Η Τάνια Γιαννούλη είναι μία από τις πιο σημαντικές συνθέτριες στην Ελλάδα σήμερα

Συζητάμε με αφορμή το άλμπουμ της “Transcendence”, που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό στη Νέα Ζηλανδία
15.7.2015 | 19:44

 

Το δεύτερο προσωπικό CD τής Τάνιας Γιαννούλη στην νεοζηλανδική εταιρεία Rattle έχει τίτλο “Transcendence” και κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό. Έρχεται δε να επιβεβαιώσει εκείνο που είχαμε ήδη αντιληφθεί από το προηγούμενο άλμπουμ τής συνθέτριας και πιανίστριας, το “Forest Stories” του 2012, πως η Γιαννούλη είναι μια καλλιτέχνιδα με συγκεκριμένο όραμα και βεβαίως πλάνο για να το κατακτήσει.

 

Οι μουσικές της αντανακλούν πολλές και διαφορετικές παραδόσεις, όπως τη «σύγχρονη κλασική», την τζαζ, τον αυτοσχεδιασμό, τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, τα τοπικά ακούσματα, άπαντα ενταγμένα μέσα σ’ αισθητικό περιβάλλον, που κατακρατεί στοιχεία ψυχικής ανάτασης (ή υπέρβασης, όπως θα το έλεγε η ίδια) και βεβαίως συγκίνησης.

 

Δίπλα της άλλοι τρεις (κι ένας τέταρτος) μουσικοί υλοποιούν το στόχο της, προτείνοντας, όλοι μαζί, μιαν ευφάνταστη ηχογράφηση που βρίθει συναισθηματικών δονήσεων. Να σημειώσουμε τα υπόλοιπα ονόματα: Αλέξανδρος Μποτίνης τσέλο, Guido de Flaviis σαξόφωνα, Σόλης Μπαρκή κρουστά, ιδιόφωνα και Γιάννης Νοταράς ντραμς (ως φιλοξενούμενος).

 

Το δεύτερο CD της Τάνιας Γιαννούλη στην νεοζηλανδική εταιρεία Rattle έχει τίτλο "Transcendence" και κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό. Οι μουσικές της αντανακλούν πολλές και διαφορετικές παραδόσεις, όπως τη «σύγχρονη κλασική», την τζαζ, τον αυτοσχεδιασμό, τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, τα τοπικά ακούσματα, άπαντα ενταγμένα μέσα σ' αισθητικό περιβάλλον, που κατακρατεί στοιχεία ψυχικής ανάτασης (ή υπέρβασης) και βεβαίως συγκίνησης.

 

Το “The weeping willow” μοιάζει ιδανικό για εισαγωγή. Ένα αργό, νωχελικό και υποβλητικό track, με τις νότες στο πιάνο ν’ ακούγονται διεσταλμένες και το background από το τσέλο και το σαξόφωνο να δημιουργεί μοναδικά cosmic περιβάλλοντα.

 

Στο 7λεπτο “The sea” που ακολουθεί η (προσωπική) έκπληξη είναι μεγάλη. Η σύνθεση έχει μια νατουραλιστική άπλα, φέρνοντας στη μνήμη μου ιδανικά soundtracks (σαν την «Κάθοδο των Εννέα» του Μιχάλη Χριστοδουλίδη για παράδειγμα).

 

Στο “Sun dance” το τσέλο του Μποτίνη είναι πρωταγωνιστής, όμως εδώ σημαντικό μερίδιο έχουν και τα κρουστά (ο Μπαρκή με τον Νοταρά), που δίνουν στη σύνθεση έναν έντονο, σχεδόν παγανιστικό, χαρακτήρα.

 

 

Το “The time will come” χαμηλώνει τις εντάσεις, με το πιάνο της Γιαννούλη να ανιχνεύει νεορομαντικές καταστάσεις, και τα υπόλοιπα όργανα (τσέλο, σαξόφωνο) να συνυπάρχουν εντός ενός πλαισίου ηρεμίας.

 

Στη μέση περίπου του άλμπουμ το σχεδόν 4λεπτο “Faster than wear” επιβάλλει μιαν ατμόσφαιρα έντασης μέσα από το up-tempo, με όλα τα όργανα να ακολουθούν σε γραμμή, συμβάλλοντας στην αύξηση του volume και της ευρύτερης φόρτισης.

 

Μέσα σ’ αυτό το σωματικό και συναισθηματικό αραίωμα και πύκνωμα των ρυθμών το “From foreign lands” έρχεται να επιβληθεί με την καθαρότητα της μελωδικής γραμμής του, κυλώντας κάπως σαν τραγούδι (με την… εισαγωγή, τα κουπλέ, το ρεφρέν του). Έχω δε την εντύπωση πως ό,τι λέει τώρα, εδώ (και πάντα), η μουσική, δύσκολα θα εκφραζόταν με λέξεις – ή εν πάση περιπτώσει οι λέξεις θα περιόριζαν κατά πολύ το… φανταστικό ταξίδι.

 

Tο “Obsession”, η έβδομη σύνθεση του CD, είναι ένα συναρπαστικό, υποβλητικό track, που ενσωματώνει διαφορετικά περιγραφικά στοιχεία (ξεκινώντας από την παράδοση εγώ θα πω, φθάνοντας σ’ ένα προσωπικό όριο), κάτι που συνεχίζεται και στο 8λεπτο “Mad world”, τη μεγαλύτερη στο χρόνο σύνθεση του “Transcendence”, εκεί που στοιχεία τζαζ και αυτοσχεδιασμού, συνυπάρχουν με χρώματα avant και «δωματίου», δημιουργώντας μια βεβαιότητα ανατροπής.

 

Το άλμπουμ θα κλείσει με το ελεγειακό “Untold”, που κινείται μέσα σ’ ένα πλαίσιο ομορφιάς και γαλήνης από το οποίο δεν λείπει η λελογισμένη ένταση.

 

Η Τάνια Γιαννούλη προσφέρει ένα εξαιρετικό CD. Πολύ διαφορετικό από το προηγούμενό της, αλλά το ίδιο ενδιαφέρον. Οι μουσικές της, σε κάθε συνιστώσα τους, ακόμη και στις πιο χαμηλόφωνες στιγμές, χαρακτηρίζονται από ένα θεμελιακό μέγεθος που όχι απλώς φαίνεται, αλλά είναι αποκαλυπτικό. Κι αυτό είναι το ΠΑΘΟΣ. Μια λέξη που λέει τα πάντα.

 

 

Ζητήσαμε από την Τάνια Γιαννούλη να μας απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις, με αφορμή την κυκλοφορία του “Transcendence”. Να τι μας είπε…

 

— Αν και πρόκειται για δύο διαφορετικά άλμπουμ, τόσο το “Forest Stories” του 2012, όσο και το πρόσφατο “Transcendence”, είναι άλμπουμ «εικόνων»…

Είναι αλήθεια ότι η μουσική μου γεννά εικόνες. Παρόλα αυτά, σχεδόν ποτέ η εικόνα δεν είναι αφετηρία για μένα (εκτός βέβαια αν μιλάμε για μουσική που πρέπει να γραφτεί πάνω σε μια εικόνα, ένα βίντεο, ένα φιλμ κτλ.). Περισσότερο είναι μια ψυχική διάθεση, που στη συνέχεια «μεταφράζεται» σε μουσική και «εικόνα».

 

— Συνθέτετε έχοντας ένα σενάριο στο μυαλό σας, ένα concept, ή εμπιστεύεστε περισσότερο μια στιγμιαία έμπνευση;

Και τα δύο, κατά περίσταση. Εξαρτάται από τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται η μουσική. Μερικές φορές το πλαίσιο είναι πολύ συγκεκριμένο. Άλλες, η μουσική μπορεί να ξεκινήσει από μια στιγμιαία έμπνευση και να τελειώσει εκεί. Καμιά φορά επίσης (αυτό νομίζω πως συνέβη στο “Forest Stories”) μπορεί να ξεκινήσω από μια έμπνευση, χωρίς πρόγραμμα και σχέδιο και σιγά-σιγά το ίδιο το υλικό να διαμορφώσει την κατεύθυνση και την ιδέα, η οποία βέβαια «κάπου» βρίσκεται από πάντα, αλλά δεν είναι από την αρχή συνειδητή.

 

Η ελληνική παραδοσιακή μουσική είναι κάτι που, ασφαλώς κουβαλάω στα ακούσματα και το μουσικό DNA μου. Δεν την έχω μελετήσει σε βάθος, και ακόμη και όταν γράφω κάτι που παραπέμπει στα ακούσματα αυτά, δεν είναι κάτι που το κάνω συνειδητά. Συμβαίνει όμως, και πολλές φορές με εκπλήσσει κι εμένα την ίδια!

 

— Ανάμεσα στη «σύγχρονη κλασική» ή τις «μουσικές δωματίου» (chamber music) και την jazz βρίσκετε κοινά σημεία; Και αν «ναι», πώς τα εκμεταλλεύεστε;

Ναι, υπάρχουν πολλοί κοινοί τόποι ανάμεσα στη σύγχρονη μουσική και την jazz. Ας πούμε οι σύγχρονες τεχνικές στα όργανα και φυσικά ο αυτοσχεδιασμός. Πολύ συχνά χρησιμοποιώ και τα δύο στη μουσική μου.

 

— Πώς αντιμετωπίζετε την ελληνική μουσική παράδοση και κάτω από ποιο σκεπτικό την εντάσσετε στις δικές σας συνθέσεις;

Η ελληνική παραδοσιακή μουσική είναι κάτι που, ασφαλώς κουβαλάω στα ακούσματα και το μουσικό DNA μου. Δεν την έχω μελετήσει σε βάθος, και ακόμη και όταν γράφω κάτι που παραπέμπει στα ακούσματα αυτά, δεν είναι κάτι που το κάνω συνειδητά. Συμβαίνει όμως, και πολλές φορές με εκπλήσσει κι εμένα την ίδια!

 

 

— Ένα «νεορομαντικό» στοιχείο είναι διακριτό σε διάφορα tracks. Όμως, εν αντιθέσει με τον σχετικό «ήχο της ECM» ή της Nordic jazz, οι δικές σας συνθέσεις ακόμη και στις πιο «χαμηλές» στιγμές τους αφήνουν μιαν ένταση. Ποια είναι η πηγή αυτής της έντασης;

Το νεορομαντικό στοιχείο προκύπτει από τις μουσικές μου σπουδές και φυσικά την αγάπη μου για τους ρομαντικούς συνθέτες. Συμφωνώ για την ένταση στην οποία αναφέρεστε, αλλά πραγματικά δεν μπορώ να εξηγήσω σαφώς ποια είναι η πηγή της. Κατά βάση γράφω διαισθητικά.

 

— Θα μπορούσατε να ονομάσετε μερικούς αγαπημένους σας συνθέτες, μουσικές σκηνές, δίσκους ή συγκεκριμένα έργα; Ας πούμε, τι ακούτε αυτή την εποχή;

Αγαπημένοι συνθέτες είναι ο Bach, o Kancheli, o Mompou, o Crumb και πολλοί άλλοι βεβαίως. Το “Vox Balaenae” του George Crumb είναι ένα αγαπημένο μου έργο, από το σύγχρονο ρεπερτόριο. Ακούω αρκετή μουσική της ECM, το mp3 player μου αυτή τη στιγμή έχει Rava-Bollani, αλλά κι έναν καταπληκτικό δίσκο της Rattle, με τον τίτλο “Tühonohono”, μια μουσική που σε ταξιδεύει στα νεοζηλανδικά τοπία και ακούσματα.

 

— Ποιος ο ρόλος των υπολοίπων μουσικών-συνεργατών σας στη διαμόρφωση του τελικού ήχου του “Transcendence”;

Είμαι πολύ τυχερή που συνεργάζομαι με τους καταπληκτικούς αυτούς μουσικούς (και φίλους). Η μουσική μου στο συγκεκριμένο δίσκο δεν θα ακουγόταν η ίδια χωρίς αυτούς.

 

— Και αυτό το CD σας κυκλοφορεί από την Rattle, μια νεοζηλανδική εταιρεία. Πώς σας ανακάλυψε; Ή μήπως εσείς την ανακαλύψατε;

Όταν είχα έτοιμο το υλικό από τον πρώτο μου δίσκο “Forest Stories” έψαχνα να βρω μια εταιρεία για να το κυκλοφορήσει κι έστελνα demo σε εταιρείες που ήταν κοντά, σαν στυλ και αισθητική. Έτσι το έστειλα και στην Rattle και είμαι πολύ χαρούμενη που κι εκείνοι «είδαν» τη συγγένεια αυτή. Πιστεύω ότι η μουσική μου έχει βρει ένα πολύ καλό «σπίτι» στην ετικέτα αυτή και βέβαια νοιώθω περήφανη ανάμεσα στα τόσο σημαντικά ονόματα του καταλόγου της.

 

— Οι μουσικές σας, οπωσδήποτε, θα μπορούσε να αναπαραχθούν σ’ ένα live, όπως δείξατε πρόσφατα. Πώς βλέπετε την παρουσίασή τους στο άμεσο μέλλον;

Στις 27 Μαΐου παρουσιάσαμε ολόκληρο τον δίσκο “Transcendence” με τη μορφή σουίτας, και με τα βίντεο του ιταλού συνεργάτη μου και video-artist Marcantonio Lunardi, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Θα επιδιώξουμε να παρουσιάσουμε το υλικό αυτό όσο γίνεται περισσότερο, πάντα βέβαια δίνοντας προσοχή στις συνθήκες σε σχέση με τον ήχο. Η μουσική αυτή έχει ανάγκη από καλές συνθήκες, για ν’ ακουστεί όπως πρέπει. Οτιδήποτε νέο θα ανακοινώνεται στην ιστοσελίδα μου.

 

www.tania-giannouli.com

 



 

 

ΦΩΝΤΑΣ ΤΡΟΥΣΑΣ
BIO ΑΡΘΡΑ