Στη δουλειά μου παρουσιάζονται έτσι κι αλλιώς η μνήμη, η καταστροφή και η μεταφορά. Σε μικρογραφία, επεμβαίνω κι εγώ, είτε με χιουμοριστικό είτε με ακραίο τρόπο, σε υποθετικά μνημεία...  Φωτό: Kristin Eketoft
Εικαστικά

Ιs there Hope out there?

Μέσα σε 10 χρόνια ο Hope έγινε, από guerilla artist, ένας ολοκληρωμένος και ιδιαίτερος καλλιτέχνης με αυθεντικότητα που σπανίζει. Τον συναντήσαμε καθώς συνέρχεται από τη διάλυση του γάμου του και ετοιμάζεται να βρει παρηγοριά και έξαψη στα νέα καλλιτεχνικά πειράματά του.

Η πρώτη γνωριμία μου με τον Hope έγινε πριν από δέκα χρόνια ακριβώς, όταν ήταν ένας νεαρός street artist που έκανε guerilla δράσεις στο κέντρο της Αθήνας. Στα δέκα αυτά χρόνια η καλλιτεχνική του πρόοδoς ήταν εντυπωσιακή: κατάφερε να κάνει ένα σωρό πράγματα, να εξελιχθεί ως δημιουργός και ως άνθρωπος και, παράλληλα, έζησε όλα τα στραβά και τα όμορφα που σου φέρνει η ζωή. Μιλάει με ενθουσιασμό για μία από τις τελευταίες ασχολίες του, τη συμμετοχή του στο πρότζεκτ «Ο Καβάφης πάει σχολείο» σε ένα γυμνάσιο της Κυψέλης με τη συμμετοχή μαθητών κάθε εθνικότητας που μαθαίνουν για τον Αλεξανδρινό ποιητή μέσα από κολάζ, απαγγελίες και έργα μεγάλης κλίμακας. «Η πρόταση για τον Καβάφη ήρθε συγκυριακά, τη στιγμή που χώρισα» λέει. «Να διδάσκω, δηλαδή, σε παιδιά γυμνασίου, μαζί με τον Χρήστο Χρυσόπουλο, συγγραφέα, μια φορά την εβδομάδα, για οκτώ εβδομάδες. Στην αρχή, το είδα με πολλή καχυποψία, μια και το σχολείο δεν μου άρεσε καθόλου. Ήμουν πάντα στον κόσμο μου, είχα φοβερές πίκρες. Στην πρώτη συνάντηση με την καθηγήτρια που μας έβαλε στο πρόγραμμα προειδοποιηθήκαμε να μην έχουμε αυταπάτες ότι θα πάμε σε ένα σχολείο όπου θα είναι όλα τέλεια. Μας εξήγησε ότι το σχολείο είναι multinational. Τα παιδιά είναι από Αφρική, Ρουμανία, Ρωσία, Βουλγαρία, ένα σωρό χώρες, με background περίεργο, κάποια με γονείς φυλακισμένους. Ένιωσα ότι βρισκόμουν στο Μπρονξ. Μετά το δικό μας μάθημα, να φανταστείς, κάποια από τα παιδιά κάνουν μάθημα Ελληνικών. Όταν ξεκινήσαμε, όμως, σοκαρίστηκα από το πόσο δεκτικά είναι τα παιδιά. Μπήκαμε στην αίθουσα και δεν τους είπαμε σχεδόν τίποτα για τον Καβάφη, θέλαμε να τους δημιουργήσουμε μόνο την αίσθηση του ποιητή και, αν θέλουν, μπορούν να το ψάξουν μόνα τους και να μάθουν περισσότερα γι' αυτόν. Φτιάχνουμε με τα παιδιά ιδανικά πορτρέτα του Καβάφη, κατά κάποιον τρόπο. Όλοι μπαίνουμε μέσα στα έργα και κάνουμε ό,τι θέλουμε, όλες οι ιδέες είναι δεκτές. Αφήνω τα παιδιά να παίρνουν όλες τις καρέκλες, να τις κάνουν γλυπτά και να φτάσουν μέχρι το ταβάνι. Ανεβαίνουν πάνω στις καρέκλες και απαγγέλλουν ποιήματα του Καβάφη μέσα από το κινητό τους. Κάποιες φορές τους λέω ότι αυτά που φτιάχνουν είναι εργάρες, αλλά αυτά με κοιτάζουν και μου λένε με έναν τόσο αστείο και κυνικό τρόπο ότι δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί το λέω αυτό. Υπήρχε ένα παιδί το οποίο φορούσε πάντα έναν σκούφο στην τάξη, και παντού, και μας έλεγε η δασκάλα ότι τον είχε βάλει με το ζόρι να έρθει στο μάθημά μας, για να ξεφύγει από την καθημερινότητά του – η μαμά του είναι καθαρίστρια και ο μπαμπάς του έχει πεθάνει .Όλο το κλισέ, δηλαδή, της δακρύβρεχτης ιστορίας. Στην τάξη μας, αφού τελείωσε το μάθημα, το παιδί γέλαγε. Η δασκάλα του μας είπε ότι το συγκεκριμένο παιδί δεν το είχε δει ούτε καν να χαμογελάει – όχι μόνο αυτό, αλλά είχε βγάλει και το σκουφί του! Την επόμενη εβδομάδα δεν ήρθε καθόλου στο σχολείο και εμφανίστηκε μόνο την ημέρα που είχαμε μάθημα. Είχα κάτι τέτοιες εμπειρίες και γι' αυτό έχω πωρωθεί πια».

 

Μιλάει για την πρόταση που του έγινε να συμμετάσχει εικαστικά στους «Αρχαιολογικούς Διαλόγους» στη Μυτιλήνη, και πιο συγκεκριμένα στο θέμα «Αρχαιολογία της βεβήλωσης», κάτι που χαρακτηρίζει «συνωμοσία του σύμπαντος», γιατί το καλοκαίρι είχε πάει για διακοπές στη Λέσβο με την πρώην γυναίκα του. «Επίσης, από κει είναι και η μάνα μου, και μάλιστα στο χωριό όπου μέναμε είχαν κάνει ανακοινώσεις για αρχαία ευρήματα και ήμουν ήδη πολύ ενθουσιασμένος» λέει. «Στη δουλειά μου παρουσιάζονται έτσι κι αλλιώς η μνήμη, η καταστροφή και η μεταφορά. Σε μικρογραφία, επεμβαίνω κι εγώ είτε με χιουμοριστικό είτε με ακραίο τρόπο σε υποθετικά μνημεία. Ουσιαστικά, πρόκειται για μικρογραφία της φθοράς που έβλεπα ότι υπάρχει στα μνημεία. Αποτελεί κριτική, με χιούμορ ή σκοτεινό τρόπο, σε αυτά που συμβαίνουν με το ISIS. Το φέρνω κάπως στο δικό μου μικρόκοσμο. Αν το καλοσκεφτούμε, όλες οι περιπέτειες που περνάει ένα μνημείο είναι μέρος της μνήμης του ίδιου του μνημείου, οι πυρκαγιές, οι φθορές, οι βομβαρδισμοί και η μεταφορά. Ένα παράδειγμα αποτελεί το μεγάλο λιοντάρι που έστεκε στον Πειραιά, από τον 2ο αιώνα μ.Χ. μέχρι το 1687. Πάνω του έχει αρχαία γκράφιτι από Σκανδιναβούς που βρέθηκαν στον Πειραιά. Έγραφαν κάτι τύπου: "... O Θορ και o Ιβάρ χάραξαν τις επιγραφές αυτές, παρά την οργή των Ελλήνων". Ή ο τάφος ενός Βίκινγκ, όπου έχουν βρει ένα μικρό άγαλμα Βούδα προερχόμενο από την Ινδία. Είναι, όμως, μέσα στην ιστορία του μνημείου αυτό, το ότι μεταφέρθηκε κάποια στιγμή και βρέθηκε στην αγκαλιά ενός Βίκινγκ, που το είχε μαζί του στον τάφο του. Ακόμα και μέσα στο Κολοσσαίο είναι χιλιάδες τα σκαλίσματα από στρατιώτες που βρίζουν ο ένας τον άλλον ή τα ερωτικά μηνύματα, όπως επίσης ανάλογα σκαλίσματα υπάρχουν και στο Σούνιο. Όλα αυτά είναι μέσα στην εμπειρία του ίδιου του μνημείου, είναι μέσα στη μνήμη του».

 

 

Όποιος μας δυσκολεύει τη ζωή, κάποιες φορές είναι η ευκαιρία μας. Αυτό που μάλλον δεν έχουμε καταλάβει είναι ότι η ζωή είναι ένα ομαδικό άθλημα. Ή όλοι θα χάσουμε ή όλοι θα κερδίσουμε.


Τον ρωτάω αν ο γάμος έθεσε σε δεύτερη μοίρα τη δουλειά του, τα τελευταία τρία χρόνια δεν φαινόταν και τόσο δραστήριος. «Με πήγε πίσω, από την άποψη ότι όταν θέλεις να φροντίζεις ένα άτομο και είσαι 100% σε αυτό, όλα τα υπόλοιπα δεν έχουν καμιά σημασία. Αλλά, και πάλι, αυτό δεν είναι σωστό, γιατί μετά φαίνεται και στη σχέση αυτό. Ο άλλος το καταλαβαίνει, σου λέει "ρε παιδί μου, κάτι μου λείπει". Όταν γνώρισα την πρώην γυναίκα μου, κάναμε μαζί μια περφόρμανς. Πηγαίνοντας προς την Πάρνηθα, περνούσαμε από το καζίνο, περπατάγαμε στους διαδρόμους, ντυμένοι με μαύρες κελεμπίες και κουκούλες και τρομάζαμε τις πλούσιες κυρίες. Όταν μας ρωτούσε το προσωπικό τι κάνουμε, τους λέγαμε ότι κρυώνουμε και φορέσαμε αυτές τις ρόμπες. Να φανταστείς, πηγαίναμε στα αρχαία, σε ανοιχτούς χώρους, κι εγώ πέταγα τα ρούχα μου, ανέβαινα πάνω στις κολόνες, με φωτογράφιζε και έλεγα: "εντάξει, ας γίνει μέρος του μνημείου ότι του έδειξα τον κώλο μου". Και τι έγινε; Το μνημείο θα έχει δει έναν κώλο παραπάνω. Για μένα, όποιος δεν μπορεί να αγαπήσει, και όταν λέω να αγαπήσει εννοώ σε μια συνέχεια, είναι ανάπηρος».


Τον ρωτάω πώς ήταν η εμπειρία του στη Λέσβο, στην καρδιά του προσφυγικού ζητήματος, και διηγείται ένα περιστατικό που τον έκανε να προσέξει αναγκαστικά τις ανάγκες αυτών των ανθρώπων. «Το ζήσαμε από κοντά» λέει. «Στο λιμάνι ήταν εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος που περίμενε, αλλά εμείς περάσαμε το καλοκαίρι κάνοντας μπάνια, περνούσαμε καλά στις παραλίες, στα χωριά και πρέπει να πω ότι δεν είχα βοηθήσει ούτε έναν πρόσφυγα. Όταν γυρνάγαμε με το καράβι δεν είχαμε καμπίνα, απλώς είχαμε κάτσει κάτω, με τα παπαγαλάκια μας δίπλα μας και εκατοντάδες πρόσφυγες τριγύρω μας. Κάποια στιγμή που ήμασταν ξαπλωμένοι, έκλεισα τα μάτια μου και κοιμήθηκα για λίγα λεπτά. Όταν ξύπνησα, δεν φορούσα παπούτσια. Κάποιος τα είχε πάρει! Θέλω να πω ότι όποιος μας δυσκολεύει τη ζωή, κάποιες φορές είναι η ευκαιρία μας. Αυτό που μάλλον δεν έχουμε καταλάβει είναι ότι η ζωή είναι ένα ομαδικό άθλημα. Ή όλοι θα χάσουμε ή όλοι θα κερδίσουμε. Δεν είχα βοηθήσει όσο ήμουν εκεί, αλλά αυτός ο άνθρωπος που πήρε τα παπούτσια από τα πόδια μου ήταν η ευκαιρία. Αυτή είναι η πολυπλοκότητα της ζωής, δηλαδή ένας άνθρωπος γίνεται η ευκαιρία σου να βοηθήσεις, έστω και αν δεν το είχες υπόψη σου. Γιατί και η ζωή έχει σκαμπανεβάσματα, δεν είναι μια πορεία ήσυχη. Σίγουρα δεν μπορούμε να αποφύγουμε τα λάθη, αλλά μπορούμε τουλάχιστον να διεκδικήσουμε την ομορφιά. Και ξέρεις, όποιος ζει πραγματικά την ομορφιά, ζει την τρυφερότητα μέσα του. Υπάρχει μια φλόγα που μένει αναλλοίωτη, όσο κι αν γεράσεις. Και δεν πιστεύω πως αν ο άλλος σε έχει βλάψει, πρέπει οπωσδήποτε να τιμωρηθεί κατά κάποιον τρόπο, αυτό είναι τελείως μαλακία, δεν υπάρχει πουθενά γραμμένο. Αν δεν ζούμε απολαμβάνοντας αυτά που έχουμε, απλώς θα ζητάμε την τιμωρία των άλλων».

 

Στα δέκα αυτά χρόνια η καλλιτεχνική του πρόοδoς ήταν εντυπωσιακή: κατάφερε να κάνει ένα σωρό πράγματα, να εξελιχθεί ως δημιουργός και ως άνθρωπος και, παράλληλα, έζησε όλα τα στραβά και τα όμορφα που σου φέρνει η ζωή... Φωτό: Kristin Eketoft

 

Πιστεύεις ότι υπάρχει ισορροπία σε αυτά που μας δίνονται, ότι αν ζήσεις μια μεγάλη χαρά, πρέπει να πληρώσεις κάποιο τίμημα, για να υπάρχει νομοτέλεια;». «Δεν ξέρω αν υπάρχει αυτό που λένε κάρμα, πιστεύω όμως στα μαθήματα ζωής και, μερικές φορές, και στη συνωμοσία του σύμπαντος (γέλια). Όταν χωρίσαμε με τη γυναίκα μου, μου ζήτησε ο Blind Adam να κάνω την ηχητική εγκατάσταση για την έκθεσή του στην Breeder. Σοκαρίστηκα όταν κάναμε παρέα, γιατί όταν αυτός ο άνθρωπος μου έλεγε ότι νιώθει "Σούπερμαν", παρόλο που δεν βλέπει, εγώ κλαιγόμουν για τον χωρισμό μου. Με έκανε να αναθεωρήσω πάρα πολλές απόψεις μου. Ήθελε να δουλέψει πάνω στην Ασκητική του Καζαντζάκη. Για το ισόγειο μου είπε: "Μπορείς να μπεις στα έγκατα της γης και να βρεις όλους τους ήχους που θα άκουγες εκεί;". Προσπάθησα να το κάνω και να περιγράψω ηχητικά το σκοτάδι του. Στον κάτω όροφο ήταν το αντίθετο, το φως δηλαδή. Ο Θάνος ήθελε να είναι ο παράδεισος εκεί. Τον ρώτησα "πώς τον φαντάζεσαι τον παράδεισο;" και μου είπε "δεν ξέρω, αλλά το σκυλί που με οδηγεί και με προστατεύει είναι άγιο". Οπότε, αφετηρία ήταν ο Άγιος Σκύλος. Μου έδωσε το λουρί με τα κουδουνάκια που φορούσε ο σκύλος και τα έθεσα στο άπειρο. Τα κουδουνάκια του σκύλου είναι ο Παράδεισος για τον Blind Adam και άγιος είναι ο Άγιος Σκύλος. Είναι ένα άκρως συγκινητικό περιβάλλον, λες και ο χρόνος έχει σταματήσει, ένας ναός φτιαγμένος από κλωστή και κουδουνάκια σκύλου. Τελικά, έτσι είναι ο Παράδεισος. Αυτές είναι οι στιγμές τέχνης που με κάνουν να δακρύζω, γιατί, γενικότερα, αν το καλοσκεφτείς, μια οποιαδήποτε γκαλερί είναι απλώς ένα ειδικά διαμορφωμένο κατάστημα. Είναι και χώρος συνάντησης και πολύ σπάνια χώρος συγκίνησης, προερχόμενης από την τέχνη. Θα έλεγα ότι είναι περισσότερο τόπος κοινωνικών θέσεων. Κοίταξε, εγώ με αυτό είχα πάντα ένα θέμα. Είμαι ακόμα όπως με ξέρεις εδώ και 10-15 χρόνια τουλάχιστον, όταν έκανα τα street art. Ο τρόπος που στέκομαι στον κόσμο της τέχνης είναι λίγο μυστήριος. Δεν ξέρω ποια είναι η θέση μου σε αυτό τον κόσμο τέχνης που χρειάζεται κάποια δυνατά ονόματα. Δεν μπορώ να λειτουργήσω με βάση καθαρά εμπορικές συναλλαγές. Ο ρόλος μου είναι να είμαι περισσότερο δημιουργός και όχι καταναλωτής, απλώς να κάνω τέχνη. Τώρα που στην τέχνη τα πάντα κινούνται γύρω από την αγορά, το να κάνεις editions και zines είναι, πάνω απ' όλα, πολιτική θέση, επειδή αυτά είναι προσβάσιμα σε όλους. Κάνω όλο και λιγότερα έργα που μπορούν να πουληθούν και όλο και περισσότερα που είναι εφήμερα. Π.χ. πέτρες στο πάτωμα του δωματίου μου, που αλλάζουν σχήμα κάθε μέρα. Επίσης, η τέχνη είναι κάτι τόσο προσωπικό. Όταν κάθεσαι και φτιάχνεις ένα έργο, αυτό είναι πάντα μια μεγάλη περιπέτεια, μια έκπληξη. Όταν παίρνεις δύο διαφορετικά πράγματα και τα βάζεις δίπλα, ξαφνικά αποκτούν νόημα. Η καθημερινή ζωή είναι αρκετά βαρετή. Εσύ ζεις στα Εξάρχεια, εγώ ζω κάπου στην Νέα Σμύρνη, η τέχνη είναι ένας τρόπος να ξεφύγεις λίγο απ' όλα όσα συμβαίνουν στην καθημερινότητα, την πρωινή δουλειά σου. Οπότε, κάθε μέρα έχω την ευκαιρία να νιώσω κάτι. Στην τέχνη τα πάντα κινούνται γύρω από την παραβίαση κανόνων. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να φτιάχνουν κανόνες, αλλά ακόμα περισσότερο να παραβιάζουν κανόνες».

 

«Πώς ξεκίνησες να φτιάχνεις τέχνη;».«Ξεκίνησα να κάνω τέχνη όταν σπούδαζα Νομική και μελετούσα όλους αυτούς τους νόμους για την οργάνωση της κοινωνίας. Το βράδυ πήγαινα κι έκανα street art για να φέρω τον εαυτό μου σε ισορροπία, γιατί αλλιώς δεν μπορούσα να συνέλθω. Είναι ανάγκη του ανθρώπου να παραβιάζει τους κανόνες, κατά κάποιον τρόπο. Ο φυλακισμένος που δεν μπορεί να ταξιδέψει ζωγραφίζει ένα καράβι, για να ταξιδέψει με αυτό την ώρα που το φτιάχνει. Νιώθω ότι η τέχνη δεν είναι καθόλου πολυτέλεια, είναι ανάγκη για να ξεφύγεις. Ένα τραγούδι π.χ. μπορεί να σου αλλάξει ολόκληρη τη ζωή. Όλοι μας έχουμε ένα κομμάτι που έχουμε συνδέσει με τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής μας».

 

 

 

Του ζητάω να σχολιάσει τους καλλιτέχνες-ποπ σταρ των ημερών, την Αμπράμοβιτς και τις δράσεις του Αι Γουάι Γουάι που προκάλεσαν τόσες αντιδράσεις στα social media. «Αδυνατώ να κρίνω το έργο οποιουδήποτε» λέει. «Ακόμα και σε προσωπικό επίπεδο, είμαι καλοπροαίρετος, δεν είμαι καχύποπτος. Δεν μπορώ να δω υπόγειες συμπεριφορές, ακόμα κι αν συμβαίνουν κάτω από τη μύτη μου. Από την άλλη, έχω μια τάση να μου αρέσουν όλοι όσοι δεν είναι αρεστοί στον κόσμο γενικά. Σ' εμένα λειτουργεί αντίθετα η αρνητική κριτική. Το να χάσει κάποιος τα μυαλά του το θεωρώ αναπόφευκτο. Πώς είναι δυνατόν να μη συμβεί; Όταν είσαι καλλιτέχνης, ο πρώτος σου στόχος είναι να αφήσεις τον εαυτό σου τελείως γυμνό. Να αισθάνεσαι τα πάντα. Και όταν είσαι εντελώς γυμνός, και σε χορτάρι θα πατήσεις και σε καρφιά. Είσαι εκτεθειμένος στα πάντα και, φυσικά, είναι πολύ εύκολο να χάσεις τον δρόμο σου. Το δίλημμα είναι αν θα αφήσεις τον εαυτό σου τελείως γυμνό να αισθάνεται τα πάντα γύρω του ή θα είσαι ντυμένος με πανοπλία και θα προφυλάσσεις τον εαυτό σου. Θα είσαι πολιτικά και εικαστικά σωστός, αλλά δεν θα αισθάνεσαι τίποτα. Δεν θα πέφτεις και δεν θα πονάς. Η φθορά είναι μέσα στη ζωή μας».

 

Κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί τι ρόλο μπορεί να παίξει η τέχνη, όταν τόσοι άνθρωποι χωρίς πατρίδα πεινάνε και ταλαιπωρούνται. Τι προσφέρει σε αυτούς η Αμπράμοβιτς;». «Δεν είναι απαραίτητο να έχουν όλοι οι καλλιτέχνες κάποιον ρόλο στην κοινωνία. Η τέχνη δεν έχει πάντα την έννοια αυτή. Η τέχνη είναι καθρέφτης του τι είσαι εσύ. Βλέπουμε τον κόσμο με τα εσωτερικά μας μάτια. Δεν υπάρχει κάποια μυστική συνωμοσία που να λέει ότι η τέχνη πρέπει να βοηθάει έμπρακτα την κοινωνία. Ο άνθρωπος που μου έκλεψε τα παπούτσια στο πλοίο ήταν η ευκαιρία μου να προσφέρω κάτι. Δεν μπορώ να το δω αλλιώς. Περπατούσα ξυπόλυτος πάνω στο καράβι και γελούσα σε όλο το υπόλοιπο ταξίδι. Και ο καλλιτέχνης που φαινομενικά δεν προσφέρει κάτι με το έργο του, μπορεί να γίνει αιτία, άθελά του, να βοηθήσει κάποιον. Ποιος ξέρει;».

 


«Κώστα, θα τα παρατούσες όλα για να ασχοληθείς αποκλειστικά με την τέχνη;» «Όχι. Η τέχνη για μένα δεν είναι βιοπορισμός. Δεν είμαι από εύπορη οικογένεια. Έχω μάθει να αγωνίζομαι για να ζήσω. Χρειάζομαι και μια πρωινή δουλειά. Θαυμάζω τους ανθρώπους που ζουν απλά, με ένα κέρμα στην τσέπη τους και κάνουν τέχνη, αλλά για μένα η τέχνη είναι, πάνω απ' όλα, να μπορείς να εκπλήσσεις τον εαυτό σου κάθε μέρα για να νιώσεις κάτι. Θα πρέπει, όμως, να επιβιώσεις για να το νιώσεις αυτό το κάτι. Κάποιες φορές μπλοκάρεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Δεν θυμάσαι π.χ. γιατί κάνεις τέχνη και πώς κάνεις τέχνη. Κατά έναν τρόπο, δεν ξέρεις πώς να μπεις στο σπίτι σου. Γυρνάς γύρω-γύρω και ψάχνεις τρόπους να μπεις. Όταν συνειδητοποιήσεις ότι είναι δικό σου το σπίτι, τότε απλώς ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις. Η τέχνη είναι η περιπέτεια που θέλω να νιώσω, γιατί η ζωή είναι κατά βάση βαρετή. Προσπαθώ, μέσα από την τέχνη, να νιώσω αυτή την έκπληξη. Να φτιάξω την πραγματικότητα κάπως διαφορετικά ή να φέρω τον κόσμο λίγο ανάποδα. Είναι σαν να βρίσκεσαι στο δωμάτιό σου και να φαντάζεσαι ότι όλα είναι καρφωμένα από την άλλη πλευρά»...

 

 

Προσπαθώ, μέσα από την τέχνη, να νιώσω αυτή την έκπληξη. Να φτιάξω την πραγματικότητα κάπως διαφορετικά ή να φέρω τον κόσμο λίγο ανάποδα...

 

O Hope έχει επιμεληθεί την ηχητική εγκατάσταση για την έκθεση «Holy Glory» του Blind Adam στην γκαλερί Breeder (Ιάσονος 45, Μεταξουργείο), έως τις 24 Μαρτίου, Τρ.-Σάβ. 12:00-18:00. Από τις 14 ως τις 17 Απριλίου θα συμμετέχει στους «Αρχαιολογικούς Διαλόγους - Αρχαιολογίες Βεβήλωσης» στη Λέσβο, καθώς και στην έκθεση UNLOCKED και στο βιβλίο της Atopos cvc. Επίσης, συμμετέχει στο TRAPPER KEEPER II (το βιβλίο), σε curating και editing του Παναγιώτη Τερζή, με αφορμή την Printed Matter's NY Art Book Fair στη MoMA PS 1.

Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια