Σαν σήμερα

«Όσα έζησα στο πογκρόμ της Πόλης»

Μια Ελληνίδα της Πόλης θυμάται τον 9χρονο εαυτό της στην πιο μαύρη μέρα του Ελληνισμού στην Τουρκία ― και τα διηγείται στην κόρη της, δεκαετίες μετά.

Γενί Τσαρσί - Αγά Χαμάμ, 6 Σεπτεμβρίου απόγευμα, 1955

«… Όταν έγινε ό,τι έγινε ήμουν 9 χρονών. Θυμάμαι λίγα, που εμένα μου φαίνονται κάποτε πολλά, κάποτε στενοχωριέμαι που δεν τα θυμάμαι όλα. Πολλά, γιατί είναι η κλωστή που μας έφερε μέχρι εδώ, μέχρι την απέλασή μας το 1964. Λίγα, γιατί ξεθώριασαν ονόματα και άνθρωποι και συγγενείς και μέρη που πηγαίναμε και φαγητά και γεγονότα.

 

Από το Τύνελ μέχρι το Ταξίμι, βρίσκονταν τα πιο καλά, τα πιο ωραία μαγαζιά της Πόλης εκείνη την εποχή. Το Vakko με τα πιο όμορφα υφάσματα που είχες δει ποτέ και με είδη ρουχισμού, το Μπαϊλάν στο Μπέιογλου, το πιο μπερικετλίδικο ζαχαροπλαστείο, το Χατζιμπεκίρ που είχε τα πιο ονομαστά λουκούμια, γεμιστά με καϊμάκι μέσα, το Ιντζί με τα προφιτερόλ, αυτό ήταν σε κάποιο στενό που τώρα πια δεν θυμάμαι, το Crystal με κρυστάλλινα είδη, ένα ανθοπωλείο που δεν θυμάμαι πώς το λένε πια. Είχε τους πιο όμορφους λαλέδες (σ.σ.: τουλίπες) και τις πιο μεγάλες ορχιδέες. Δεν ξανάδα ποτέ τέτοιες. Έλληνες, Βούλγαροι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Τούρκοι έμποροι, οι καλύτεροι του εμπορίου είχαν μαγαζιά εκεί.

 

Όλα τα άλλα τα θυμάμαι θολά, μέχρι την ώρα που ακούσαμε τις κραυγές του όχλου που πλησίαζε και πλέον κατέφθανε στον δικό μας δρόμο. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να με τραβάει από το μπαλκόνι και σηκωτή να με βάζει μέσα. Είχα πεταχτεί έξω να δω τι συμβαίνει. Όλοι μας. Τους βλέπαμε από τα μπαλκόνια.

 

Εμείς μέναμε στο Αγά Χαμάμ, κοντά στο ελληνικό προξενείο. Εκείνο το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου είχαμε πάει επίσκεψη στη θεία μου, που έμενε στο Γενί Τσαρσί, απέναντι από τη βρύση που ήταν γνωστή ως Χαμιντιέ Τσεσμεσί. Εκεί ήταν το σπίτι τους, ένα αρχοντικό δίπατο. Ήταν παντρεμένη με τον γνωστό –εκείνη την εποχή– Ιταλό αρχιτέκτονα Ballati, που είχε φτιάξει ένα τεράστιο οίκημα. Στο ισόγειο ήταν τα γραφεία, τον πρώτο όροφο τον νοικιάζανε και στον δεύτερο έμενε το ζευγάρι. Στην πίσω πλευρά βρισκόταν το εργοτάξιό του. Την είσοδο καπάκωνε μία τεράστια σκαλιστή ξύλινη πόρτα. Πάνω της ήταν καρφωμένα δύο μεγάλα χέρια μπρούτζινα για να χτυπάς. Μ’ άρεσε να χτυπάω την πόρτα μ’ αυτά και τότε δεν έφτανα καν μέχρι εκεί για να το κάνω, έπρεπε κάποιος να με σηκώσει.

 

Αριστερά: Η μητέρα μου στα 7 της χρόνια "μονίμως, μ' έναν φιόγκο στο κεφάλι". Επάνω: Η θεία Αναστασία

 

Ο κόσμος ήταν ωραίος, ανυποψίαστος τότε. Ντυνόταν ωραία, είχε σύστημα σε ό,τι έκανε από το πρωί έως το βράδυ, δούλευε πολύ, αλλά διασκέδαζε, βοηθούσε, τον ενδιέφερε να φτιάξει μαγαζιά, να κινήσει το εμπόριο, να προκόψει. Οι γυναίκες ήταν αλλιώς. Ούτε σεμνότυφες, ούτε ελαφρές. Είχε αρχίσει να σιάχνεται η εικόνα μιας ωραίας δυνατής ντάμας που ήξερε απ' όλα: από το σπίτι κι από τη ζωή. Αυτό ενοχλούσε κάπως, αλλά κάποιες Τουρκάλες είχαν ήδη αρχίσει να ξεπατικώνουν αυτό το μοντέλο. Έψαχναν ωραία φορέματα, έσιαχναν τα μαλλιά τους ευρωπαϊκά.  

 

Δεν θυμάμαι καθαρά, αλλά εκείνη η μέρα είχε ταραχή από το πρωί, από την προηγούμενη. Η τανσιόν (σ.σ.: πίεση) του μπαμπά ήταν ανεβασμένη από το πρωί, το λέγανε στη σάλα και θυμάμαι το όνομα του Μεντερές να ακούγεται πολλές φορές στους ψιθύρους των μεγάλων. Θυμάμαι, επίσης, την ονομασία Κιμπρίς Τιρκτούρ Τζεμιγετί  (σ.σ.: πρόκειται για την τουρκική οργάνωση Κibris Türktür Cemiyeti, που σημαίνει η «Κύπρος είναι τουρκική», μία από τις οργανώσεις που πρωτοστάτησαν στις ‘αυθόρμητες’ εκδηλώσεις του όχλου εναντίον ξένων στην Πόλη το ‘55). Αυτά τα θυμάμαι γιατί στο σπίτι μας μέχρι τότε δεν συζητούσαν για πολιτικά, δεν ήταν φανατισμένοι οι άνθρωποι. Τότε δεν ήξερα τι ήταν αυτό και το λέγανε συνέχεια. Ξεκινήσαμε για το κεντιανό μας τσάι στο Γενί Τσαρσί, χωρίς φόβο και με τις ορμήνιες του μπαμπά να προσέχουμε πάρα πολύ.

 

Όπως κατεβαίναμε αριστερά στο Γενί Τσαρσί, υπήρχε ο Τσεσμές. Λίγο παρακάτω, στα αριστερά του Τσεσμέ ο μπαμπάς μου είχε εργαστήριο με λέβητες, καλοριφέρ και σωληνώσεις για όλες τις οικοδομές της Πόλης. Μέσα σ’ αυτό το εργαστήριο υπήρχαν οι πρώτες φιάλες οξυγόνου στην Πόλη, για τις οξυγονοκολλήσεις. Τέτοιες υπήρχαν και στο εργοτάξιο του θείου.

 

Köprü, 1948. Με θέα τον Βόσπορο.

 

Και στο αρχοντικό και στο εργαστήριο, υπήρχαν δύο Τούρκοι καπουτζήδες (σ.σ.: θυρωροί), πολύ καλά παιδιά που δούλευαν εκεί, έμεναν μέσα και ήταν υπεύθυνοι για τη φύλαξη των κτιρίων. Ο Μεχμέτ, που αν θυμάμαι καλά ήταν Κούρδος, και ο Σαλίχ. Και οι δύο οπλοφορούσαν.

 

Όλα τα άλλα τα θυμάμαι θολά, μέχρι την ώρα που ακούσαμε τις κραυγές του όχλου που πλησίαζε και πλέον κατέφθανε στον δικό μας δρόμο. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να με τραβάει από το μπαλκόνι και σηκωτή να με βάζει μέσα. Είχα πεταχτεί έξω να δω τι συμβαίνει. Όλοι μας. Τους βλέπαμε από τα μπαλκόνια. Ταξίμι, Μπέιογλου (σ.σ.: Πέρα), Γαλατά Σαράι, Τύνελ ήταν γεμάτα από πλήθος που είχαν φέρει από τα βάθη της Ανατολής. Όλες οι γυναίκες υπάκουσαν στο να μη πλησιάσουν στα τζάμια και όλα έκλεισαν βιαστικά, παντζούρια και φύλλα μπαλκονόπορτας.

 

Οι κραυγές είχαν δυναμώσει, εκείνο το κομμάτι του όχλου ήταν πια κάτω από το σπίτι μας και ωρυόταν να μάθει σε ποιον ανήκει το οίκημα. Απειλούν ότι θα το σπάσουν, αν δεν πάρουν απάντηση από τον καπουτζή. Ακούγαμε τη φωνή του, πολύ ήρεμη, να τους λέει: «Δεν πειράζετε τίποτα εδώ. Εδώ δεν μένουν ξένοι, μένουν και εργάζονται Τούρκοι. Όποιος τολμήσει να περάσει θα περάσει από πάνω μου».

 

Ο όχλος σε πλήρη δράση.

 

Δεν τον πιστεύουν. Έξω από το σπίτι υπήρχε μια ωραία ταμπέλα με χρυσά καλλιγραφικά γράμματα που έγραφε με λατινικά ψηφία την ιδιότητα του θείου, «Αρχιτέκτων Balladi». Ο Μεχμέτ επαναλαμβάνει τα ίδια και τραβάει περίστροφο. Ανοίγει λίγο την πόρτα και αφήνει να φανεί η μία φιάλη οξυγόνου που είχε καταφθάσει για τις δουλειές στο εργοτάξιο και δεν είχε προλάβει, είχε πει, να τακτοποιήσει προς τα μέσα. Η φωνή του εξακολουθούσε να είναι ήρεμη, αλλά πιο δυνατή.

 

“Hoşgeldiniz, sonra! Olürüz, ölürler” (μτφ: «Καλώς ήρθατε, λοιπόν. Πεθαίνουν αυτοί, πεθαίνουμε κι εμείς»). Είχε γυρίσει το όπλο προς τη φιάλη και σημάδευε. Λίγο αργότερα είχε πει στον μπαμπά μου ότι είχε προλάβει να δει τι έκαναν στο Πέρα και ήταν το μόνο που σκέφτηκε σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά. Γι’ αυτό άφησε τη μια μπουκάλα έξω.

 

Δεν βγήκαμε από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Με χίλιες προφυλάξεις, επιστρέψαμε στο Αγά Χαμάμ το επόμενο μεσημέρι. Θυμάμαι τη μητέρα μου να βγάζει το μαντίλι που συνήθως φορούσε στον λαιμό και να βάζει ένα πεσκίρι (σ.σ.: πετσετάκι) για να της συγκρατεί τον ίδρωτα που έτρεχε ποτάμι.

 

Επάνω: Η μητέρα μου, σε κάποια γιορτή. Και να σκεφτείς, ότι μικρή ήταν αγοροκόριτσο. Δεξιά: Η μητέρα μου, Ελένη, ο πατέρας μου, Θεόδωρος και ο παππούς Κωνσταντίνος

 

Απ’ όπου περάσαμε για να γυρίσουμε στο Αγά Χαμάμ, σπασμένα μαγαζιά και ζημιωμένες εκκλησίες. Είχανε βγάλει τα τόπια με τα υφάσματα στον δρόμο και τα σκίζανε με τα μαχαίρια, παντού πολύχρωμα κομματάκια πανιά, μικρά μικρά πάνω σε κρύσταλλα και εμπόρευμα από τα μαγαζιά που σπάσανε. Λόφοι ολάκεροι από καταστροφή. Σε όλο τον δρόμο από το Τύνελ μέχρι το Ταξίμι υπήρχαν εκκλησίες: δεξιά του δρόμου η καθολική Σάντα Μαρία, ο Σαν Αντόνιο και αριστερά η Εκκλησία της Παναγίας και, στο Ταξίμι πια, η Αγία Τριάδα. Την είχαν πειράξει. Μαθαίναμε ότι μπήκανε στα νεκροταφεία και έκαναν ασχήμιες που δεν βάζει ο νους. Ότι πειράξανε γυναίκες, άντρες και παιδιά.

 

Πρώτη φορά ένιωσα να μας μισούν, χωρίς να καταλαβαίνω ποιοι, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί. Οι άνθρωποι αγαπιούνταν μεταξύ τους εκεί, Τούρκος, Έλληνας, δεν είχε διαφορά. Υπήρχε προκοπή και αγάπη για το ωραίο. Γινόταν ζήτημα γιατί ένα παιδί έτρωγε κάτι και δεν έτρωγε και το διπλανό. Γιατί ο φιόγκος στα μαλλιά ήταν από εκείνη την κορδέλα κι όχι από την άλλη. Ο παππούς μου, ο Κωνσταντίνος, ήταν γευσιγνώστης κρασιών και κονιάκ και έμπορος μπαχαρικών. Ήταν από τους λίγους που εκείνη την εποχή κυκλοφορούσε με παϊτόνι (σ.σ.: άμαξα με άλογο) και είχε συναλλαγές με το Κάιρο. Υπήρχε άνεση, αλλά όχι επιδειξιμανία. Δεν ξιπάζονταν οι άνθρωποι, αλλά ζούσαν καλά. Και ήθελαν κι ο διπλανός, ο γείτονας, ο υπάλληλος, ο φίλος να ζει καλά. Όλο αυτό πήρε να αλλάζει εκείνη τη μέρα. Το πόσο μακριά θα πήγαινε η αλλαγή εγώ το έζησα, λίγα χρόνια μετά, με την απέλαση (το 1964). Αφήσαμε τα πάντα εκεί, τίποτα δεν ήταν το ίδιο, τίποτα δεν διορθώθηκε μέχρι σήμερα, νομίζω.

 

Ταξίμι, 1954, Θεόδωρος Βουτσάνης, ο πατέρας μου. Το να πεις ότι ήταν από τους πρώτους που έφερε λέβητες και σωληνώσεις στις οικοδομές της Πόλης εκείνη την εποχή, σήμερα ίσως να μη λέει τίποτα.

 

"Η νονά μου, η Έλλη, αδελφή του πατέρα μου. Ίσως από τις πιο κομψές γυναίκες της πόλης εκείνη την εποχή, αυτό που λέγανε τότε "θεωρητικές".

 

"Οι γυναίκες ήταν αλλιώς. Ούτε σεμνότυφες, ούτε ελαφρές. Είχε αρχίσει να σιάχνεται η εικόνα μιας ωραίας δυνατής ντάμας που ήξερε απ' όλα: από το σπίτι κι από τη ζωή".

 

Σε κάποιο πάρκο του Γαλατά Σαράι. " Έχουν περάσει τόσα χρόνια..."

 

Η μητέρα μου στα τα 15 της, στην πίσω αυλή του σχολείου της, στο St. Pulcherie.

 

"Μαζί με τη νονά Έλλη, για πρώτη φορά σε φωτογραφείο του Γαλατασαράι".

 

Οικογενειακώς, στο Εμίνονου

 

"Κοίτα εδώ και δες πόσο μοιάζουμε. Όπου και να τη δείξεις και να πεις ότι είσαι εσύ θα σε πιστέψουν". Η μητέρα μου στην Πρίγκηπο στα 17 της.

 

Η μητέρα μου στα 15 της στην Πρίγκηπο. Περίπου δυο χρόνια πριν την απέλαση του 1964.

 

Στο προαύλιο του σχολείου της, στα 17. Λεμονιές, σχοινιά γυμναστικής, καλόγριες...

 

Μαζί με τη μητέρα της, το 1958 στο Σίλε

 

"Απ’ όπου περάσαμε για να γυρίσουμε στο Αγά Χαμάμ, σπασμένα μαγαζιά και ζημιωμένες εκκλησίες. Είχανε βγάλει τα τόπια με τα υφάσματα στον δρόμο και τα σκίζανε με τα μαχαίρια, παντού πολύχρωμα κομματάκια πανιά, μικρά μικρά πάνω σε κρύσταλλα και εμπόρευμα από τα μαγαζιά που σπάσανε. Λόφοι ολάκεροι από καταστροφή".

 

 

* Η αφήγηση ανήκει στη μητέρα μου Μαρία-Κλάρα-Αναστασία-Ιωσηφίνα Γαλανοπούλου. Την άκουγα συχνά να αναφέρεται αποσπασματικά και πάντα συνοφρυωμένη, σαν να 'γινε χθες, σ' εκείνη τη μέρα. Το χρονικό εκείνης της μέρας, ίσως το λιγότερο πικρό απ' όσα έγιναν τότε, μου το αφηγήθηκε προχθές, ακόμη με θλίψη και ακόμη με σεμνότητα ανθρώπου που διστάζει να μοιραστεί ένα μικρό κομμάτι μιας τεράστιας, οδυνηρής ιστορίας. Γεννήθηκε στο Γαλατά Σαράι και στην Ελλάδα βρέθηκε το 1964, με την απέλαση που έμεινε γνωστή ως «20 δολάρια, 20 κιλά», καθώς οι απελαθέντες είχαν στη διάθεσή τους λίγες ώρες για να αφήσουν πάντα, ενώ μπορούσαν να πάρουν μαζί τους πράγματα βάρους 20 κιλών και λίρες αξίας 20 δολαρίων. 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

1943: Η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση γιορτάζει την επέτειο του «Όχι» στο Κάιρο

Αρχαιολογία & Ιστορία 1943: Η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση γιορτάζει την επέτειο του «Όχι» στο Κάιρο

28.10.2020
Το Ξυπόλυτο Τάγμα: Μια διαχρονική ιστορία για το παιδί, το τραύμα, την αλληλεγγύη

Αρχαιολογία & Ιστορία Το Ξυπόλυτο Τάγμα: Μια διαχρονική ιστορία για το παιδί, το τραύμα, την αλληλεγγύη

28.10.2020
Σοφία Σλήμαν: Η ζωή και η δράση της συζύγου του Ερρίκου Σλήμαν

Αρχαιολογία & Ιστορία Σοφία Σλήμαν: Η ζωή και η δράση της συζύγου του Ερρίκου Σλήμαν

27.10.2020
Καθημερινές ιστορίες δούλων στην αρχαία Ελλάδα

Αρχαιολογία & Ιστορία Καθημερινές ιστορίες δούλων στην αρχαία Ελλάδα

27.10.2020
Τα στοιχειά του δάσους

Αρχαιολογία & Ιστορία Τα στοιχειά του δάσους

25.10.2020
Χάρης Εξερτζόγλου: «Στην Ελλάδα καταναλώνουμε περισσότερο παρελθόν απ' ό,τι μπορούμε να χωνέψουμε»

Αρχαιολογία & Ιστορία Χάρης Εξερτζόγλου: «Στην Ελλάδα καταναλώνουμε περισσότερο παρελθόν απ' ό,τι μπορούμε να χωνέψουμε»

19.10.2020
Η Ελλάδα ως αγγλικό τσιφλίκι

Αρχαιολογία & Ιστορία Η Ελλάδα ως αγγλικό τσιφλίκι

17.10.2020
Η ζωή στα υποσιτισμένα χωριά της Ηπείρου το '40

Αρχαιολογία & Ιστορία Η ζωή στα υποσιτισμένα χωριά της Ηπείρου το '40

17.10.2020
Εκτελεστής, θύμα ή δωσίλογος; Θα μας πει ο αλγόριθμος.

Αρχαιολογία & Ιστορία Εκτελεστής, θύμα ή δωσίλογος; Θα μας πει ο αλγόριθμος.

15.10.2020
Νεφερτίτη: στα ίχνη της μυστηριώδους αρχαίας βασίλισσας

Αρχαιολογία & Ιστορία Νεφερτίτη: στα ίχνη της μυστηριώδους αρχαίας βασίλισσας

14.10.2020
9 Σχόλια
Φερόμενος 6.9.2016 | 09:51
Οι «πληγές του φθινόπωρου» , είναι μία τολμηρή (για την Τουρκία), Τουρκική ταινία του 2009, που αναφέρεται στο πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης τον Σεπτέμβριο του 1955. Είναι νομίζω και η μοναδική. Οι σκηνές της καταστροφής του όχλου, ειδικά οι σκηνές με τα ατελείωτα υφάσματα σκισμένα στους δρόμους που λέει και το άρθρο, είναι τρομακτικές και ενδεικτικές…
Το σχεδόν τελειωτικό κτύπημα για έναν πολιτισμό με στοιχεία αρχοντιάς, σε συνάφεια και αρμονία-ως τότε με τις γειτονιές της πόλης. Ένας πολιτισμός που αποτυπώθηκε και στην ελληνική πεζογραφία (π.χ. Η βιωματική «Λωξάντρα», της Μαρίας Ιορδανίδου)
Θεόδωρος Ορέστης Σκαπινάκης 6.9.2016 | 13:05
Ας θυμηθούμε ένα σύντομο κείμενο του Ακαδημαϊκού και συγγραφέα Ηλία Βενέζη (1904-1973) με τίτλο «Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 1955», γραμμένο την επομένη των γεγονότων και δημοσιευμένο στην Νέα Εστία στις 15/9/1955 (Τεύχος 677, σελίδα 1184)προς γνώση και συμμόρφωση των εκπαιδευτικών και άλλων συγγραφέων:
"Οι απίστευτες βαρβαρότητες του όχλου της αντίπερα όχθης του Αιγαίου εναντίον του ελληνισμού και της χριστιανοσύνης ξυπνούνε σε τούτο εδώ το έθνος μνήμη ανατριχιαστική. Η Ελλάδα ξαναθυμάται τις μέρες του 1922, -τις μέρες που ήταν φλόγες, και κραυγή θηρίου, και αίμα και κοπάδια κυνηγημένων, ξεριζωμένων ανθρώπων, γυναικών και παιδιών και γερόντων. Είχαμε πάρει τότε τους εφέστιους θεούς μας και ξεκινήσαμε γυμνοί απ΄ την Ανατολή, αφήνοντας τη γη και τα κόκαλα των πατέρων μας. Και είπαμε να ριζώσουμε στη γη της Ελλάδας και να ξεχάσουμε.
Βάζουμε το χέρι στην καρδιά πως κάναμε το καθετί για να ξεχάσουμε. Στα βιβλία που γράφαμε, όσα δένονταν με το δράμα του 22, κοιτάζαμε να βλέπουμε όσο γίνεται λιγώτερο το θηρίο της Ασίας, όσο γίνεται λιγώτερο τον «εχθρό». Ανιχνεύαμε να βρούμε τον άνθρωπο, να τα εξηγήσουμε όλα με τη μοίρα του, να βρούμε μια δικαίωση εκεί που μονάχα το ένστικτο του θηρίου και το πάθος έδιναν τη σωστή εξήγηση και ερμηνεία στα γεγονότα. Προχωρήσαμε ακόμα πιο πολύ. Είπαμε να ξεχάσουμε την Ιστορία – εμείς, ένας λαός που έχει ανάγκη ν΄ακουμπά στην Ιστορία. Και αλλάξαμε τον τόνο των βιβλίων που δίδασκαν στα παιδιά μας. Αμβλύναμε τις σκληρές γραμμές, τα μαρτύρια του Γένους στον καιρό του 1821 και στους μετέπειτα καιρούς, φτάσαμε ακόμα να σβήνουμε περιστατικά, ονόματα, θηριωδίες. Όλα αυτά, ίσως συναντηθούμε με την αντίπερα χώρα, ίσως επιτέλους γίνουμε φίλοι.
Οι μέρες του Σεπτεμβρίου του 1955 μας γυρίζουν στις μέρες του 1922. Βλέπουμε τώρα πως είχαμε λάθος λέγοντας πως απ΄ τη μια στιγμή στην άλλη το θηρίο γίνεται άνθρωπος. Όχι, φαίνεται πως δεν γίνεται. Γι΄ αυτό από τη σκοπιά τούτη εδώ που εκφράζει το ελληνικό πνεύμα, θέλουμε να πούμε την πικρία μας γιατί απατηθήκαμε.
Θα πρέπει τώρα να ξανακοιτάξουμε τον εαυτό μας. Δε θ΄αποφασίσουμε να διδάξουμε τώρα στα παιδιά μας το μίσος. Αλλά θ΄αποφασίσουμε πως το χρέος μας, ως ελλήνων συγγραφέων, είναι αυτό: να ξαναθυμηθούμε πάλι, να μην πάψουμε να θυμόμαστε, να μάθουμε στα παιδιά μας να θυμούνται."
Φερόμενος 6.9.2016 | 16:02
''Δεν θα αποφασίσουμε να διδάξουμε τώρα στα παιδιά μας το μίσος (...) Να μάθουμε στα παιδιά να θυμούνται...''
Να τα διάβαζαν οι σύγχρονοι υπουργοί και οι εκπαιδευτικοί μας, πολλοί απο τους οποίους τα συγχέουν...
Φλύαρος 7.9.2016 | 10:31
Το άρθρο με συγκίνησε, κυρίως με κάποιες λέξεις που θυμάμαι να έχω ακούσει από την γιαγιά μου που ήταν από την Σμύρνη. Μέχρι σήμερα λυπάμαι γιατί ήμουν μικρό παιδί και δεν είχα την ωριμότητα να την ρωτήσω για την ζωή της στην Σμύρνη, πριν φύγει από την ζωή. Από διηγήσεις της μητέρας μου πάντως έμαθα για το κλίμα που επικρατούσε στην Μικρά Ασία, όπως ακριβώς το περιγράφει, τόσο ζωντανά, το εξαιρετικό άρθρο και οι φωτογραφίες.

@ Φερόμενος

Συμφωνώ μαζί σας, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, όπως έγραψε και ο Ηλίας Βενέζης, ο Ελληνικός στρατός επιδόθηκε σε βαρβαρότητες και εγκλήματα κατά του Τουρκικού πληθυσμού πριν την καταστροφή της Σμύρνης. Φυσικά και το ένα έγκλημα δεν δικαιολογεί το άλλο, αλλά όπως και με την Κύπρο την αφορμή φροντίσαμε να την δώσουμε εμείς οι ίδιοι οι Έλληνες (κυρίως κάποιοι στρατιωτικοί που πίστευαν ότι θα πάρουμε και την Πόλη).
Φερόμενος 7.9.2016 | 14:47
Δεν υποστήριξα το αντίθετο από αυτό που λέτε. Μιλώντας για μνήμη δεν εννοώ διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας- ούτε φαντάζομαι ο Ηλίας Βενέζης... Πάντως τα γεγονότα του 55΄ δεν υπήρξε αντίστοιχη πρόκληση-αφορμή από την μεριά των Ελλήνων όπως τα λάθη της πίστης στην "Μεγάλη Ιδέα" του 1922 που αναφέρετε, ή την τραγική στάση της Χούντας στην Κύπρο το 75. Το 55, στήθηκε ένα ψεύτικο σκηνικό με την δήθεν "ανατίναξη" του σπιτιού του Κεμάλ στην Θεσσαλονίκη, ως αφορμή για να φανατίσει τον όχλο... Βέβαια δεν ξέρω ομολογώ σε βάθος το πολιτικό σκηνικό της περιόδου- ζητώ συγνώμη αν υπέπεσα σε κάποια απλούστευση.
Νεαντερταλ 12.8.2018 | 16:16
γιατι τα αρβητικα. Αν δεν συμφωνουν ας διαβασουν. .Δυστυχως ετσι ειναι
Yusuf Demir 22.11.2017 | 00:18

Human history is full of harshness.
I am sorry for the brutality of 1955 years.
God make you suffer like that. People must be friendly. This world is enough for all people.
και όμως γυρίζει 22.3.2018 | 08:58
Θερμές ευχαριστίες σ' εσάς και την μητέρα σας γι' αυτή την μαρτυρία.
Κρατάω την εικόνα του καπουτζή, να σημαδεύει με περίστροφο την φιάλη οξυγόνου.
Σημειώνω τα διαμαντάκια της ντοπιολαλιάς, θεωρητική γυναίκα, ζημιωμένες εκκλησιές.
avatar
το γελαστό νερό 22.3.2018 | 15:05
Δεν αρκεί "να μην διδάσκουμε στα παιδιά μας το μίσος" εμείς.
Τα σχολικά μας εγχειρίδια με όλες τις "ατέλειές" τους πουθενά δεν προτρέπουν στο μίσος των γειτονικών λαών.
Πρέπει απλώς να διαβάσει κάποιος τι ακριβώς διδάσκουν οι γείτονες από το δημοτικό στα παιδιά τους και θα αντιληφθεί γιατί ομοιάζουν απόλυτα στην κουλτούρα σφαγών τόσο ο Κεμάλ όσο και ο Ερντογάν.
Τη μόνη δηλαδή κουλτούρα που οι Ανατολίτες κομίζουν στον ανθρώπινο πολιτισμό αιώνες τώρα.
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια