ΑΛΜΑΝΑΚ
TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ

 

 

Νύχτες στα

 Αραπάκια

 

Αθήνα, Θηβών, 01.1999

 

*

 

Κείμενο: Θάνος Αλεξανδρής

Φωτ. : Σπύρος Στάβερης

 

 

 

 

Ο Θάνος Αλεξανδρής με την Παλόμα στα γυρίσματα της ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου "Αυτή η Νύχτα μένει" -βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή.

 

 

ΑΡΑΠΑΚΙΑ LIVE

ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ

 

ΕΛΑ ΑΠΟΨΕ ΣΤΗΝ ΠΑΛΟΜΑ, ΠΑΡΕ ΜΙΑ ΧΑΡΑ ΑΚΟΜΑ

 


Την πρωτοσυναντήσαμε στο ιστορικό κέντρο ''ΑΡΑΠΑΚΙΑ'' για ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα με τον Θανάση Αναγνωστόπουλο, σ' έναν χώρο με μνήμες και ιστορία, όπως είναι το Μέγαρο για τους ποιοτικούς, όπου δε νοείτο τραγουδίστρια της νύχτας που σεβόταν τον εαυτό της, να μην κολλήσει ένσημα απ' τον ιερό αυτό χώρο.

 

Με λίγα λόγια, το ουσιαστικά πολιτιστικό αυτό κέντρο της Θηβών ήταν το καμάρι του Αιγαλιώτικου λαού, της λαχαναγοράς, των αγαπητικών και εν γένει όλων αυτών που ήξεραν από πρώτο χέρι, σε ποιο μαγαζί παίζεται το καλό παιχνίδι. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, κάποιος ανόητος παρασυρμένος από τη μόδα της εποχής, πρότεινε αλλαγή μαρκίζας και έτσι το επικό ΑΡΑΠΑΚΙΑ μετατράπηκε σε ανίερο ''R.B.S.''

 

Η θρυλική της συμμετοχή στην ταινία "Αυτή η νύχτα μένει" έγινε η αιτία να την γνωρίσει ένα μεγάλο μέρος του κοινού, όμως οι αληθινοί θαμώνες της νύχτας την ανακάλυπταν πριν χρόνια, όταν ολόκληρη την εβδομάδα γέμιζαν τα μαγαζιά της και νεαροί απ' τα βουλκανιζατέρ και μηχανουργία όμορων δήμων, έτρεχαν ευλαβικά κάθε Σάββατο, για να καταθέσουν το βδομαδιάτικο.

 

ΤΕΝ-ΤΕΝ, ΣΟΥ-ΜΟΥ, ΑΡΑΠΑΚΙΑ, ΛΟΥΖΙΤΑΝΙΑ, και το 14, υπήρξαν οι χώροι, όπου κάθε σεζόν στήνονταν ο θρόνος για την τοπική τους Ντίβα , όπου παρήλαζε ολόκληρη η κρεαταγορά , βιοτέχνες ετοίμων ενδυμάτων, λέσχες και καφενεία, φαντάροι και ποδοσφαιριστές, που ήταν και το φόρτε της. Το "Εγώ είμαι η Παλόμα, δεν είμαι η Μαντόνα. Μπροστά μου δεν μετράει η Ούρσουλα η 'Αντρες και γύρω μου τρελαίνονται αγόρια και οι άντρες", υπήρξε το διαχρονικό της σουξέ και η επαναλαμβανόμενη ατάκα στην πίστα "τ' αγόρια μας" σήμα κατατεθέν για τους θαυμαστές των Δυτικών Προαστίων, που της είχαν προσδώσει το προσωνύμιο "η Βουγιουκλάκη του Αιγάλεω".

 

Όσοι απ' αυτούς έχουν επιβιώσει απ' την Κόλαση, έχουν να σου διηγηθούν ιστορίες βγαλμένες απ' την λογοτεχνία, όπου το Παλομάκι τους πάνω στη πίστα να δημιουργεί πτώματα και από κάτω για πάρτη της να καίγεται το σύμπαν. "Το όνομα Παλόμα μου το έδωσε η δασκάλα του πιάνου η κ. Περιστέρη και έτσι μ'έμαθε ο κόσμος της νύχτας".

 

Σαν τραγουδίστρια έζησε μια υπέροχη ζωή, χορτασμένη από έρωτα και άντρες. Την κυνήγησαν αμέτρητοι, την διεκδίκησαν κολασμένα πολλοί με επιμονή, πάθος και μερικές απόπειρες αυτοκτονίας. "Μια φορά ένας μεθυσμένος, καψούρης του κερατά, έβγαλε πιστόλι και απειλούσε να με σκοτώσει και μετά να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα, αν δεν έμπαινα στο αυτοκίνητο".

 

Είχαν πάθος οι σχέσεις της, αλλά σχεδόν δεν αγάπησε ποτέ και κανέναν."Ξέρεις, μας λέει, όταν από κάτω σε θέλουν και οι εκατό, νόμος είναι να παρακαλάς, αυτόν που δεν σε καταδέχεται". Υπάρχει μια μυθολογία ότι στο κόσμο των ποδοσφαιριστών η Παλόμα ήταν η πρώτη επιλογή με θρυλικούς δεσμούς μέσα από την ομάδα. Δεν το αρνείται και γελώντας μας περιγράφει πως κάθε φορά που ο Ολυμπιακός κέρδιζε τον αντίπαλο, σταματούσε το πούλμαν με τα παιδιά στο μαγαζί της, για να γιορτάσουν εκεί τα επινίκεια.Υπήρξαν βράδια, που την περίμεναν έξω απ' το μαγαζί και είκοσι αυτοκίνητα, γιατί προηγουμένως ξόδεψαν πολλά και εννοείται σύμφωνα με τους νόμους της νύχτας, ότι είχαν απαιτήσεις. Έτσι λοιπόν επιστρατευόταν όλο το προσωπικό, για να την φυγαδεύσουν με διάφορους τρόπους και ενίοτε μεταμφιεζόμενη.

 

Μίλησα στον Νίκο Παναγιωτόπουλο για το κορίτσι μου, ο οποίος μου είχε αναθέσει, σαν πιο ειδικός να κάνω εγώ την επιλογή των τραγουδιστών -πλήν της Παπίου και Πομώνη.

 

Ένα βράδυ έκλεισα τραπέζι στην Θηβών για να΄χει μια κατ' ιδίαν επαφή με την αρτίστα, συνοδευόμενος από την σύζυγό του και παρέα μας είχαμε τον Διονύση Χαριτόπουλο, την Αλίκη Γαλανάκη και Μαλβίνα φυσικά, η οποία είχε μια εμμονή με την τραγουδίστρια. Έτσι λοιπόν φτάσαμε, εγώ μ' έναν φόβο στην καρδιά, γιατί δεν ήξερα τι θα μπορούσε να συναντήσει η παρέα του Τρυφώ, σ' έναν τέτοιο χώρο, όπου η υπέρβαση για μας τους μυημένους ήταν ρουτίνα. Αφού να σκεφτείτε πριν από ένα μήνα περίπου, είχα σκάσει μύτη εκεί παρέα με διευθύντρια φίλη πολύ μεγάλου και ποιοτικού περιοδικού και άλλες δυο κουλτουριάρες του επαγγέλματος και τότε ο πορτιέρης που μ' ήξερε από παλιά, άρχισε να φωνάζει δυνατά : "Γειά σου Αλεξανδρή με τις μουνάρες σου". Και καλά η Μαλβίνα θα μου πεις θα λιποθυμούσε απ' τη χαρά της, αν άκουγε κάτι τέτοιο. Η Μαριάννα όμως; Μπορεί και να μου' κοβε και την καλημέρα και θα είχε και δίκιο το κορίτσι. Αξίζει να κάνετε εικόνα όλο αυτό το σουρεάλ, όπου ο Γαλλοτραφής μας σκηνοθέτης παρακολουθεί αποσβολωμένος τον περιβάλλοντα χώρο και δίπλα του η Μαριάννα Παναγιωτοπούλου ένα υπέροχο πλάσμα, αδελφή του Σταμάτη Σπανουδάκη και εντελώς του Μεγάρου, χαμογελάει έντρομη, γιατί έχει συνειδητοποιήσει, ότι το "Αυτή η νύχτα μένει" που διάβαζε είναι και αυτό που ζει απόψε σαν θαμώνας στο κέντρο "ΑΡΑΠΑΚΙΑ". Εγώ με Μαλβίνα στα τελειώματα του πρώτου Chivas σχολιάζουμε το χορευτή με την τάγκα και τις χορεύτριες με τάνγκα κι αυτές, οι οποίες στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν με κάτι προς δήθεν κλασσικά την Μαλβίνα, η οποία την εποχή εκείνη είναι η μεγαλύτερη σταρ, σωριάζονται οι μισές στο δάπεδο. Ξαφνικά ακούγεται μια πολεμική ιαχή "τ'αγόρια μας, τ'αγόρια μας" μέσα από τα καμαρίνια και η παρέα μου παγώνει. Κάνει ντου λοιπόν η Παλόμα με σορτς κατακόκκινο τίγκα στην παγέτα και ο μισός κώλος απ' έξω αιωρούμενη πάνω σε δωδεκάποντες γόβες και ερμηνεύει το σουξέ "Έλα απόψε στην Παλόμα, πάρε μια χαρά ακόμα". Εκείνη τη στιγμή εκστασιασμένος ο Παναγιωτόπουλος γυρίζει προς το μέρος μου και φωνάζει: "Αν ήταν να οπτικοποιήσω την κεντρική ιδέα του βιβλίου σου "Αυτή η νύχτα μένει'', θα ήταν αυτό το κορίτσι". Στην ταινία παίρνει μέρος σαν τραγουδίστρια και ηθοποιός όπου κλέβει τις εντυπώσεις με την ατάκα. "Γιατί εμείς που πίνουμε μπουκάλια, τι είμαστε; Πουτάνες;"

 

Το fun club της που είναι οι περισσότεροι διανοούμενοι την ψάχνουν διακαώς, όμως η αγαπημένη μου συνειδητά απέχει απ' τα καλλιτεχνικά δρώμενα και ζει μια ήρεμη και ευτυχισμένη ζωή παρέα με την Πωλίνα, η οποία είναι η μονάκριβή της κόρη.

 

Η τελευταία φορά που την συνάντησα ήταν στο "14", λίγο μετά την ταινία όπου πήγα παρέα με την ψυχή της Lifo και τότε διευθυντή του περιοδικού Symbol τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο. Πρώτο τραπέζι και μόλις μας παίρνει είδηση η Παλόμα παρατάει μικρόφωνα και πίστες και κάθεται για κονσομανσιόν. Έχει ρίξει σήμα ότι ήρθαν οι φίλοι της οι επώνυμοι και καταφτάνει τρέχοντας η Ζωή Αλιμπέρτη μαμά της Σοφίας και μια άλλη συνάδελφος γνωστή μου από παλιά, η οποία με ρωτάει αν ο Στάθης είναι ξέμπαρκος και φορτωμένος. Την ώρα που της λέω "όρμα, ο τύπος είναι γεννημένος θύμα, και τα χώνει στις γυναίκες", καταφτάνει το αφεντικό, που έχει ήδη ειδοποιηθεί από Παλόμα, αλλά κανείς απ' αυτούς δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς δουλειά κάνουμε. "Να σας συστήσω τον κ.Τσαγκαρουσιάνο διευθυντή του Symbol", λέω έγώ το ψώνιο με ύφος στον επιχειρηματία και περιμένω να εντυπωσιαστεί και να μας κεράσει σαμπάνιες και λουλούδια. Αυτός όμως σηκώνεται, κάτι ψιθυρίζει στην Παλόμα και αποχωρεί γρήγορα με μια ξινίλα στην αγριομουτσουνάρα του, σαν να τον ενοχλήσαμε κιόλας. Οπότε γυρίζει η δικιά μου εκνευρισμένη και μου λέει την αλήστου μνήμης ιστορική ατάκα. "Μα και συ ρε παιδί μου χάθηκε να πεις ότι ο φίλος σου έχει το περιοδικό Θησαυρό, το Ντομινό, το Ρομάντζο ή την Βεντέτα. Ήταν ανάγκη να του πεις ότι έχει, αυτό πως το είπες που δεν το θυμάμαι;"

 

Όλα αυτά που σας περιγράφω γίνανε πριν χρόνια και ειλικρινά όταν τα αναπολώ, συγκινούμαι, γιατί ήταν υπέροχα χρόνια. Μερικοί που παριστάνουν και τους μορφωμένους -πανάθεμά τους- προσπαθούν να αναβιώσουν όλο εκείνο το σκηνικό, που παλιά λοιδορούσαν δια της μιμήσεως υποδυόμενοι αταίριαστους ρόλους. Στο τέλος όμως θα παραμείνουν ανεπιτυχώς στην μίμηση, γιατί εκείνο το εξαίσιο που ζήσαμε, απλώς δεν επαναλαμβάνεται.

 

Τα σκυλάδικα που άνθισαν επί των ημερών μας και παλιότερα, ήταν συνάρτηση της εποχής εκείνης, της οικονομικής ευφορίας, των συγκεκριμένων ανθρώπων των χρηστών ηθών και της έντονης σεξουαλικής επιθυμίας. Στα μέρη που περπάτησε η Καίτη Ντάλη, ο Μιχαλόπουλος, ο Ταλιούρης, η Παλόμα και η Ανθούλα Αλιφραγκή και γράφτηκαν σελίδες της πολιτιστικής μας ιστορίας, για νύχτες μαγικές με καψούρες, μεθύσια, πελάτες και ξανθά υπέροχα κορίτσια, η παγκοσμιοποίηση μας έφερε κυριλέ καφέ και μουσικές σκηνές όπου αποχαυνωμένοι θαμώνες ακούνε μελοποιημένη ποίηση.

 

Oι τίτλοι τέλους για τα σκυλάδικα έχουν πέσει προ πολλού και σε μερικούς από μας που τα αξιωθήκαμε, απομένει πια να τα διηγούμαστε σαν παραμύθια στις καινούργιες γενιές. Μια φορά κι ένα καιρό αγαπητέ μου ήταν Πρωτοχρονιά και μια αγαπημένη οικογένεια γύρω απ' το τραπέζι περίμενε την έλευση του νέου χρόνου. "Τι είναι έλευση;" Ο ερχομός μόγγολο.. Συνεχίζω λοιπόν... Ο πατέρας ξεφεύγει απ' την ομήγυρη, απομονώνεται και τηλεφωνεί.. "Καρεόγλου εδώ.. Την ώρα που θα βγεί η Παλόμα και μέχρι να τελειώσει το πρόγραμμά της, θα στέλνετε λουλούδια και σαμπάνιες. Δεν θέλω τσιγγουνιές εντάξει; Πέστε στ' αφεντικό σας θα περάσω αύριο το βράδυ και θα κανονίσουμε τον λογαριασμό". Μετά ο πατερούλης ξαναγυρνά στην ευτυχισμένη οικογένεια και όλοι μαζί ανακράζουν: ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ....