Η κορνίς με το Ξενοδοχείο Cecil

H αιγυπτιοποίηση της Αλεξάνδρειας και το σκόρπισμα των Ελλήνων

Ένα συναρπαστικό απόσπασμα από το εξαντλημένο βιβλίο του Philip Mansel, «Λεβάντε», που περιγράφει γλαφυρά το φυλλορόϊσμα της κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας και την παρακμή της «αγαπημένης πολιτείας»

Η Αλεξάνδρεια ήταν κάποτε σύμβολο μοντερνισμού. Ένας οδηγός του 1938 την περιέγραφε ως πόλη που «βελτιωνόταν γρήγορα και διαρκώς στους τομείς της υγιεινής, της άνεσης και κάθε σύγχρονης προόδου». Το 1956-63 έχασε την ελευθερία της και την κομψότητά της — ενώ ταυτόχρονα γινόταν διεθνώς γνωστή γι’ αυτές χάρη στην επιτυχία του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου του Λόρενς Ντάρελ, που εκδόθηκε το 1957-60 και που η ιστορία του εκτυλίσσεται στο αποκορύφωμα του κοσμοπολιτισμού, πριν από το 1945.Δεν είναι μόνο μια ερωτική επιστολή στην Αλεξάνδρεια και τις γυναίκες της, αλλά κι ένα πολιτικό μυθιστόρημα. Ένα κεντρικό θέμα είναι η αποφασιστικότητα των μειονοτήτων, καθώς αδυνατίζει η «λαβή» της Γαλλίας και της Αγγλίας, να μην «παρασυρθούν από την αραβική παλίρροια, από τη μουσουλμανική παλίρροια».

 

Η πτώση της πόλης την έκανε ακόμα πιο γοητευτική. Τώρα ήταν, όπως η Νάπολη μετά την πτώση του Βασιλείου των Δύο Σικελιών το 1860, μια πόλη που είχε χάσει το ρόλο της. Το 1963 ο δημοσιογράφος Ντέιβιντ Χόλντεν έγραψε: «Η ευρωπαϊκή Αλεξάνδρεια σαρώθηκε στην ιστορία... όπως το Αλγέρι και η Τύνιδα - ή η Λέπτις Μάγκνα (Λιβύη) και η Κυρήνη... Ο τηλεφωνικός κατάλογος της Αλεξάνδρειας θα μπορούσε να είναι ένα λεβαντίνικο ρέκβιεμ». Τα αποχαιρετιστήρια πάρτι για Αλεξανδρινούς που έφευγαν ήταν συχνά. Το χρηματιστήριο μετατράπηκε σε γραφεία του κυβερνητικού κόμματος· η Λέσχη Μοχάμετ Άλι σε κυβερνητικό πολιτισμικό κέντρο.

 

Η πτώση της πόλης την έκανε ακόμα πιο γοητευτική. Τώρα ήταν, όπως η Νάπολη μετά την πτώση του Βασιλείου των Δύο Σικελιών το 1860, μια πόλη που είχε χάσει το ρόλο της.

 

Ο κόμης Πατρίς ντε Ζογέμπ κάποτε οργάνωνε στο Union Club το ετήσιο δείπνο αποφοίτων του Ίτον και σ’ ένα θέατρο στο διαμέρισμά του κοντσέρτα και παραστάσεις. Τώρα απλώς άκουγε τα κυριακάτικα απογεύματα το Μεσσία σε δίσκους. Ο Παστρούδης ήταν «ακόμα μια πηγή πικρής παρηγοριάς», αλλά ένας Έλληνας φίλος ούρλιαξε: «Πάνε! Χάθηκαν όλα! Απόψε είμαστε ιστορικοί. Τώρα μιλάμε μόνο για ιστορία».

 

Οι Έλληνες της Αλεξάνδρειας είχαν υποστηρίξει τον Νάσερ το 1956, όχι όμως τις κατοπινές οικονομικές πολιτικές του. Το ελληνικό Κοτσίκειο  Νοσοκομείο μετονομάστηκε σε Νοσοκομείο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Ο τραγουδιστής Ντέμης Ρούσος και οι γονείς του έφυγαν το 1961· ο Στρατής Τσίρκας, συγγραφέας ενός άλλου λεβαντίνικου μυθιστορήματος, Ακυβέρνητες πολιτείες, έφυγε το 1963, παρότι ήταν σοσιαλιστής.

 

Η μεγάλη διεθνής εταιρεία βάμβακος Χωρέμης - Μπενάκης και Σία, που είχε ιδρυθεί το 1875, έκλεισε το 1962. Ο εγγονός ενός από τους ιδρυτές, ο Ιωάννης Χωρέμης, αναγκάστηκε να μπει λαθρεπιβάτης σ’ ένα πλοίο για να φύγει. Από τη ζωή του στην Αλεξάνδρεια θυμόταν πάνω απ’ όλα, αυτό που αποκαλεί, καθισμένος στο οικογενειακό σπίτι στη Χίο, ζωντανό μουσείο μιας αλεξανδρινής δυναστείας, «μια τρομερή απέχθεια για τους Άραβες».

 

Οικογένεια Εμμανουήλ Μπενάκη, Αλεξάνδρεια στις αρχές του 20ού αιώνα. Συλλογή Αλέξανδρου Κ. Σαμαρά

 

Μερικοί Έλληνες της Αλεξάνδρειας εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Κάτω από το αναπόφευκτο πορτρέτο του Καβάφη, ο Σύνδεσμος Αιγυπτιωτών Ελλήνων στην Αθήνα ακόμα έχει Αιγυπτίους που μαγειρεύουν και σερβίρουν αιγυπτιακά φαγητά όπως φουλ και φελάφελ στους Έλληνες εξ Αιγύπτου. Οι εξόριστοι ήταν Έλληνες στην Αίγυπτο· στην Ελλάδα και την Κύπρο τους αποκαλούσαν Αιγυπτιώτες. 

 

Ο Μάνος Χαριτάτος το 1980 ίδρυσε το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο στην οδό Αγίου Ανδρέου, στην Αθήνα. Αρχεία όχι μόνο ιδιωτικά, όπως του Καβάφη, αλλά και αρχεία ιδρυμάτων της Αλεξάνδρειας, όπως του Ορθόδοξου Πατριαρχείου και της Ελληνικής Κοινότητας, βρίσκονται τώρα εκεί. Όπως οι επιχειρήσεις των Αλεξανδρινών, έτσι και η ιστορία της Αλεξάνδρειας έχει εθνικοποιηθεί.

 

Η παλιά μουσουλμανική ελίτ, που φόβιζε τον Νάσερ περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, άρχισε επίσης να φεύγει. Οι δρόμοι που είχαν ονόματα βασιλέων άλλαξαν ονομασία παρότι οι Αλεξανδρινοί εξακολουθούν να αναφέρονται στη Σαρία Φουάντ και όχι στην Οδό Ελευθερίας. Τα περισσότερα μέλη της βασιλικής οικογένειας έφυγαν για την Ευρώπη. Ο πρίγκιπας Σαΐντ Τού-σουν ποτέ δεν επέστρεψε από τις θερινές του διακοπές στη Γαλλία: στην προεδρία του Σπορτινγκ Κλαμπ τον αντικατέστησε ο διοικητής της πόλης.

 

Η νέα κυβέρνηση απομάκρυνε τους τάφους του πατέρα του πρίγκιπα Ομάρ Τού- σουν και του προγόνου τους Σαΐντ πασά από το τζαμί στη Ρι Νάμπι Ντανιάλ. Το 1966 το άγαλμα του χεδίβη Ισμαήλ στην Κορνίς αφαιρέθηκε από το μνημείο του και αντικαταστάθηκε από το «Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη» - που εξακολουθεί να είναι ο τόπος μιας δημόσιας γιορτής στις 26 Ιουλίου. 

 

Λένε ότι η κυβέρνηση του Νάσερ σκόπευε να απομακρύνει και το άγαλμα του Μοχάμετ Άλι από την πλατεία που, την εποχή της δικτατορίας του Νάσερ, μετονομάστηκε σε Μιντάν αλ-Χαρίγια, ή Πλατεία Ελευθερίας.

  

Ο Αλί πασάς Γιαχγιά, γιος του Αμίν πασά Γιαχγιά, όπως άλλοι επιχειρηματίες, είχε προσπαθήσει να πάρει τους αξιωματικούς με το μέρος του. Έναν απ’ αυτούς, τον Σαλάχ Σάλεμ, τον κάλεσε για δείπνο στην επίσημη τραπεζαρία του οικογενειακού σπιτιού στην περιοχή Ζιζίνια, που τη χρησιμοποιούσαν σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο ταγματάρχης πέταγε τα κόκαλα από το  κοτόπουλο πάνω από τον ώμο του στο πάτωμα - μια χειρονομία που η οικοδέσποινα μιμήθηκε ευγενικά. Ο Γιαχγιά όμως έφυγε από την Αίγυπτο το 1959. Η οικογενειακή επιχειρηματική αυτοκρατορία έχει συρρικνωθεί σε ιδιοκτησίες από τις οποίες είναι δύσκολο να αποσπάσει κανείς νοίκια. Το σπίτι στην περιοχή Ζιζίνια πουλήθηκε και, όπως συνήθως συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές, κατεδαφίστηκε - αντικαταστάθηκε από τρεις πολυκατοικίες. 0 γιός του ζει στην Καλιφόρνια.

 

Στις 6 Ιουλίου η Αργίνη Σαλβάγου, εβδομήντα οχτώ ετών, προσπάθησε να φύγει με τριάντα πέντε αποσκευές. Τη σταμάτησαν στο τελωνείο όταν βρήκαν ένα χρυσό βραχιόλι στη βαλίτσα της υπηρέτριάς της και την κράτησαν δεκαξι ώρες στην προκυμαία, νηστική, δίχως να της επιτρέπουν να επιστρέφει στο σπίτι της, μέχρι τις τρεις το επόμενο πρωί.

 

Το 1965 μια αναχώρηση κι ένας θάνατος σηματοδότησαν το τέλος μιας εποχής. Στις 6 Ιουλίου η Αργίνη Σαλβάγου, εβδομήντα οχτώ ετών, προσπάθησε να φύγει με τριάντα πέντε αποσκευές. Τη σταμάτησαν στο τελωνείο όταν βρήκαν ένα χρυσό βραχιόλι στη βαλίτσα της υπηρέτριάς της και την κράτησαν δεκαξι ώρες στην προκυμαία, νηστική, δίχως να της επιτρέπουν να επιστρέφει στο σπίτι της, μέχρι τις τρεις το επόμενο πρωί. Τελικά -δίχως αμφιβολία με κάποια δωροδοκία- απέσπασε την άδεια να φύγει από τη χώρα με το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής της από ισλαμικές αρχαιότητες. Η φίλη της Μέρι ντε Ζογέμπ έγραψε στο ημερολόγιο της:

 

[24 Αυγούστου] Η Αργίνη τηλεφωνεί. Αποχαιρετισμός.,

[26 Αυγούστου] Η Αργίνη έφυγε. Τηλεφωνήματα. Έλειπα.

 

Η Αργίνη Σαλβάγου. Αθήνα, 1968 Νικόλαος Τομπάζης, Moυσείο Μπενάκη

 

Στο σπίτι της Αργίνης Σαλβάγου στεγάστηκε το προξενείο της ΕΣΣΔ: φωτογραφίες του Λένιν και του Στάλιν αντικατέστησαν υπογεγραμμένες φωτογραφίες Ευρωπαίων βασιλέων. Αν δεν το είχε αγοράσει μια ξένη κυβέρνηση, ίσως τώρα να ήταν σχεδόν ερείπιο, όπως άλλες επαύλεις στο quartier grec. Πέθανε το 1977, αφήνοντας ένα μεγάλο μέρος της συλλογής της στο Μουσείο Μπενάκη.

 

Άλλες μεγάλες αλεξανδρινές συλλογές αρχαιοτήτων και πορσελάνινων αντικειμένων επίσης κατέληξαν σε μουσεία εκτός Αιγύπτου: στο Μουσείο Φιτζγουίλιαμ (συλλογή Μενάς), στο Μουσείο Victoria & Albert (συλλογή Φίνεϊ), στο Βρετανικό Μουσείο (συλλογή Ραλφ Χαράρι).

 

Άλλες σκόρπισαν σε πωλήσεις, όπως των Αγκιόν, δίνοντας τη δυνατότητα σε έξυπνους εμπόρους αρχαιοτήτων ή σε τουρίστες να αγοράσουν κομμάτια Σεβρ και Λαλίκ σε εξευτελιστικές τιμές.

 

Τη χρονιά που έφυγε η Αργίνη Σαλβάγου, ο Μαξ Ντεμπένε, ο αρχιερέας της αλεξανδρινολογίας -της μελέτης της Αλεξάνδρειας, που τη θεωρούσε τοσο σημαντική όσο και την αιγυπτιολογία-, είχε πεθάνει στα εβδομήντα δύο του χρόνια. Κάποτε ζούσε στη Βίλα Αμπρόν —όπου αργότερα έμεινε ο Λόρενς Ντάρελ- στην περιοχή Μοχάρεμ μπέη, που περιστοιχιζόταν από έναν κήπο με θεόρατα δέντρα. Οι πρόγονοί του τον θεωρούσαν «χαζό παρφουμαρισμενοΣύρο». 

 

Στα τελευταία του χρόνια τον έβλεπαν να περπατάει στους δρόμους της πόλης που αγαπούσε, φορώντας παπιγιόν κι ένα μεγάλο μαύρο τσόχινο καπέλο, μια εικόνα «σκοτεινής μοναξιάς». Χρόνια ολόκληρα διηύθυνε το Bulletin της Society Archeologique d’Alexandrie [Αρχαιολογικής Εταιρείας της Αλεξάνδρειας]. Έγραψε μόνο μερικές μονογραφίες, αλλά, ανάμεσα στα αντικείμενα και τα ενθύμια στο διαμέρισμά του, συγκέντρωσε χιλιάδες ντοσιέ για την Αλεξάνδρεια, γεμάτα σημειώσεις με τα μικροσκοπικά καλλιγραφικά γράμματά του.

 

Όταν τα βλέπαμε, «τακτοποιημένα, σημειωμένα, χωρισμένα με μια μέθοδο που μόνο εκείνος γνώριζε», έγραψε ο άνθρωπος που συνέταξε τη νεκρολογία του, «είχαμε τη φοβερή αίσθηση ότι παρακολουθούσαμε ένα δεύτερο θάνατο, πιο σκληρό ίσως από τον πρώτο: το θάνατο αυτού του σύμπαντος, αντικειμένου μιας τόσο μεγάλης προσπάθειας, που είχε κατασκευάσει υπομονετικά κατ’ εικόνα του». Τρεις χιλιάδες τριακόσια από τα βιβλία του αγοράστηκαν από τη βιβλιοθήκη του Αμερικανικού Πανεπιστημίου του Καΐρου. Τα ντοσιέ χάθηκαν.

 

Η φυσική κατάσταση των ανθρώπων βελτιώθηκε, λόγω της καλύτερης διατροφής και των υγειονομικών υπηρεσιών. Η φυσική κατάσταση της πόλης χειροτέρεψε. Ο Τζέιμς Μόρις, το 1966, βρήκε ότι «σε ολόκληρη τη λεβαντίνικη πόλη υπάρχει μια ατμόσφαιρα βρόμικης αφροντισιάς, βαριά σαν συμφορά». Ο θυρωρός του ξενοδοχείου Cecil του είπε ότι το νερό θα ερχόταν «ίσως έπειτα από δύο ώρες». Οι τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με πολιτικά συνθήματα. Ο Φώτιος Φώταρος, μετρ ντ’ οτέλ στο εστιατόριο «Union», που έφερνε αεροπορικώς πόδια βατράχου από τη Γαλλία, τώρα ερχόταν κάθε μέρα μόνο για να ταΐσει τις γάτες που κρατούσαν μακριά τους αρουραίους.  Δεν υπήρχε συντήρηση. Η πόλη φαινόταν τόσο κακομοιριασμένη που ένας επισκέπτης ρώτησε τον Άζα Χέικαλ, καθηγητή στο πανεπιστήμιο, αν είχε υποστεί πρόσφατα κάποια πολεμική επίθεση.

 

Η έξοδος έως και 100.000 Αλεξανδρινών το 1956-66 -το μεγαλύτερο δώρο του Νάσερ στη Δύση- τους οδήγησε στο Σάο Πάολο ή στο Σίντνεϊ, στο Μόντρεαλ ή στο Μιλάνο, στην Αθήνα ή στο Τελ Αβίβ, στο Λονδίνο ή στο Παρίσι. Γενικά ευημέρησαν. Ωστόσο σχημάτισαν ομάδες -«οι Bahharines [εραστές της παραλίας] του Μόντρεαλ», «οι Σκανταράνι της Αυστραλίας», «οι meteques του Σάο Πάολο»- για να συναντιούνται, κάτω από έναν ξένο ήλιο, να παίζουν χαρτιά, να τρώνε μαζί και να ανταλλάσσουν αναμνήσεις. Πολλοί δεν μπόρεσαν να συνέλθουν. «Κανένας δεν φεύγει ποτέ από την Αλεξάνδρεια», έγραψε η Τζάκλιν Κούπερ, κόρη του Ζιλ Κλατ, ενός εξέχοντος επιχειρηματία που τώρα μένει στη Γενεύη.

 

Στη λατρεία του ελληνιστικού ή ρωμαϊκού παρελθόντος της πόλης προστέθηκε τώρα μία άλλη, του «χρυσού αιώνα» 1860-1960. Οι Σμυρνιοί προτιμούσαν να μη μιλάνε για το παρελθόν. Οι Αλεξανδρινοί δεν μιλούσαν -ακόμα δεν μιλάνε- για τίποτε άλλο. Πολλοί έγραψαν απομνημονεύματα ή μυθιστορήματα, με τίτλους όπως Αντίο στην Αλεξάνδρεια, Χάνοντας την Αλεξάνδρεια, ή Αφήνοντας την Αλεξάνδρεια.Τόσο μεγάλη είναι η επιρροή του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου που συχνά επαναλαμβάνουν, σαν να ήταν δικές τους αναμνήσεις, σκηνές και φράσεις εμπνευσμένες από τον Ντάρελ. 

 

Το φαγητό είναι τόσο σημαντικό στις αναμνήσεις τους όσο και η μουσική για τους Σμυρνιούς. Η Αλεξάνδρεια δεν είχε κάτι αντίστοιχο με τα καφέ του Κορδονιού, όπου αναμειγνύονταν διάφορες μουσικές παραδόσεις: η λαϊκή μουσική ήταν πιο δυτική. Στο περιοδικό ΑΑΗΑ (Amicale Alexandrie Hier et Aujourdhui) μιλάνε με ενθουσιασμό για κέικ με μέλι, loups de mer [λαβράκια], φελάφελ. «Όλα άλλαξαν, αλλά η μυρωδιά έμεινε στα ρουθούνια μας, η γεύση στα χείλη μας και η ανάμνηση στην καρδιά μας», όπως γράφει σε ένα βραζιλιάνικο ιστότοπο, στα γαλλικά, το «patissiers d’Alexandrie».

 

Η μεγάλη διασπορά της Αλεξάνδρειας δεν ήταν αναπόφευκτη. Οι διαφυλετικές σχέσεις ήταν καλύτερες απ’ ο,τι το 1882 ή το 1921. Οι Αιγύπτιοι συμμετείχαν στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά πλεονεκτήματα της πόλης. Δεν υπήρχε καμιά ανυπέρβλητη εδαφική διεκδίκηση ανάμεσα σε κράτη, όπως στη Σμύρνη· ούτε, όπως στην Ινδία το 1947, μια έκρηξη Θρησκευτικού μίσους όπως εκείνη που οδήγησε στην πανικόβλητη έξοδο ινδουιστών και μουσουλμάνων από πρώην μεικτές πόλεις.

 

Ούτε έμοιαζε η Αίγυπτος στην Αλγερία, μια αποικία που ιδρύθηκε από κατακτήσεις και απαλλοτριώσεις. Το 1962, στο τέλος του πολέμου της ανεξαρτησίας, οι περισσότεροι Αλγερινοί ήθελαν να φύγουν οι Γάλλοι: πάνω από ένα εκατομμύριο Γάλλοι διέσχισαν τη Μεσόγειο για να εγκατασταθούν στη Γαλλία. Στην Αλεξάνδρεια όμως, οι κυριότεροι λόγοι αιγυπτιοποίησης ήταν τυχαίοι: το Σουέζ και ο σοσιαλισμός.

 

Ένας άλλος Μπενάκης, ο Αλέξανδρος, γνωστός στην οικογένεια ως Μπόμπος, παρέθεσε στον Τζον Κάρσγουελ ένα αγγλικό γεύμα το 1964 στην «έπαυλή του (ρυθμού Τιδόρ) ντυμένος με τουΐντ παντελόνι γκολφ, καπνίζοντας πίπα», συντροφιά με δύο χαριτωμένα κόκερ σπάνιελ. Έμεινε στην Αλεξάνδρεια εν μέρει λόγω της αγάπης του για τα άλογα.

 

Πολλά μέλη της παλιάς ελίτ έμειναν στην Αλεξάνδρεια λόγω ηλικίας, φτώχειας ή καλών σχέσεων με το καθεστώς (οι περιουσίες των οικογενειών Κορντάχη και Σίρσοκ, για παράδειγμα, δεν κατασχέθηκαν). Η πριγκίπισσα Φαουζέια, η τελευταία εν ζωή αδελφή του βασιλιά Φαρούκ, ζει σε μια έπαυλη στην Αλεξάνδρεια έως σήμερα (2011). Ο Φαργάλι πασάς συνέχισε να πηγαίνει στο Σπόρτινγκ Κλαμπ κάθε μέρα με τη σκούρα πράσινη Ρολς-Ρόις του, φορώντας το φέσι του, σύμβολο του παλιού καθεστώτος· έζησε αρκετά ώστε να ζητήσει ο Σαντάτ τη συμβουλή του για την οικονομική πολιτική του της ανοιχτής πόρτας και ο ίδιος να παρευρεθεί στους γάμους των παιδιών του Νάσερ.

 

Ένας άλλος Μπενάκης, ο Αλέξανδρος, γνωστός στην οικογένεια ως Μπόμπος, παρέθεσε στον Τζον Κάρσγουελ ένα αγγλικό γεύμα το 1964 στην «έπαυλή του (ρυθμού Τιδόρ) ντυμένος με τουΐντ παντελόνι γκολφ, καπνίζοντας πίπα», συντροφιά με δύο χαριτωμένα κόκερ σπάνιελ. Έμεινε στην Αλεξάνδρεια εν μέρει λόγω της αγάπης του για τα άλογα. 

 

Μπερνάρ ντε Ζογέμπ: ένας χαρούμενος επιζών της παλιάς Αλεξάνδρειας

 

Ο πιο χαρούμενος επιζών από την παλιά ελίτ ήταν ο Μπερνάρ ντε Ζογέμπ, γιος του Ζικέ και της Μέρι ντε Ζογέμπ, γνωστός στην οικογένειά του και τους φίλους του ως Μπίντα ή Λιτλ Μπίντα (μπιντ σημαίνει «θυγατέρα» στα αραβικά).

 

Στα δεκατρία του τον είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο καθώς κυνηγούσε πεταλούδες, έτσι είχε διατηρήσει μια παιδική πλευρά στο χαρακτήρα του. Οι φίλοι λάτρευαν το χιούμορ και την καλοσύνη του; «ο πιο καλός άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου», «ο μοναδικός άνθρωπος που θα κλάψει στην κηδεία μου».  

 

Όταν, στα νιάτα του, εργαζόταν ως γραμματέας στη Βασιλική Αεροπορία κατά τη διάρκεια του πολέμου, είχε γίνει φίλος με στρατιώτες και αεροπόρους, κάποιους από τους οποίους επισκέφτηκε αργότερα στην Αγγλία· αλλά δεν υπήρχαν μόνιμοι δεσμοί. Οι προσπάθειες της μητέρας του να τον παντρέψει παρέμειναν άκαρπες.

 

Όπως πολλοί Αλεξανδρινοί του περιβάλλοντός του, μουσουλμάνοι αλλά και χριστιανοί, μιλούσε κι έγραφε άψογα γαλλικά και αγγλικά, καλά ιταλικά, λίγα ελληνικά, αλλά μόνο «τρεις λέξεις αραβική - τα αραβικά της κουζίνας ή των μπαρ του λιμανιού.

 

Συνδύαζε ένα πάθος για συνεχείς αναφορές στον εαυτό του με αυτό που η βιογράφος του Χάλα Χαλίμ αποκαλούσε έναν «εντελώς ατομικό και πολύ παιχνιδιάρικο τρόπο να κάνει διάφορα πράγματα». Μετέτρεπε τα βιβλία του με τα σταυρόλεξα σε ζωγραφισμένα χειρόγραφα, συμπληρώνοντας κάθε γράμμα με διαφορετικό χρώμα μαρκαδόρου και σημειώνοντας στη συνέχεια το μέρος όπου το είχε λύσει — «δειπνώντας με τον Σαμ και τον Έιντριαν στο Τσέλο», για παράδειγμα- και γεμίζοντας το πάνω και το κάτω μέρος της κάθε σελίδας με σχέδια.

 

Η μονίμως ανάλαφρη διάθεση του Ζογέμπ εκφράστηκε σε κωμικές όπερες γραμμένες στα λαϊκά ιταλικά υπηρετριών της Αλεξάνδρειας από την Ίστρια. Η όπερα La Vita Alexandria [«Αλεξανδρινή ζωή»] ήταν μια φαντασία για τον Καβάφη, «timido e furtivo» [ντροπαλό και μουλωχτό], να συναντάει τους τρεις αρχαγγέλους Μικέλε, Γκάμπι και Ραφ σ’ ένα μπαρ όπου πίνουν «μπλαντιμέρι». Η όπερα ξεκινάει με μια σκηνή με τίτλο «Περιμένοντας τους Ζερβουδάκη» -παρωδία του ποιήματος του Καβάφη «Περιμένοντας τους Βαρβάρους»- σχετικά μ’ ενα τσάι που παραθέτει η μητέρα του Καβάφη, στο οποίο δεν καταδέχεται να παρευρεθεί αυτή η πλούσια αλεξανδρινή οικογένεια.

 

Για να ξεφύγει από την οικογένειά του, ο Μπερνάρ ντε Ζογέμπ πέρασε χρόνια στο εξωτερικό, δουλεύοντας στο Παρίσι στην Agence France Presse [Γαλλικό Πρακτορείο Τύπου], συντάσσοντας λεζάντες για φωτογραφίες, ή ως ξεναγός στην Ελλάδα και το Μαρόκο.

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια για να φροντίσει τη μητέρα του. Η πόλη βρισκόταν στο αποκορύφωμα της αιγυπτιοποίησης: τα καταστήματα ήταν άδεια, στους δρόμους της πόλης η κελεμπία του Αιγύπτιου χωρικού είχε αντικαταστήσει τα ευρωπαϊκά κοστούμια. Μετά το θάνατο της μητέρας του το 1985, μετακόμισε σ’ ένα διαμέρισμα στη Ρι Τζαμπάρτι. Είχε ένα λίβινγκ ρουμ σε σχήμα Γ μ’ έναν ελληνικό τοίχο γεμάτο ακουαρέλες της Ελλάδας και φωτογραφίες άγριων λουλουδιών· έναν αιγυπτιακό τοίχο με μια γκραβούρα της Αλεξάνδρειας και τις συλλογές του από πεταλούδες, πέτρες και απολιθώματα· κι έναν τοίχο δώρων με σκίτσα από μια παράσταση της δικής του εκδοχής της Φαίδρας. Κάθε πρωί έπαιρνε το πρόγευμά του με τη Λισέτ ντε Σαάμπ. Ενώ εκείνη έκανε γυμναστική, της διάβαζε το ημερολόγιό του - αν και μερικές πλευρές της ζωής του, τις επισκέψεις του στο λιμάνι, προσπαθούσε να τις κρατήσει κρυφές, όπως οι φίλοι του Γκαστόν Ζανανίρι που «έκρυβε προσεκτικά μια κρυφή ζωή για την οποία όλοι μιλούσαν ιδιωτικά». Έκανε εκθέσεις των πινάκων του και έδινε δεξιώσεις, φορώντας συχνά στολή ναύτη ή εφαρμοστό τζιν. Κάποιες φορές ήταν η ψυχή του πάρτι, κάνοντας ξεκαρδιστικές μιμήσεις, άλλοτε καθόταν ώρες ολόκληρες σιωπηλός «σαν μια μεγάλη καμήλα».

 

Έδωσε συνεντεύξεις στη Χάλα Χαλίμ και στον Μάικλ Χάαγκ. Μιλώντας με τη ζεστή, ειρωνική λεβαντίνικη φωνή του, αστειεύτηκε ότι η χρυσή εποχή της Αλεξάνδρειας ήταν περισσότερο «επιχρυσωμένος μπρούντζος παρά χρυσός». Τουλάχιστον όταν περπατούσε μόνος του στην Κορνίς μπορούσε να αποφύγει τη θέα της αλλαγμένης πόλης. «Μπορώ να κοιτάζω τη θάλασσα, αυτό δεν έχει αλλάξει». Πέθανε στις 14 Ιουλίου 1999, λέγοντας: «Τι θλιβερό να πεθαίνει κανείς στις 14 Ιουλίου» - θα έχανε την ετήσια δεξίωση του γενικού προξένου της Γαλλίας. Μία από τις τελευταίες του θαυμάστριες ήταν η Σουζάν Μουμπάρακ, σύζυγος του προέδρου της Αιγύπτου.

 

Στο μεταξύ η αιγυπτιοποίηση είχε βοηθήσει να μεταμορφωθεί η Αλεξάνδρεια στο αντίθετό της. Το χρηματιστήριο επέζησε από τους βομβαρδισμούς των Βρετανών και του Άξονα, αλλά όχι της αιγυπτιακής ανεξαρτησίας. Ως έδρα της κυβερνώντος Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος, κάηκε κατά τη διάρκεια των «διαδηλώσεων για το ψωμί» στις 18 Ιανουάριου 1977. Ο χώρος τώρα είναι πάρκινγκ αυτοκινήτων.

Μια ζούγκλα από τσιμέντο περιστοιχίζει επαύλεις και κήπους: πολυκατοικίες μοιάζουν με ερείπια ζωγραφισμένα από τον Μονσού Ντεζιντέριο.

 

Τη Βίλα Αμπρόν την αφήνουν να καταρρέει σιγά σιγά, για να διευκολύνουν την κατεδάφισή της και την ανέγερση και άλλων πολυκατοικιών.

 

Οι επάνω όροφοι του Μεγάρου Ζογέμπ φαίνονται έτοιμοι να καταρρεύσουν- στο ισόγειο είναι άβολα στριμωγμένα η Σχολή New Elite κι ένα μαγαζί με σάντουιτς.

 

Το χρηματιστήριο βάμβακος του Μίνα αλ-Μπασάλ μοιάζει σαν πόλη-φάντασμα με σιωπηλές αποθήκες. Το αιγυπτιακό βαμβάκι δεν είναι πια το πιο ακριβό του κόσμου. 

 

Πολλά από τα μεγάλα κτίριά του 19ου αιώνα στην Πλατεία Μοχάμετ Άλι -όπως το μέγαρο Μομφεράτο και η Στοά Μενάς- είναι τώρα γεμάτα καταστήματα ρούχων, καφέ, διαφημίσεις, προσωρινά τζαμιά και καλύβες καταληψιών.

 

Οι δρόμοι είναι στην ίδια κακή κατάσταση με τα κτίρια. Είναι μέρες που η πόλη μοιάζει να έχει βουλιάξει σ’ έναν ωκεανό από σκουπίδια. Τα καφέ διατηρούν την παλιά τους ονομασία, όχι όμως και το παλιό τους επίπεδο. Η Κορνίς είναι ένας αυτοκινητόδρομος με δώδεκα λωρίδες- γύρω από την πόλη απλώνονται χιλιόμετρα από πολυκατοικίες που θαρρείς ότι είναι έτοιμες να καταρρεύσουν προτού καν τελειώσει η ανέγερσή τους. Το ξενοδοχείο San Stefano κατεδαφίστηκε και στη θέση του χτίστηκε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο για τουρίστες από τον Κόλπο.

 

Βιβλία του 18ου αιώνα της βιβλιοθήκης του πανεπιστημίου πουλήθηκαν για πενταροδεκάρες: καμιά βιβλιοθήκη της πόλης δεν είχε αρκετό χώρο γι' αυτά.

 

Το 1966 ο Τζέιμς Μόρις έγραψε ότι «η ακατανίκητη δύναμη» των Αιγυπτίων θα κάνει μια μέρα την Αλεξάνδρεια να ξαναγεννηθεί.  Ακριβώς αυτή η δύναμη όμως καταστρέφει την αιγυπτιοποιημένη πόλη. Ο πληθυσμός από 573.063 το 1927 αυξήθηκε σε 919.024 το 1947, σε 1.801.100 το 1966 και σε 2.855.627 το 1986, ενώ το 2009 είχε ξεπεράσει τα 4 εκατομμύρια.

 

Η βασίλισσα της Μεσογείου έγινε η πρωτεύουσα του Δέλτα του Νείλου. Στις παρυφές της πόλης χτίστηκαν βιομηχανικές συνοικίες και τεράστια συγκροτήματα χαλυβουργίας, τσιμεντοποιίας, χαρτοποιίας και υφαντουργίας. Καθώς η αιγυπτιακή οικονομία άρχισε να εναρμονίζεται με τον υπόλοιπο κόσμο, η κίνηση στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας από το 1975 έως το 1993 διπλασιάστηκε - αλλά το κυριότερο λιμάνι του Καΐρου είναι τώρα η Σόχα, στην Ερυθρά Θάλασσα, όχι η Αλεξάνδρεια. 

 

Η Αλεξάνδρεια παίζει ολοένα και μικρότερο ρόλο στην αιγυπτιακή οικονομία. Πενήντα χρόνια μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα, διοικητής της πόλης εξακολουθεί να είναι ένας στρατηγός. Ένας επιχειρηματίας λέει: «Την πόλη τη διοικεί μια ομάδα επιχειρηματιών με πρόσβαση στο στενό κύκλο της Αυτού Μεγαλειότητας και της νέας βασιλικής οικογένειας... Τα πάντα σταματάνε αν έρθει ένας Μουμπάρακ στην πόλη».

 

Όταν ολοκληρώθηκε η αιγυπτιοποίηση, όπως είχαν προβλέψει ορισμένοι, έγινε πιο έντονη η ισλαμοποίηση. Στη νέα θρησκοληψία συνέβαλαν, σε αναλογίες που είναι δύσκολο να προσδιοριστούν, τα λεφτά της Σαουδικής Αραβίας, η αιγυπτιακή παράδοση και οι φόβοι του Σαντάτ για την Αριστερά.

 

Ένας βουλευτής της Αλεξάνδρειας που εκπροσωπεί τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ο Σόμπχι Σάλεχ, λέει: «Ο Καβάφης ήταν κάτι που συνέβη μια φορά μόνο στην Αλεξάνδρεια· τα ποιήματά του είναι αμαρτωλά». Σήμερα θα τον έδιωχναν από την πόλη.

 

 

Περισσότερο ισλαμική και λιγότερο κοσμοπολίτικη τώρα από το Κάιρο, η Αλεξάνδρεια έχει γίνει οχυρό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Αυτό που ο Γιούσεφ Σαχίν αποκαλεί «μαύρο κύμα που έρχεται από τον Κόλπο» -που οδήγησε στη λογοκρισία μερικών από τα έργα του- έκανε την Αλεξάνδρεια πόλη ευσεβών.

 

Κατά τη διάρκεια των προσευχών της Παρασκευής, πολλά τζαμιά βγάζουν τώρα χαλιά προσευχής στα πεζοδρόμια και στους δρόμους και η κυκλοφορία σταματάει ώστε τα πλήθη των ανδρών να έχουν χώρο να προσευχηθούν- οι γυναίκες δεν φαίνονται πουθενά. Στίχοι από το Κοράνι ακούγονται στα μαγαζιά και τα ταξί, ενώ συχνά στο μέτωπο των ανδρών βλέπει κανείς μαύρα καρούμπαλα, γνωστά ως ζαμπίμπα, ή «σταφίδες», που δείχνουν πόσο συχνά αυτοί που τα έχουν ακουμπάνε κατά τη διάρκεια της προσευχής το μέτωπό τους στο έδαφος. Όσο πιο μεγάλο το ζαμπίμπα, λένε, τόσο χειρότερος ο υποκριτής.

 

Οι ιπποδρομίες στο Σπόρτινγκ Κλαμπ σταμάτησαν, γιατί τα στοιχήματα θεωρούνται «μη ισλαμικά». Οι κερκίδες καταρρέουν- έχει ανεγερθεί ένα τζαμί για τα μέλη.

 

Κάποτε η Αλεξάνδρεια ήταν γεμάτη μπαρ. Τώρα υπάρχουν τρία. Το αλκοόλ απαγορεύτηκε στο Σπόρτινγκ Κλαμπ το 1990 και στο Γιοτ Κλαμπ το 2004. Μερικοί μουσουλμάνοι σταματάνε να επισκέπτονται ακόμα και τους πιο στενούς τους συγγενείς αν σερβίρεται στο σπίτι τους αλκοόλ.

 

Το 1963 ο Ντέιβιντ Χόλντεν είχε πει ότι «δεν είχε δει ούτε ένα φερετζέ». Τώρα σχεδόν όλες οι Αλεξανδρινές σκεπάζουν τα μαλλιά τους με μαντίλες- το νικάμπ (πέπλο που αφήνει ορατά μόνο τα μάτια) για το πρόσωπο και τα μαύρα γάντια έχουν επίσης αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους.

 

Ο Σαάντ Ζαγλούλ και η γυναίκα του Σαφιγιέ Ζαγλούλ, από τις πρώτες γυναίκες που έπαψε να φοράει φερετζέ, μνημονεύονται στην Αλεξάνδρεια με τα ονόματα ενός δρόμου και μιας πλατείας. Ένα άγαλμα του Αιγύπτιου γλύπτη Μαχμούντ Μουχτάρ στην πλατεία παριστάνει τον Σαάντ Ζαγλούλ να ατενίζει τη θάλασσα πάνω από γυναικείες μορφές με φαραωνικές ενδυμασίες που αντιπροσωπεύουν την Αίγυπτο. Ωστόσο όλοι φαίνεται να έχουν ξεχάσει τις κοσμικές τους θέσεις.

 

Χρόνο με το χρόνο η Αίγυπτος γίνεται μια χώρα με ολοένα και πιο βαθιά θρησκευόμενους πολίτες. Πολλοί Αλεξανδρινοί νιώθουν τώρα ότι ζουν πάνω σ' ένα ηφαίστειο. Θα μπορούσε να «εκραγεί οποιαδήποτε στιγμή», «Δεν υπάρχει ελπίδα σ’ αυτή τη χώρα». «Η πόλη καταστρέφεται». «Όποιος μπορεί φεύγει».

 

Το Μουσείο Καβάφη,που ιδρύθηκε το 1992 από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού στο διαμέρισμά οχτώ δωματίων του ποιητή στη Ρι Λέψιους (τώρα Ρι Σαρμ ελ-Σιχ), είναι σε κατάσταση μαρασμού όπως και άλλοι δρόμοι στην περιοχή. Οι περισσότεροι από τους επισκέπτες είναι Έλληνες παρά Αιγύπτιοι. Τα μεγάφωνα ενός γειτονικού τζαμιού στέλνουν το κάλεσμα για προσευχή στο υπνοδωμάτιο του Καβάφη που είναι γεμάτο εικόνες.

 

Ο έφορος του μουσείου Μαχμούντ Σαιντ λέει: «Η Αλεξάνδρεια δεν ενδιαφέρεται πια πολύ για τον Καβάφη. Δεν μας ενδιαφέρει καν η Αλεξάνδρεια στην οποία ζούσε». Για το μυθιστοριογράφο Ιμπραήμ Αμπντέλ Μεγκίντ, «το ότι ήταν Έλληνας κι έγραφε στα ελληνικά αρκεί για να μην είναι πια αρεστός ο Καβάφης.Η κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια έχει πεθάνει».

 

Ένας βουλευτής της Αλεξάνδρειας που εκπροσωπεί τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ο Σόμπχι Σάλεχ, λέει: «Ο Καβάφης ήταν κάτι που συνέβη μια φορά μόνο στην Αλεξάνδρεια· τα ποιήματά του είναι αμαρτωλά». Σήμερα θα τον έδιωχναν από την πόλη.

 

_____

Απόσπασμα από το εξαντλημένο βιβλίο του Philip Mansel, «Λεβάντε», εκδ. Ωκεανίδα (2008), Μετάφραση: Ρένα Χατχούτ

 

 
ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι Βλάχοι της Ηπείρου δεν μιλούν πια βλάχικα

Αρχαιολογία & Ιστορία Οι Βλάχοι της Ηπείρου δεν μιλούν πια βλάχικα

2.12.2019
Αθήνα, 185 χρόνια πρωτεύουσα: 1η Δεκεμβρίου 1834 - 1η Δεκεμβρίου 2019

Αρχαιολογία & Ιστορία Αθήνα, 185 χρόνια πρωτεύουσα: 1η Δεκεμβρίου 1834 - 1η Δεκεμβρίου 2019

1.12.2019
Ένας γιγάντιος σωρός ερειπίων: Η Αθήνα μετά την Επανάσταση, από «χωριό» πρωτεύουσα

Αρχαιολογία & Ιστορία Ένας γιγάντιος σωρός ερειπίων: Η Αθήνα μετά την Επανάσταση, από «χωριό» πρωτεύουσα

1.12.2019
Ευφροσύνη Δοξιάδη: «Η καθημερινότητά μας, αγαπητέ, σπάνια αγγίζει την τελειότητα»

Αρχαιολογία & Ιστορία Ευφροσύνη Δοξιάδη: «Η καθημερινότητά μας, αγαπητέ, σπάνια αγγίζει την τελειότητα»

30.11.2019
Παραμονή Εισοδίων στην Ελευσίνα: Εκεί που η παγανιστική παράδοση συναντά τη χριστιανική

Αρχαιολογία & Ιστορία Παραμονή Εισοδίων στην Ελευσίνα: Εκεί που η παγανιστική παράδοση συναντά τη χριστιανική

20.11.2019
Ο αρχαιότερος φάρος του κόσμου βρίσκεται στην Ελλάδα

Αρχαιολογία & Ιστορία Ο αρχαιότερος φάρος του κόσμου βρίσκεται στην Ελλάδα

19.11.2019
Τι συνέβαινε στην Ελλάδα, στις τέχνες και τα γράμματα, τον ταραγμένο Νοέμβρη του 1973;

Αρχαιολογία & Ιστορία Τι συνέβαινε στην Ελλάδα, στις τέχνες και τα γράμματα, τον ταραγμένο Νοέμβρη του 1973;

17.11.2019
Φθινοπωρινό Δίον

Αρχαιολογία & Ιστορία Φθινοπωρινό Δίον

16.11.2019
Βασίλης Ραφαηλίδης: Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας.

Αρχαιολογία & Ιστορία Βασίλης Ραφαηλίδης: Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας.

16.11.2019
Tέσσερις χρυσές νεκρικές μάσκες κι ένα στεφάνι δάφνης στο Μουσείο της Πέλλας

Αρχαιολογία & Ιστορία Tέσσερις χρυσές νεκρικές μάσκες κι ένα στεφάνι δάφνης στο Μουσείο της Πέλλας

15.11.2019
2 Σχόλια
avatar
AthanBXL 14.8.2018 | 09:30
Ενδιαφέρον το άρθρο σας. Αν και Αιγυπτιώτης δεν γνώριζα τόσες λεπτομέρειες.

Μια μικρή παρατήρηση: οι 500.000 Έλληνες της Αιγύπτου ήσαν κυρίως μεσοαστοί, νοικοκυραίοι, καλοπληρωμένοι εργάτες. Γυναίκες και άντρες, που δούλευαν και ήταν μορφωμένοι κοσμοπολίτες. Ελάχιστοι ήταν μεγαλοαστοί και βιομήχανοι. Ενδεχομένως οι Αιγυπτιώτες αποτελούσαν το μεγαλύτερο, λαμπερότερο και δυναμικότερο κομμάτι της μεγαλοαστικής τάξης ολου του ελλαδικου χωρου, τουλάχιστον λίγο πριν και λίγο μετά τον Β´ΠΠ. Όμως η καρδιά του Ελληνισμού της Αιγύπτου ήταν έμποροι, γραφιάδες, ράφτρες, γιατροί, δικηγόροι, δύτες και ναυτικοι (που εργάζονταν στην Γαλλική Suez Canal), υπάλληλοι σε επιχειρήσεις. Μια δυναμική και μορφωμένη γενιά ανθρώπων με ανοιχτούς ορίζοντες και πολυπολιτισμική στάση ζωής. Που οφειλαν να συνεννοουνται στα αγγλικά, γαλλικά και αραβικά (τουλάχιστον), και επρεπε να συνεργαστούν αρμονικά τοσο με Άραβες οσο και με τους λοιπους δυτικο-ευρωπαίους. Όλους όσοι αποτελούσαν τους πολίτες αυτής της ξεχωριστής χώρας μέχρι τα μέσα του 1960. Τα υπόλοιπα ειναι γνωστά...
Ευχαριστώ για την φιλοξενία.
και όμως γυρίζει 14.8.2018 | 11:20
Το βιβλίο του Μάνσελ πολύ σημαντικό για την πόλη και την όλη περιοχή. Πιό επικεντρωμένο ακόμη στην πόλη, είναι το βιβλίο του Michael Haag, "Alexandria city of memory".
Κάποιες λεπτομέρειες τώρα γιά την αναχώρηση της Αργίνης Σαλβάγου ( 1883-1972). Νομίζω ότι αναχώρησε το 1968. Στο λιμάνι την συνόδευσε ο πατέρας μου και ο προσωπικός της γιατρός. Ο πατέρας γύρισε στο σπίτι χλωμός και με σφιγμένα χείλη. Στις ερωτήσεις της μάννας απάντησε: δεν θα μάθει ποτέ κανείς πως έφυγε η κα Σαλβάγου από την Αλεξάνδρεια! Στο βιβλίο του ο Μάνσελ δίνει μιά αξιόπιστη εκδοχή. Οι τελωνειακοί της εποχής ήταν ανελέητοι στα όρια του σαδισμού, προς τους παλινοστούντες ξένους. Πόσο μάλλον σ'αυτήν την εμβληματική προσωπικότητα.
Το Μέγαρο Σαλβάγου, που καταλαμβάνει ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο στο Καρτιέ Γκρέκ, πουλήθηκε ως εξής. Το Αιγυπτιακό κράτος επέβαλλε ένα υψηλότατο φόρο στην οικογένεια. Στο πωλητήριο της οικογένειας, υπήρξε μία μόνο προσφορά, αυτή της Πρεσβείας της ΕΣΣΔ. Το ύψος της ήταν ακριβώς αυτό του φόρου. Έτσι τα χρήματα πήγαν κατευθείαν στο κράτος. Η χρήση του από τότε είναι αυτή του Πολιτιστικού Κέντρου, που γνώρισε δόξες ως το 1972 περίπου, όπου η κυβέρνηση Σαντάτ πλέον έκανε την στροφή προς την Αμερική και την "ελεύθερη" οικονομία. Ο κήπος είναι τόσο μεγάλος, ώστε να έχει εγκατασταθεί υπαίθριο σινεμά περίπου 200 θέσεων.

Ως προς "το περιοδικό ΑΑΗΑ (Amicale Alexandrie Hier et Aujourdhui)", δεν το γνωρίζω, υπάρχει πάντως η ιστοσελίδα aaha.ch, ενα γοητευτικό κράμα παρελθόντος και παρόντος, προσκλητηρίου νεκρών και ζώντων με υπότιτλο : Διεσπαρμένοι αλλά ενωμένοι, ενωμένοι αλλά (και) διαφορετικοί. Αποπνέει το Εβραίκό παρελθόν της πόλης, το οποίο επλήγη το 1948 και το 1956, γιά να εκπνεύσει το 1967.