Σαν Σημερα

Μαρκ Σαγκάλ: Ο ανένταχτος ποιητής της μοντέρνας τέχνης

Σαν σήμερα, στις 28 Μαρτίου 1985, πεθαίνει σε ηλικία 98 ετών ο Ρώσος ζωγράφος εβραϊκής καταγωγής Μαρκ Σαγκάλ.

Γεννημένος στις 7 Ιουλίου του 1887 στο Βίτεμπσκ της σημερινής Λευκορωσίας, ο Σαγκάλ θα γράψει για τον πατέρα του: «Πόσες δυσκολίες πέρασε ο πατέρας μου μ' εμάς, τα εννιά παιδιά του, και, παρ' όλα αυτά, ήταν πάντα γεμάτος αγάπη και με τον τρόπο του ήταν ένας ποιητής. Χάρη σ' αυτόν ένιωσα για πρώτη φορά την ποίηση σε αυτόν τον κόσμο. Μετά την ξαναένιωσα κοιτώντας τις νύχτες τον σκοτεινό ουρανό. Μετά έμαθα πως υπάρχει κι άλλος κόσμος, αυτός του ονείρου. Και αυτό μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Τόσο πολύ συγκινήθηκα... Και έτσι ξεκίνησα να ζωγραφίζω...».


Γράφεται στη σχολή ζωγραφικής του Γεχούντα Πεν, στο Βίτεμπσκ, και το 1906 μετακομίζει στην Αγία Πετρούπολη, όπου και κερδίζει υποτροφία για σπουδές στη σχολή Svanseva δίπλα στον εκπρόσωπο του συμβολισμού και περίφημο σκηνογράφο Λέον Μπακστ. Στα πρώτα του έργα συναντάμε θέματα που θα τον απασχολήσουν και στη συνέχεια, όπως αγροτικές σκηνές ή άλλες, εμπνευσμένες από τη ζωή στην ύπαιθρο και στην επαρχία.


Στο τέλος του καλοκαιριού του 1909 θα γνωρίσει την Μπέλα Ρόζενφελντ, μούσα και μεγάλο έρωτα της ζωής του, που μόλις είχε επιστρέψει από ένα ταξίδι στο Βερολίνο και τη Βιέννη. Θα την παντρευτεί το 1915 και θα ζήσουν μαζί μέχρι τον θάνατό της, στις 2 Σεπτεμβρίου 1944. «Τα χέρια μου διπλώνονται και σκύβουν / Για να ζωγραφίσουν τη σύντομη ζωή σου / Το στόμα μου και η καρδιά μου ανοίγουν / Ώστε η προσευχή μου να έρθει κοντά σου...» θα γράψει για εκείνη.

Αν και επηρεασμένος από τα ρεύματα της εποχής του, ο Σαγκάλ δεν αισθάνεται την ανάγκη να ενταχθεί σε κάποιο από αυτά. «Κάτω ο νατουραλισμός, ο ιμπρεσιονισμός και ο ρεαλιστικός κυβισμός. Με θλίβουν και με περιορίζουν.[...] Για μένα η τέχνη είναι κυρίως μια ψυχική κατάσταση» θα γράψει στο βιβλίο του «Η ζωή μου».


Η Μπέλα περιγράφει τον Σαγκάλ στα απομνημονεύματά της: «Εντυπωσιάστηκα από τα μάτια του, ήταν τόσο γαλάζια όσο ο ουρανός. Είχε ασυνήθιστα μάτια, δεν έμοιαζαν με κανενός άλλου. Δεν είχα ξαναδεί τέτοια μάτια παρά μόνο σε εικονογραφήσεις παραμυθιών. Το στόμα του ήταν πάντα μισάνοιχτο, σαν να ήθελε να πει κάτι με τα εντυπωσιακά λευκά του δόντια. Όλες του οι κινήσεις θύμιζαν αρπακτικό... Τι να σκέπτεται άραγε; Βλέπω αυτήν τη βαθιά, κάθετη ρυτίδα στη μέση του μετώπου του. Με πλησιάζει, χαμηλώνω το βλέμμα, δεν μιλά κανείς μας, ακούμε μόνο τον δυνατό χτύπο της καρδιάς μας... Το πρόσωπό του ζει μέσα μου, σαν δεύτερο εγώ μου, η φωνή του αντηχεί στ' αυτιά μου. Συνάντησα καλλιτέχνες και στο παρελθόν, αλλά κανείς τους δεν έμοιαζε με αυτόν... Μου μιλάει με τόση οικειότητα, σαν να συναντιόμαστε κάθε μέρα. Δεν με φοβίζει, έχει μιαν ήρεμη, αυτοελεγχόμενη φωνή. Τα σγουρά του μαλλιά προβάλλουν κάτω από το καπέλο του. Περπατάμε παρέα, δείχνει τόσο δυνατός και στιβαρός, σαν να αντλεί τη δύναμή του από ένα ατσαλένιο ποτάμι...»

 

Το 1910, μετά από τρεις μέρες ταξίδι, ο ζωγράφος φτάνει στο Παρίσι. Οι φρουροί τον σταματούν, φοβούμενοι ότι έχει ψείρες. Ψείρες δεν έχει, όπως ούτε και χρήματα. Δεν μιλά γαλλικά, είναι όμως πια πολύ μακριά για να γυρίσει πίσω. Επισκέπτεται το Λούβρο, μαγεύεται και αποφασίζει να μείνει. Αλλάζει το όνομά του από Μοσέ Σεγκάλ σε Μαρκ Σαγκάλ και γίνεται Γάλλος ζωγράφος.

 
Έρχεται σε επαφή με το έργο εκπροσώπων της πρωτοπορίας, όπως οι ιμπρεσιονιστές Πολ Γκογκέν, Βίνσεντ βαν Γκογκ και Ανρί Ματίς, ενώ σε κάποια έργα του διαφαίνονται επιρροές από τον κυβισμό και πρωτίστως από τον Ρομπέρ Ντελονέ. Οι ζωγράφοι τον αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη, οι ποιητές, όμως, με επικεφαλής τον Απολινέρ, αναγνωρίζουν την ποιητική διάθεση και την ιδιαιτερότητα των έργων του. «Ο Σαγκάλ συντέλεσε στη συγχώνευση της ποίησης και των πλαστικών τεχνών. Ο μεταφορικός λόγος, χάρη σ' αυτόν, κάνει τη θριαμβευτική του είσοδο στη μοντέρνα ζωγραφική και τη σημαδεύει» έλεγε ο Αντρέ Μπρετόν.

 

Ο Σαγκάλ με τη Μπέλα Ρόζενφελντ, μούσα και μεγάλο έρωτα της ζωής του.


Τον Σαγκάλ αγκαλιάζουν και οι Γερμανοί εξπρεσιονιστές της διάσημης επιθεώρησης τέχνης «Der Sturm». Ο εκδότης της, Χέρβαρτ Βάλντεν, με προτροπή του Απολινέρ, οργανώνει με μεγάλη επιτυχία το 1914 στο Βερολίνο την πρώτη ατομική έκθεση του Σαγκάλ, η οποία συντέλεσε στη διάδοση του εξπρεσιονισμού.


Αν και επηρεασμένος από τα ρεύματα της εποχής του, ο Σαγκάλ δεν αισθάνεται την ανάγκη να ενταχθεί σε κάποιο από αυτά. «Κάτω ο νατουραλισμός, ο ιμπρεσιονισμός και ο ρεαλιστικός κυβισμός. Με θλίβουν και με περιορίζουν.[...] Για μένα η τέχνη είναι κυρίως μια ψυχική κατάσταση» θα γράψει στο βιβλίο του «Η ζωή μου».


Την ίδια χρονιά επισκέπτεται το Βίτεμπσκ και ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος παρατείνει την παραμονή του εκεί. Μετά τη Ρωσική Επανάσταση, ο γνωστός του από το Παρίσι και υπεύθυνος για θέματα πολιτισμού, Ανατόλι Λουνατσάρσκι, τον τοποθετεί στη θέση του επιτρόπου Καλών Τεχνών στο Βίτεμπσκ. Οργανώνει εκθέσεις, καταφέρνει να επαναλειτουργήσει η Σχολή Καλών Τεχνών της πόλης με διακεκριμένους δασκάλους, όπως ο Ελ Λισίτσκι και ο Καζιμίρ Μαλέβιτς, και, έχοντας διαφωνίες με τις πρακτικές της επανάστασης όσον αφορά τα ζητήματα τέχνης, παραιτείται το 1920. Μετακομίζει στη Μόσχα και αναλαμβάνει τη διακόσμηση του Εβραϊκού της Θεάτρου.


Επιστρέφει στο αγαπημένο του Παρίσι το 1923, όπου διανύει την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του. Το 1924 πραγματοποιεί εκεί την πρώτη του αναδρομική έκθεση και το 1925-6 ακολουθεί η πρώτη του ατομική έκθεση στη Νέα Υόρκη.

 

Marc Chagall, Birthday (L'anniversaire), 1915. © Marc Chagall, Vegap, Bilbao 2018. Photo © The Museum of Modern Art, New York / Scala, Florence. Courtesy of the Guggenheim Bilbao.
Marc Chagall, The Flying Carriage (La calèche volante), 1913. © Marc Chagall, Vegap, Bilbao 2018. Courtesy of the Guggenheim Bilbao.

 

Ο Σαγκάλ ζωγραφίζει ό,τι τον συγκινεί, τα έργα του ταξιδεύουν τον θεατή στον κόσμο των παραμυθιών, συνδυάζοντας ποιητικά το πραγματικό με το φανταστικό. Εμπνέεται από το ρωσικό και εβραϊκό φολκλόρ, τους θρύλους, τα λαϊκά μοιρολόγια. Αγαπημένο του θέμα είναι τα λουλούδια. «Τέχνη είναι η αδιάκοπη προσπάθεια να συναγωνιστούμε την ομορφιά των λουλουδιών, χωρίς ποτέ να το κατορθώσουμε» έλεγε χαρακτηριστικά.


Οι πίνακές του, ακόμα και οι πιο «σκοτεινοί» που ζωγράφισε κατά τη διάρκεια του πολέμου, είναι γεμάτοι χρώματα. «Ο Σαγκάλ είναι εξαιρετικά ταλαντούχος κολορίστας. Καταπιάνεται με πάθος με όλα όσα του υπαγορεύει η μυστικιστική ειδωλολατρική φαντασία του. Η τέχνη του είναι εξαιρετικά αισθησιακή» θα πει ο Γκιγιόμ Απολινέρ, ενώ τα ύστερα έργα του θα κάνουν τον Πικάσο να ισχυριστεί ότι «όταν πεθάνει ο Ματίς, ο Σαγκάλ θα μείνει ως ο μοναδικός ζωγράφος που ξέρει τι είναι χρώμα».


«Ο Σαγκάλ είναι ένας ρεαλιστής καλλιτέχνης που ζωγραφίζει με ακρίβεια ό,τι βλέπει γύρω του και βλέπει αγελάδες στα κεραμίδια, κοκόρια στην αυλή του χωριού του, βλέπει τη γυναίκα του να πετάει μαζί του στον ουρανό και τον βιολιστή στη στέγη. Δεν μπορεί να διαχωρίσει ο ίδιος την ποίηση από τη ζωγραφική. Άλλοτε την περιγράφει σε ποιήματα και άλλοτε σε χρώματα. Οι φαινομενικές υπερβάσεις δεν τον ενοχλούν ούτε τον απασχολούν. Πιστεύει ότι αυτό που κάνει είναι αληθινό και δεν δίνει εξηγήσεις για τίποτα. Αν και δεν γίνεται κατανοητό, είναι σίγουρα δικό μας πρόβλημα. Το ταλέντο του είναι τόσο μεγάλο και ιδιόμορφο, ώστε δικαιώνει απόλυτα το έργο του» επισημαίνει ο ακαδημαϊκός και ζωγράφος Δημήτρης Μυταράς στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης των ποιημάτων του ζωγράφου.

 

Ο Μαρκ Σαγκάλ το 1965. Φωτο: Yousuf Karsh


Οι ναζί χαρακτηρίζουν τα έργα του Σαγκάλ «εκφυλισμένα» και όταν η Γαλλία συνθηκολογεί με τη ναζιστική Γερμανία η ζωή του βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Συλλαμβάνεται στη Μασσαλία, αλλά σώζεται με αμερικανική παρέμβαση και τον Μάιο του 1941 φτάνει με πλοίο στη Νέα Υόρκη, όπου και θα εγκατασταθεί με την οικογένειά του.


Ο θάνατος της γυναίκας του, που υπήρξε το μοντέλο του σε πολλούς διάσημους πίνακες, θα τον βυθίσει σε απελπισία. Πολλά από τα σαράντα συνολικά ποιήματά του θα γραφτούν την περίοδο της απώλειάς της, μαρτυρώντας τη βαθιά θλίψη του. «Από τους πίνακές μου / Το όνειρό μου κυλάει / Στα πόδια σου / Αλλά πού είσαι...» θα γράψει για την Μπέλα Ρόζενφελντ, τη συγκατάθεση της οποίας ζητούσε για κάθε του έργο.

 

Επιστρέφει στη Γαλλία το 1946, αρχικά στο Παρίσι και αργότερα στη γαλλική Ριβιέρα, όπου θα μείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, έχοντας συνάψει δύο ακόμα γάμους, με τη Βιρτζίνια Χάγκαρντ και τη Βαλεντίνα (Βάβα) Μπρόντσκι.

 

Το 1952, ο διάσημος Έλληνας εκδότης Τεριάντ προσκαλεί τον Σαγκάλ στην Ελλάδα, ώστε να μπει στην ελληνική ατμόσφαιρα, προκειμένου να εικονογραφήσει το ποιμενικό ερωτικό διήγημα «Δάφνις και Χλόη» που του είχε αναθέσει. Επισκέπτεται την Αθήνα, τους Δελφούς, το Ναύπλιο και τον Πόρο, που τον συναρπάζει, και του αφιερώνει τέσσερα έργα. «Ευχαριστώ πολύ για την ωραία διαμονή, Μαρκ Σαγκάλ, Πόρος, 4/9/1952» σημειώνει ο ζωγράφος στο βιβλίο επισκεπτών της διάσημης βίλας «Γαλήνη» κάτω από την αυτοπροσωπογραφία του, η οποία κάποια στιγμή εξαφανίστηκε και αγνοείται μέχρι σήμερα. Τα σχέδια δεν θα ικανοποιήσουν τον Τεριάντ και ο Σαγκάλ θα επανέλθει δύο χρόνια αργότερα, αυτήν τη φορά με εξαιρετικά αποτελέσματα.

 

Με τον διάσημο Λέσβιο εκδότη Τεριάντ.

 

Ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει στη δουλειά του, η «ελληνική περίοδος», με θέματα από την αρχαία Ελλάδα, που θα κρατήσει τρεις δεκαετίες, έως το 1980. «Η Ελλάδα είναι Ευρώπη και Ανατολή επίσης. Οι λόφοι, τα ερείπια, ο δροσερός αέρας που αναπνέετε έχει μυρωδιές που προσθέτουν βάθος στην εμπειρία μιας καταπληκτικής ιστορίας. Εκεί, όλα είναι φως. Ένα μοναδικό φως μιας απερίγραπτης διαφάνειας και απαλότητας» περιγράφει.


Η φήμη του γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Το 1959 γίνεται επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων και το 1973 εγκαινιάζεται το Εθνικό Μουσείο Σαγκάλ στη Νίκαια. Ωστόσο, οι Γάλλοι θα χρειαστούν μια ολόκληρη ζωή για να τον αποδεχτούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν το 1964 ο Αντρέ Μαλρό τού ανέθεσε να ζωγραφίσει την οροφή της Όπερας του Παρισιού, υπήρξαν έντονες αντιδράσεις γιατί ο Σαγκάλ θεωρούνταν ακόμα ξένος.


Συνεχίζει να δημιουργεί μέχρι τα βαθιά του γεράματα και ασχολείται με τοιχογραφίες, ψηφιδωτά και βιτρό, διακοσμώντας ναούς, συναγωγές και δημόσια κτίρια, ανάμεσά τους και το Κοινοβούλιο στην Ιερουσαλήμ (1966). Πεθαίνει στις 28 Μαρτίου 1985 στο Saint Paul της νοτιοανατολικής Γαλλίας.


«Όταν ζωγραφίζει ο Σαγκάλ δεν ξέρεις αν είναι ξύπνιος ή αν κοιμάται. Πρέπει να υπάρχει κάποιος άγγελος στο κεφάλι του» είχε πει για τον σπουδαίο ζωγράφο ο Πάμπλο Πικάσο.

 

Marc Chagall, Πορτραίτο της Ε.Β.Γ., 1969. Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή.

 

Marc Chagall, Paris through the Window, 1913. Solomon R. Guggenheim Museum, New York, Solomon R. Guggenheim Founding Collection, Δωρεά.

 

Marc Chagall, Rain, 1911. The Solomon R. Guggenheim Foundation Peggy Guggenheim Collection, Βενετία, 1976

 

Marc Chagall, The Soldier Drinks, 1911–12. Solomon R. Guggenheim Museum, New York, Solomon R. Guggenheim Founding Collection.

 

Marc Chagall, Between Darkness and Light,

 

Εικαστικά
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια