ΑΛΜΑΝΑΚ
TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ
Ο Μπέκετ (με την τσάπα αριστερά) πραγματοποιεί κηπουρικές εργασίες μαζί με τον αδερφό του Frank στο σπίτι του στο Ussy-sur-Marne (1952). Φωτ. Rauner Special Collections Library
Ο Μπέκετ (με την τσάπα αριστερά) πραγματοποιεί κηπουρικές εργασίες μαζί με τον αδερφό του Frank στο σπίτι του στο Ussy-sur-Marne (1952). Φωτ. Rauner Special Collections Library


'Ενας πολιτικός Μπέκετ;

 

 

Terry Eagleton

Libération Ιrlande, 10.04.2014

 

*

 

 

Τον Σεπτέμβρη του 1941, ένας από τους φαινομενικά λιγότερο πολιτικούς καλλιτέχνες του 20ου αιώνα πήρε κρυφά τα όπλα ενάντια στον φασισμό. Ο Σάμιουελ Μπέκετ, ο διαβόητος αυτός απαισιόδοξος που είχε το εξαίσιο γούστο να γεννηθεί μια Μεγάλη Παρασκευή, το 1906 (και μάλιστα μία Παρασκευή και 13), ζούσε στο Παρίσι από το 1937, εκούσιος εξόριστος από την πατρίδα του, όπως πολλοί επιφανείς Ιρλανδοί συγγραφείς. Σε αντίθεση με τους πρώην αποικιακούς αφέντες τους, οι Ιρλανδοί αποτελούσαν πάντα ένα κοσμοπολίτικο έθνος, από τους μεσαιωνικούς νομάδες μοναχούς μέχρι τους ηγέτες της σημερινής κελτικής τίγρης. Αν η σκληρότητα του αποικιακού ζυγού έκανε μερικούς από αυτούς εθνικιστές, μετέβαλε άλλους σε πολίτες του κόσμου. Οι Τζόυς, Σύνγκ, Beckett και Τόμας ΜακΓρίβυ, οι οποίοι ελίσσονταν ήδη ανάμεσα σε δύο και τρεις γλώσσες και πολιτισμούς, άνθισαν στην ατμόσφαιρα του πολυγλωσσικού ξεριζωμού της Ευρώπης στη μεγάλη εποχή του μοντερνισμού, όπως συνέβη μισό αιώνα αργότερα και με τους συμπατριώτες τους που υιοθέτησαν την ευρωπαϊκή ιδέα. Ήταν πιο εύκολο να αποδεχτείς έναν μοντερνισμό που προβληματίζεται ανοιχτά πάνω στη γλώσσα όταν έρχεσαι από ένα έθνος όπου η γλώσσα, ένα πολιτικά ναρκοθετημένο ζήτημα, δεν θα μπορούσε ποτέ να θεωρηθεί ως κάτι δεδομένο.

 

 

Ο Μπέκετ είχε προσφερθεί εθελοντικά να οδηγήσει ένα ασθενοφόρο του γαλλικού στρατού το 1940, αλλά όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στη χώρα, αυτός και η σύζυγός του Σουζάν έφυγαν νότια, μόλις 48 ώρες πριν την είσοδο στο Παρίσι των ναζιστικών στρατευμάτων. Μετά από μια σύντομη στάση σε ένα προσφυγικό στρατόπεδο στην Τουλούζη, έφθασαν εξαντλημένοι και σχεδόν απένταροι στο σπίτι ενός φίλου κοντά στην ακτή του Ατλαντικού, στο Αρκασόν. Λίγους μήνες αργότερα, καθώς πείστηκαν για την καθησυχαστική συμπεριφορά των Γερμανών στην πρωτεύουσα, το ζευγάρι επέστρεψε στο διαμέρισμα του Παρισιού, όπου έβγαλε τον σκληρό χειμώνα του 1940-41 με ελάχιστα λαχανικά. Σύμφωνα με τον Τζέιμς Νόουλσον, τον επίσημο βιογράφημα του Μπέκετ, από εκεί πηγάζουν και οι ζωηρές συνομιλίες μεταξύ του Vladimir και του d'Estragon καθώς μιλούν για καρότα, ραπανάκια και γογγύλια στο Περιμένοντας τον Γκοντό.

 

Πιστοί στην εμπειρία του Μπέκετ κατά την περίοδο του πολέμου, οι χαρακτήρες του είναι υλιστές με έναν χυδαίο τρόπο, πολύ απασχολημένοι με τη βιολογική τους επιβίωση για να έχουν την πολυτέλεια ενός μεγαλειώδους προβληματισμού πάνω στην υποκειμενικότητά τους. Είναι πιο πολύ σώματα, παρά πνεύματα - μία συναρμολόγηση μηχανικών τμημάτων του σώματος, όπως στον Σουίφτ, στον Στερν και στο The Third Policeman του Φλαν Ο' Μπράϊαν, όπου τα ανθρώπινα σώματα έχουν την ενοχλητική τάση να ενσωματώνονται σε ποδήλατα. Το μυστήριο του ανθρώπινου σώματος, όπως κι εκείνο των μαύρων κηλίδων σε μια σελίδα του γεννημένου στο Tipperary Φλαν Ο' Μπράϊαν, είναι η μετατροπή αυτού του αδρανούς υλικού που γίνεται κάτι περισσότερο από το ίδιο, που δεν παύει να έρπει και να εκστομίζει ανοησίες όταν θα έπρεπε δικαιωματικά να παραμένει σιωπηλό σαν τάφος. Αν το έργο Not I του Μπέκετ εστιάζει στο ανθρώπινο στόμα, είναι γιατί το νόημα και η ύλη συγκλίνουν σ'αυτό μυστηριωδώς.

 

Πίσω στο Παρίσι, ο Beckett εντάχθηκε στην Αντίσταση όταν ο εκτοπισμός ενός Εβραίου φίλου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ενέτεινε την αυξανόμενη αηδία του προς το ναζιστικό καθεστώς. Με τη γενναιοδωρία που τον χαρακτήριζε, έδωσε τα λιγοστά του δελτία τροφίμων στη σύζυγο του θύματος. Ο πυρήνας των ογδόντα αντιστασιακών στον οποίο εντάχθηκε, και το οποίο είχε συνιδρύσει η τρομερή Ζανίν Πικαμπιά, κόρη του διάσημου ντανταϊστή ζωγράφου, υπαγόταν στο Βρετανικό Τμήμα Ειδικών Επιχειρήσεων. Από τη σκοπιά των φιλοναζιστών Ρεπουμπλικανών του επίσημα ουδέτερου Ιρλανδικού ελεύθερου Κράτους, ο μετανάστης του Δουβλίνου ήταν τώρα συνένοχος με τον πολιτικό εχθρό. Ο ρόλος του σε αυτόν τον πυρήνα τον οδήγησε να χρησιμοποιήσει το λογοτεχνικό του ταλέντο: του ζητήθηκε να μεταφράζει, να συλλέγει, να μορφοποιεί και να δακτυλογραφεί πληροφορίες πρακτόρων σχετικά με τις κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων, πριν γίνουν οι πληροφορίες αυτές μικροφίλμ και βγουν παράνομα από τη Γαλλία. Όπως και το νεαρό αγόρι στο Περιμένοντας τον Γκοντό, τα μηνύματα ορισμένων πραακτόρων αποδείχθηκαν ελάχιστα αξιόπιστα. Παρά τον στατικό του χαρακτήρα, το έργο αυτό ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο, γι' αυτό και μετά τον πόλεμο, απονεμήθηκε στον Μπέκετ ο Πολεμικός Σταυρός και ένα ακόμη μετάλλιο ως αναγνώριση των υπηρεσιών του. Η αίσθηση της σιωπής και της μυστικότητας, ποιοτικά χαρακτηριστικά που συναντά κανείς στην τέχνη του, φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμη στον αντιστασιακό.

 

 

 

Ωστόσο, ο πυρήνας αποκαλύφθηκε γρήγορα. Ένας σύντροφος υπέκυψε στα βασανιστήρια με αποτέλεσμα να συλληφθούν πάνω από πενήντα μέλη, πολλοί από τους οποίους αργότερα εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ενώ τους είχαν συμβουλέψει να εγκαταλείψουν αμέσως την πρωτεύουσα, οι Beckett πήραν το ρίσκο να καθυστερήσουν την αναχώρησή τους προκειμένου να προειδοποιήσουν άλλα μέλη του πυρήνα, κάτι που οδήγησε στη σύλληψη της Σουζάν από τη Gestapo, από την οποία κατάφερε να ξεφύγει μπλοφάροντας. Το ζευγάρι απέφυγε τη σύλληψη παρά τρίχα: εγκατέλειψαν το διαμέρισμά τους μόλις λίγα λεπτά πριν η μυστική αστυνομία χτυπήσει την πόρτα τους. Διαφεύγοντας από το ένα μικρό ξενοδοχείο μετά το άλλο με ψεύτικα ονόματα, κατέφυγαν για κάποιο διάστημα στην συγγραφέα Ναταλί Σαρότ, κι έπειτα, εφοδιασμένοι με ψεύτικα χαρτιά, κρύφτηκαν στο χωριό Roussillon-en-Provence, όπου οι περισσότεροι κάτοικοι τους θεώρησαν εβραίους πρόσφυγες.

 

Εκεί ο Μπέκετ εντάχθηκε και πάλι το 1944 σε έναν πυρήνα της Αντίστασης. Έκρυψε στο σπίτι του εκρηκτικά, έμαθε να χειρίζεται ντουφέκι και περιστασιακά έστηνε ενέδρες τη νύχτα στους Γερμανούς. Αν ο Vladimir και ο Estragon κοιμούνται σε χαντάκια, αυτό το έκανε κι ο δημιουργός τους. Ήταν μάλιστα πιο πλάνητας απ' αυτούς, εφόσον το έργο δεν μας λέει ότι το ίδιο υπήρξαν κι αυτοί. Επιστρέφοντας στο Παρίσι μετά τον πόλεμο, το ζευγάρι λιμοκτονεί, όπως και ο υπόλοιπος πληθυσμός της πόλης. Όταν ο Μπέκετ καθόταν να γράψει, τα δάχτυλά του μερικές φορές ήταν μελανιασμένα από το κρύο. Σε όλα αυτά τα χρόνια, φαίνεται πως υπέφερε από βαθιά κατάθλιψη. Δέκα χρόνια νωρίτερα, είχε ακολουθήσει μία ψυχοθεραπεία με τον Σίλφρεντ Μπιόν.

 

Ο Μπέκετ υπήρξε λοιπόν ένας από τους λίγους μοντερνιστές καλλιτέχνες που στρατεύτηκαν με την αριστερά παρά με την δεξιά. Και ο Τζέιμς Νόουλσον έχει αναμφίβολα δίκιο όταν λέει ότι "πολλά από τα χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του και των μετέπειτα θεατρικών του έργων  προέρχονται άμεσα από τις περιόδους απόλυτης αβεβαιότητας, αποπροσανατολισμού, εξορίας, πείνας και στέρησης". Αυτό που βλέπουμε στο έργο του δεν είναι μια αχρονική ανθρώπινη κατάσταση, είναι μία Ευρώπη του 20ου αι. που την ρήμαξαν οι πόλεμοι. Πρόκειται, όπως το αναγνώρισε ο Αντόρνο, για μια τέχνη μετά το Άουσβιτς, που εξακολουθεί να πιστεύει στον αυστηρό μινιμαλισμό της και στην αμείλικτη ερημωσή της μέσω της σιωπής, του τρόμου και της μη ύπαρξης. Η γραφή του είναι τόσο ισχνή ώστε φτάνει στα όρια του αντιληπτού. Δεν υπάρχει καν αρκετό νόημα για να μπορέσουμε να ονομάσουμε αυτό που μας θλίβει. Μια ιστορία χωρίς πολύ νόημα αρχίζει να ξετυλίγεται με δυσκολία, προτού διακοπεί βίαια από μια άλλη μυθοπλασία εξίσου χωρίς νόημα.

 

Τα αυστηρά και λιτά αυτά κείμενα, τα οποία είναι σαν να απολογούνται που έχουν το θράσος και υπάρχουν, επιδεικνύουν μία πολύ προτεσταντική εχθρότητα απέναντι στην επίδειξη και την υπερβολή· τα λόγια τους λαμπιρίζουν για μια σύντομη στιγμή, αναδύονται από ένα κενό όπου γρήγορα πάλι θα πέσουν. Η σιωπή και η σχολαστική ακρίβεια είναι αυτό που μπορεί να μας φέρει πιο κοντά στην αλήθεια. Ο Μπέκετ κάποτε παρατήρησε ότι ο φίλος του Τζέιμς Τζόυς συμπλήρωνε συνεχώς τα γραπτά του, ενώ "ο ίδιος είχε καταλάβει ότι έτεινε προς ένα πιο φτωχό κείμενο, την απώλεια της γνώσης και την αφαίρεση παρά προς την προσθήκη". Όπως και ο συμπατριώτης του Σουίφτ, απολαμβάνει να συρρικνώνει.

 

Η τέχνη του Μπέκετ συνάπτει ένα σύμφωνο με την αποτυχία ενάντια στο ναζιστικό θριάμβο, του οποίου υποσκάπτει τον θανάσιμο απολυταρχισμό με τα όπλα της αμφησιμίας και της ασάφειας. Όπως λέει ο ίδιος, η αγαπημένη του λέξη ήταν "ίσως". Στις μεγαλομανείς ολότητες του φασισμού, αντιτάσσει το αποσπασματικό και το ημιτελές. Όπως κι ο Σωκράτης, ο Μπέκετ προτιμούσε την άγνοια από τη γνώση, προφανώς επειδή παρήγαγε λιγότερα πτώματα. Με την κατήφεια και την ιλαρότητά τους, τα έργα του δείχνουν να έχουν συνείδηση του γεγονότος ότι θα μπορούσαν κάλλιστα να μην υπήρχαν -ότι η παρουσία τους είναι μια φάρσα τόσο ανέξοδη όσο κι αυτή του σύμπαντος- αλλά είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση του κωμικού όσο και τραγικού απρόβλεπτου, που μπορεί να στραφεί κατά των δολοφονικών μυθολογιών της αναγκαιότητας.

 

Όπως πολλοί Ιρλανδοί συγγραφείς, από τον σπουδαίο μεσαιωνικό αρνητικό φιλόσοφο και θεολόγο Ιωάννη Σκώτο Εριγένη ως τον Έντμουντ Μπερκ και την αισθητική του υψιλού, τον Φλαν Ο' Μπράϊαν και τον σύγχρονο Ιρλανδό φιλόσοφο Κόνορ Κάνινγκχαμ, ο Μπέκετ, μανιώδης αναγνώστης του Ηρακλείτου, είχε γοητευτεί από την έννοια της ανυπαρξίας- ένα μάλλον ήπιο φαινόμενο κατά τον Στερν, "λαμβάνοντας υπ' όψη", όπως παρατήρησε, "τα χειρότερα του κόσμου μας". Όπως έγραψε κι ο επίσκοπος Μπέρκλεϋ, "εμείς οι Ιρλανδοί τείνουμε να αντιλαμβανόμαστε το κάτι και το τίποτα σαν στενούς γείτονες". Με όλο αυτά τα πρόσωπα που εμφανίζονται με μία ανησυχητική λακανική αποστεωμένη εικόνα, ο συρρικνωμένος κόσμος του Μπέκετ υπάρχει κάπου μέσα σε αυτήν την περιοχή του λυκόφωτος ως μια αντι-λογοτεχνική μορφή αλλεργική σε κάθε ρητορικό στόμφο και ιδεολογική πληρότητα. Όταν ο Godot ανέβηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1955, μία κραυγή ακούστηκε μέσα από το σοκαρισμένο κοινό: "Έτσι χάσαμε τις αποικίες!".

 

Ωστόσο, ο βαθμός μηδέν της γραφής του Μπέκετ, στην οποία το ιδίωμα του Καρτέσιου και του Ρακίνα θα ταίριαζε περισσότερο από τη γλώσσα του Σαίξπηρ, είναι και μια απάντηση στην πομπώδη ρητορική ενός πολύ πιο ακίνδυνου εθνικισμού από αυτόν του Χίτλερ, δηλαδή του ιρλανδικού ρεπουμπλικανισμού. Όπως και με τον Τζόυς, η ισχυρή προσήλωσή του στην ιρλανδική κουλτούρα επέζησε, παρότι δεν πάτησε το πόδι του στην Ιρλανδία για πολλά χρόνια· είχε μια αδυναμία για ένα χαρακτηριστικό αυτής της κουλτούρας που του φαινόταν πολύ εντυπωσιακό: την ιδιαίτερη ιρλανδική αίσθηση της απελπισίας και του ευάλωτου.

 

Του άρεσε πάντα να πίνει ένα ποτηράκι με έναν συμπατριώτη που επισκεπτόταν το Παρίσι· το μαύρο χιούμορ του και το σατιρικό του πνεύμα (ένα από τα πρώτα του έργα είχε τίτλο Dream of Fair to Middling Women) αποτελούν πολιτιστικά όσο και προσωπικά χαρακτηριστικά. Αν τα πεινασμένα και ακίνητα τοπία του έργου του τοποθετούνται στο μετά-Άουσβιτς, αντιπροσωπούν και μια υποσυνείδητη ανάμνηση της Ιρλανδίας του μεγάλου λοιμού, της φτωχής και μονότονης αποικιακής της κουλτούρας και της απογοητευμένης μάζας που περιμένει παθητικά τη μεσσιανική σωτηρία που ποτέ δεν έρχεται πραγματικά.

 

Το όνομα "Vladimir" αποτελεί ίσως μια ιδιαίτερα ειρωνική αναφορά σ' αυτό. 'Οπως και να' χει, ως προτεσταντής  Ιρλανδός του Νότου με καταγωγή από Ουγενότους μετανάστες του 18ου αιώνα, ο Μπέκετ ανήκε σε μια πολιτιστική μειονότητα πολιορκημένων αλλοδαπών. Κάποια από τα μεγάλα αρχοντικά τους είχαν καεί ολοσχερώς κατά τη διάρκεια του πολέμου της Ανεξαρτησίας και πολλοί απ' αυτούς κατέφυγαν στην περιοχή του Λονδίνου μετά το 1922. Περικυκλωμένοι από την γαελική μισαλλοδοξία και υπερηφάνεια, όπως την αποκαλούσε περιφρονητικά ο νεαρός ασκητής του Trinity College που προερχόταν από την αστική περιοχή του Foxrock, οι προτεστάντες της Νότιας Ιρλανδίας αισθάνονταν παγιδευμένοι μέσα στον καθολικό επαρχιωτισμό του ιρλανδικού ελεύθερου κράτους. Τα τελευταία λόγια του πατέρα του Μπέκετ πριν πεθάνει ήταν: "Πολέμα! Πολέμα! Πολέμα!", που είχαν ίσως μια πολιτική χροιά, έστω και αν αποδυναμώσε σε μεγάλο βαθμό αυτή την πολεμική εντολή προσθέτοντας, με μια αξιοσημείωτη αίσθηση του οξύμωρου:" Τι ωραίος καιρός σήμερα το πρωϊ!"


Αυτή η πτώση από το υψηλό στο γελοίο ήταν αντάξια του γιου του. Απομονωμένος και εξορισμένος, ο Μπέκετ εγκατέλειψε την Ιρλανδία για να εγκατασταθεί κάποιο διάστημα στο Λονδίνο το 1933, μετά την εγκαθίδρυση του αυταρχικού και θεοκρατικού καθεστώτος του Ντε Βαλέρα. Μόνο άλλα δύο ακόμη χρόνια της ζωής του έμελλε να περάσει στην Ιρλανδία. Όπως και για κάθε εσωτερικό μετανάστη, το να μην έχεις ένα δικό σου σπίτι φαινόταν λογικό τόσο στο εξωτερικό, όσο και στην Ιρλανδία. Η παραδοσιακή αλλοτρίωση του Ιρλανδού καλλιτέχνη θα μπορούσε να μετατραπεί σε κάτι πιο σικ: στην αγωνία της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Η τέχνη και η γλώσσα θα χρησίμευαν ως υποκατάστατα της εθνικής ταυτότητας, την οποία θεωρούσαν ντεμοντέ στην Μποέμ των πολυγλωσσικών καφενείων, την ίδια στιγμή που η απειλή του πιο βλαβερού εθνικισμού της σύγχρονης εποχής γινόταν όλο και πιο έντονη. Και όμως, αν και μοιάζει κάπως ειρωνικό, υπάρχει κάτι το ιδιαίτερα ιρλανδικό στον τρόπο με τον οποίο ο Beckett απομακρύνεται από τα ιρλανδικά πολιτισμικά στερεότυπα, όπως θα τα ονομάζαμε σήμερα: από τη μία πλευρά, τίποτα δεν είναι περισσότερο ιρλανδικό απο την απομυθοποίηση, και από την άλλη, ο Μπέκετ, όπως και ο Τζόυς, απορρίπτει τη χώρα του με ένα καθαρά προσωπικό τρόπο: τα άπλυτά μας δεν τα βγάζουμε στη φόρα. Το να βρίζεις την Ιρλανδία είναι ένα παλιό ιρλανδικό έθιμο, στο οποίο μόνο οι Ιρλανδοί (και σίγουρα όχι οι Βρετανοί) έχουν το δικαίωμα να επιδίδονται. Αυτή η πρακτική είναι τόσο τυπικά ιρλανδική όσο και η εξορία. Πολλοί επικριτές της Ιρλανδίας είναι ματαιωμένοι εθνικιστές, με τον ίδιο τρόπο που η Ιρλανδική Καθολική Εκκλησία παράγει πολλούς άθεους. Μειοψηφικός αντικομφορμιστής προτεστάντης χαμένος στη μέση μιας νέας και ισχυρής πολιτισμικής ορθοδοξίας, ο Μπέκετ κατάφερε, λίγο σαν τον Ουάιλντ, να μεταφράσει το τέλος της κυριαρχίας του ιρλανδικού προτεσταντισμού σε μια βαθύτερη πίστη στην αποστέρηση. [...]

Terry Eagleton

 

Ο Τέρενς Φράνσις "Τέρι" Ίγκλετον (αγγλ.: Terence Francis "Terry" Eagleton, γεν.: 22 Φεβρουαρίου 1943) είναι επιφανής Βρετανός διανοούμενος, κριτικός και θεωρητικός της λογοτεχνίας, ο οποίος θεωρείται ευρέως ως ο πιο σημαίνων σύγχρονος κριτικός και θεωρητικός της λογοτεχνίας στον αγγλόφωνο κόσμο. Μετά από την θητεία του ως καθηγητή αγγλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (1991-2001), διδάσκει σήμερα στο πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. 'Εχει συγγράψει πάνω από σαράντα βιβλία. (Wikipedia)

 

Μτφ. Σ.Σ.

 

Ολόκληρο το κείμενο (στα γαλλικά) του Terry Eagleton εδώ:

Beckett politique ?

Αλμανάκ