ΑΛΜΑΝΑΚ
TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ



Βρετανικό Μουσείο:   "Προϋπόθεση για να μπούμε σε οποιαδήποτε συζήτηση περί δανεισμού των Γλυπτών του Παρθενώνα είναι να αναγνωρίσετε ότι νόμιμος ιδιοκτήτης τους είναι η Βρετανία και όχι η Ελλάδα".

 

 

Ο "δανεισμός" των γλυπτών

του Παρθενώνα:

μία τακτική υποχώρηση,

μία κίνηση υποτέλειας

 

 

 

Είναι όνειδος να προτείνουμε να μας "δανείσουν" τα όσα (και ούτε καν: κάποια από αυτά) έκλεψαν. Δεν θα κερδίσει τίποτε η Ελλάδα, αν έρθουν ως "δάνειο", αυτά, στη χώρα τους... Αντίθετα, θα εκτεθεί ανεπανόρθωτα, αφού είτε ρητά είτε σιωπηρά θα είναι σαν να αναγνωρίζει κυριότητα της Αγγλίας επί των γλυπτών του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου έχουν συσταθεί εθνικές επιτροπές για την επιστροφή των γλυπτών στην Ελλάδα. Τι θα πούμε σε αυτούς τους αλλοδαπούς που (συγκινητικά) αγωνίζονται για αυτό; Ότι εν τω μεταξύ τα "δανειστήκαμε" για να γιορτάσουμε; Να γιορτάσουμε τι ακριβώς;...

Ελίνα Ν. Μουσταΐρα

 

 

Ο Boris Johnson, την εποχή που ήταν πρόεδρος της Oxford Union, με την Μελίνα Μερκούρη, τότε υπουργό Πολιτισμού (1986). Φωτ.: ELGIN JOHNSON/ Reuters

 

Αν υιοθετήσουμε την πρόταση να έρθουν στην Ελλάδα τα γλυπτά του Παρθενώνα που είναι στο Βρετανικό Μουσείο, ως δάνειο, θα πρόκειται για τακτική υποχώρηση, για κίνηση υποτέλειας.

 

 

Πώς "βρέθηκαν" τα γλυπτά του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο

 

 

Ελίνα Ν. Μουσταΐρα

Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

 

 

Αυτό το εξαιρετικά σημαντικό για τους Έλληνες ζήτημα έχει αναφερθεί και περιγραφεί πλειστάκις από νομικούς, ιστορικούς, αρχαιολόγους, κλπ. και έχει αποτελέσει και θέμα – συχνά αποκλειστικό – συνεδρίων, όπου έχουν αναλυθεί τα νομικά και ηθικά ζητήματα καθώς και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς. Συνοπτικά, θα μπορούσαν να αναφερθούν τα εξής:


Η υπόθεση αυτή αποτελεί «απλώς» την πλέον διαβόητη περίπτωση μιας μαζικής μετανάστευσης μνημείων και έργων τέχνης, που προκλήθηκε από εθνικές φιλοδοξίες που εκφράζονταν μέσω των μουσείων, κατά την μετά τον Ναπολέοντα χρονική περίοδο στην Ευρώπη. Πίσω από τη συλλεκτική δραστηριότητα των παλαιότερων και μεγαλύτερων μουσείων της Ευρώπης, κρύβονται εθνική ματαιοδοξία, απληστία και επεκτατισμός.


To 1798, ο Ναπολέων εισέβαλε στην Αίγυπτο με σκοπό να επεκτείνει την αυτοκρατορία του και να φράξει τους Βρετανικούς εμπορικούς δρόμους προς την Ινδία. Δεδομένου ότι η Αίγυπτος ήταν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι μεν Γάλλοι θεωρήθηκαν από τους Οθωμανούς ως εχθροί, οι δε Βρετανοί ως σύμμαχοι. Μια σειρά από νίκες των Βρετανών, που είχε ξεκινήσει το 1798 με την καταστροφή του Γαλλικού στόλου από τον Λόρδο Nelson, στη μάχη του Νείλου, είχε ως αποτέλεσμα την παράδοση των Γάλλων, το 1801 και ενίσχυση της θέσης των Βρετανών, προς τους οποίους οι Οθωμανοί αισθάνονταν "ευγνωμοσύνη" για τις ανωτέρω νίκες τους επί των Γάλλων.
Το 1798, με επιστολή του προς τον Άγγλο Υπουργό Εξωτερικών, ο Σκωτσέζος ευγενής Thomas Bruce, 7ος λόρδος Elgin αυτοπροτάθηκε για τη θέση του πρέσβυ της Αγγλίας στην Υψηλή Πύλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην Κωνσταντινούπολη, επικαλούμενος λόγους υγείας και διορίστηκε το 1799, παραμένοντας στη θέση αυτή μέχρι το 1803.


Στον δρόμο προς την Κωνσταντινούπολη, πέρασε από την Ιταλία και – αντιγράφοντας την τακτική του Ναπολέοντα – προσέλαβε ζωγράφους και αρχιτέκτονες για να αντιγράψουν έργα της Ελληνικής αρχαιότητας. Αυτοί, με επικεφαλής τον ζωγράφο Giovanni Batista Lusieri, έφθασαν στην Αθήνα, κατά τα τέλη Ιουλίου 1800. Προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην Ακρόπολη, δωροδοκούσαν τον Τούρκο φρούραρχο (dizdar), από τον Αύγουστο του 1800 μέχρι τον Απρίλιο του 1801. Ο πρόκριτος των Αθηνών, Λογοθέτης, ζητούσε να σταλεί στην Αθήνα φιρμάνι για να επιτρέπεται η είσοδος στους καλλιτέχνες που είχε προσλάβει ο Elgin.


O Lusieri μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, την άνοιξη του 1801, προκειμένου να αναφέρει την πρόοδο των εργασιών και να ζητήσει το φιρμάνι, όμως επιστρέφοντας στην Αθήνα δεν το είχε. Το έγγραφο, με βάση το οποίο αφαιρέθηκαν οι μετόπες του Παρθενώνα, η Καρυάτιδα και τα άλλα μνημεία από την Ακρόπολη, εκδόθηκε την 1η Ιουλίου 1801, υποθετικά δεύτερο φιρμάνι, του οποίου όμως υπάρχει μόνον μια ιταλική μετάφραση. Το έγγραφο αυτό έδινε την άδεια αντιγραφής και αποτύπωσης των μνημείων, όχι όμως απόσπασης τμημάτων από αυτά.


Άνθρωπος – κλειδί στην όλη αυτή υπόθεση, ήταν ο William Richard Hamilton, ο οποίος, ως ιδιωτικός γραμματέας του Elgin στην Κωνσταντινούπολη, αφενός διαπραγματεύθηκε την παράδοση των Γάλλων στην Αίγυπτο, αφετέρου συνέβαλε στην απόκτηση των γλυπτών για τη Βρετανία. Μετά τη θητεία του στην υπηρεσία του Elgin, στην Κωνσταντινούπολη, προήχθη σε υφυπουργό εξωτερικών (undersecretary of state for foreign affairs), συμμετέσχε στις συνομιλίες για την ειρήνη στην Ευρώπη, το 1815 και χρησιμοποίησε την επιρροή του για να επιτευχθεί ο επαναπατρισμός των έργων τέχνης στα Ευρωπαϊκά κράτη. Μεγάλη ήταν η συμβολή του κυρίως στον επαναπατρισμό των παπικών θησαυρών, τον οποίο επεδίωξε τότε και επέτυχε ο φίλος του, Antonio Canova, ο μέγας Ιταλός γλύπτης.


Ο Elgin, αργότερα, πρότεινε τα γλυπτά προς πώληση στη Βρετανική κυβέρνηση, έχοντας περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση. Θέλοντας η Βρετανική κυβέρνηση να δείξει ότι κρατούσε υψηλή ηθική στάση και ότι οι πράξεις του Elgin δεν είχαν καμία σχέση με τις λεηλασίες πολιτιστικών αγαθών από τους Γάλλους, προέβη σε ειδική έρευνα σχετικά με την απόκτηση των γλυπτών από τον Elgin. Με βάση διάφορες μαρτυρίες, μια κοινοβουλευτική επιτροπή, που είχε επιφορτισθεί με την έρευνα αυτή, κατέληξε στο ότι ναι μεν ο Elgin είχε υπερβεί τα επιτρεπόμενα από την άδεια που είχε λάβει, αλλά ότι, αφού οι Οθωμανικές αρχές δεν έφεραν ποτέ αντίρρηση στην απόσπαση ή στην εξαγωγή των γλυπτών, σε όλη τη διάρκεια των ενεργειών αυτών, τίποτε μεμπτό δεν είχε λάβει χώρα. Και, όπως είπε, δεδομένου ότι ο Elgin τα είχε αγοράσει με δικά του χρήματα, εδικαιούτο να αντιμετωπίζει τη συλλογή ως προσωπική του ιδιοκτησία και να την πωλήσει στο Βρετανικό κράτος∙ ότι πατριωτισμός ήταν το κίνητρό του και όχι το κέρδος...


Το 1816 αγοράσθηκαν τα γλυπτά από τη Βρετανική κυβέρνηση και τοποθετήθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο, όπου κείνται πάντα – κατά τα τελευταία πενήντα έτη σε όμορφες αίθουσες τις οποίες πληρώνει ο έμπορος έργων τέχνης Joseph Duveen. Ο Canova, ξεπληρώνοντας τη βοήθεια του Hamilton στον επαναπατρισμό των παπικών θησαυρών, υποστήριξε την αγορά και εξέφρασε την "υψηλή υποχρέωση" (high obligation) που θα έπρεπε να οφείλουν όλοι οι καλλιτέχνες στον Elgin, "που έφερε αυτά τα μνημειώδη και θαυμαστά γλυπτά στη γειτονιά μας" (for having brought these memorable and stupendous sculptures into our neighborhood)!


Ο αγώνας της Ελλάδας για επαναπατρισμό των γλυπτών είναι συνεχής, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Έχουν γραφεί πολλά και αναλυτικά για το θέμα αυτό και τα επικαλούμενα από την Ελλάδα επιχειρήματα, μεταξύ των οποίων είναι και αυτό της αρχής της ακεραιότητας του πολιτιστικού αγαθού. Η Βρετανία αρνείται, θεωρώντας ότι τα έχει αποκτήσει νόμιμα και ότι αποτελούν τμήμα της Βρετανικής πολιτιστικής κληρονομιάς!


Η Ελλάδα ανήκει στα λεγόμενα κράτη–πηγές ή κράτη–εξαγωγείς πολιτιστικών αγαθών∙ όπου, βέβαια, η εξαγωγή γίνεται ακούσια, δηλαδή στην πραγματικότητα πρόκειται για αρχαιοκαπηλεία. Μαζί με πολλά άλλα κράτη μάχεται για τον επαναπατρισμό βιαίως απομακρυνθέντων πολιτιστικών αγαθών της, για την αποκατάσταση της ακεραιότητας αυτών, της ακεραιότητας της ταυτότητάς της. Ηθικό κυρίως, όπως τονίζεται, το χρέος επαναπατρισμού των πολιτιστικών αγαθών.


"Τα μουσεία είναι κόσμοι, μην αμφιβάλλουμε" (Les musées sont des mondes, n'en doutons pas), δηλώνει στο - αναμφίβολα – πολύ ωραίο κείμενό του, ο Γάλλος συγγραφέας J.M.G. Le Clézio, το οποίο έγραψε με αφορμή την έκθεση με τον ίδιο τίτλο, που οργάνωσε το Λούβρο, τέλη του 2011 με αρχές του 2012. Είναι αλήθεια. Το πρόβλημα είναι όμως ότι συχνά οι «κόσμοι» αυτοί δημιουργήθηκαν ερήμην ή και ακόντων των πραγματικών κόσμων, τους οποίους θέλουν να αναπαραστήσουν. Ποιός κόσμος, λοιπόν, πρέπει να προτιμηθεί; Ο τεχνητός που αναπαρίσταται ή ο πραγματικός, η ταυτότητα του οποίου έχει τρωθεί με την αφαίρεση τμημάτων του;

 

Διεκδίκηση πολιτιστικών αγαθών: Νομικό ή/και ηθικό δικαίωμα – νομική ή/και ηθική υποχρέωση

 

Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα και στις αρχές του 21ου, οι διεκδικήσεις πολιτιστικών αγαθών, είτε από κράτη είτε από αυτόχθονες πληθυσμούς, πολλαπλασιάσθηκαν. Πολλές από αυτές παρουσιάσθηκαν στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, με αποτέλεσμα να γίνουν ευρύτερα γνωστές. Στην αρχή, τα μεγάλα μουσεία – όπου κατά κανόνα βρίσκονται τα διεκδικούμενα αγαθά – αρνούνταν να συζητήσουν τα αιτήματα αυτά. Υποστήριζαν και συνεχίζουν συχνά να υποστηρίζουν πως, κρατώντας τα πολιτιστικά αυτά αγαθά, προσπαθούν να δημιουργήσουν «ένα νέο είδος πολίτη του κόσμου». Συχνά επίσης προβάλλουν το επιχείρημα πως πολλά από αυτά τα πολιτιστικά αγαθά έχουν παραμείνει στις συλλογές τους τόσο πολύ καιρό ώστε να έχουν καταστεί τμήμα του μουσείου που τα «φρόντισε» και κατ'επέκταση τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς των κρατών στα οποία ανήκουν τα μουσεία αυτά.


Όμως, το γεγονός ότι «περιέργως» απομακρυνθέντα από τον αρχικό τους χώρο πολιτιστικά αγαθά παραμένουν για δεκαετίες ή εκατονταετίες σε κάποια, κατά κανόνα ισχυρά, μουσεία δεν είναι δυνατόν να αποτελεί επιχείρημα υπέρ του ότι αποτελούν τα αγαθά αυτά τμήμα της πολιτιστικής τους κληρονομιάς. Αντίθετα, το να κατακρατούν τα μεγάλα μουσεία – και κατ'επέκταση τα κράτη στα οποία εδρεύουν – πολιτιστική κληρονομιά άλλων χωρών αποτελεί χτύπημα στην αυτοεκτίμηση των χωρών αυτών και, σωστά τονίζεται, ισοδυναμεί με επίδειξη δύναμης από την πλευρά των χωρών που «εισάγουν» την κληρονομιά αυτή – άρα και των μουσείων τους.


Τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται κάποιες θεαματικές κινήσεις από την πλευρά ορισμένων από αυτά τα μουσεία, τα οποία είτε διότι είναι πολύ πιθανή η θετική εξέλιξη δικαστικών διεκδικήσεων παράνομα εξαχθέντων πολιτιστικών αγαθών, είτε για να φανούν γενναιόδωρα σε περιπτώσεις αμφίβολης δικαστικής έκβασης, αφού οι υφιστάμενοι νόμοι δεν μπορούν να καλύψουν όλες τις περιπτώσεις, πχ. αγαθών εξαχθέντων από τον αρχικό τους χώρο πριν από αιώνες, συμφωνούν να «επιστρέψουν» κάποια από αυτά στις χώρες προέλευσής τους. Έτσι, π.χ., το μουσείο Getty στην Καλιφόρνια και το μουσείο Metropolitan στη Νέα Υόρκη συμφώνησαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα και στην Ιταλία αντίστοιχα, σημαντικά κομμάτια της πολιτιστικής τους κληρονομιάς, τα οποία είχαν κλαπεί και καταλήξει στις συλλογές των ανωτέρω μουσείων.


Το εκάστοτε οριζόμενο ως εφαρμοστέο δίκαιο μας λέει ότι ένα πολιτιστικό αγαθό κλεμμένο τα τελευταία χρόνια από κάποιο μουσείο και εντοπιζόμενο στα χέρια π.χ. εμπόρου έργων τέχνης θα πρέπει να επιστραφεί στην αρχική του θέση. Όμως δεν υπάρχει σαφής απάντηση στο θετικό δίκαιο για το ιδιαιτέρως σημαντικό ζήτημα του τί πρέπει να γίνει με τόσες χιλιάδες αρχαιολογικά αντικείμενα που είχαν αφαιρεθεί τους προηγούμενους αιώνες και που διεκδικούνται από ανθρώπινες κοινότητες που ήσαν στο παρελθόν ή και παραμένουν υποτελείς. Η παρέμβαση του διεθνούς δικαίου, με τη μορφή διμερών ή πολυμερών συμβάσεων ή ειδικών συμφωνιών επιστροφής τέτοιων πολιτιστικών αγαθών, εν μέρει έχει διευκολύνει τη δίωξη των αυτουργών κλοπής ή λεηλασίας πολιτιστικών αγαθών και έχει παρεμποδίσει την εξαγωγή παρανόμως αποκτηθείσας πολιτιστικής ιδιοκτησίας. Όμως, οι συμβάσεις αυτές κατά κανόνα αναφέρονται στο μέλλον και δεν εφαρμόζονται αναδρομικά στα αγαθά που είχαν αποκτηθεί στο απώτερο παρελθόν και ευρίσκονται τώρα σε αλλοδαπά, ως προς την προέλευσή τους, μουσεία.


Υποστηρίζεται, λοιπόν, πως η ίδια η πράξη της επιστροφής πολιτιστικής ιδιοκτησίας/κληρονομιάς είναι αφ'εαυτής μια πράξη αντίστασης σε συνεχιζόμενες μορφές αδικίας, μια δυναμική συμβολική πράξη που θα παραδέχεται ότι έγιναν στο παρελθόν αδικίες και που συγχρόνως θα απαξιώνει προσπάθειες επαναβίωσης τέτοιων αδικιών, οι οποίες θα μπορούσαν να επανεμφανισθούν στο μέλλον με διαφοροποιημένη μορφή.
Είναι ήδη διαπιστωμένο, εξάλλου, πως σε κάποιες περιπτώσεις διεκδίκησης πολιτιστικών αγαθών, η πολιτική πίεση και η ηθική πειθώ υπήρξαν περισσότερο αποτελεσματικές, αφού τελικά δικαιώθηκαν οι διεκδικούντες που προέβαλαν τα ανώτερα πολιτισμικά επιχειρήματα.

 

Σε ποιόν «ανήκουν» τελικά τα πολιτιστικά αγαθά;

 

Μίλησαν για πολιτιστικό διεθνισμό, παρουσιάζοντάς τον σαν κάτι υψηλό, υπεράνω επαρχιωτικών νοοτροπιών, οι οποίες, κατά την άποψη αυτή, ενισχύουν τον πολιτιστικό εθνικισμό. Μίλησαν για πολιτιστικό κοσμοπολιτισμό, παρουσιάζοντάς τον ως το απαύγασμα της εξέλιξης στον χώρο της προστασίας των πολιτιστικών αγαθών. Όχημα αυτού του υποτιθέμενου πολιτιστικού κοσμοπολιτισμού αποτέλεσαν και αποτελούν μουσεία τεραστίων διαστάσεων και τεράστιου προϋπολογισμού, κατά κανόνα βασισμένα σε αρχικές συλλογές πολεμικής λείας και παράνομων ανασκαφών σε «απολίτιστες» - απροστάτευτες μάλλον... – χώρες, στα οποία μουσεία δίνουν τον μεγαλεπήβολο επιθετικό προσδιορισμό «παγκόσμια» ή «εγκυκλοπαιδικά».


Όμως, όπως πάρα πολύ σωστά τονίζεται, για να λειτουργήσει ένας τέτοιος κοσμοπολιτισμός, θα έπρεπε τα παγκόσμια μουσεία να καταστούν παγκόσμιο φαινόμενο. Η συνεχής και αδιάσπαστη πρόσβαση σε μια «παγκόσμια ροή τέχνης», θα έπρεπε να εξασφαλίζεται για όλους τους ανθρώπους. Πώς όμως είναι δυνατόν αυτό στην πράξη, για τους ανθρώπους χωρών φτωχών και απομακρυσμένων από αυτά τα «εγκυκλοπαιδικά» μουσεία, τα οποία εν τέλει εντοπίζονται μόνον στο έδαφος των ισχυρών σήμερα οικονομικά κρατών, άρα απολύτως μη προσβάσιμα από τους ανθρώπους εκείνους; Πώς είναι δυνατόν να απαιτείται από αυτούς, διεκδικητές ίσως πολιτιστικών τους αγαθών ευρισκόμενων όμως σε μουσεία δήθεν παγκόσμια, προς τέρψη και εκπαίδευση μόνο των προνομιούχων που έχουν πρόσβαση σε αυτά, να παραιτηθούν των «αξιώσεών» τους; Πώς είναι δυνατόν να απαιτείται από αρχαιολογικά πλούσιες – και πολλαπλώς και επανειλημμένως συλημένες – χώρες να είναι γενναιόδωρες με την πολιτιστική τους περιουσία, όταν οι απαιτούντες δεν είναι καθόλου γενναιόδωροι με τη δική τους – δηλ. τα πλούσια μουσεία -, ή με αυτά που «αυτοσερβιρίστηκαν» σε περασμένες δεκαετίες ή σε περασμένους αιώνες; Μια τέτοια υπεροπτική αντιμετώπιση όχι μόνον δεν είναι κοσμοπολιτισμός, αλλά φαίνεται σαν «κοσμοτσαρλατανισμός», όπως αιχμηρά έχει τονισθεί.


Τα πολιτιστικά αγαθά είναι στοιχείο συστατικό της ταυτότητας των ανθρώπων, και της ατομικής και της συλλογικής. Καθορίζουν την ιστορία των ανθρωπίνων κοινοτήτων και καθορίζονται από αυτήν. Δεν είναι «τυχαία» δημιουργήματα μιας εποχής, δεν θα μπορούσαν να δημιουργηθούν πανομοιότυπα αυτών σε οποιαδήποτε ιστορική περίοδο από οποιουσδήποτε ανθρώπους.


Λιθαράκια, λοιπόν, της ιστορικής διαδρομής των διαφόρων πολιτισμών, των διαφόρων εθνών, καταλαμβάνουν μοναδική θέση στην ιστορία και, ακριβώς λόγω της μοναδικότητάς τους αυτής και της σημασίας τους, συχνά καθίστανται αντικείμενο εκμετάλλευσης [από κάποιους] με σκοπό την αλλοίωση αυτής ακριβώς της ιστορικής διαδρομής. Σωστά επισημαίνεται πως οι ατομικές ασυμμετρίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαφόρων πολιτισμών είναι στοιχεία απαραίτητα της συνέχισης του «βίου» τους. Με το να μην αναγνωρίζει, λοιπόν, ο πολιτιστικός διεθνισμός τα στοιχεία αυτά, με το να προσπαθεί να υποτάξει ατομικούς πολιτισμούς σε μια υποθετικά παγκόσμια ροή τέχνης, αποτελεί έννοια ελαττωματική και επικίνδυνη για τη μελλοντική ιστορία των πολιτισμών αυτών.

 

Επιστροφή πολιτιστικών αγαθών σημαίνει επιστροφή του κύρους του πολιτισμού στο πλαίσιο του οποίου δημιουργήθηκαν, σημαίνει επανόρθωση αδικίας και παλινόρθωση αξιοπρέπειας.

 

Συνέδρια

 

Έχουν γίνει στην Ελλάδα πολύ ενδιαφέροντα συνέδρια για το θέμα των Γλυπτών του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο. Επίσης έχουν γίνει εισηγήσεις για το θέμα αυτό σε πολλά διεθνή συνέδρια περί προστασίας και διεκδίκησης πολιτιστικών αγαθών, στο εξωτερικό.


Ενδεικτικά, αναφέρω τα εξής δύο συνέδρια και τις αντίστοιχες εκδόσεις.


Α) Το 2000 έλαβε χώρα στην Αθήνα, στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία (ενδιαφέρουσα «σύμπτωση»!) ένα πολύ ενδιαφέρον διεθνές συνέδριο για τα Γλυπτά του Παρθενώνα που "βρίσκονται" στο Βρετανικό Μουσείο. Το Συνέδριο είχε οργανωθεί από το Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών και Ανθρωπισμού «Ιωάννης Καποδίστριας» και από τον Οργανισμό «Πολιτιστικοί Ορίζοντες», με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.

 

Πολλοί εισηγητές, από όλον τον κόσμο, ανέπτυξαν τα επιχειρήματά τους στο συνέδριο. Ήταν η εποχή που είχε γίνει μεγάλος "ντόρος" από τις καταγγελίες του William St Clair για την κατάσταση των Γλυπτών στο Λονδίνο (που υποτίθεται ότι είχαν περισσότερα μέσα για τη σωστή συντήρησή τους...). Ο ίδιος ο William St Clair ήταν εισηγητής στο Συνέδριο, με θέμα "The Marbles in London" (στο συνέδριο μίλησε για τα ιστορικά γεγονότα).

 

Οι εισηγήσεις του διεθνούς αυτού συνεδρίου περιλαμβάνονται στον τόμο:
Ο Παρθενώνας. Η επιστροφή των γλυπτών. Ιστορική, Πολιτιστική, Νομική προσέγγιση (επιμ. Μ. Μαρούλη – Ζηλεμένου), Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2004.

 

Β) Στις 10 Δεκεμβρίου 2010 έλαβε χώρα στο Αμφιθέατρο του Νέου Μουσείου Ακρόπολης, μια Διεθνής Ημερίδα, με θέμα "Προστασία και Επιστροφή των Πολιτιστικών Αγαθών", οργανωθείσα από το ΕΚΠΑ, το Νέο Μουσείο Ακρόπολης, το Ίδρυμα Διεθνών Νομικών Μελετών Η. Κρίσπη & Α. Σαμαρά Κρίσπη και το Συμβούλιο Αποδήμου Ελληνισμού. Οι ομιλητές ήσαν πολλοί και με πολύ ενδιαφέροντα θέματα ομιλιών. Μεταξύ των θεμάτων, κυρίαρχο ήταν το θέμα της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα.

 

Συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, στο συνέδριο αυτό, οι κκ. Μπίζος (δικηγόρος στη Ν. Αφρική, ο οποίος υπήρξε αγαπημένος φίλος του Νέλσον Μαντέλα), Ταμβάκης (τότε Πρόεδρος του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού) και Victor Bizannes, ομογενής δικηγόρος στην Αυστραλία)∙ και οι τρείς αγωνίσθηκαν επί χρόνια υπέρ της επανάκτησης από την Ελλάδα των γλυπτών του Παρθενώνα.

 

Οι εισηγήσεις περιλαμβάνονται στον τόμο:
Προστασία και Επιστροφή Πολιτιστικών Αγαθών (επιμ. Α. Σαμαρά-Κρίσπη), Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2011.

 

Κλείνοντας...


Στις 17 Μαρτίου 1811, ο Λόρδος Βύρων έγραψε, στην Αθήνα, το συγκλονιστικό ποίημά του «Η κατάρα της Αθηνάς» - όπου η κατάρα έπεφτε στο κεφάλι του Λόρδου Έλγιν, για το ανοσιούργημα που είχε διαπράξει. Ένα πολύ μικρό απόσπασμα του ποιήματος είναι αυτό:

 

"First on the head of him who did this deed
My curse shall light, - on him and all his seed:
Without one spark of intellectual fire,
Be all the sons as senseless as the sire:"

George Gordon, Lord Byron, "The Curse of Minerva"

 

Ας μην προκαλούμε την Θεά Αθηνά. Είναι όνειδος να προτείνουμε να μας «δανείσουν» τα όσα (και ούτε καν: κάποια από αυτά) της έκλεψαν. Δεν θα κερδίσει τίποτε η Ελλάδα, αν έρθουν ως "δάνειο", αυτά, στη χώρα τους... Αντίθετα, θα εκτεθεί ανεπανόρθωτα, αφού είτε ρητά είτε σιωπηρά θα είναι σαν να αναγνωρίζει κυριότητα της Αγγλίας επί των γλυπτών του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου έχουν συσταθεί εθνικές επιτροπές για την επιστροφή των γλυπτών στην Ελλάδα. Τι θα πούμε σε αυτούς τους αλλοδαπούς που (συγκινητικά) αγωνίζονται για αυτό; Ότι εν τω μεταξύ τα "δανειστήκαμε" για να γιορτάσουμε; Να γιορτάσουμε τι ακριβώς;...

Ελίνα Ν. Μουσταΐρα

 

H Ελίνα Ν. Μουσταϊρα, καθηγήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών, ειδικεύεται σε θέματα  Τέχνης και Διεθνούς Δικαίου. Είναι συγγραφέας του βιβλίου "Συγκριτικό Δίκαιο & Πολιτιστικά Αγαθά", Νομική Βιβλιοθήκη, 2012.

 

Αλμανάκ