ΑΛΜΑΝΑΚ
TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ

Ο Στέφαν Τσβάιχ με την Φριντερίκε, την πρώτη του γυναίκα (1935).

 

 

Στέφαν Τσβάιχ, ή η απέχθεια για την πολιτική

 

 

Antony Burlaud 

Le Monde Diplomatique, Απρίλης 2020

 

*

 

 

ΣΕ ΟΛΗ ΤΟΥ ΤΗ ΖΩΗ, ο Αυστριακός συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ (1881-1942) δυσπιστούσε απέναντι στην πολιτική. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είχε βέβαια ταχθεί δημοσίως -ακολουθώντας το παράδειγμα του Ρομαίν Ρολλάν- υπέρ της ειρήνης και της συμφιλίωσης. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι εκδότες του Εξόριστου ευρωπαϊκού πνεύματος, απείχε από τις υπερβολικά έντονες αντιπαραθέσεις και τα πολιτικά κόμματα, αυτά τα ύποπτα μέρη. Φανατικός υποστηρικτής της "εσώτερης ελευθερίας", καθώς και μιας ομιχλώδους "Ευρώπης του πνεύματος", ήθελε να βρίσκεται πάνω από τις διαμάχες. Παρά τις προτροπές του Rolland ("Η πολιτική είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να υπάρχεις - και ακόμη και για να ασχολείσαι με την αισθητική. Δεν κερδίζουμε τίποτα με το να αδιαφορούμε. Επειδή έτσι κι αλλιώς αν είναι να γίνει κάτι θα γίνει, μαζί μας ή εναντίον μας"), ο Τσβάιχ επέμενε να διατηρεί την ανεξαρτησία του και επέκρινε, από μέσα του, τους φίλους του εκείνους, όπως ο ίδιος ο Ρολλάν ή ο Ζαν Ρισάρ Μπλοκ, συνοδοιπόροι του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCF), οι οποίοι είχαν επιλέξει να στρατευτούν ψυχή τε και σώματι.

 

 

Η άνοδος στην εξουσία του Αδόλφου Χίτλερ, η πολιτική πόλωση στην Ευρώπη και η πορεία προς τον πόλεμο γκρέμισαν στο τέλος το συμβιβαστικό ιδεώδες του Τσβάιχ. Πρέπει να επιλέξεις στρατόπεδο. Αυθόρμητα αντιναζιστής, προσπάθησε ωστόσο να κερδίσει χρόνο, ζυγίζοντας προσεκτικά τις δημόσιες παρεμβάσεις του και δείχνοντας απρόθυμος να συνεργαστεί με αντιφασιστικά περιοδικά, φανερώνοντας, όπως του το πρόσαπτε ο Κλάους Μαν, έναν "αναιμικό δισταγμό". Χρειάστηκε να δει τα βιβλία του να ρίχνονται στην πυρά, και το σπίτι του να ερευνάται, για να αποφασίσει το 1934 να πάρει τον δρόμο της εξορίας, παίρνοντας μαζί του τη νοσταλγία για έναν χαμένο κόσμο. Στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, κι έπειτα στη Βραζιλία, όπου εγκαταστάθηκε το 1940, ενέδωσε σε μερικές επιθέσεις εναντίον του Ράιχ και των συμμάχων του· αλλά υπήρξε μεγάλος ο πειρασμός να γυρίσει την πλάτη του στην ιστορία, όπως έκαναν εκείνοι οι ψαράδες στις όχθες του Σηκουάνα, που, στις 21 Ιανουαρίου 1793, παρακολουθούσαν ήρεμα τα καλάμια τους μερικά βήματα από το σημείο όπου ο Λουδοβίκος 16ος αποκεφαλιζόταν, και στους οποίους ο Τσβάιχ αφιέρωσε ένα κείμενο τον χειμώνα του 1941. Γνωρίζουμε πώς τελείωσε αυτή η "ζωή πολιορκημένη από την πολιτική", σύμφωνα με την εκφρασή του: στις 22 Φεβρουαρίου 1942, ο Τσβάιχ και η σύζυγός του Λότε αυτοκτονούσαν.

 

Αυτό το προσωπικό δράμα - ενός διανοούμενου που, καθώς προσκρούει πάνω του η ιστορία, παρακολουθεί την καταστροφή του κόσμου και του ιδεώδους του - τροφοδότησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Τσβάιχ. Διατρέχει τον Κόσμο του χθες, την υπέροχη αυτοβιογραφία του. Αλλά ενέπνευσε και τα "ιστορικά" βιβλία που αφιέρωσε στην Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση. Είτε αναβιώνει τον 'Ερασμο, τον πρίγκιπα των ανθρωπιστών αντιμέτωπο με το μεγάλο λουθηρανικό κύμα, είτε αναπαριστά την αντιπαράθεση του Σεμπάστιαν Καστεγιόν -ανεκτικού Προτεστάντη- με την καλβινιστική τυραννία, είτε αναφέρεται στον Μονταίν, που είχε αποσυρθεί στον πύργο-βιβλιοθήκη του, προσπαθώντας εν μέσω των Θρησκευτικών Πολέμων, να "είναι δοσμένος στον εαυτό του", πάντα τη δική του τραγωδία περιγράφει ο Τσβάιχ- του μετριοπαθούς στην εποχή των μεγάλων συγκρούσεων, του ανθρώπου της λογικής στην εποχή της μισαλλοδοξίας, του ανεξάρτητου ατόμου στην εποχή των μαζών. Η αντιπαράθεση είναι ηρωϊκή και η εικόνα οδυνηρή. Αλλά ο αγώνας μοιάζει πάντα - στην περίπτωση του Τσβάιχ όπως και των ηρώων του - χαμένος από τα πριν.

Antony Burlaud

 

Μτφ. Σ.Σ.

 

Κάψιμο βιβλίων από τους Ναζί στην Bebelplatz του Βερολίνου (Απρίλης 1933)

 

 

Αλμανάκ