ΑΛΜΑΝΑΚ
TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ

"Η Donatella και η Rosaria άλλαξαν την ιστορία της Ιταλίας"

 

Στη via Pola, στις 29 Σεπτεμβρίου 1975, ο ζεστός αέρας του πρώιμου ρωμαϊκού φθινοπώρου έριχνε πάνω στα κτίρια μία ζεστή κάπα, τα φύλλα των δέντρων παρέμειναν ακίνητα όπως σε έναν πίνακα, χωρίς μία ριπή αέρα να διαταράσσει την επιβλητική ακινησία τους. Στη σιωπή εκείνης της χλιαρής βραδιάς, ένας άντρας περπατούσε πάνω κάτω στη λεωφόρο που διασχίζει την συνοικία Trieste. Τα βήματά του διαδέχονταν αργά, με μηχανικό ρυθμό: φτέρνα και μύτη, αργά, όπως κάνεις όταν μετράς το πάτωμα κοιτάζοντας τα παπούτσια σου για να περάσει η ώρα. Ήταν περασμένες 10 και ένας αμυδρός ήχος, σαν να έσκουζε γατάκι, τράβηξε  την προσοχή του νυχτοφύλακα. Ερχόταν από χαμηλά, ή έτσι φαινόταν, ώσπου οι τρανταγμοί στο πορτμπαγκάζ ενός λευκού αυτοκινήτου, παρκαρισμένου δίπλα στο δρόμο, τον οδήγησαν προς το αυτοκίνητο.

 

Ερχόταν από εκεί, από το πορτμπαγκάζ του Fiat 127. Φοβισμένος, ο νυχτοφύλακας ειδοποίησε αμέσως τους καραμπινιέρους που λίγα λεπτά αργότερα μαζεύτηκαν μπροστά από το μικρό αυτοκίνητο, προσπαθώντας να ανοίξουν την κλειδαριά. Τελικά έσπασε. Από κάτω από την πόρτα εμφανίστηκε, στραβό και ματωμένο, το πρόσωπο ενός σγουρομάλλικου κοριτσιού, γυμνού και βρώμικου. Κουλουριασμένη δίπλα της ήταν μια νεαρή μελαγχροινή κοπέλα που φαινόταν να είναι της ίδιας ηλικίας, αλλά ακίνητη, με θαμπά μάτια και παγωμένο δέρμα. Καθώς το κορίτσι δίπλα της κοίταζε όλες αυτές τις στολές, η λάμψη ενός φλας την τύφλωσε. Ήταν ένα ψυχρό και αδιανόητο θέαμα: μέσα σε αυτό το τόσο κοινό αυτοκίνητο, το σύμβολο εκείνη την εποχή της μαζικής κινητικότητας, το μέσο μεταφοράς κάθε μεσοαστικής οικογένειας, κρυβόταν η ανομολόγητη εγκληματική αχρειότητα της ίδιας αυτής κοινωνίας. Τυχαία, χάρη σε μία ευτυχή σύμπτωση, η κραυγή για βοήθεια είχε ακουστεί από έναν νυχτοφύλακα, φέρνοντας στο φως μια φρίκη που διαφορετικά θα είχε θαφτεί με αυτά τα δύο τραυματισμένα και κατακρεουργημένα σώματα. Την επόμενη μέρα, οι εφημερίδες μετέδιδαν την είδηση της ανακάλυψης δύο κοριτσιών που είχαν εξαφανιστεί 24 ώρες νωρίτερα στη Ρώμη.[...]

 

Αυτά τα τρία καλά παιδιά από το Parioli - δύο εκ των οποίων, ο Angelo και ο Andrea, είχαν ήδη καταδικαστεί για βιασμό σε πολύ ελαφρές ποινές - είχαν απαγάγει τα κορίτσια για να τα βασανίσουν και να τα σκοτώσουν. Ετσι διασκέδασαν οι νεαροί νεοφασιστές της Ρώμης, λήστεψαν για να μαζέψουν χρήματα για το ταμείο της μαύρης ανατροπής, βίασαν, σκότωσαν και επέστρεψαν σπίτι τους για να φάνε, όπως έκανε ο Andrea, ο οποίος διέκοψε το πάρτι του τρόμου για να παρευρεθεί στο οικογενειακό δείπνο στη Ρώμη. Ήταν τα μολυβένια χρόνια, τα χρόνια της "στρατηγικής της έντασης", των ένοπλων ιδεολογιών, της βίας που μεταμφιέζεται σε πολιτικό αγώνα, τότε που οι γιοι των πατεράδων είχαν τις σεξουαλικές και ομοφυλοφιλικές εμπειρίες τους σε πολιτικούς κύκλους, όπου επιβεβαίωναν την υπεροχή της κοινωνικής και πολιτικής τους θέσης με βιασμούς και ξυλοδαρμούς. [...]

 

Τότε ξεκίνησε η πιο δύσκολη δοκιμασία για την μοναδική επιζούσα, τη Donatella, που ήταν μόλις 17 ετών. Η υπεράσπιση του Izzo και του Guido είχε ως στόχο να μετριάσει την ευθύνη των δύο, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε προμελέτη, και προσβάλλοντας με κάθε τρόπο την αξιοπιστία και την φήμη των θυμάτων, μια εξαιρετικά εύκολη υπόθεση τη δεκαετία του '70, όταν η γυναικεία αξιοπρέπεια σε περιπτώσεις βιασμού ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.

 

Το καλοκαίρι του 1976 ξεκίνησε μια δίκη φωτιά: η οικογένεια Lopez παραιτήθηκε από την πολιτική αγωγή όταν δέχθηκε μία αποζημίωση εκατό εκατομμυρίων λιρών από την οικογένεια του Gianni Guido. Στην πλευρά των μαρτύρων -που βρέθηκαν να κατηγορούνται - υπήρχε μόνο η Donatella Colasanti, η οποία αντίθετα αρνήθηκε κάθε αποζημίωση και επέλεξε να πάει στη δίκη υποστηριζόμενη από εκατοντάδες φεμινίστριες. Το θύμα υπερασπίστηκε η δικηγόρος Tina Lagostena Bassi, που πρωτοστατούσε στον αγώνα για την αξιοπρέπεια των γυναικών θυμάτων. Όπως ήταν αναμενόμενο για την Donatella και την Rosaria, η ζωή τους, οι συνήθειες και η φήμη τους διαλύθηκαν. Τελικά, χάρη στην προσωπική μάχη της Donatella, το δικαστήριο καταδίκασε τους τρεις βασανιστές σε ισόβια κάθειρξη. Οι Ιταλοί ξύπνησαν για πρώτη φορά σε μια πιο μοντέρνα και ευαίσθητη χώρα για τα δικαιώματα του φύλου. Του ανθρώπου.

 

Η Donatella Colasanti, της οποίας ολόκληρη η ζωή σημαδεύτηκε από τη νύχτα στο Circeo, δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν απέκτησε ποτέ παιδιά, πέθανε από καρκίνο σε ηλικία 47 ετών, το 2005. Η γυναίκα που σώθηκε προσποιούμενη ότι είναι νεκρή, πέρασε τη ζωή της προσποιούμενη ότι είναι ζωντανή.

Angela Marino, Stuprate e torturate a morte dai tre 'bravi ragazzi' dei Parioli: il massacro del Circeo

 

 

 

H Donatella, τη στιγμή που την βγάζουν οι καραμπινιέρι από το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου των δολοφόνων. Φωτογράφος άγνωστος (;).

 

 

 

 

Το έγκλημα στο Circeo, επιστροφή στη βίλα της φρίκης, 45 χρόνια μετά

 

 

Ρώμη, συνοικία Eur., Σεπτέμβρης 1975

 

 

Valeria Teodonio

La Repubblica, 29.09.2020

 

 

 

Η Rosaria Lopez είναι 19 ετών, δουλεύει ως σερβιτόρα. Η φίλη της Donatella Colasanti, φοιτήτρια, είναι δύο χρόνια νεότερη. Προέρχονται από την περιφέρεια, από απλές οικογένειες. Γνωρίζονται με δύο νεαρούς άνδρες της καλής κοινωνίας της Ρώμης, τον Gianni Guido και τον Angelo Izzo. Φαίνονται ευγενικοί και καλοί. Ο Izzo σπουδάζει ιατρική, αρχιτεκτονική ο Guido. Το βράδυ της 29ης Σεπτεμβρίου, τα κορίτσια προσκαλούνται σε μια βίλα στο Circeo, στο σπίτι ενός φίλου των δύο, του Andrea Ghira. Δεν έχουν ιδέα τι πρόκειται να ακολουθήσει. Τις βρίζουν, τις βιάζουν, τις βασανίζουν, τις σπάνε στο ξύλο. Ολη νύχτα. Και όλη την επόμενη μέρα. Η Rosaria πεθαίνει, πνίγεται μέσα στην μπανιέρα του μπάνιου. Η Ντοντέλλα προσποιείται τη νεκρή. Την κλειδώνουν στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου μαζί με το άψυχο σώμα της φίλης της. Θα σωθεί, και θα μπορέσει να τα διηγηθεί όλα. Αλλά θα παραμείνει σημαδεμένη για πάντα.

 

Η αυλόπορτα είναι σκουριασμένη, η μεσογειακή βλάστηση την έχει σχεδόν καταπιεί και λίγοι γνωρίζουν ακριβώς πού είναι. Εκείνη την ημέρα οι καραμπινιέροι είδαν άφθονα νερά να ξεχύνονται μέσα από ένα σπίτι, μπήκαν μέσα και  βρήκαν τη μητέρα και τον αδελφό του Ghira να ξεπλένουν τα αίματα από το πάτωμα.

 

Από τη μικρή πλατεία του San Felice Circeo έως τη via della Vasca Moresca, η απόσταση είναι μόλις πέντε χιλιόμετρα. Όχι περισσότερο από ένα τέταρτο της ώρας με το αυτοκίνητο. Χρειάζεται να πάρεις τη via del Faro, με την εκπληκτική θέα στη θάλασσα, στη συνέχεια τη via delle Batterie, βυθισμένη στην πυκνή μεσογειακή βλάστηση του ακρωτηρίου και, τέλος, τον δρόμο που καταλήγει σε ένα χωματόδρομο που διάνοιξαν οι δασοφύλακες για πυροπροστασία, το οποίο παρουσιάζει λίγη κίνηση το καλοκαίρι και είναι εντελώς ερημωμένο τις υπόλοιπες εποχές.
 

Ανάμεσα στις βελανιδιές, τους θάμνους των φυλλίκιων, τους σχοίνους και τους ράμνους, η σιωπή είναι απόκοσμη. Και είναι ακριβώς εδώ, σε μια από τις βίλες μαυριτανικού στιλ, την Villa Ghira, πιο κρυμμένη από τα βλέμματα από άλλες, που πριν από 45 χρόνια δύο νεαρές Ρωμαίες από τη λαϊκή συνοικία Montagnola βιάστηκαν και βασανίστηκαν: η Rosaria Lopez και η Donatella Colasanti, 19 και 17 ετών.

 

Δύο μέρες κόλασης και ανείπωτης βίας έληξαν με τον φόνο της πρώτης και με πληγές στην ψυχή τόσο βαθιές για τη δεύτερη που δεν μπόρεσε να επιστρέψει σε μια φυσιολογική ζωή, βασανισμένη και στοιχειωμένη από τη φρίκη αυτή μέχρι την ημέρα του θανάτου της πριν από δεκαπέντε χρόνια, στο τέλος μιας εξαντλητικής μάχης με τον καρκίνο. Έκτοτε, αυτή η απομακρυσμένη γωνιά του Εθνικού Πάρκου Circeo έχει συσχετιστεί με τη σφαγή και το κτίριο που τώρα έχει θαφτεί μέσα στο πράσινο έγινε γνωστό ως η βίλα του τρόμου. 

 

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1975, η Rosaria και η Donatella, που για τους δολοφόνους δεν ήταν τίποτα περισσότερο από δύο κακομοίρες των προαστίων πάνω στις οποίες θα έβγαζαν τα ζωώδη ένστικτά τους, προσεγγίστηκαν με ύπουλο τρόπο στον San Felice. Η 19χρονη, που καταγόταν από το Agrigento και είχε γραφτεί σε ένα μάθημα μηχανογράφησης της IBM, είχε συνδεθεί με την Donatella, μια φοιτήτρια ενός επαγγελματικού ινστιτούτου. Πάντα έβγαιναν μαζί, και μια εβδομάδα πριν, μετά το σινεμά, είχαν δεχτεί να πάνε στο σπίτι ενός αγοριού που είχε συστηθεί ως Carlo, ο οποίος όμως στην πραγματικότητα ήταν ένα από τα αγόρια της καλής κοινωνίας της Ρώμης που είχε ήδη καταδικαστεί για βίαια αδικήματα που είχε διαπράξει με τους δολοφόνους.

 

Η δεκαεπτάχρονη τού είχε αφήσει τον αριθμό τηλεφώνου της. Ακολούθησε ένα ραντεβού με τον "Carlo" και δύο από τους φίλους του, τον Angelo Izzo και τον Gianni Guido. Οι νέοι συμφωνούν να συναντηθούν ξανά, αλλά τότε εμφανίστηκαν μόνο οι Izzo και Guido. Βρίσκονται στο Eur, κοντά στο εστιατόριο Il Fungo, και προτείνουν στη Rosaria και τη Donatella μία βόλτα στο Lavinio, για να πάνε σε ένα πάρτι στο σπίτι του Carlo. Ξεκινά μια αντίστροφη μέτρηση που δεν θα αφήσει καμία διέξοδο στα δύο κορίτσια και που θα αλλάξει την ιστορία της Ιταλίας, οδηγώντας σε μία αυστηρότερη αντιμετώπιση των ερευνών και των καταδικαστικών αποφάσεων για σεξουαλική βία.

 

Οι τέσσερις ανεβαίνουν στο Fiat 127 του Gianni Guido, ο οποίος επιταχύνει στην Pontina [επαρχιακός αυτοκινητόδρομος -σ.σ.], περνώντας κι από την Aprilia μπροστά από τα εργοστάσια Ghira του πατέρα του τρίτου δράστη της σφαγής. Πηγαίνουν στο Circeo, όχι στο Lavinio. Ο Izzo, με μία καταδίκη ήδη για απαγωγή και σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, αλλά ελεύθερος υπό όρους, και ο Guido, αμφότεροι φασίστες που συχνάζουν σε μπαρ τραμπούκων στην Piazza Euclide, έχουν τα κλειδιά της βίλας στη via della Vasca Moresa. Ανοίγουν και προσπαθούν αμέσως να ριχτούν στη Rosaria και τη Donatella, οι οποίες, συνειδητοποιώντας την κατάσταση, ζητούν να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Γι' αυτές είναι το τέλος.

 

Ο Guido βγάζει ένα όπλο. Οι δύο τους, για ακόμη μεγαλύτερο εκφοβισμό, παρουσιάζονται ως μέλη της συμμορίας των Μαρσεγιέζων, ανακοινώνουν την άφιξη του ιδιοκτήτη του σπιτιού, ισχυριζόμενοι ότι είναι το αφεντικό τους, ο Jacques Berenguer. Έπειτα έρχεται ο Andrea Ghira, ο τρίτος. Η Rosaria και η Donatella βιάζονται, ξυλοκοπιούνται, βασανίζονται, κλειδώνονται γυμνές στο μπάνιο, χωρίς νερό ή φαγητό. Στο τέλος, βάζουν το κεφάλι της Rosaria κάτω από νερό της μπανιέρας και την πνίγουν. Η Donatella, η οποία σύρεται μέσα από τα δωμάτια της βίλας με ένα σχοινί στο λαιμό, σώζεται προσποιούμενη τη νεκρή. Οι τρεις τους, όταν ο Guido επέστρεψε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα από τη Ρώμη όπου είχε πάει για για φαγητό, φορτώνουν τα δύο κορμιά στο Fiat 127 και κατευθύνονται προς την πρωτεύουσα.

 

Θέλουν να ξεφορτωθούν τώρα δύο πτώματα, όπως πιστεύουν. Ζητούν βοήθεια από τους "συντρόφους" και σταθμεύουν στη via Pola, στην συνοικία Nomentano. Η Donatella αρχίζει να παραπονιέται, στάζει αίμα από το πορτμπαγκάζ και ένας νυχτερινός φύλακας καλεί σε βοήθεια. Όταν οι καραμπινιέρια καταφθάνουν και ανοίγουν την πόρτα, έρχονται αντιμέτωποι με μια φρικτή σκηνή, που απαθανάτησε ένας ρεπόρτερ ο οποίος είχε σπεύσει στο σημείο, διαισθανόμενος ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί, Η εικόνα αυτή έγινε το σύμβολο της σφαγής. Ο Guido, βλέποντας ένα πλήθος ανθρώπων γύρω από το αυτοκίνητό του, πλησιάζει και αμέσως προσπαθεί να δραπετεύσει, αλλά συλλαμβάνεται. Ο Izzo καταλήγει κι αυτός σύντομα με χειροπέδες. 'Οσο για τον Ghira, αυτός το σκάει και χάνονται τα ίχνη του.

 
 

Οι καραμπινιέρι συγκεντρώνουν τις πρώτες πληροφορίες από τη διήγηση της Donatella. Δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί η βίλα. Στο ακρωτήριο υπάρχουν δεκάδες και δεκάδες τέτοιες. Ωστόσο, η διαίσθηση των αστυνομικών αποδεικνύεται καθοριστική. Αντικρύζουν έναν χείμαρρο που ξεχύνεται από μία από αυτές τις ιδιοκτησίες. Μπαίνουν και βρίσκουν τη μητέρα και τον αδερφό του Ghira να προσπαθούν να καθαρίσουν τα πάντα, να εξαφανίσουν τα αίματα που λεκιάζουν κάθε γωνία.

 

Στην βίλα αυτή, μετά από ένα μήνα, η Donatella Colasanti θα αναγκαστεί να επιστρέψει για την αναπαράσταση μαζί με δικαστές, καραμπινιέρους, δικηγόρους και ιατροδικαστές. Ένα ακόμη βασανιστήριο. Οι τρεις δολοφόνοι θα καταδικαστούν σε ισόβια κάθειρξη. Ο Izzo, ο οποίος αργότερα τέθηκε σε καθεστώς ημι-ελευθερίας, σκότωσε στη συνέχεια δύο άλλες γυναίκες, και είναι τώρα έγκλειστος στη φυλακή Velletri, όπου περνά τις μέρες του καταβροχθίζοντας βιβλία και φαγητό. Ο Guido αφέθηκε ελεύθερος πριν από έντεκα χρόνια, παρά το γεγονός ότι είχε γίνει επίσης ο πρωταγωνιστής πολλών αποδράσεων, και ο Ghira, που εξακολουθούσε να διαφεύγει, αναγνωρίστηκε μόλις το 2005 ως ο άνθρωπος που είχε πεθάνει από υπερβολική δόση έντεκα χρόνια νωρίτερα στη Melilla, με το όνομα Massimo Testa de Andres, μετά την εκδίωξή του από την ισπανική ξένη λεγεώνα όπου είχε ενταχθεί. Μια υπόθεση που εξακολουθεί να παρουσιάζει αρκετές σκιές παρότι μία δεύτερη έρευνα επιβεβαίωσε ότι τα εκταφθέντα υπολείμματα ήταν όντως του δολοφόνου.

 

Η μαυριτανική βίλα είναι τώρα ακατοίκητη. Η πύλη είναι σκουριασμένη, η μεσογειακή βλάστηση την έχει σχεδόν καταπιεί και λίγοι γνωρίζουν την ακριβή τοποθεσία της. Αλλά εδώ και αρκετό καιρό δεν ανήκει πια στους Ghira. Η Maria Cecilia Angelini Rota, η μητέρα του Andrea Ghira, 25 χρόνια μετά από το φρικτό έγκλημα που έλαβε χώρα στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1975, την πούλησε σε μια ηλικιωμένη γυναίκα από το Piemonte και η ιδιοκτησία μεταβιβάστηκε στη συνέχεια στον γιο της, έναν 80χρονο αρχιτέκτονα. Επισήμως η βίλα της φρίκης είναι το τεχνικό γραφείο του επαγγελματία. Χωρίς αριθμό τηλεφώνου για να επικοινωνήσει κανείς μαζί του και χωρίς να τον γνωρίζει κανείς στο Επιμελητήριο της Latina στο οποίο έχει εγγραφεί. Η Περιφέρεια αποφάσισε πριν από ένα μήνα να μετατρέψει το σπίτι που είχε αγοράσει η Donatella Colasanti στο Sezze, στην Latina, σε κέντρο κατά της βίας.

Valeria Teodonio

 

 

Rosaria Lopez - Donatella Colasanti

 

Δεξιά, ο Angelo Izzo, ο ένας από τους τρεις δολοφόνους. Φωτ. ANSA/Corriere Roma

*



 

 

Από το Circeo στην Ostia. Ο Παζολίνι και οι 30 μέρες που άλλαξαν την Ιταλία.

 

 

Giuseppe Frangi

28.10.2015

 

 

 

'Ενα απαίσιο έγκλημα βίας διαπράχθηκε κατά δύο κοριτσιών από προάστια. Η μία σκοτώθηκε, η άλλη επέζησε επειδή προσποιήθηκε ότι είναι νεκρή. Οι τρεις υπεύθυνοι, που ήταν γόνοι της Roma bene [της καλής κοινωνίας της Ρώμης -σ.σ.], χαρακτηρίστηκαν αμέσως ως "fascisti e pariolini" [αστοί, εκ της αστικής συνοικίας Parioli - σ.σ.]. Φαινόταν το τέλειο σενάριο ενός εγκλήματος που έβαζε αντιμέτωπους πλούσιους και φτωχούς, αριστερά και δεξιά. Αλλά μέσα από τον χορό της αγανάκτησης υψώθηκε μία αιρετική φωνή: αυτή του Πιερ Πάολο Παζολίνι. Ο οποίος, αντίθετα, είδε σε αυτό το επεισόδιο το σημάδι μιας ανθρωπολογικής εκτροπής που άγγιζε όλους τους νεαρούς Ιταλούς, χωρίς ταξικές διακρίσεις. Μία μεγάλη διαμάχη ξέσπασε με αφορμή τις θέσεις του. Σήμερα, 40 χρόνια μετά, αυτές οι τέσσερις δραματικές εβδομάδες, που κορυφώθηκαν στις 2 Νοεμβρίου με τον τραγικό θάνατο του Παζολίνι, ανασυστάθηκαν σε ένα βιβλίο του Fabio Pierangeli. [...]

 

Fascisti και pariolini

 

'Ηταν μια εποχή βίαιων ιδεολογικών συγκρούσεων στην Ιταλία. Γι' αυτόν τον λόγο, την επόμενη μέρα η  καταδίκη ήταν ουσιαστικά ομόφωνη, καθώς όλοι έβλεπαν σε αυτό το άγριο επεισόδιο μια αναβίωση της νεοφασιστικής βίας και τρομοκρατίας από τρεις νεαρούς pariolini. Όλα τα κομμάτια ταίριαζαν απόλυτα: τα δύο κορίτσια από τα προάστια, ακόμα παρθένα, είχαν πέσει στην παγίδα τριών "τεράτων" που ενσάρκωναν ό, τι χειρότερο είχε να επιδείξει ο δεξιός φαλλοκρατισμός. Ο πλούτος των οικογενειών που εμπλέκονταν, το περιφρονητικό ύφος με τον οποίο εμφανίστηκαν οι κατηγορούμενοι, αυτή η αίσθηση ατιμωρησίας που φαινόταν εγγυημένη από συγκαταβατικούς κρατικούς μηχανισμούς ολοκλήρωσαν την εικόνα. Φαινόταν σαν μια ανάγνωση διαψεύσεων, με την οποία όλοι, με διάφορες αποχρώσεις, είχαν ταυτιστεί. 'Ωσπου στις 8 Οκτωβρίου, σε μία σελίδα της Corriere della Sera εμφανίστηκε ένα άρθρο που αποτελούσε μία εντυπωσιακή παραφωνία. Το υπέγραφε ο Πιερ Πάολο Παζολίνι. Ο τίτλος δεν φαινόταν καθόλου να αναφέρεται στην άγρια περίπτωση του Circeo: "Το Accattone μου στην τηλεόραση μετά τη γενοκτονία". Στην πραγματικότητα, η πρώτη του μεγάλη ταινία, που γυρίστηκε το 1962, μεταδόθηκε στην τηλεόραση, δίνοντας αφορμή στον Παζολίνι για έναν προβληματισμό σχετικά με τον ανθρωπολογικό σεισμό που είχε συμβεί εκείνη την περίοδο. Θυμόταν: "Δεν υπήρχε ούτε μια στιγμή της ημέρας - στην ζώνη των προαστίων που απαρτίζουν μία μεγαλοπρεπή μητρόπολη της πλέμπας - που να μην ακούγεται στους δρόμους μία "γλωσσική εφεύρεση".

 

Ο Παζολίνι έγραφε ότι οι συμπεριφορές των νέων, αν και σε διαφορετικά κοινωνικά επίπεδα, ήταν πανομοιότυπες. Οι Pariolini και οι borgatari [νέοι των προαστίων -σ.σ.] είχαν μολυνθεί από την ίδια βιαιότητα.

 

Τι συνέβαινε τώρα σε αυτό το αστικό υποπρολεταριάτο; "Είναι επίσης καλά παιδιά. Αλλά δεν είναι πλέον συμπαθητικά", έγραψε ο Pasolini. "Είναι λυπημένα, νευρωτικά, αβέβαια, γεμάτα μικροαστικές ανησυχίες· ντρέπονται να εργάζονται· προσπαθούν να μιμηθούν τα "παιδιά του μπαμπά", τους "απατεώνες". Ναι, σήμερα βλέπουμε την εκδίκηση των "παιδιών του μπαμπά". Είναι αυτοί που πραγματοποιούν σήμερα το κατευθυντήριο μοντέλο". Αλλά το απόσπασμα που έμελλε να πυροδοτήσει τη διαμάχη ήταν το ακόλουθο: "Ο αναγνώστης συγκρίνει χαρακτήρες σαν τους νεοφασίστες pariolini που διέπραξαν τη φρικτή σφαγή σε μια βίλα στο Circeo, με χαρακτήρες των προαστίων της Tor Pignattara, λόγου χάρη, που σκότωσαν έναν οδηγό χτυπώντας το κεφάλι του στην άσφαλτο: σε δύο διαφορετικά κοινωνικά επίπεδα, αυτά τα πρόσωπα είναι πανομοιότυπα: αλλά "τα μοντέλα" είναι οι πρώτοι, οι γιοι αυτοί των μπαμπάδων, που για τόσο καιρό - για αιώνες - χλευάζονταν και περιφρονούνταν από τα αγόρια των προαστίων, που τους θεωρούσαν αξιοθρήνητα μηδενικά. Ενώ ήταν περήφανοι για αυτό που ήταν οι ίδιοι: για την "κουλτούρα" τους, η οποία τους έδωσε χειρονομίες, μίμηση, λόγια, συμπεριφορά, γνώση, όρους για να κρίνουν".

 

Ο Καλβίνο, ο Μοράβια και οι φίλοι

 

Και άνοιξαν οι ουρανοί! Η στάση τουΠαζολίνι προκάλεσε έναν πραγματικό σεισμό στους κόλπους της ιταλικής κουλτούρας, ιδίως της αριστεράς, συνηθισμένης στην πραγματικότητα να κατασκευάζει ιδεολογικές θέσεις συμβατές και με τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Από εκείνη την 8 Οκτωβρίου, ξεκίνησαν πύρινες εβδομάδες για τον Παζολίνι, που αργότερα θα ήταν και οι τελευταίες εβδομάδες της ζωής του. Έναν δραματικό crescendo τοποθετήσεων και επιθέσεων προήλθε κι από παντοτεινούς του φίλους, όπως Καλβίνο και ο Μοράβια, οι οποίες αναφέρονται σε ένα παθιασμένο βιβλίο, γραμμένο από τον Fabio Pierangeli, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Tor Vergata και μεγάλο γνώστη του συγγραφέα από το Friouli. Ένα βιβλίο με τον εμβληματικό τίτλο: "Η εποχή της πίστης έχει τελειώσει". Στην πραγματικότητα, από τις επόμενες ημέρες στις εφημερίδες, ειδικά εκείνες της αριστεράς, μια πραγματική επίθεση εξαπολύθηκε ενάντια στις θέσεις του Παζολίνι για το Circeo, οι οποίες στιγματίστηκαν, μερικές φορές και με δόση σαρκασμού. "Η Elisabetta Rasy, για να δώσω ένα παράδειγμα, υπήρξε πολύ σκληρή, με την παρέμβασή της στην Paese Sera", λέει ο Pierangeli. "Κατάκρινε τον Παζολίνι και τα τελευταία του άρθρα ως μία αξιολύπητη μεταμέλεια, δημοσιογραφικά παράδοξα χωρίς νόημα, ένα βήμα πιο κάτω από την Καρδιά [αναφορά στον Σπινόζα -σ.σ.-]". Ο Καλβίνο, από την πλευρά του, εκφράστηκε με ένα σχόλιο στις 8 Οκτωβρίου, και με τρόπο απίστευτο στις ίδιες σελίδες της Corriere della Sera, στιγματίζοντας το εγκληματικό περιθώριο της νεοφασιστικής δεξιάς, επικίνδυνα διαδεδομένο στην Ιταλία και την Ευρώπη. Εν τω μεταξύ, σε μια ιδιωτική επιστολή προς τον Κάρλο Κασόλα, ο Καλβίνο παραπονιόταν ότι ορισμένοι συγγραφείς όπως ο Παζολίνι είχαν τρελαθεί με τις εφημερίδες. "Παρεμβαίνουν πάρα πολύ και διογκώνουν όσα έχουν να πουν", έγραψε. Ο Pierangeli ανασυνθέτει: "Η απογοήτευση του Καλβίνο με τα γεγονότα του Circeo, που απηχούν πολλά άρθρα στις προοδευτικές εφημερίδες, έχει να κάνει με την εξάπλωση της φασιστικής βίας των νέων, ειδικά στη Ρώμη, σε ένα κλίμα απόλυτης ανεκτικότητας που, ωστόσο, δεν σχετίζεται με την ψεύτικη ανοχή για την οποία μιλάει ο Πασολίνι, αλλά προέκυψε από ένα περιβάλλον που απολαμβάνει ευρεία ατιμωρησία, που συνδέεται ουσιαστικά με το φασιστικό παρελθόν που δεν έχει εξαλειφθεί οριστικά". Ο Καλβίνο, όπως επισημαίνει πάντα ο Pierangeli, "ξεκίνησε από την ίδια παρατήρηση μιας ηθικής αδράνειας, αλλά στη συνέχεια την περιόρισε στην μεγαλοαστική τάξη που συγγενεύει με τον φασισμό". Και παραθέτει τα λόγια του συγγραφέα από τη Liguria: "... ο πραγματικός κίνδυνος προέρχεται από την εξάπλωση καρκινικών στρωμάτων στην κοινωνία: υπάρχει ένα μέρος της ιταλικής αστικής τάξης που ζει και ευδοκιμεί και πολλαπλασιάζεται χωρίς την παραμικρή αίσθηση του τι σημαίνει να ανήκω στην κοινωνία... Το να λέμε ότι μόνο ένα βήμα χωρίζει την ηθική αδράνεια και την κοινωνική ανευθυνότητα από τον βασανισμό και τη σφαγή των κοριτσιών με τα οποία βγαίνεις ένα βράδυ μπορεί να φαίνεται σαν μια από τις συνηθισμένες υπερβολικές γενικεύσεις των ηθικολόγων, αλλά έχουμε κάτω από τα μάτια μας το βιογραφικό και τη γλώσσα αυτών των νέων, αντιπροσωπευτικά δείγματα - όπως λένε - της πελατείας ενός μπαρ όπου συχνάζουν νέοι του ιδίου φυράματος".

 

Η επίθεση του Πιερ Πάολο

 

Ο Παζολίνι περίμενε μια εβδομάδα για να προεκτείνει την ανάγνωσή του των γεγονότων  Circeo. Το έκανε πρώτα στο Il Mondo στις 16 Οκτωβρίου, και πάλι στην Corriere στις 18 Οκτωβρίου, και την ίδια ημέρα στο εβδομαδιαίο περιοδικό Epoca, υποστηρίζοντας μία ανακατασκευή της βιογραφίας των τριών βιαστών που υπέγραφε η Sandra Bonsanti.

 

Στην Epoca, ο Παζολίνι πιάστηκε από τις ζωντανές ειδήσεις, επισημαίνοντας μια γενική ιταλική ανθρωπολογική κατάσταση, ξεκινώντας από την διαπίστωση ότι οι μισοί, ίσως και περισσότεροι από τους νέους Ιταλούς ήταν καλά παιδιά, αλλά "γκρίζα, νευρωτικά, εσωστρεφή. Και η δυστυχία, όπως λέει ο Σπινόζα, είναι "μια κατάσταση κατωτερότητας της ανθρώπινης καρδιάς". Οι άλλοι μισοί θα μπορούσαν να είναι εγκληματοειδείς, το προϊόν της αποτυχίας της ανοχής, ή μάλλον, για να είμαστε σαφείς", διευκρινίζει ο Παζολίνι, "μιας ψεύτικης ανοχής. Ένα καθαρά ιταλικό φαινόμενο, το οποίο στη Ρώμη γίνεται εντυπωσιακό, ακόμη και τραγικό για εκείνους που πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι αυτή που ήταν η ωραιότερη πόλη του κόσμου είναι τώρα αποκρουστική". "Δεν είναι αλήθεια, εκτός κι αν αυτό μας είναι αδιάφορο, ότι ένα μαχαίρι έχει την ίδια αξία με ένα άλλο μαχαίρι", έγραψε ο Παζολίνι, κλείνοντας την παρέμβασή του στην Epoca. "Οι μαχαιριές της μεταπολεμικής ναπολιτάνικης μαφίας είναι πολύ διαφορετικές από τις νεοφασιστικές μαχαιριές των pariolini ή του νέου υποπρολεταριάτου της Ρώμης, και αυτές με τη σειρά τους είναι πολύ διαφορετικές από τις μαχαιριές των Πορτορικανών της Νέας Υόρκης. Κάποιος θα μπορούσε υποθετικά να επιλέξει. Και είμαι βέβαιος ότι το να σε μαχαιρώσει ένας νεοφασίστας pariolino ή ένας αλήτης από τον Tor Pignattara δεν έχει και μεγάλη διαφορά". Στις 19 Οκτωβρίου, ο Παζολίνι επανέρχεται στην Corriere. Ο τίτλος εξακολουθεί να είναι αποστασιοποιημένος: "Οι προτάσεις μου για το σχολείο και την τηλεόραση". Εξετάζοντας ένα περιστατικό σχετικά με τα γεγονότα του Circeo, επανέλαβε την αποψή του για την ουσιαστική ομοιομορφία των πράξεων των νέων, οι περισσότεροι από τους οποίους "αγνοούν την παραδοσιακή σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού και τείνουν στην αδιαλλαξία, στο τέλος της πίστης, κι αυτό αβίαστα, σχεδόν σαν κάτι το a priori: είτε είναι παραβατικοί, είτε είναι καλοί, είναι δυστυχισμένοι - η δυστυχία δεν είναι μία μικρή αμαρτία, θα έλεγα". Τέσσερις μέρες περνούν και, πάλι από τις στήλες της Corriere, ένας άλλος παλιός του φίλος, ο Αλμπέρτο Μοράβια, του απαντά. "Περισσότερο από αντιδραστικός, ο λόγος του Παζολίνι φάνηκε προ-Ραφαηλίτηκος στον Μοράβια: βαθύς, συναρπαστικός, αλλά άμα το δεις καλύτερα, αναπόσπαστο μέρος αυτής της ίδιας επανάστασης στην οποία αντιτάχθηκε", εξηγεί ο Fabio Pierangeli. "Το έγκλημα στο Circeo είναι ένα σαδιστικό έγκλημα ..." έγραψε ο Μοράβια. "Είναι σαδιστικό γιατί είναι ταξικό έγκλημα, δηλαδή, έγκλημα εκείνων που κατέχουν την εξουσία εναντίον εκείνων που δεν την έχουν. Η Rosaria Lopez σκοτώθηκε κυρίως επειδή ήταν από προάστιο. Από την άλλη πλευρά, το έγκλημα του Circeo είναι έγκλημα καταπιεσμένων ανθρώπων (η καταπίεση πρέπει να αναγνωριστεί πρωτίστως στον προγραμματισμό, δηλαδή στην παρουσία ενός επιβραδυντικού στοιχείου στοχαστικής σκληρότητας)".

 

Η εμπορευματοποιημένη γυναίκα

 

Ο Παζολίνι θέλει να διατηρήσει αποστάσεις: δεν θέλει να προβεί σε θεωρητικό αφήγημα, γνωρίζει καλά την πραγματικότητα των γεγονότων: γράφει ότι γνώριζε προσωπικά τον αδελφό της Rosaria Lopez, ένα πολύ αγχωμένο αγόρι, τέλειο μιμητή των βασανιστών της αδερφής του, με το κόκκινο αγωνιστικό του αυτοκίνητο. Θα ήθελε να είναι οπερατέρ. Στις 22 Οκτωβρίου, ήταν η σειρά της Dacia Maraini, της τότε συντρόφου του Μοράβια, να αντικρούσει τον Παζολίνι σε μια αντιπαράθεση που ο Pierangeli συγκρίνει με έναν πραγματικό αγώνα μποξ. Είναι φίλοι από παλιά. Επιπλέον, μοιράζονται ένα σπίτι με τον Μοράβια στη Sabaudia, όχι μακριά από το περιβόητο έγκλημα του Circeo. Πρόκειται για ένα θέμα "υψηλής τάσης": το γυναικείο σώμα. Ο Παζολίνι δεν κάνει εκπτώσεις, λέει ότι η αστική κουλτούρα της "ψεύτικης ανοχής" έχει πουλήσει το γυναικείο σώμα.

 
"Γι' αυτόν", εξηγεί ο Pierangeli, "οι αστοί έχουν συνηθίσει να θεωρούν τις γυναίκες ως αισθησιακό αντικείμενο, που υποδηλώθηκε με τις νόρμες και τον κώδικα που του δόθηκαν". "Η ψεύτικη ανεκτικότητα μέσα σε μια ψεύτικη δημοκρατία είναι ακόμη χειρότερη από την συνήθη καταπίεση, χωρίς ευφημισμούς ...", λέει ο Παζολίνι στην αντιπαράθεσή του με την Dacia Maraini. [...] Το συμπέρασμά του είναι ριζοσπαστικό: "Η ανοχή είναι η πιο σκληρή πτυχή της ψεύτικης δημοκρατίας. Θα σου πω ότι είναι ακόμη πιο ταπεινωτικό να γνωρίζεις την "ανοχή" παρά την απαγόρευση, κι ότι η ανεκτικότητα είναι η χειρότερη μορφή καταστολής". Υπάρχει ακόμη χρόνος για μια τελική διαμάχη. Από τις σελίδες του Mondo, στις 30 Οκτωβρίου, ο Παζολίνι δημοσιεύει μία "Λουθηρανική Επιστολή προς τον 'Ιταλο Καλβίνο". Το συμπέρασμά του μοιάζει με σκοτεινό προαίσθημα. "Ε λοιπόν, οι "φτωχοί" των ρωμαϊκών προαστίων και οι "φτωχοί" μετανάστες, δηλαδή οι νέοι του λαού, μπορούν και στην πραγματικότητα (όπως λένε οι ειδήσεις με τρομακτική σαφήνεια) να κάνουν τα ίδια πράγματα που έκαναν οι νέοι του Parioli: και με το ίδιο πνεύμα που είναι το αντικείμενο της  δικής σου "περιγραφικότητας" ... Η ατιμωρησία όλα αυτά τα χρόνια για τους αστούς εγκληματίες και ειδικά τους νεοφασιστές δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την ατιμωρησία για τους εγκληματίες των προαστίων". Τρεις ημέρες μετά, στις 2 Νοεμβρίου, ο Παζολίνι θα έπεφτε νεκρός στα χέρια μιας ομάδας αγοριών των προαστίων. [...]

Giuseppe Frangi

 

Μτφ. Σ.Σ.

 

Ο Παζολίνι με τον Αλμπέρο Μοράβια.

Αλμανάκ