταμένα στη λάσπη. Υπάρχει κάτι το πολύ αρρωστημένο στο σύστημα και στον τρόπο λειτουργίας αυτής της χώρας, που υπέρτατο σκοπό έχει να επιβραβεύει τους διεφθαρμένους και τους απατεώνες και να τσακίζει τις ζωές και τα φτερά των δημιουργικών κι έντιμων ανθρώπων...».


Εξ Αλβανίας τα εύστοχα βέλη....

 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ