Οι Αθηναίοι

Κάποτε ο Μίλτος Μανέτας έπεσε από έναν γκρεμό στον Αμαζόνιο, αλλά τον έσωσε ένα δέντρο

Εικαστικός. Γεννήθηκε στην Αθήνα, ζει στην Μπογκοτά. Το Palazzo delle Esposizioni στη Ρώμη αποφάσισε μέσα σε δύο μέρες να οργανώσει τη νέα του έκθεση, με πορτρέτα του Ασάνζ.

Γεννήθηκα μέσα στα τηλέφωνα και στα καλώδια ‒ και οι δυο γονείς μου δούλευαν στον ΟΤΕ, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. «Αυτή» έβαζε τους ανθρώπους σε επαφή, τηλεφωνήτρια, «αυτός» ξανακόλλαγε τις συνδέσεις όταν χαλούσαν ‒ηλεκτρολόγος. Ως παιδί θυμάμαι τον Ιησού, τα κορίτσια και τη βία.


Δεν ήθελα να γίνω τίποτα. Μετά, γύρω στα 8 μου χρόνια, συνάντησα την πληροφορία (βιβλία, μουσική, εικόνες) και άρχισα να θέλω να γίνω κι εγώ πληροφορία.


• Στην Κολομβία ήρθα το 2009, χαμένος μετά την περιπέτεια του πρώτου Internet Pavilion που μόλις είχα κάνει για την Μπιενάλε της Βενετίας. Έπειτα από αυτό ξέφυγα λίγο και ήμουν «αυτοκτονικός». Είχε εξαντληθεί μέσα μου ο καπιταλισμός, αλλά δεν το ήξερα. Έτυχε, λοιπόν, να με φέρει εδώ μια γκαλερί, έκανα μια έκθεση και μετά πήγα στον Αμαζόνιο μήπως και πεθάνω. Μπήκα σε διάφορες ακραίες περιπέτειες, αλλά δεν έγινε τίποτα τραγικό. Αντιθέτως, άρχισα να ακούω τη φωνή των δέντρων. Τέλος πάντων, ξαφνικά άρχισα να αλλάζω και παράτησα το business, άρχισα να γίνομαι lost eurotrash.


Τελικά, έναν χρόνο μετά, και μετά από ένα θαυμάσιο ατύχημα από το οποίο βγήκα μαγικά ζωντανός (έπεσα από έναν γκρεμό και με έσωσε ένα δέντρο), γύρισα στην Κολομβία και γνώρισα μια νεαρή που ήθελε παιδί. Μαζί παραγάγαμε την #AlphaManetas. Κάναμε αυτό το πολύ καινούργιο πλάσμα και αμέσως μετά με παράτησε η μαμά του κι εγώ έμεινα εδώ.

 

Η τέχνη δεν μπορεί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, μπορεί να σε κάνει μόνο χειρότερο. Το μόνο που μπορεί να σε κάνει καλύτερο είναι η πραγματικότητα, αν την κοιτάζεις κατάματα.


• Εδώ δεν κάνω εμπορική τέχνη ‒ την εμπορική τέχνη την κάνω στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Εδώ έχω βάλει μπροστά διαφορά μεγαλομανή σενάρια, γιατί χάρη στα δέντρα, από τη μια, και τον Βαρουφάκη, από την άλλη, άρχισα να ενδιαφέρομαι για το μέλλον του κόσμου μας.


• Με το που μπήκε το 2020 άρχισα να γράφω όλα όσα ξέρω. Είναι οι τελευταίες ημέρες του Δεκεμβρίου. Βρίσκομαι στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης. Έρχομαι από την Ιταλία, όπου περνάω τα καλοκαίρια ‒για να δουλεύω‒ και πηγαίνω στην Κολομβία, όπου ζω για να μη δουλεύω και να είμαι πατέρας. Το παιδί μου λέγεται Άλφα και το έκανα με μία είκοσι χρόνια νεότερη που, φυσικά, με παράτησε. Η μαμά είναι από την Μπογκοτά με πατέρα Ιταλό, άρα η Άλφα είναι Κολομβιανή/Ιταλίδα και Ελληνίδα. Το τελευταίο είναι και το πιο δύσκολο, μια και εγώ σταμάτησα να είμαι Έλληνας το 1985, που έφυγα τάχα για να σπουδάσω.

 

Οι φίλοι για έναν άντρα είναι ο πόλεμος. Ο «άλλος» πόλεμος: μάχες και τραγωδίες χωρίς θύματα. Φωτο: Gaetano Alfano
Δεν υπάρχουν μεγάλοι φόβοι. Οι φόβοι, όπως και οι μεγάλοι έρωτες, είναι σκιές. Ακόμα, πάντως, είμαι θύμα μιας τέτοιας σκιάς, ο φόβος μου είναι ότι ίσως κάποια μέρα αρχίσω να πιστεύω στον Θεό! Φωτο: Gaetano Alfano


• Στην πραγματικότητα, έφυγα για να φύγω, μια και αυτό κάναμε εκείνα τα χρόνια, που το να φεύγεις ήταν μυθικό. Πήγα πρώτα στην Ιταλία, όχι για να γίνω καλλιτέχνης αλλά συγγραφέας. Το σχέδιό μου ήταν να σπουδάσω ζωγραφική ‒ στην οποία δεν είχα κανένα ταλέντο, σύμφωνα με τον Μόραλη, του οποίου τα πινέλα καθάριζα για λίγο, για να μπω με «μέσο» στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ή ήταν ο Κοκκινίδης; Όποιος και να ήταν, είχε σίγουρα δίκιο: δεν είχα, εκείνο τον καιρό, ταλέντο.


Οι Έλληνες, λοιπόν, δεν με ήθελαν στη σχολή τους, αλλά οι Ιταλοί δεν είχαν πρόβλημα. Αντιθέτως, άρχισαν να επιμένουν ότι είμαι ήδη καλλιτέχνης! Εγώ δεν τους πίστεψα αμέσως, γιατί, στο μεταξύ, είχα επισκεφτεί στα γρήγορα όλα τα μουσεία της Ευρώπης και άρχισα να βουλιάζω μέσα στα μυαλά ανθρώπων που έχουν πεθάνει εδώ και πολύ καιρό, αλλά με κάποιο τρόπο ζουν ακόμα. RRR: Rembrandt, Rubens, Raffaello, TTT: Tiziano, Tintoretto, Tiepolo. Εγώ ούτε με βοηθούς δεν θα κατάφερνα, τότε, να κάνω τέτοιου είδους πίνακες.


• Τελικά, όμως, αποφάσισα να μη γίνω συγγραφέας, γιατί δεν υπήρχαν κομπιούτερ, έπρεπε να γράφεις καθιστός στο τραπέζι και με πονούσε η πλάτη μου. Επίσης, δεν είχα γλώσσα πια, γιατί έπαψα να σκέφτομαι στα ελληνικά και ακόμα δεν ήξερα ιταλικά για να σκεφτώ σε αυτήν τη γλώσσα. Οπότε, εκεί που το μυαλό μου είχε αδειάσει, άρχισα τελικά να το γεμίζω ταυτότητα σύγχρονου καλλιτέχνη, γιατί ήταν φρέσκο και εύκολο. Επίσης, αμέσως άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό χρήματα και αυτό μου άρεσε, γιατί μπορούσα να βοηθάω τους φίλους μου να αγοράζουν ηρωίνη. Ήταν η εποχή post-punk και ζούσαμε στο Μιλάνο τα junkies ‒που καθόλου δεν πέθαναν‒ κι εγώ, που όμως δεν άγγιζα αυτήν τη συγκεκριμένη σκόνη, ποιος ξέρει γιατί.

 

• Πέρασαν μερικά χρόνια, τελικά έγινα πετυχημένος καλλιτέχνης και έφυγα για το αγρόκτημα όπου ζουν σαν ζώα και φυτά οι καλλιτέχνες: τη Νέα Υόρκη. Στο ενδιάμεσο η φίλη μου έγινε πιο σπουδαία καλλιτέχνης από εμένα στον τομέα της τέχνης που είχε φτιάξει για εμάς ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος που λέγεται Nicolas Bourriaud. Αυτός ο τομέας λέγεται Relational Aesthetics και κόλλησε σαν τσίχλα πάνω στις κορεσμένες δυτικές κοινωνίες: ακόμα κάνουν αυτό όλοι παντού, ίσως κι εγώ!

 

Αλλά τότε εγώ ‒ανήσυχο πνεύμα‒, από την πρώτη έκθεση Relational Aesthetics (Traffic, CAPC Bordeaux, 1996), αποφάσισα να τα παρατήσω και έκανα κάτι που δεν επιτρεπόταν: έναν πίνακα! Και μια και είχα κι άλλες τρεις εκθέσεις σημαντικές ‒η μία στην Ελλάδα, «Spring Collection» (παραγγελία του Δάκη Ιωάννου για να μπορεί να αγοράζει ντόπια τέχνη που να μοιάζει του εξωτερικού)‒, έκανα άλλους τρεις ολόιδιους πίνακες: #ManetasSad Tree, λυπημένο δέντρο (200x300 cm λάδι σε καμβά).


• Στο ενδιάμεσο έγινα ο «ζωγράφος της σύγχρονης ζωής», σύμφωνα με τον Αμερικανό θεωρητικό τέχνης Λεβ Μάνoβιτς, απεικονίζοντας κομπιούτερ, βιντεοπαιχνίδια, ρούχα Χέλμουτ Λανγκ, joystics, ανθρώπους συνδεδεμένους, το Ίντερνετ, τους ψηφιακούς κόσμους, όλα τα υπόλοιπα γκάτζετ, συν το Τίποτα που μέσα του όλα αυτά πλέουν. Επίσης, από μια εταιρεία που κάνει ονόματα αγόρασα για εκατό χιλιάδες δολάρια μια λέξη, για να ξεκινήσω κάτι για το οποίο δεν είχα απολύτως καμία ιδέα. Το όνομα που τελικά διάλεξα, από τα 80 που έφτιαξε για μένα η εταιρεία Lexicon (έκανε το Pentium, Blackberry, PowerBook, πολλά φοβερά ονόματα), ήταν το Neen.

 

Μίλτος Μανέτας, Days in Prison, Απρίλιος 2019.


• Δεν θα αρχίσω να λέω τώρα για το #neenartmovement, γιατί δεν έχει νόημα. Όλος ο δυτικός κόσμος σήμερα έχει περάσει από κει, αλλά με μάτια σφιχτά κλειστά ή δεμένος στα ιστία σαν τον Οδυσσέα, μήπως και ακούσουν τα τραγούδια ενός τόσο διαφορετικού τρόπου σκέψης από τα γνωστά και χάσουν το επάγγελμά τους. Ακόμη και οι άνθρωποι που έκαναν το Neen μαζί μ' εμένα ‒δύο είναι Έλληνες, ο Αγγελιδάκης και ο Πλέσσας‒ φοβήθηκαν τον εαυτό τους και αυτό που πραγματικά αγαπούσαν και το έβαλαν στα πόδια.


• Από το Neen γεννήθηκε το Postinternet και ο Νεοπρεσσιονισμός (#Ñewpressionism) και εγώ, επιτέλους, ανακάλυψα τη φύση! From Screen to Nature and Back Again. Όλα αυτά και μερικά άλλα, όπως το #MedioSud (ένα κίνημα που προς στιγμήν κρύβεται στη σκιά του #Diem25) και το Existential Computing, που χρόνια τώρα προσπαθώ να θυμηθώ τι ακριβώς σημαίνει, ήταν στο μυαλό μου ενώ περίμενα την πτήση για Μπογκοτά. Είχα μόλις κάνει μια εγχείρηση στο ισχίο κι έτσι είχα το δικαίωμα να κάθομαι σε αναπηρικό καροτσάκι. Καθισμένος άνετα, δεν κοίταζα καν γύρω μου. Τι να δω; Τα αεροδρόμια; Τους «ταξιδιώτες»; Κάτι τελειώνει, σκεφτόμουν, ακριβώς τώρα και κάτι καινούργιο αρχίζει. Ήταν η πρώτη φορά που πήρα στα σοβαρά το νούμερο 2020, κοίταξα δηλαδή στο Google να δω τι σημαίνει: Year of the Metal Rat. Ενώ το διάβαζα, αισθάνθηκα μια τεράστια δόση αισιοδοξίας: «Θα είναι η πιο τυχερή χρονιά της ζωής μου» σκέφτηκα.


Και πράγματι, δεν ξέρω πώς, αλλά το μάτι μου έπεσε σε ένα όνομα που για κάποιον λόγο ήταν στην ίδια σελίδα του Google: Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ. Ο συγγραφέας του Ο αγώνας μου. Αμέσως κατέβασα τα έξι βιβλία του Ο αγώνας μου από το Scribd και άρχισα να τα ακούω σε audiobook στα αγγλικά και ταυτόχρονα να τα διαβάζω στα ισπανικά.


• Εκείνη τη στιγμή, στο συγκεκριμένο αεροδρόμιο τα προβλήματα μου ήταν τα εξής: 1) Η φίλη με την οποία ζω τα τελευταία 5 χρόνια μπορεί πια να ζει χωρίς εμένα ‒ κι εγώ το ίδιο. 2) Η μητέρα της κόρης μου έχει κάνει ένα ακόμα κορίτσι, που για κάποιον λόγο με εμπνέει πολύ ‒ ίσως γιατί η κόρη μου μού το προτείνει για δεύτερη κόρη μου. 3) Δεν έχω δικό μου σπίτι, έμενα στο σπίτι της φίλης μου, που οι γονείς της είναι Ελβετοί, αλλά τώρα που το ανακαίνισε, η φίλη μου φαίνεται ότι δεν θέλει πια να είναι «Η Φίλη μου». Οπότε, πού να πάω να κοιμηθώ στην Μπογκοτά; 4) Σε ποια γλώσσα να μιλάω στον εαυτό μου; Τα ιταλικά είναι η γλώσσα στην οποία είμαι καλλιτέχνης, τα αγγλικά η γλώσσα με την οποία κινούμαι στον κόσμο, τα ελληνικά μια γλώσσα στην οποία έχω αρχίσει να δίνω πάλι μια ευκαιρία, μια και η Άλφα μου τη θύμισε. Στα ισπανικά, όμως, στη γλώσσα όπου τώρα ζω, η σκέψη μου είναι πολύ φτωχή. Για κάποιον λόγο, αισθάνθηκα ότι το 4 είναι το κλειδί για τα υπόλοιπα.

 

Στην τέχνη μπορείς να κάνεις το οτιδήποτε, αλλά υπάρχει ένας μοναδικός νόμος που δεν μπορείς να παραβείς: να πουλήσεις κάτι σε εξευτελιστικά χαμηλή τιμή. Φωτο: Gaetano Alfano


• Και ενώ διάβαζα και άκουγα τη διήγηση του Kαρλ Ούβε, τον ατελείωτο μονόλογό του, εναντίον του πατέρα του, υπέρ της οικογένειάς του, εναντίον και υπέρ της γυναίκας του, υπέρ της κουλτούρας σε όλες τις διαστάσεις της, ακόμα και στις πιο σκοτεινές, κατάλαβα τι πρέπει να κάνω και πώς πρέπει να ζήσω τα υπόλοιπα πενήντα χρόνια που έχω αποφασίσει να χαρίσω στον εαυτό μου, για να έχω λίγο χρόνο έξτρα να τελειώσω μερικά πράγματα. Άφησα στην άκρη, μάλιστα, τον Αγώνα του και έβαλα μπροστά να γράφω τον δικό μου Αγώνα, που λέγεται: «Μετά τον αγώνα του». Άρχισα να τον γράφω σε όλες τις γλώσσες που γνωρίζω καλά και λιγότερο καλά: αγγλικά, ιταλικά, ελληνικά και ισπανικά.


Και αφού δεν είμαι συγγραφέας αλλά ζωγράφος, άρχισα να «γράφω τη ζωή», πού αλλού; Στο Instagram. #AfterHisStruggle. Άρχισα να ανεβάζω, δηλαδή, post-to-post αυτό που ξέρω και αυτό που σκέφτομαι για όλους και για όλα στις τέσσερις αυτές γλώσσες. Θα πάρει, βέβαια, χρόνο να τα πω όλα, αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα, έχω μπροστά μου πενήντα χρόνια. Και η καριέρα μου στην τέχνη βοηθάει, γιατί όλο και σε ρωτάνε το άλφα και το βήτα, όποτε βρίσκεις την ευκαιρία να συνεχίσεις τον Αγώνα σου. Από την άλλη, ποιος ξέρει αν αυτά εδώ δεν είναι και τα τελευταία έργα μου, μια και ο Covid-19 μας έδωσε κι εμάς την ευκαιρία να ζούμε, όπως και ο Ασάνζ, μέσα στον κίνδυνο.

 

• Φτάνοντας στην Μπογκοτά με το μυαλό γεμάτο από τις ιστορίες του Καρλ Ούβε ‒σε βαθμό που όχι μόνο αισθάνομαι πια πως τον γνωρίζω αλλά αρχίζω κιόλας να θυμάμαι επεισόδια που ζήσαμε μαζί στα '80s!‒, όλα μου τα προβλήματα λύθηκαν. Η φίλη μου η Ελβετίδα μού έδειξε με τον τρόπο της ότι δεν θέλει πια να μένω στο σπίτι της. Πήγα σε ένα Airbnb, αλλά την ίδια κιόλας μέρα η μητέρα της Άλφα με κάλεσε να μείνω μαζί τους. «Το σπίτι έχει δύο πατώματα, εγώ δουλεύω όλη την ημέρα, εσύ μπορείς να παίρνεις τα παιδιά για βόλτα, δεν θα βλεπόμαστε πολύ και αν επίσης καταφέρεις να ΜΗ μου μιλάς όλη την ώρα για όλα τα πράγματα, ίσως να σε ανεχτώ για λίγο καιρό». Την κοίταξα: ήταν-είναι εκρηκτικά όμορφη, όπως πάντα. Και δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Ίσως δεν είναι άσχημη ιδέα να πάω να μείνω μαζί της, θα είναι σαν να ζω με δύο υπερ-εξαιρετικά παιδιά και ένα ρομπότ. Δύο ρομπότ: τη μαμά και τον εαυτό μου. Και τον Καρλ Ούβε στο audiobook: μια τεχνητή νοημοσύνη.

 

• Κι έτσι πέρασαν οι πρώτοι δύο μήνες, οι πιο θαυμάσιοι μήνες της ζωής μου, θα έλεγα, αν δεν έρχονταν οι δύο επόμενοι, αυτοί που ζούμε τώρα δηλαδή, κλεισμένοι στο σπίτι, που είναι ακόμα καλύτεροι. Τους δύο πρώτους μήνες, Ιανουάριο-Φεβρουάριο, τους πέρασα κάνοντας ασκήσεις γυμναστικής για να ξαναρχίσω να περπατάω και επίσης γεμίζοντας τον λογαριασμό μου στο Ιnstagram με τον Αγώνα μου (#ΜεταΤονΑγωναΤου) ‒ σε κάθε γλώσσα λίγο διαφορετικό. Γιατί σε κάθε γλώσσα εγώ τουλάχιστον είμαι ένας άνθρωπος διαφορετικός. Κι επίσης ‒πιο σημαντικό‒ σε κάθε γλώσσα οι άλλοι γίνονται διαφορετικοί για μένα!


• Όταν είναι κάποιος νέος, δεν το έχει ανάγκη αυτό, αντιθέτως θέλει οι άλλοι να είναι ίδιοι πάντα και παντού για να ξεμπερδεύει μαζί τους και να πάει μπροστά. Όταν η νεότητα, επιτέλους, τελειώσει, προτιμώ οι άλλοι να μπορούν να γίνονται κάτι άλλο, ώστε να καταφέρνω να συνεργάζομαι μαζί τους σε πράγματα που αλλιώς δεν θα κάναμε. Με τη Μαρίνα Φωκίδη, για παράδειγμα, έτσι καταφέραμε να κάνουμε την Ντοκουμέντα ‒που αν σκεφτόμουν μόνο σε μία γλώσσα δεν θα είχε γίνει‒ κι ας μην τα βρήκαμε τότε ούτε με αυτήν ούτε με τον Άνταμ. Και θα ήταν κρίμα, γιατί η Μαρίνα, για παράδειγμα, αξίζει περισσότερο απ' όσο καταφέρνει να αξίζει.

 

Για κάθε άνθρωπο η επείγουσα εργασία είναι σχετική, για μένα είναι η εργασία που είτε σου αλλάζει τη ζωή είτε σε αναγκάζει να κοιτάζεις κατάματα το Τίποτα. Φωτο: Gaetano Alfano


• Όλα αυτά, λοιπόν, με τρόπο μαγικό και νεο-λογοτεχνικό άρχισαν να ανθίζουν στον λογαριασμό μου Instagram τόσο πολύ, που έβγαλα όλες τις άλλες εικόνες και άφησα μόνο το #ΜεταΤονΑγωναΤου. Και μετά το έβγαλα κι αυτό και τώρα ανεβάζω μόνο το τελευταίο επεισόδιο και άμα κανείς μου ζητήσει τα προηγούμενα, του τα στέλνω.


• Πριν αρχίσει ο πανικός με τον ιό, είδα ότι οι φίλοι μου από το Diem25, ο Βαρουφάκης, η Δανάη και άλλοι, μαζί με τον Ζίζεκ, τον Μπράιαν Ίνο, τη Βίβιαν Γουέστγουντ, τον Ρότζερ Γουότερς κ.λπ., προσπαθούσαν να βγάλουν τον Ασάνζ από την τρύπα. Ο Γιάνης ήταν στο Λονδίνο, τον επισκέφτηκε στη φυλακή. Εγώ, εδώ, στην Κολομβία. Ευτυχισμένος... Σκέφτηκα, λοιπόν «κάτι πρέπει να κάνω κι εγώ.


• Ο Ασάνζ δεν είναι ακριβώς τόσο αθώος σαν τον Ιησού Χριστό, αλλά, σαν τον Jesús, έχει κι αυτός το κόλλημα να φτιάχνει τον σταυρό του και να τον κάνει μάλιστα τόσο βαρύ, που να είναι ασήκωτος. Σαν τον Χριστό, επίσης, είναι τυφλά αφοσιωμένος στον τομέα των Αποκαλύψεων κι αυτό κάνει το κατεξοχήν βαρετό πρόσωπό του ενδιαφέρον, του δίνει μια λάμψη! Αυτό το ανακάλυψα, βεβαίως, μόνο αφότου ζωγράφισα σαράντα πορτρέτα του. Το έκανα αυτό ‒και ακόμα το κάνω‒ για να κάνω κάτι κι εγώ και να βοηθήσω!


• Ο Διογένης, κάποτε που στην Κόρινθο ετοιμάζονταν όλοι για μια πολιορκία, κύλησε το πιθάρι του και το τσουλούσε πάνω κάτω. Τον ρώτησαν «γιατί;». «Για να βοηθήσω κι εγώ στον κοινό αγώνα» απάντησε. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να ζωγραφίζω ένα πορτρέτο του Ασάνζ για κάθε μέρα που περνάει στη φυλακή: Μέχρι τώρα 480 ημέρες. Όχι, δηλαδή, ότι η τέχνη μπορεί να βοηθήσει τον Ασάνζ ‒ μόνο το να αλλάξουμε τον κόσμο μπορεί να τον βοηθήσει. Ζωγραφίζοντάς τον, όμως, αισθάνομαι μια σχέση μαζί του που τη λέω #AssangePower. Αισθάνομαι σαν ο δικός μου αγώνας ‒πολύ διαφορετικός, βέβαια, από τον δικό του‒ να συναντιέται μαζί του! Και επειδή όλα τα πορτρέτα που κάνω τα δίνω δωρεάν σε όποιον μου τα ζητάει στα social media, αισθάνομαι πως ο Αγώνας Μας γίνεται και Αγώνας Τους, τουλάχιστον αυτών των λίγων που με παρακολουθούν στο Διαδίκτυο.


Κάθε μέρα υπάρχει καινούργιο και όποιος γράψει πρώτος «το θέλω», το παίρνει. Είναι απίστευτο, μόλις τα βάζω τα ζητάνε! Οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Είναι η ευτυχία σε επίπεδο egomassage. Ούτε ο Πικάσο δεν έπαιρνε τέτοια χαρά!

 

«Κατάσταση Ασάνζ», κολάζ.


• Και έγινε και το θαύμα. Το Palazzo delle Esposizioni στη Ρώμη αποφάσισε μέσα σε δύο μέρες να κάνει έκθεση. Συνήθως παίρνει δύο χρόνια να την οργανώσουν, αυτήν τη φορά πήρε δύο μέρες! Η έκθεση ανοίγει στις 11 Μαΐου. Τα έργα έφυγαν σήμερα. Σαράντα+ πίνακες. Πάνε εκεί και τα βάζουν στον τοίχο, αλλά το Palazzo είναι κλειστό λόγω Covid-19. Τα εγκαίνια τα κάνουμε στο Instagram στον λογαριασμό CondizioneAssange. Γύρω στις 18 Μαΐου το μουσείο θα ξανανοίξει, αλλά η έκθεση, που λέγεται «Κατάσταση Ασάνζ», θα παραμείνει κλειστή. Γιατί τον Ασάνζ δεν μπορείς να τον δεις. Αν γίνει κάποιο θαύμα και βγει από τη φυλακή, θα ανοίξει η έκθεση στο κοινό. Ή, αν τον δολοφονήσουν με Covid-19, που είναι πολύ πιθανό. Η έκθεση είναι ‒έγινε εκ των πραγμάτων‒ εμβληματική για την κατάσταση που ζούμε όλοι μας του τελευταίους μήνες. Έγκλειστοι. 

 

• Στο μεταξύ, κλεισμένος αυτούς τους δύο μήνες στο σπίτι, πήρα την ευκαιρία να σκεφτώ, και μάλιστα να δοκιμάσω, αυτό που σε όλη μου τη ζωή απέφευγα: την καταναγκαστική εργασία. Ντρέπομαι λίγο όταν λέω όλα αυτά τα #Mera25 πράγματα, ενώ πότε δεν έχω εκπορνεύσει τον χρόνο μου και το κορμί μου ‒ εκτός από 4 μήνες γκαρσόνι στη Νέα Υόρκη και μια νύχτα στην πλατεία Συντάγματος το 1989, χωρίς όμως πραγματική ανάγκη, ίσα για να γνωρίσω την ταλαιπωρία και τον βρόμικο έρωτα.

 

Τώρα, λοιπόν, μια και κατέρρευσε το εμπόριο των προνομίων της τέχνης ‒στην τέχνη δεν εμπορευόμαστε έργα τέχνης αλλά προνόμια που σχετίζονται με τα έργα‒, βρήκα την ευκαιρία να κατεβάσω τη ζωγραφική μου στο πεδίο του #Neoumile, μια καλλιτεχνική τάση και τρόπο ζωής που η Ελβετίδα πρώην φίλη μου, Nora Renaud, εφηύρε για τον εαυτό της και τους άλλους καλοβαλμένους. To Neoumile, στα ελληνικά #ΝεοΤαπεινο, είναι ένας τρόπος ζωής που από τη μια ξεφτιλίζει την εμπορική αξία και παρουσίαση των διαφόρων λουσάτων ειδών κατανάλωσης, δίνοντάς τους ταυτόχρονα μια καινούργια ταυτότητα, κάνοντάς τα να μοιάζουν σαν να είναι ακόμα υπό κατασκευή, και από την άλλη δημιουργεί συνθήκες επικοινωνίας με ανθρώπους που δεν ανήκουν αποκλειστικά στον κύκλο των γνωριμιών μας. Για παράδειγμα, η Νora με έπεισε να βάψω το καινούργιο μου Peugeot με γκέσο, μια σκόνη γύψου αναμειγμένη με σκόνη τσίγκου και κόλλα, που χρησιμεύει στη ζωγραφική για την προετοιμασία του καμβά. Έτσι, το ωραίο αυτοκίνητο έγινε αιώνια σκονισμένο και ταλαιπωρημένο, με αποτέλεσμα να με σταματάνε άνθρωποι με τους οποίους πότε δεν θα μιλούσα και να γεννιούνται συζητήσεις που εύκολα καταλήγουν σε ευκαιρία να εξετάζω βαρουφακικά ζητήματα με πολίτες που συνήθως δεν θέλουν να ακούνε κουβέντα γι' αυτά τα πράγματα.

 

• Είναι εύκολο να κάνεις «νεο-ταπεινό» με ένα καινούργιο αυτοκίνητο, ένα καινούργιο κομπιούτερ, ένα ρούχο γνωστού σχεδιαστή: στη ουσία όλα αυτά δεν έχουν μια αξία που παραμένει υπεράνω της χρήσης, μπορείς άνετα να τα αντικαταστήσεις με κάτι παρόμοιο. Τι γίνεται όμως με το πραγματικό χρήμα, δηλαδή τα έργα τέχνης, το χρήμα του 1% που δεν «δουλεύει» με μηδενικά πίσω από ένα ψηφίο αλλά με μια αστάθμιστη και γι' αυτό αδύνατον να φορολογηθεί αξία; Στην τέχνη μπορείς να κάνεις το οτιδήποτε, αλλά υπάρχει ένας μοναδικός νόμος που δεν μπορείς να παραβείς: να πουλήσεις κάτι σε εξευτελιστικά χαμηλή τιμή. Επίσης, όσο ανεβαίνει η αξία σου, ένας δεύτερος νόμος μπαίνει σε λειτουργία: δεν μπορείς πια να πουλάς στον οποιονδήποτε. Αυτοί οι δύο κανονισμοί «κλειδώνουν» την τέχνη στα σαλόνια και τις αποθήκες του 1% ή στα Ιδρύματα Προπαγάνδας της Δυτικής Σκέψης, δηλαδή τα μουσεία.

 

Προσωπικά, είναι χρόνια που σκέφτομαι: «Δεν υπάρχει τίποτα το άσχημο στο να πουλάω τα έργα μου για 10, 10.000 ή 1.000.000 δολάρια. Eίναι λάθος, όμως, το ότι δεν μπορώ να τα προσφέρω για 150 δολάρια. Οπότε, από την πρώτη κιόλας μέρα της καραντίνας έγραψα στο Instagram και στο Facebook ότι είμαι πρόθυμος να ζωγραφίσω οτιδήποτε μου στείλουν οι διάφοροι χρήστες και ότι μετά αυτά τα έργα θα μπουν σε δημοπρασία στους λογαριασμούς μου στα social media, ξεκινώντας από τα 150 δολάρια! (#ArtLostthePrivilege). Κατάφερα έτσι να μαζέψω χρήματα για «να ζήσω» αυτόν τον μήνα, η πρώτη φορά στη ζωή μου που έβγαλα τα προς το ζην από τη δουλειά μου και όχι από τους τόκους των προνομίων που δημιουργεί η απόφασή μου να είμαι καλλιτέχνης. Αισθάνθηκα υπέροχα, προλετάριος και προνομιούχος μαζί. Πώς θα αισθανόμουν, όμως, αν ζούσα μόνο με την εργασία μου, χωρίς καθόλου προνόμιο;

 

Στο πλαίσιο του βαρουφακισμού πιστεύουμε ότι θα ήταν καλό οι υποδεέστεροι να ξυπνήσουν και να ζητήσουν τα δικαιώματά τους. Όχι ακριβώς με τον μαρξιστικό τρόπο, με δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά με κάποιον τρόπο που ακόμα δεν είναι ξεκάθαρος, μια και ο Γιάνης δεν έχει ακόμη τελειώσει το βιβλίο-μανιφέστο του, που είμαι σίγουρος ότι θα κουνήσει τον πλανήτη τουλάχιστον όσο το Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, μια σοβαρή αλλαγή, ακόμα και μικρή, δηλαδή το να «ελαχιστοποιήσουμε το κακό που κάνουμε στους ευάλωτους ανθρώπους» (Γιάνης Βαρουφάκης #aVisionforEurope), σημαίνει αναγκαστικά τη μείωση των προνομίων μας. Δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να γίνει και ταυτόχρονα να συνεχίσουμε εμείς να ζούμε με ελάχιστη σπατάλη δικού μας χρόνου σε «μη-απόλυτα ουσιαστική εργασία», που σημαίνει δουλειά που δεν σε αφήνει να κάνεις άλλη, πιο επείγουσα εργασία.

 

Castello Psicotico, Castello Orsini, Montenero in Sabina, Lazio, Italia, 27 Οκτωβρίου. Φωτο: Gaetano Alfano


• Για κάθε άνθρωπο η επείγουσα εργασία είναι σχετική, για μένα είναι η εργασία που είτε σου αλλάζει τη ζωή είτε σε αναγκάζει να κοιτάζεις κατάματα το Τίποτα. Από την πρόσφατη εμπειρία μου με τη βιοποριστική τέχνη, κατάλαβα ότι τα όρια της σχετικής ελευθερίας μου απορρέουν ακριβώς από το προνόμιο του να μην ασχολούμαι καθόλου με τις καθημερινές δουλειές, να ετοιμάζω φαγητό, να καθαρίζω, να μιλάω στον φοροτεχνικό κ.λπ. Νομίζω ότι δεν θα δεχόμουν ποτέ να θυσιάσω πάνω από το 5% της σχετικής μου ελευθερίας, που αντιστοιχεί σε 18 ημέρες «μη απόλυτα ουσιαστικής εργασίας» τον χρόνο: 438 ώρες, λίγο παραπάνω από μία ώρα την ημέρα. Όλα αυτά τα πράγματα με απασχολούν αυτήν τη στιγμή που αισθάνομαι ότι η ευκαιρία να προβάλουμε ένα διαφορετικό μέλλον που μας έδωσε το Covid 19 πλησιάζει στο τέλος της. Όταν τελειώσει η «κατάσταση πολιορκίας» και ξαναρχίσει η παραγωγή, σε τι κόσμο θέλουμε να ζούμε; Στον βολικό, υπερπρονομιούχο, υπερκαταναλωτικό, υπερκινητικό κόσμο που ζούσαμε μέχρι από δύο μήνες πριν ή σε κάτι διαφορετικό, το οποίο κανένας μας, ίσως ούτε καν ο Βαρουφάκης, δεν μπορεί να φανταστεί;


• Οι φίλοι για έναν άντρα είναι ο πόλεμος. Ο «άλλος» πόλεμος: μάχες και τραγωδίες χωρίς θύματα.


• Η τέχνη δεν μπορεί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, μπορεί να σε κάνει μόνο χειρότερο. Το μόνο που μπορεί να σε κάνει καλύτερο είναι η πραγματικότητα, αν την κοιτάζεις κατάματα.


• Αν μπορούσα να γυρίσω πίσω τον χρόνο, δεν θα τιμωρούσα τον καλύτερό μου φίλο, Μάικ Κάλβερτ, στο Λος Άντζελες, με το να του ζητήσω να σχεδιάσει για τατουάζ ένα τεράστιο NEVER, το όνομα της Γιαπωνέζας φίλης μου, Μάι Ουέντα, μεταφρασμένο από τα ιταλικά. Με τη Μάι με απατούσε και ενώ είχα πάρει ήδη το κορίτσι πίσω, θέλησα να του δώσω ένα μάθημα. Δυστυχώς, η τιμωρία έπιασε και ο Μάικ, πολύ νεότερός μου, έχασε την πίστη του και σταμάτησε να κάνει τέχνη. Ήταν ο πιο σπουδαίος καλλιτέχνης της γενιάς του!


• Δεν υπάρχουν μεγάλοι φόβοι. Οι φόβοι, όπως και οι μεγάλοι έρωτες, είναι σκιές. Ακόμα, πάντως, είμαι θύμα μιας τέτοιας σκιάς, ο φόβος μου είναι ότι ίσως κάποια μέρα αρχίσω να πιστεύω στον Θεό!


• Τι σημαίνει ευτυχία; Έχω γράψει ένα κείμενο γι' αυτό, «Η ευτυχία είναι ένα βάρος, που τελειώνει έτσι: «Τα βιντεοπαιχνίδια μάς προστατεύουν από την ευτυχία, γιατί ότι μαθαίνεις να το κάνεις μία φορά, μπορείς να συνεχίσεις να κάνεις, ακριβώς το ίδιο, για πάντα».

 

Instagram: Miltos Manetas

manetas.com 

Από τις 11 Μαΐου 2020 η γκαλερί Sala Fontana του Palazzo delle Esposizioni θα φιλοξενήσει την έκθεση «The Assange Condition» που δεν θα δέχεται επισκέπτες, ακόμα και αν οι γκαλερί επιτραπεί να ανοίξουν τις πόρτες τους για το κοινό. Θα περιέχει μια σειρά από σαράντα περίπου πορτρέτα του Ασάνζ ζωγραφισμένα από τον Μίλτο Μανέτα στο διάστημα από τον Φεβρουάριο μέχρι το Μάιο φέτος. Περισσότερα εδώ

Εικαστικά
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια