Παρά την αναμφισβήτητη κρίση της αίθουσας, η κατάσταση δεν είναι τέτοια ώστε να μην επιτρέπει να διατηρούνται και να ανακαινίζονται και να εξοπλίζονται τεχνολογικά οι ιστορικοί κινηματογράφοι... Φωτ.: Cinema Hellas
Δημήτρης Πολιτάκης

Για το Σινέ «Άτταλος» στη Νέα Σμύρνη που μάλλον δεν θα ξανανοίξει ποτέ

Εκτός από πολιτιστικά και συναισθηματικά ορόσημα, οι ιστορικές αίθουσες παραμένουν ακόμα λειτουργικό κομμάτι της κουλτούρας ψυχαγωγίας, δεν απευθύνονται μόνο σε αλαφροΐσκιωτους σινεφίλ ή σε φετιχιστές της μοκέτας

Σύμφωνα με κάποιες τελευταίες πληροφορίες, ο ιστορικός - δεν είναι σχήμα λόγου, από το 1963 λειτουργεί - κινηματογράφος της Νέας Σμύρνης, που βρίσκεται ήδη υπό αναστολή εδώ και μήνες, παγιδευμένος σε διάφορες και ενδεχομένως ύποπτες γραφειοκρατικές κωλυσιεργίες, πάει γραμμή για μη τιμητική αποστρατεία και μάλιστα με την πιο άδοξη προοπτική που επιφυλάσσουν σε χώρους με πραγματικό πολιτιστικό (και κοινωνικό) βάρος οι τοπικοί φορείς στην Ελλάδα: να γίνει «πολιτιστικό κέντρο». Όπως έγινε και στην πλατεία το μοντερνιστικό κτίριο του «Γαλαξία» που στέγαζε την ιστορική καφετέρια με τους εκατοντάδες φραπέδες έτοιμους από καιρό και απολιθωμένους στη μεγάλη βιτρίνα του ψυγείου.

 

Κρίμα. Στο (νοσταλγικό, το παραδέχομαι) μυαλό μου, η κινηματογραφική αίθουσα που βρίσκεται στο ισόγειο πολυκατοικίας σε ωραίο και πολιτισμένο νεοσμυρνιώτικο δρόμο κοντά στην πλατεία και πλησίον της Βενιζέλου, είναι συνδεδεμένη με το σινεμά στην εποχή του δημοτικού, του γυμνασίου και του λυκείου. Ο «Άτταλος» είχε μια πιο σινεφίλ φήμη από τα υπόλοιπα (δύο χειμερινά τότε: η Έλση που χάθηκε προ πολλού και το Σπόρτιγκ, του Δήμου πλέον εδώ και χρόνια) ή μπορεί και να ήταν αυθαίρετη αυτή η αντίληψη από την ανάγκη να έχει η παρέα μας μια αίθουσα πιο αγαπημένη και οικεία από τις υπόλοιπες της περιοχής. Αλλά μάλλον ίσχυε, τις σημαντικές ταινίες εκεί τις θυμάμαι.

 

Οι αίθουσες παραμένουν κομμάτι της κουλτούρας ψυχαγωγίας, δεν απευθύνονται (ακόμα τουλάχιστον) μόνο σε αλαφροΐσκιωτους σινεφίλ ή σε φετιχιστές της μοκέτας την οποία έχουν διαβεί και ραντίσει με μπύρα και αναψυκτικό χιλιάδες άνθρωποι χιλιάδες φορές.

 

Θυμάμαι ότι εκεί είδα και το «Μπλέιντ Ράνερ» ας πούμε και το «Μπλε Βελούδο» και πολλά, άπειρα άλλα, ειδικά μέχρι το τέλος του σχολείου και πριν μας απορροφήσει για πάντα «το κέντρο της πόλης» (η ουρμπανιτέ μας μάρανε και οι ιδεοληπτικές φαντασιώσεις περί downtown, αλλά τέλος πάντων).

 

Θυμάμαι και πόσο ζήλευα τους κατοίκους της πολυκατοικίας. Να έχεις κινηματογράφο κάτω από το σπίτι σου, δηλαδή τι να λέμε...

 

«Πότε πήγες ρε φίλε τελευταία φορά στον Άτταλο και σ' έπιασε ο πόνος;» μπορεί εύλογα να αναρωτηθεί κάποιος. Αιώνες πριν, είναι η απάντηση, αλλά θέλω να ξέρω ότι υπάρχει στην ωραία θέση του και παίζει ταινίες, όχι από βίτσιο ή από γεροντική εμμονή ή επειδή δεν έχει μείνει τίποτα σχεδόν που να αναγνωρίζω στην κεντρική Νέα Σμύρνη, αλλά επειδή χρειάζονται οι χώροι που έχουν συνδεθεί και συνεχίζουν να συνδέονται με ευχάριστες εξόδους και με την ευγενή ψυχαγωγία σαν αυτή που προσφέρει ακόμα η κινηματογραφική αίθουσα. Για να μην αρχίσουμε τα τετριμμένα, ότι δηλαδή οι μεγάλες ταινίες εκεί πρέπει να βλέπονται ιδανικά, και τέτοια...

 

Θυμάμαι και πόσο ζήλευα τους κατοίκους της πολυκατοικίας. Να έχεις κινηματογράφο κάτω από το σπίτι σου, δηλαδή τι να λέμε...

 

Παρά την αναμφισβήτητη κρίση της αίθουσας, η κατάσταση δεν είναι τέτοια ώστε να μην επιτρέπει να διατηρούνται και να ανακαινίζονται και να εξοπλίζονται τεχνολογικά οι ιστορικοί κινηματογράφοι, αρκεί να επιτρέπεται σε όσους (είτε εταιρείες διανομής είτε άλλοι φορείς ή ιδιώτες) έχουν τη διάθεση να τους αγοράσουν και να τους λειτουργήσουν επαγγελματικά, να μπορούν να το κάνουν.

 

Οι αίθουσες παραμένουν κομμάτι της κουλτούρας ψυχαγωγίας, δεν απευθύνονται (ακόμα τουλάχιστον) μόνο σε αλαφροΐσκιωτους σινεφίλ ή σε φετιχιστές της μοκέτας την οποία έχουν διαβεί και ραντίσει με μπύρα και αναψυκτικό χιλιάδες άνθρωποι χιλιάδες φορές.

 

Και θα έπρεπε όχι μόνο να μην υπονομεύεται (από τοπικούς και μη φορείς) αλλά να ενισχύεται η συντήρησή τους, όχι ως μαυσωλεία της έβδομης τέχνης ή ως πεδία vintage ψυχαγωγίας αλλά ως λειτουργικά και καλόγουστα εκ φύσεως μέρη που προσφέρουν μια εμπειρία όλο και πιο πολύτιμη στην εποχή της απόλυτης διάσπασης προσοχής και της αποσπασματικής (σπασμωδικής μάλλον) οπτικοακουστικής αφήγησης όπως την προσλαμβάνουμε μεταξύ κινητού, υπολογιστή και τηλεόρασης.

 

 

 

Αθήνα