Documenta 14, ΑΣΚΤ. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν
Εικαστικά

Ανασκόπηση 2010-2019: Η τέχνη στον τρίφτη της κρίσης

Σύντομη εξιστόρηση της τροπής των πραγμάτων στον εγχώριο εικαστικό κόσμο κατά την τελευταία δεκαετία.

Η πρώτη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, που άλλα τα «σιδέρωσε» και άλλα τα εξαΰλωσε, προκάλεσε και την παράπλευρη απώλεια των Ελλήνων συλλεκτών που εδώ και καιρό κρατούν σταθερά πλέον το βλέμμα τους στη διεθνή αγορά τέχνης, παραμελώντας την εγχώρια καλλιτεχνική παραγωγή.


Αυτό είχε ως συνέπεια να κλείσουν αρκετές εμπορικές γκαλερί, παρά το αξιοσημείωτο καλλιτεχνικό πρόγραμμά τους, κι έτσι πολλοί καλλιτέχνες να μείνουν χωρίς εμπορική εκπροσώπηση.


Ωστόσο, βρισκόμαστε ταυτόχρονα κατάπληκτοι ενώπιον του παράδοξου να έχουν αυξηθεί οι εκθεσιακοί χώροι. Πρόκειται για νέους εμπορικούς χώρους (Evripidis, Citronne: στο Κολωνάκι), για γκαλερί από άλλες πόλεις που άνοιξαν παραρτήματα στην Αθήνα (Alma, Nitra) και γκαλερί που εμφανίστηκαν στον ελαφρώς αχαρτογράφητο εικαστικά Πειραιά (Rodeo, ΕΝΙΑ). Όμως, η πιο απίθανη περίπτωση είναι η γκαλερί Hot Wheels Ρrojects του νεαρότατου Άγγλου επιμελητή Hugo Wheeler, ο οποίος ήρθε στην Αθήνα για την πρακτική εξάσκησή του πριν από δύο χρόνια και κατέληξε να μείνει επ' αόριστον. Πρόκειται, επίσης, για την πιο μπαρουτοκαπνισμένη γκαλερί, λόγω γειτνίασής της με τη ζώνη δακρυγόνων-μολότοφ γύρω από το Μετσόβιο.

 

Η σημασία της παρουσίας της στην Αθήνα ξεκινά από το ότι εισάγει ένα άλλο βλέμμα στην εντόπια καλλιτεχνική παραγωγή, πιο απροκατάληπτο, πιο ενθουσιώδες και πιο «ξενόφερτο» (για να μη χαρακτηριστεί εν ψυχρώ λονδρέζικο και περιοριστεί η δυναμική του). Κυρίως, όμως, η σημασία της Hot Wheels Ρrojects έγκειται στο ότι, χάρη στη μεθοδική και σταθερή παρουσίαση του προγράμματός της (σε σύγκριση με άλλους ανάλογους χώρους, που διαχειρίζονται συνομήλικοι του Wheeler), υπογραμμίζει και αναδεικνύει το χάσμα των γενεών στον κύκλο των γκαλεριστών και επιτρέπει μια καλή εστίαση στο τι απασχολεί και θέλγει το διεθνές νεανικό εικαστικό κοινό της πόλης.

 

Oι περισσότερες επιμέλειες ομαδικών εκθέσεων προβάλλουν συνήθως τα έργα που πρόθυμα θα αγόραζαν οι επιμελητές αν είχαν ποτέ την οικονομική δυνατότητα να είναι συλλέκτες. Δηλαδή έχουν την πικρή επίγευση της υπερκατανάλωσης σύγχρονης τέχνης συχνότερα απ' ό,τι τη γλυκιά γεύση της παραγωγής της.


Κατά τα άλλα, έχουμε και νέους εκθεσιακούς χώρους που δεν στηρίζονται στην εμπορική δραστηριότητά τους (State of Concept, Radio Athènes, Haus N, Arch, project space Aetopoulos Athens κ.ά.), καθώς και χώρους «πολλαπλών χρήσεων», που συνήθως τους διαχειρίζονται οι καλλιτέχνες στους οποίους ανήκουν, όπως το «3 137», το οποίο είναι ατελιέ καλλιτεχνών που φιλοξενεί εκθέσεις, παρουσιάσεις, ομιλίες, (εφήμερες) δράσεις και εργαστηριακού χαρακτήρα πρότζεκτ.


Ανάλογη περίπτωση είναι και το «Οχτώ» στην οδό Πολυτεχνείου, στο οποίο φιλοξενήθηκε η πιο εντυπωσιακή και ουσιώδης έκθεση σύγχρονης τέχνης του 2019 με τίτλο «City in Pieces» («Πόλη σε κομμάτια»), σε επιμέλεια Γκίγκης Αργυροπούλου και Κώστα Τζημούλη. Εκεί παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, οι θεατρικές παραστάσεις-περφόρμανς της ομάδας nova melancholia (Βασίλης Νούλας, Κώστας Τζημούλης, Βίκυ Κυριακουλάκου κ.ά.).


Επίσης, τη δεκαετία 2010-2019 υπεραναπτύχθηκε διεθνώς η έννοια της καλλιτεχνικής διαμονής (residency). Η Αθήνα υπήρξε «σπουδαίος προορισμός» καλλιτεχνών που έφταναν με αυτού του τύπου τις «υποτροφίες». Το ρεύμα των residencies άρχισε να γίνεται αισθητό ήδη από την εποχή της πρώτης ανακοίνωσης ότι η documenta 14 θα μοιραζόταν μεταξύ Αθήνας και Kassel. Έκτοτε δεν έχει σταματήσει. Αντίθετα, έχει τονωθεί, όπως έχει τονωθεί και το ρεύμα των μέτοικων καλλιτεχνών και άλλων ειδικοτήτων σχετιζόμενων με την καλλιτεχνική παραγωγή (επιμελητές εκθέσεων, θεωρητικοί τέχνης, δημοσιογράφοι, συγγραφείς κ.λπ.) που εγκαταλείπουν καταξιωμένα μεγάλα κέντρα της σύγχρονης τέχνης (π.χ. το Βερολίνο) για να εγκατασταθούν εδώ. Ωστόσο, η παρουσίαση της καλλιτεχνικής τους παραγωγής είναι δυσανάλογα φτωχή σε σύγκριση με τον ενθουσιασμό που τους φέρνει ως εδώ. Και ο λόγος για τον οποίο χάνεται κάτι στο διάκενο μεταξύ παραγωγής και παρουσίασης του έργου τους είναι ασταθής και ανεξιχνίαστος.

 

Milovan Farronato, Si sedes non is. The Breeder


Ωστόσο, έχουν προκύψει και σπουδαίες εκθέσεις από τη διαδικασία της καλλιτεχνικής διαμονής στην Αθήνα, όπως ήταν εκείνη της Ισραηλινής καλλιτέχνιδας Yana Rotner το φθινόπωρο του 2016, στον χώρο Snehta Residency, στην Κυψέλη, με τίτλο «Aliki» (επιμέλεια: Πάκυ Βλασοπούλου). Η Rotner, εν μέσω ενός φουντωμένου εθνικισμού, λόγω του φουντωμένου μεταναστευτικού, μελετώντας τη μορφή, την προσωπικότητα και την τέχνη της Αλίκης Βουγιουκλάκη, τη μυκηναϊκή χρυσή μάσκα του Αγαμέμνονα και, τέλος, τις σιδερένιες θήκες στα κάγκελα των μπαλκονιών των πολυκατοικιών που χρησιμεύουν για να στηρίζονται οι σημαίες τις μέρες των εθνικών εορτών, μας έδειξε με λεπτότητα, ηπιότητα και ποιότητα κάτι για τον εαυτό μας, το οποίο δεν είναι βέβαιο ότι εμείς (μπορούμε και θέλουμε να) αντικρίζουμε.


Η δεκαετία που σύντομα κλείνει δεν μας χάρισε σπουδαίες επιμέλειες ομαδικών εκθέσεων, υπό την έννοια ότι μια γοητευτική και ουσιώδης επιμέλεια οφείλει να αποκτά τη δύναμη και την πρόθεση ενός άυλου έργου τέχνης που γεννιέται από τα έργα τέχνης τα οποία βρίσκονται στον εκθεσιακό χώρο και από τον χώρο. Εδώ οι περισσότερες επιμέλειες ομαδικών εκθέσεων προβάλλουν συνήθως τα έργα που πρόθυμα θα αγόραζαν οι επιμελητές αν είχαν ποτέ την οικονομική δυνατότητα να είναι συλλέκτες. Δηλαδή έχουν την πικρή επίγευση της υπερκατανάλωσης σύγχρονης τέχνης συχνότερα απ' ό,τι τη γλυκιά γεύση της παραγωγής της.

 

Όμως υπήρξε και σημαντικό δείγμα εμπνευσμένης επιμέλειας από τον Ιταλό Milovan Farronato στην γκαλερί The Breeder με την ομαδική έκθεση «Si sedes non is» την άνοιξη του 2017. Ο Farronato κατόρθωσε να δημιουργήσει δύο ατμόσφαιρες: μία «θερμή-χαοτική» στο ισόγειο της γκαλερί και μία «ψυχρή-εύτακτη» στο υπόγειο. Αυτές συνιστούσαν το άυλο έργο τέχνης που παρήγαγε η επιμέλειά του. Και στις δύο περιπτώσεις το ζήτημά του ήταν η προδοτική στάση του ανθρώπου απέναντι στη λογική προς όφελος της δεισιδαιμονίας και της στροφής προς την πίστη στο θείο και στο πεπρωμένο που χαρίζουν μια ψυχικά πιο ανέξοδη ζωή.

 
Μιλώντας, όμως, για το έργο της επιμέλειας, θα άξιζε να σταθεί κανείς και στην πιο κακο-αγαπημένη έκθεση όλων των εποχών, την 4η Μπιενάλε της Αθήνας που διοργανώθηκε το 2013 στον χώρο που καταλάμβανε παραδοσιακά το Χρηματιστήριο Αθηνών, στην οδό Σοφοκλέους, και η οποία είχε τίτλο «Αγορά». Ο λόγος που κανείς δεν μπορούσε να την αγαπήσει καλά ήταν ότι η επιμέλεια υπογράμμιζε την ιδέα πως η τέχνη, όσο πολιτική και καίρια κι αν γίνει, δεν μπορεί να αντισταθμίσει το κουφάρι της οικονομίας ή, έστω, να του αποδώσει μια ικανοποιητική ερμηνεία που θα μπορούσε να απαλύνει την όψη του και να γεννήσει κάποια αισιοδοξία. Γιατί το 2013 κανείς δεν άντεχε να ακούει περισσότερο δυσάρεστα νέα απ' όσο έτσι κι αλλιώς θ' άκουγε, παρότι το έργο της επιμέλειας σε αυτή την έκθεση ήταν ιδιοφυές και είχε τεράστια δύναμη.

 

Cy Twombly Αφροδίτη, 1975, Λάδι, στικ λαδιού, μαύρο μολύβι και κολάζ σε χαρτί © Cy Twombly Foundation. Eυγενική παραχώρηση Cy Twombly Foundation & Μαρμάρινο άγαλμα Αφροδίτης Ύστερη Ελληνιστική Περίοδος (1ος αι. π.Χ.) Κύπρος, Αρχαιολογικό Μουσείο Πάφου, PM 1250. Από την έκθεση στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.


Όσον αφορά την εικαστική έκθεση που γέννησε τις μεγαλύτερες προσδοκίες και η οποία ήταν η documenta 14 στην Αθήνα, τα δύο πιο δυνατά της σημεία καταγράφηκαν κατά τη συνέντευξη Τύπου. Όμως, έκτοτε, σπάνια τους αποδίδεται η δέουσα σημασία. Το πρώτο ήταν η χορωδία καλλιτεχνών και επιμελητών –περίπου 280 άτομα επί της σκηνής του Μεγάρου Μουσικής‒ που ερμήνευσαν το έργο «Επίκυκλος» του σπουδαίου συνθέτη Γιάννη Χρήστου. Ήταν μια έναρξη συγκλονιστική.

 

Το δεύτερο δυνατό σημείο της documenta 14 ήταν ένα παραλειπόμενο στιγμιότυπο κατά τη διάρκεια των ερωτήσεων των κοινού. Ένας δημοσιογράφος της «Wall Street Journal» ζήτησε το μικρόφωνο και με πραγματική αθωότητα και απορία ρώτησε: «Ακούω ότι αναφέρεστε πολύ τακτικά στις ομιλίες και στις ερωτήσεις σας στην οικονομική κρίση και αναρωτιέμαι γιατί! Αφού η οικονομική κρίση τελείωσε το 2008. Για ποιον λόγο πρέπει να επανερχόμαστε σ' αυτήν;» (Σίγουρα στη συνέχεια θα βρέθηκε κάποιος, με καλή ψυχή, για να του προσφέρει λίγο παντεσπάνι, προκειμένου να συνέλθει από την ταραχή που υπέστη.)


Στο διάστημα αυτής της δεκαετίας το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης καλλιέργησε μια σταθερή σχέση με τη σύγχρονη τέχνη. Η έκθεση «Θεϊκοί διάλογοι. Cy Twombly & Ελληνική Αρχαιότητα» του 2017 είναι ένα αξιομνημόνευτο τέτοιο παράδειγμα. Καθότι όλα έγιναν ως εάν το ένα τρίτο των έργων του μεγάλου αφιερώματος του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού στο Παρίσι (Μπομπούρ για τους φίλους) στον σπουδαίο Αμερικανό καλλιτέχνη να ξεκρεμάστηκαν από κει για να έρθουν να εκτεθούν στην Αθήνα.


Γενικότερα, η Αθήνα έχει αποκτήσει αρκετή εκθεσιακή δραστηριότητα αυτής της κλάσης ώστε να συνιστά πλέον πόλο έλξης διεθνούς ακτινοβολίας στο φάσμα των εικαστικών τεχνών. Γιατί η λίστα με τα ερεθίσματα που προσφέρει συμπληρώνεται: α) από τις λίγες μεν σε αριθμό, αλλά πάντα με σοβαρό περιεχόμενο εκθέσεις της συλλογής George Economou, β) από τις πλούσιες σε αριθμό και περιεχόμενο εκθέσεις του οργανισμού ΝΕΟΝ, γ) από τη μόνιμη έκθεση της συλλογής ξένων καλλιτεχνών στο νέο μουσείο Β&Ε Γουλανδρή, δ) από τη δραστηριότητα του Μεγάρου Μουσικής που μέχρι τώρα έχει δώσει καθαρό στίγμα της δυναμικής του και, φυσικά, ε) από την πλούσια και ποικίλη δραστηριότητα του Μουσείου Μπενάκη.

 

Παρότι το εικαστικό μενού που προσφέρει η Αθήνα είναι αρκετά πλούσιο, εξακολουθεί να της λείπει κάτι σημαντικό: το ΕΜΣΤ. Η τελευταία δεκαετία ήταν η τραγελαφικότερη της ιστορίας του.


Θα ήταν άδικο αν στην παραπάνω λίστα δεν συμπεριλαμβανόταν η ανάδυση στον αφρό του εικαστικού ενδιαφέροντος του προγράμματος περιοδικών εκθέσεων της Νέας Δημοτικής Πινακοθήκης, στο Μεταξουργείο, από τότε που ανέλαβε την καλλιτεχνική της διεύθυνση ο Ντένης Ζαχαρόπουλος.


Όμως, παρότι το εικαστικό μενού που προσφέρει η Αθήνα είναι αρκετά πλούσιο, εξακολουθεί να της λείπει κάτι σημαντικό: το ΕΜΣΤ. Η τελευταία δεκαετία ήταν η τραγελαφικότερη της ιστορίας του. Η ιδρυτική διευθύντριά του απομακρύνθηκε υπό συνθήκες που φανερώνουν μόνο τη βαναυσότητα και την αβουλία του Πόντιου Πιλάτου που είναι πλέον ο κρατικός μηχανισμός.


Με ανάλογη ψυχρότητα και απαξίωση δεν ανανεώθηκε η θητεία της διαδόχου της. Κι έτσι και οι δύο αποπέμφθηκαν για λόγους άσχετους με το έργο που τους είχε ανατεθεί και το οποίο κείτεται στα αρχεία, χωρίς συνολική αποτίμηση. Εν τω μεταξύ και παρότι ήταν τόσα τα «δεινά», το μεγαλύτερο όλων δεν τίθεται ούτε καν ως θέμα συζήτησης. Και αυτό είναι ότι η συλλογή του μουσείου διαμορφώνεται (και μάλλον θα συνεχίσει να διαμορφώνεται) από δωρεές καλλιτεχνών που, όπως φάνηκε στην τελευταία έκθεση νέων αποκτημάτων, απαρτίζονται κυρίως από έργα από τα οποία οι δωρητές καλλιτέχνες θα ήθελαν μάλλον να απαλλαγούν, προκειμένου να μην καταλαμβάνουν πια χώρο στα εργαστήριά τους. Και επειδή συγχρόνως δεν ήθελαν να τα πετάξουν στα σκουπίδια κατέληξαν στην «έξυπνη» λύση να τα χαρίσουν στο μουσείο.


Κι όλα αυτά, ενώ ισχύει ότι ένα μουσείο μπορεί να λειτουργεί χωρίς καλλιτεχνικό διευθυντή, αλλά είναι σαν να μην υπάρχει καν εάν δεν διαθέτει αξιόλογη συλλογή.

Εικαστικά
1 Σχόλια
λukum (το) 26.12.2019 | 19:35
Μην ξεχνάμε και το πανάκριβο 10ετές φιάσκο της Εθνικής Πινακοθήκης. Την αρχιτεκτονική καταστροφή ενός αγαπητού τοποσήμου και την επικείμενη μετατροπή του σε κάτι άλλο... άσχημο και με πολύ λιγότερο πράσινο.

Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια