Οι Low στο Summer Nostos Festival στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος
Δ. Πολιτάκης

Από τους Low στον Giorgio Moroder, μια αθηναϊκή σχιζοφρένεια δρόμος

Κάποιες νύχτες, η ασθμαίνουσα καλοκαιρινή μητρόπολη σε αποζημιώνει με τις επιλογές που σου προσφέρει, αν μπεις στον κόπο να τις κυνηγήσεις

Για Μορμόνοι από το Ντουλούθ της Μινεσότα, οι Low μοιάζουν να έχουν ανεπτυγμένη αίσθηση του κρίσιμου πολιτικού timing στις εμφανίσεις του στην μακρινή μας χώρα. Για σύμπτωση πρόκειται φυσικά αλλά τα φαινόμενα λίγο θέλουν να γίνουν σημαδιακά.

 

Την προηγούμενη φορά ήταν το βράδυ της παραμονής των βουλευτικών εκλογών του 2015, όπου αν και λιγομίλητοι εκ φύσεως, ένιωσαν την υποχρέωση να μας συγχαρούν καλοπροαίρετα και διακριτικά για τη διαφαινόμενη νίκη της Αριστεράς στη χώρα μας (ακόμα Ομπάμα είχαν αυτοί τότε, δεκτή κάθε μακάρια αντίληψη).
Στο «Νιάρχος» που εμφανίστηκαν στα πλαίσια του Summer Nostos Festival, δεν έκαναν κανένα πολιτικό σχόλιο (δεν είναι και του τύπου τους άλλωστε), μόνο κάποιες θερμές ευχαριστίες στη διοργάνωση και το κοινό στο φινάλε.

 

Τι εξαιρετική τύχη να πετάγεται κανείς σ΄ αυτόν τον αχανή πολιτιστικό αλλά και ουσιαστικά οικογενειακό χώρο (το μόνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η καθημερινή λειτουργικότητα του μέρους για τους κατοίκους των γύρω περιοχών και όχι μόνο) και να βλέπει, μεταξύ άλλων, τόσο υψηλής κλάσης και αισθητικής «ροκ καλλιτέχνες». Όπως φερ' ειπείν πέρσι ο John Cale ή οι Animal Collective και φέτος οι Low. Οι οποίοι με την – εντελώς προβλέψιμη – συγκλονιστική τους εμφάνιση, σε προκαλούσαν να αναλογιστείς κάποια πράγματα.

 

Αν το βάλουμε κάτω με κριτήρια τη διάρκεια, τη συνέπεια, τον πλούτο και την ποιότητα του υλικού, θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει κανείς με σχετική ασφάλεια ότι οι Low είναι το σπουδαιότερο indie / εναλλακτικό γκρουπ στην ιστορία (η ιστορία του όρου ξεκινά από τα τέλη των '80s).

 

Καταρχάς, αν το βάλουμε κάτω με κριτήρια τη διάρκεια (δηλώνω με τιμή ότι με τον Άλαν είμαστε συνομήλικοι), τη συνέπεια, τον πλούτο και την ποιότητα του υλικού, θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει κανείς με σχετική ασφάλεια ότι πρόκειται για το σπουδαιότερο indie / εναλλακτικό γκρουπ στην ιστορία (η ιστορία του όρου ξεκινά από τα τέλη των '80s).

 

Ασχέτως αν στο λήμμα τους στην Wikipedia εμφανίζονται ως είδη υπό την ομπρέλα των οποίων λειτουργούν οι Low, τα εξής: "experimental rock", "dream pop", "drone" (πρόσφατη ταμπέλα αυτή, τα παιδάκια πάντως γύρω από τον συναυλιακό χώρο χθες δεν έμοιαζαν να ταράζονται από τις σποραδικές ριπές λευκού θορύβου) και "slowcore" (η αρχική ταμπέλα που τους είχε φορεθεί και δεν την ήθελαν καθόλου).

 

Ουδεμία σημασία έχουν τέτοιες ταμπέλες, στην εποχή μας ειδικά, όπου οι νεότερες μπάντες αλλάζουν είδος και «φυλή», κυριολεκτικά κάθε εβδομάδα.

 

Η ουσία είναι το περσινό άλμπουμ των Low ανακηρύχτηκε κορυφαίο της χρονιάς από τα γνωστά, έγκριτα μουσικά έντυπα και μέσα που εξακολουθούν να κάνουν αυτή τη δουλειά. Και ήταν το δωδέκατό τους!

 

Το άλλο που σκέφτεται κανείς παρακολουθώντας το ζεύγος του Άλαν και της Μίμι επί σκηνής είναι πώς το κάνουν αυτό ρε παιδί μου οι παντρεμένοι που δουλεύουν μαζί και πόσο φοβερό μοιάζει το ότι ξυπνάνε μαζί, πάνε στο «γραφείο» μαζί, συνδυάζουν εξαίσιες φωνητικές αρμονίες μαζί, κοιμούνται μαζί.

 

Την προηγούμενη μέρα από τους Low στο πλαίσιο του SNF εμφανίστηκε στην ίδια σκηνή ο Γιώργος Μαργαρίτης (αυτό θα πει αγρίως εκλεκτικό line up, μάθετε μπαλίτσα hipsters της συμφοράς) και την προ-προηγούμενη η Neneh Cherry, την οποία έχασα επειδή με πούλησε αυτό κέρατο στα σόσιαλ που σου υπενθυμίζει τις εκδηλώσεις για τις οποίες έχεις ενδιαφερθεί.

 

Αμέσως μετά τους Low, κατάφερα το απονενοημένο διάβημα στο Plissken festival στην Τεχνόπολη σε χρόνο ρεκόρ, επιχειρώντας να προλάβω κάποιο μέρος από το vintage «σετ» (LoL) του electro/disco πατριάρχη Giorgio Moroder.

 

Η αστραπιαία (μέσω μηχανής φίλου) μετάβαση μου φάνηκε κανονικά σαν διακτινισμός ή σαν διάρρηξη του χωροχρονικού συνεχούς: ξαφνικά ένα άλλο σύμπαν. Κάτι ανάμεσα σε υπαίθρια ντίσκο, ετεροχρονισμένης εκδήλωσης του pride, και σπιτικού πάρτι που αφήνουμε τον παππού που δεν είναι όλος εκεί ακριβώς αλλά κάποτε ήταν θεός, να διαλέξει τη μουσική. Και ο 75χρονος Giorgio (Giovanni, whatever) μόνος, όρθιος στο κέντρο της σκηνής πίσω από μια κονσόλα απολάμβανε σαν ευπατρίδης πορνοβοσκός το κοινό κάτω που βρισκόταν σε ντελίριο, χορεύοντας με το ποτ-πουρί των πιο γνωστών (και εξαίρετων) επιτυχιών που φέρουν ευθέως ή πλαγίως την υπογραφή του.

 

O Giorgio Moroder Plissken festival στην Τεχνόπολη

 

Δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτα εκτός από το να παρίσταται. Ούτε αλλαγές δεν έκανε στα κομμάτια. Απλά χαμήλωνε τον ήχο - κανονικά σαν παππούς, τύπου «άκου τι θυμήθηκα τώρα, κάτσε μισό λεπτό να το βάλω». Άρχοντας.

 

Ουδείς πάντως έμοιαζε να διαμαρτύρεται, ίσα-ίσα. Αυτά είναι τα καλά υποθέτω όταν το κοινό δεν είναι αυτό που λέμε αμιγώς «μουσικό / συναυλιακό».

 

Αυτές τις εποχές ζούμε. Το να εμφανίζεσαι ως ζωντανός θρύλος με σάρκα και οστά αρκεί. Μέχρι να καθιερωθούν οι συναυλίες αείμνηστων μύθων της μουσικής όπου θα εμφανίζονται στη σκηνή τα ολογράμματά τους. Και θα σου λέει ο άλλος «προχθές πήγα στο live του Hendrix, εντάξει, τα' σπαγε, τι να λέμε τώρα, αθάνατος».

 

Ένταξει, μια χαρά ήταν κι ο Τζιόρτζιο, πόσα χρόνια θα ζήσουμε; Καταγράφω οπωσδήποτε ότι τον είδα να παίζει στο κασετόφωνο τα τραγούδια του. Και θα ήμουν πολύ λιγότερο σαρκαστικός αν δεν με έφτιαχνε τόσο βάζοντας το "Together in electric dreams" για να με ρίξει στα τάρταρα βγάζοντας το αμέσως σχεδόν μετά (σαν απότομη αλλαγή κωλόμπαρου) για να βάλει άλλο και μάλιστα σε remix του Tiesto.

 

Αθήνα