Εικαστικά

Ένα μεσημέρι με τον εικαστικό Αλέκο Λεβίδη, στο σπίτι του στην Πλάκα

Ζωγράφος, σκηνογράφος, εικαστικός επιμελητής βιβλίων, ο Αλέκος Λεβίδης παρουσιάζει στην Πινακοθήκη Γκίκα του Μουσείου Μπενάκη την έκθεση «Μυθ-ιστορικά», με 24 έργα που ζωγράφισε κατά τη διάρκεια τεσσάρων δεκαετιών.

Μια Ελλάδα αινιγματική, σαν να «πάγωσε» στον χρόνο η Ιστορία, όχι των μεγάλων πολιτικών γεγονότων, αλλά των ανθρώπων, αρχαία ερείπια μαζί με νεοκλασικά, παλαιστές, ναύτες, κορίτσια γυμνά, η ελληνική σημαία, η ελληνική θάλασσα και ο ουρανός, η Παλμύρα, η Δήλος, η Κέρος, η Αθήνα. Ένας ολόκληρος κόσμος επινοημένος με τον πιο σύνθετο τρόπο, με έντονη την αυτοαναφορικότητα ενός ζωγράφου-ταξιδιώτη στον χώρο και στον χρόνο.


Ο Αλέκος Λεβίδης, γνωστός σε πολλούς χάρη στην εξαιρετική μελέτη του επάνω στον Πλίνιο τον πρεσβύτερο και σε άλλους για την περίφημη ζωγραφισμένη σκηνογραφία της πρώτης «Αντιγόνης» του Λευτέρη Βογιατζή, παρουσιάζει στην Πινακοθήκη Γκίκα του Μουσείου Μπενάκη την έκθεση «Μυθ-ιστορικά», 24 έργα που ζωγράφισε κατά τη διάρκεια τεσσάρων δεκαετιών.


Συναντηθήκαμε ένα ηλιόλουστο μεσημέρι στο σπίτι του στην Πλάκα, μια υπέροχη οικοδομή με ψηλοτάβανα δωμάτια και παράθυρα απ' όπου το φως έλουζε τον χώρο. Με αξιοσημείωτη ηρεμία και πραότητα μου μίλησε για τις καλλιτεχνικές διαδρομές μιας ζωής παράλληλα με τις ιστορικο-κοινωνικές εξελίξεις του τόπου, εξομολογούμενος ότι η ζωγραφική υπήρξε γι' αυτόν τόσο σημαντική, που χωρίς αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

 

Εγώ δεν είμαι από τους ζωγράφους που ζωγραφίζουν ώστε να κάνουν έκθεση κάθε δύο χρόνια. Δεν έχω αυτή την ιδεολογία όσον αφορά τη ζωγραφική. Νομίζω ότι τα έργα χτίζονται σε μακρά χρονικά διαστήματα, σαν κύκλοι δουλειάς. 

 

— Ξέρετε, σας συνδέω πάντα με την «Αντιγόνη» του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων του Λευτέρη Βογιατζή. Εκείνη σας η σκηνογραφία είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.

Είχαμε σκάψει και είχαμε βρει τον αυθεντικό πέτρινο τοίχο, που ήταν σαν αρχαίος, και πάνω κει έφτιαξα εγώ μια τοιχογραφία ελληνιστική. Αλλά η συνεργασία με τον Βογιατζή ήταν που άξιζε τον κόπο.


— Πρώτη φορά υπογράφατε σκηνογραφία τότε;

Είχα σπουδάσει θέατρο στο Παρίσι, κάνοντας έναν κύκλο τρίμηνων σπουδών στο Θέατρο των Εθνών. Όσο έμεινα εκεί είδα πάρα πολύ θέατρο, αλλά τελικά έφυγα γιατί υπήρχε πίεση από το σπίτι, και σπούδασα αρχιτεκτονική στην Ελβετία. Μου έμεινε, όμως, το μεράκι.


— Έκτοτε δεν ξανακάνατε θέατρο;

Με τον Λιβαθινό στο Εθνικό, το «Ονειρόδραμα» του Στρίντμπεργκ. Δούλεψα, επίσης, στον «Καλό άνθρωπο του Σέτσουαν» του Μπρεχτ στο θέατρο Σφενδόνη, αλλά δεν την ολοκλήρωσα εγώ τη δουλειά.

 

Για το σκηνικό της «Αντιγόνης» του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων του Λευτέρη Βογιατζή είχαμε σκάψει και είχαμε βρει τον αυθεντικό πέτρινο τοίχο, που ήταν σαν αρχαίος, και πάνω κει έφτιαξα εγώ μια τοιχογραφία ελληνιστική.


— Παρ' όλα αυτά, τα έργα που εκθέτετε στο Μπενάκη έχουν έντονη θεατρικότητα. Μοιάζουν με επικές σκηνογραφίες, εντελώς σκηνοθετημένα έργα.

Μα δεν κάνω κάτι καινούργιο. Οι ζωγράφοι από την Αναγέννηση και μετά σκηνοθετούσαν τα έργα τους πάρα πολύ μεθοδικά σε όλα τα επίπεδα, σκηνογραφικά, ενδυματολογικά. Μελέταγαν τη σύνθεσή τους σαν να επρόκειτο για παράσταση. Από τη στιγμή που κάνει κάποιος παραστατική ζωγραφική, όχι απλώς ένα πορτρέτο ή μια γλάστρα, πρέπει να σκεφτεί πώς θα το στήσει. Αυτό είναι ήδη σκηνοθεσία. Και επειδή τα αφηγηματικά έργα είναι πολυπρόσωπα, είναι εντελώς σκηνοθετημένα. Αλλά συγχρόνως προστίθενται, αφαιρούνται πράγματα...


— Ποια ήταν τα ερεθίσματά σας όταν ήσασταν παιδί; Η ελληνική ζωγραφική ή γνωρίσατε από νωρίς τα μεγάλα μουσεία στα οικογενειακά ταξίδια;

Είχα τη δυνατότητα από πολύ νωρίς να ταξιδεύω και ήδη από τα 13-14 ήρθα σε επαφή με τη μοντέρνα ζωγραφική, τη Scuola Metafisica και τον Ντε Κίρικο στην Ιταλία. Το πρώτο βιβλίο που αγόρασα ως παιδί ήταν του Κλέε. Είχα δει έργα του στη βιβλιοθήκη του Κολεγίου, όπου πήγαινα στο γυμνάσιο, και το βρήκα στις πολύ ωραίες εκδόσεις Skira. Ήταν η αρχή των χρωματιστών βιβλίων. Είχα μεγάλη επαφή με την ξένη ζωγραφική, αλλά μεγάλωσα με τις εικόνες του Τσαρούχη, του Κόντογλου και βεβαίως του Μόραλη. Όταν ήμουν έφηβος μεσουρανούσε, τον έβλεπες σε εκθέσεις, σε κτίρια, παντού. Το πνεύμα της γενιάς του '30 έπαιξε ρόλο. Παρ' όλα αυτά, έκανα μαθήματα με τον Κώστα Μαλάμο, ο οποίος ζωγράφιζε παραστατικά και, καθώς είχε τρομοκρατηθεί, όπως όλος ο κόσμος, με την εισβολή του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, θυμάμαι ότι μου έδειχνε κάτι μικρά δικά του αφηρημένα για να μη νομίζω ότι δεν είναι κι αυτός στο ρεύμα. Το κλίμα της αφαίρεσης που είχε επικρατήσει, λοιπόν, εμένα δεν με άγγιξε από επιλογή, όχι γιατί δεν το ήξερα.

 

— Σας άγγιξε η ελληνοκεντρικότητα περισσότερο;

Ναι, και όταν εγκαταστάθηκα έξω, η ποπ αρτ πολύ, ο σουρεαλισμός, η μεταφυσική σχολή.


— Πού εγκατασταθήκατε;

Μετά τη Γενεύη, όπου σπούδασα, επέστρεψα στο Παρίσι. Το '68, που γινόντουσαν οι διαδηλώσεις, ήμουν εκεί.

 

Όταν ζωγραφίζεις 40, 50, 60 χρόνια μετά τον Βασιλείου ή τον Τσαρούχη, είναι προφανές ότι τους χρησιμοποιείς με έναν καινούργιο τρόπο, ότι τους «ξαναβλέπεις». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Όπου μπορούσατε να αφιερωθείτε στη σκηνογραφία, όπως επιθυμούσατε.

Είχα μια επιλογή, να μείνω στο εξωτερικό πριν γυρίσω. Ήξερα και τον Κόκκο ‒ θα είχε συμβεί, νομίζω, αν είχα μείνει. Αλλά με είχε φάει η νοσταλγία. Αισθάνομαι ότι δεν θα μπορούσα να δουλέψω εκτός Ελλάδας.


— Γιατί το λέτε αυτό;

Γιατί με θρέφει ο χώρος. Υπήρχε στα νιάτα μου μια σχεδόν μεταφυσική σύνδεση με αυτό που λέγεται Ελλάδα, θάλασσα, νησιά. Επέστρεψα στην Αθήνα και μαζί με την πρώτη μου γυναίκα και μια παρέα φίλων φτιάξαμε το βιβλιοπωλείο Στροφή. Βρισκόταν κάτω από το θέατρο Κεντρικό, στην αρχή της Κολοκοτρώνη. Αποτελούσε σημείο προσέλευσης των πνευματικών ανθρώπων. Θυμάμαι, ερχόταν ο Κουν και έτρωγε στο εστιατόριο Κεντρικό, που βρισκόταν απέναντι. Ήταν χούντα και φέρναμε πολιτικοποιημένα γαλλικά και αγγλικά βιβλία.

 

— Και δεν σας πήραν χαμπάρι;

Πολλές φορές, και είχαμε ιστορίες και τραβήγματα. Παράλληλα, είχα έναν χώρο εκθεσιακό κάτω στο υπόγειο. Αυτό κράτησε μέχρι τη Μεταπολίτευση και μετά έπεσα ξανά στη ζωγραφική, την οποία είχα βάλει σε δεύτερη μοίρα.


— Πώς θυμάστε την Ελλάδα της χούντας; Λένε ότι υπήρχε αποδοχή από την πλειονότητα. Υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτό;

Στα μη αστικά κέντρα σαφέστατα είχαν συμπλεύσει με τη χούντα γιατί είχαν δοθεί λεφτά. Όλες αυτές οι αηδίες που χτίστηκαν στα νησιά, τα παράτυπα ξενοδοχεία, με τέτοια λεφτά έγιναν. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει κάτι. Στις πόλεις ήταν πάρα πολύ έντονη η αίσθηση ότι παρακολουθείται κάθε σου κίνηση, ότι δεν έχεις δικαίωμα να δημοσιεύσεις, να πεις, να κάνεις κάτι. Δηλαδή δεν ήταν χαλαρό το κλίμα. Από κει και πέρα, σίγουρα υπερτονίστηκε η αντίσταση, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι' αυτό.


— Η αντίσταση δεν εμφανίστηκε κάπως αργά, όταν πια βρισκόταν η χούντα σε παρακμή;

Το Πολυτεχνείο συνέβη μια στιγμή δικής τους κρίσης. Δεν είχαν παρακμάσει, ήταν ο ένας χειρότερος από τον άλλον. Έφυγε ο Παπαδόπουλος και ήρθε ο Ιωαννίδης, που ήταν χειρότερος.

 

Το έργο, που ζωγραφίστηκε κατόπιν παραγγελίας του Μουσείου Μπενάκη, εκτέθηκε στο πλαίσιο της ομαδικής έκθεσης «Ομοιότητες περίπου. Εκδοχές ενός πορτρέτου του Αντώνη Μπενάκη, 1873-1954», που οργανώθηκε με αφορμή το άνοιγμα του νέου κτηρίου της οδού Πειραιώς. Έκτοτε, παραμένει εκτεθειμένο στο ίδιο κτήριο.


— Έναν χρόνο πριν είχαν χαλαρώσει, κυκλοφορούσαν ακόμα και μαρξιστικά βιβλία.

Όχι μαρξιστικά, αλλά πιο ανοιχτά βιβλία, ναι. Αυτό έγινε το διάστημα που ήταν ο Μαρκεζίνης πρωθυπουργός. Αμέσως μετά έγινε το Πολυτεχνείο. Έκαναν το άνοιγμα, δεν τους βγήκε.


— Πάντως, υπάρχει μια μερίδα που νοσταλγεί την εποχή, όχι απαραίτητα τη χούντα, αλλά τις δεκαετίες του '60 και του '70, ως μια «αγνή» εποχή.

Έχει πλάκα αυτό που λέτε, μολονότι κι εγώ πολλές φορές βλέπω εκείνη την εποχή ως «αγνή». Όχι μόνο της χούντας αλλά και πιο πριν. Αν σκεφτεί κανείς, όμως, τι έχει περάσει ο τόπος από τον Εμφύλιο μέχρι τη χούντα, μόνο αγνή δεν μπορεί να την πει. Σαφώς υπήρχε ένα άλλο κλίμα, ο κόσμος ήταν πιο φτωχός και πιο καθαρός. Αλλά οι μισοί Έλληνες είχαν φύγει έξω και οι άλλοι μισοί είχαν τραβήγματα με την Ασφάλεια. Δεν θα έλεγες ότι ήταν ήρεμα τα πράγματα. Το '60 έγινε μια μικρή αναγέννηση στο θέατρο και αλλού, όχι μόνο από τη γενιά του '30 αλλά και από τις επόμενες. Μετά ήρθε η χούντα και τα σταμάτησε όλα αυτά.


— Εσείς συναναστρεφόσασταν κάποιους από εκείνους έπαιζαν ρόλο, είτε λόγω οικογένειας είτε καλλιτεχνικά;

Κοιτάξτε, η οικογένειά μου ήταν άλλου προσανατολισμού, ανέκαθεν βασιλική. Εγώ επέλεξα έναν άλλον δρόμο και ομολογώ ότι δεν το μετάνιωσα ποτέ. Ήμουν πολιτικοποιημένος εκείνη την εποχή και στο βιβλιοπωλείο δουλέψαμε πολύ ως χώρος που είχε μια επιρροή, όπως η γκαλερί Ώρα του Μπαχαριάν.


— Ήταν ανάλογα δραστήριος και ο δικός σας χώρος;

Σε μικρότερη κλίμακα. Πρωτοδείξαμε αυτά που σήμερα λέμε «πολλαπλά». Παραμονή του Πολυτεχνείου είχαμε εγκαίνια με την εικονογράφηση του Αργυράκη στα ποιήματα του Ρίτσου και περιμέναμε να δούμε τι θα γίνει. Γινόταν χαμός, έτσι την αναβάλαμε. Γινόντουσαν διάφορα πράγματα ‒ είχε φτιάξει ο Κουλεντιανός ένα βιβλίο για τον Ελύτη...


— Άρα ήσασταν της πρωτοπορίας περισσότερο από την Ώρα.

Ναι, είχαμε ξεκινήσει με λιθογραφίες του Πικάσο, τα έργα που είχε εκθέσει στην Αβινιόν το 1975, προτού πεθάνει. Είχαμε πολλές επαφές με το εξωτερικό ως Στροφή, γιατί φέρναμε βιβλία και γιατί ταξιδεύαμε κάθε χρόνο.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Πότε ξαναπήρατε ζεστά τη ζωγραφική;

Ποτέ δεν την εγκατέλειψα. Όταν τέλειωσε η χούντα, το βιβλιοπωλείο δεν είχε λόγο ύπαρξης πλέον. Η ενδιαφέρουσα δουλειά έγινε την περίοδο της χούντας. Άλλωστε, οικονομικά με τσάκισε, βάζαμε λεφτά αβέρτα. Ξανάρχισα να ζωγραφίζω με μοντέλα από το μηδέν, κάτι που εγώ θεωρούσα ότι ήταν μια νέα μαθητεία, η οποία κατέληξε σε δύο μεγάλες εκθέσεις στην Ώρα. Αλλά εγώ δεν είμαι από τους ζωγράφους που ζωγραφίζουν σε τέτοιους ρυθμούς ώστε να κάνουν έκθεση κάθε δύο χρόνια. Δεν έχω αυτή την ιδεολογία όσον αφορά τη ζωγραφική. Νομίζω ότι τα έργα χτίζονται σε μακρά χρονικά διαστήματα, σαν κύκλοι δουλειάς. Όποτε είχα έτοιμο έναν τέτοιο κύκλο, έκανα έκθεση. Και σε αυτήν που κάνω τώρα έχω ξεχωρίσει κάποια έργα από τα τελευταία 40 χρόνια που θεωρώ ότι έχουν συγγένειες μεταξύ τους.


— Σε πολλά έργα σας μοιάζει να αναπολείτε μια εποχή αλώβητη από τον τον σύγχρονο άνθρωπο, σαν να ποθείτε να επιστρέψετε σε αυτήν ή να επιθυμείτε να διορθώσετε κάτι.

Κοιτάξτε, δεν υπάρχει νοσταλγία, αυτό που λέμε «αχ, να γυρνούσαμε στο τότε». Υπάρχει, όμως, ως νόστος, μια αναφορά ποιητική σε ένα παρελθόν που ήταν κάπως και θα ήταν ενδιαφέρον να ιδωθεί υπό ένα άλλο πρίσμα, και μάλιστα μέσα από μια οικολογική ματιά ‒ αυτό υπάρχει ως αίτημα. Όλα συνυπάρχουν, χωρίς όμως να υπάρχει διάθεση επιστροφής.

 

— Τι σας κάνει να απεικονίζετε έρημα τοπία, όπου μόνο τα ερείπια προδίδουν ανθρώπινη παρουσία;

Θα μπορούσε να το δει κανείς και ως μια αλληγορία, με την έννοια ότι τα τοπία με οποιαδήποτε ερείπια, απομεινάρια του χρόνου είναι και σαν μια ενδοσκόπηση. Δηλαδή δεν είναι μια αναφορά απόλυτα γεωγραφική ή ιστορική αλλά περισσότερο εσωτερική, μια στροφή προς τα μέσα.


— Η επιμονή στη Ανατολή είναι μια πτυχή της Ελλάδας;

Είναι γνωστή η άποψη ότι είμαστε περισσότερο Ανατολίτες απ' ό,τι Ευρωπαίοι. Στην πραγματικότητα, είμαστε και τα δύο, και βέβαια το στοιχείο της Ανατολής δεν παύει να μας ελκύει και να είναι ζωντανό μέσα μας. Τον καιρό που μελέτησα την αρχαία ζωγραφική και έγραψα το βιβλίο πάνω στον Πλίνιο είχα ταξιδέψει πάρα πολύ στις ανατολικές χώρες από τις οποίες πέρασε ο Αλέξανδρος και γενικά η ελληνική επιρροή. Μου έχουν μείνει πολύ έντονα αυτά τα τοπία και η αίσθηση του αλλότριου αλλά και του δικού μας στοιχείου. Βλέπεις μια ελληνική κολόνα σε μια έρημο κι αυτό είναι πολύ περίεργο, δηλαδή να βρίσκεσαι στην άκρη της Συρίας και ένα ψηφιδωτό του 3ου αι. μ.Χ. να γράφει «ο γκαμιλιέρης».


— Είναι κάτι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει σήμερα με την Αμερική και τη διείσδυσή της σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Ακριβώς!

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Τα έργα σας, πάντως, είναι αινιγματικά. Ένα τιτλοφορείται «Παραμονές της συνθηκολόγησης». Σε τι αναφέρεστε;

Θα σας πω ποια είναι η στρατηγική μου. Ο τίτλος σάς κάνει να σκεφτείτε «ποια είναι η συνθηκολόγηση;». Για μένα υπάρχουν στοιχεία της συνθηκολόγησης, όπως οι συλλήψεις που έγιναν στα Δεκεμβριανά στην Αθήνα, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα, γιατί τότε δεν υπήρχαν πολλά από αυτά που βλέπεις στον πίνακα, όπως οι ναύτες. Απλώς ήταν κάτι που ήθελα να ζωγραφίσω. Αυτά προστίθενται μετά. Μιλήσαμε για σκηνοθεσία στη ζωγραφική: στήνεται μια παράσταση και το ένα φέρνει το άλλο.


— Έχετε πολλά στοιχεία από την ελληνική ζωγραφική παράδοση, από Βασιλείου μέχρι Τσαρούχη.

Κοιτάξτε, αυτά τα πράγματα τα βλέπω πια κάπως αποστασιοποιημένα και τα χρησιμοποιώ ανάλογα. Όταν ζωγραφίζεις 40, 50, 60 χρόνια μετά τον Βασιλείου ή τον Τσαρούχη, είναι προφανές ότι τους χρησιμοποιείς με έναν καινούργιο τρόπο, ότι τους «ξαναβλέπεις».


— Σας τραβάει συνεχώς η αρχαιότητα, λες και θέλετε να μιλήσετε για το σήμερα μέσα από αυτήν.

Το έχει κάνει ο Καβάφης, και βέβαια πολύ συχνά ο Τσαρούχης. Υπάρχει αυτό το να μιλάς για το σήμερα μέσα από άλλες εικόνες, άλλων εποχών.

 

— Παρ' όλα αυτά, πειραματίζεστε και με άλλες φόρμες.

Όταν ζωγραφίζεις το 2000, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Καταρχάς, ξέρεις τι έχει συμβεί, από τον μοντερνισμό μέχρι την εννοιολογική τέχνη. Οπότε κάνεις τις επιλογές σου και ζωγραφίζεις συνθετικά. Εγώ δεν αισθάνομαι ότι ζωγραφίζω με ένα στυλ. Μου αρέσει να μπαίνω σε διαφορετικούς χώρους και σε διαφορετικές τεχνοτροπίες, οι οποίες κάθε φορά εκφράζουν κάτι άλλο.


— Παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια μια ακύρωση σχεδόν της ζωγραφικής. Σαν να έχει απομακρυνθεί η νέα γενιά από την παράδοση.

Υπάρχουν πολλά είδη τέχνης. Όταν με αποκαλούν εικαστικό, τους λέω ότι είμαι ζωγράφος. Ο εικαστικός μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που δουλεύει με το βίντεο και να κάνει πολύ ωραία πράγματα, αλλά δεν κάνουμε την ίδια δουλειά ακριβώς. Είναι ένα τεράστιο θέμα αυτό. Καταρχάς, πρέπει να σας πληροφορήσω ότι αυτήν τη στιγμή που μιλάμε η ζωγραφική, που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, τώρα γνωρίζει μια αναβίωση.

 

Εσωτερικό εργαστηρίου με δύο μοντέλα, 1982
Η αμηχανία του Ιουλίου, 2018


— Οι νέες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης είναι συχνά έξυπνες ιδέες με όχι σοβαρή ανάπτυξη.

Νομίζω ότι θίγετε ένα θέμα πολύ ουσιαστικό, το ότι ο καθένας μπορεί να κάνει τέχνη πια: αυτή η πλημμυρίδα ανθρώπων που αυτοφωτογραφίζονται και προβάλλονται στο Ίντερνετ. Καθένας πιστεύει πια ότι η τέχνη τού ανήκει. Σε αυτό απαντάει η πρωτοπορία, με την έννοια ότι μπορεί να έχεις μια ιδέα και να τη στήσεις. Αυτό δούλεψε για πολλά χρόνια, αλλά φαίνεται ότι δεν μπορεί να αντικαταστήσει την τέχνη, όπως η οθόνη δεν αντικατέστησε το βιβλίο και είναι ζήτημα αν θα το αντικαταστήσει, όπως ο κινηματογράφος δεν κατάφερε να αντικαταστήσει το θέατρο. Γεννιούνται νέες τεχνικές που μπορούν να χειριστούν την εικόνα με άλλον τρόπο, αλλά η δουλειά της ζωγραφικής δεν παύει να είναι επίκαιρη, όσο επίκαιρο είναι να βλέπεις έναν ζωντανό θεατή και έναν ζωντανό ηθοποιό στο θέατρο. Όταν είσαι μπροστά στον πίνακα, έρχεσαι σε άμεση επαφή με τον άνθρωπο που τον έκανε. Όταν βλέπεις ένα βίντεο είναι άλλη διαδικασία. Δεν υπάρχει ο άνθρωπος από πίσω, υπάρχει μια εικόνα μέσα στον ωκεανό των κινούμενων εικόνων. Είναι ξεκάθαρο πια τι είναι ζωγραφική και τι δεν είναι. Από κει και πέρα, στον χώρο της τέχνης έχουν ανοιχτεί κι άλλοι δρόμοι, αλλά αυτό δεν νομίζω ότι αποκλείει τη ζωγραφική.


— Θεωρείτε πιο ενδιαφέρουσα την εποχή που ξεκινούσατε ή τη σημερινή;

Εμένα η ζωγραφική με έχει στηρίξει στη ζωή. Νομίζω πως δεν θα μου ήταν εύκολο να σταματήσω να ζωγραφίζω. Πηγαίνω σε σπίτια που έχουν έργα μου και τα βλέπω σαν έργα τρίτου. Εκεί αντιλαμβάνομαι πώς τα έχω φτιάξει. Ίσως τώρα, που έχω μεγαλώσει, να αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος να κάνω ενδεχομένως μια καλύτερη ζωγραφική. Αλλά θα ήθελα να έχω τη δυνατότητα άλλων 25-30 χρόνων ‒που δεν την έχω‒, για να την ολοκληρώσω.


— Η Ελλάδα εξακολουθεί να δικαιώνει την επιλογή σας να επιστρέψετε σε αυτήν;

Μου φαίνεται πάρα πολύ ενδιαφέρων τόπος, με έντονο ανθρώπινο δυναμικό. Είμαστε σαν όλους τους λαούς, αλλά ζούμε σε έναν ιδιαίτερο τόπο. Είναι λυπηρό το ότι έχουμε μπλεχτεί σε μια κατάσταση που αφορά όλο τον κόσμο: μας ενδιαφέρει μόνο το χρήμα. Δεν ξέρω πού θα βγάλει αυτό. Κατά τα άλλα, δυνατότητες έχουμε.

 

Το 1997, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Άργους, σχεδίασα το σκηνικό για την όπερα Έσσεται ήμαρ του Γιώργου Κουμεντάκη που ανέβηκε σε σκηνοθεσία του Βίκτωρα Αρδίττη στα αρχαίο θέατρο του Άργους. Ένα τεράστιο υφασμάτινο ιστίο με ζωγραφισμένο επάνω του ένα άλογο υψώθηκε στις κερκίδες.

 

Aγορά, 2010-2017

 

Αλέκος Λεβίδης - Μυθ-ιστορικά

Έως 14/03

Μουσείο Μπενάκη - Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα

Κριεζώτου 3, 210 361 5702, 210 363 0818

Ώρες λειτουργίας: Τετάρτη - Σάββατο 10:00 - 18:00

 

Εικαστικά

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μυθ-ιστορικά, Αλέκος Λεβίδης

ΤέχνεςΜυθ-ιστορικά, Αλέκος Λεβίδης

1.1.1970
Πέθανε ο Δημοσθένης Κοκκινίδης, ζωγράφος και πρώην πρύτανης της ΑΣΚΤ

ΠολιτισμόςΠέθανε ο Δημοσθένης Κοκκινίδης, ζωγράφος και πρώην πρύτανης της ΑΣΚΤ

4.2.2020
Κοσμάς Ξενάκης (1925-1984): Ένας ερμητικός, καινοτόμος και μάλλον άγνωστος Έλληνας καλλιτέχνης, στο φως

ΕικαστικάΚοσμάς Ξενάκης (1925-1984): Ένας ερμητικός, καινοτόμος και μάλλον άγνωστος Έλληνας καλλιτέχνης, στο φως

26.1.2020
Η τέχνη του Καραβάτζιο ήταν γεμάτη πυκνά σκοτάδια

ΤέχνεςΗ τέχνη του Καραβάτζιο ήταν γεμάτη πυκνά σκοτάδια

22.1.2020
 Ένας πίνακας-σύμβολο που έγινε διάσημος χάρη σε μια κινηματογραφική ταινία

Εικαστικά Ένας πίνακας-σύμβολο που έγινε διάσημος χάρη σε μια κινηματογραφική ταινία

15.1.2020
Τα 10 ακριβότερα έργα τέχνης που δημοπρατήθηκαν το 2019

ΠολιτισμόςΤα 10 ακριβότερα έργα τέχνης που δημοπρατήθηκαν το 2019

28.12.2019
Ακόμη και η λίστα για ψώνια του Μιχαήλ Αγγελου είναι σαν έργο τέχνης

Αρχαιολογία & ΙστορίαΑκόμη και η λίστα για ψώνια του Μιχαήλ Αγγελου είναι σαν έργο τέχνης

11.12.2019
Ο Ντεγκά στην όπερα, εκεί όπου αισθανόταν σαν στο σπίτι του

ΕικαστικάΟ Ντεγκά στην όπερα, εκεί όπου αισθανόταν σαν στο σπίτι του

7.12.2019
Μοντιλιάνι: Μια έκθεση με τα αριστουργήματα του κορυφαίου Ιταλού ζωγράφου, εκατό χρόνια μετά τον θάνατό του

ΠολιτισμόςΜοντιλιάνι: Μια έκθεση με τα αριστουργήματα του κορυφαίου Ιταλού ζωγράφου, εκατό χρόνια μετά τον θάνατό του

22.11.2019
Η Λένα Κιτσοπούλου ζωγράφος (και καλή μάλιστα)

ΕικαστικάΗ Λένα Κιτσοπούλου ζωγράφος (και καλή μάλιστα)

4.1.2020
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια