Αθήνα

Στο πιο μποέμικο βιβλιοπωλείο της Αθήνας, τον Φωταγωγό της Τζούλιας Τσιακίρη

Χωμένο μέσα στη Στοά Κουρτάκη της Κολοκοτρώνη βρίσκεται το ορμητήριο των εκδόσεων Το Ροδακιό, ένας χώρος όπου η διανόηση της Αθήνας νιώθει οικεία

«Να! Εδώ απ' έξω πάρκαρε τη λευκή της Jaguar η Ανιές Κουρτάκη, η Γαλλίδα σύζυγος του Δημήτρη Κουρτάκη» μου λέει η Τζούλια Τσιακίρη, δημιουργός του Φωταγωγού, του πιο μυστηριακού και αλλοπρόσαλλου βιβλιοπωλείου της Αθήνας – που δεν είναι μόνο βιβλιοπωλείο αλλά και πολλά άλλα πράγματα μαζί, που μπορείς να ανακαλύψεις μόνο αν επισκεφθείς τον χώρο, διασχίζοντας, θέλοντας και μη, το μαξιμαλιστικό και εντελώς τεατράλε καφέ-μπαρ Noel στο κέντρο της Αθήνας.

 

Η στοά μέσα στην οποία στεκόμαστε, η Στοά Κουρτάκη επί της οδού Κολοκοτρώνη, δημιουργήθηκε το 1928 και πήρε το όνομά της από τη γνωστή οικογένεια οινοποιών που είχαν την έδρα της εταιρείας τους εδώ. «Έπειτα, η Ανιές πήγαινε λίγο πιο κάτω, σε ένα παράσπιτο, όπου είχε το άσπρο της άλογο, το καβαλούσε και μαζί με αυτό πήγαινε βόλτα στην Ακρόπολη. Αυτές ήταν οι πρώτες μέρες αυτής της στοάς. Αργότερα, βέβαια, στέγασε πάρα πολλά είδη μικρομάγαζων – κορδελάδικα, μαγαζιά που πουλούσαν κουμπιά, κουρεία, εργαστήρια επισκευής ρολογιών, καφενεία, χρυσοχοεία. Λειτουργούσε, δηλαδή, σαν ένα είδος mall της εποχής».

 

Περνώντας, λοιπόν, ανάμεσα από δύο κτίρια, το βιομηχανικό του 1928 κι ένα υπέροχο νεοκλασικό του 1880 –αυτό που εδώ και πάρα πολλά χρόνια στεγάζει το Booze–, αισθάνεσαι σαν να μπαίνεις μέσα σε μια ήρεμη όαση, σχεδόν παραδεισένια. Γιατί πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς το βιβλιοπωλείο που έχει στα ράφια του όλους τους τίτλους που έχουν εκδοθεί τα τελευταία 27 χρόνια από το Ροδακιό, έναν από τους πιο καλόγουστους εκδοτικούς οίκους της χώρας μας από άποψη ποιοτικής λογοτεχνίας αλλά και ιδιαίτερης εκδοτικής αισθητικής!

 

Όπως το βινύλιο έχει κάνει τη θριαμβευτική του επιστροφή, έτσι πιστεύω ότι ξαναγυρνάμε και στο τυπωμένο σε πιεστήριο βιβλίο. Οι νεότεροι διατηρούν τον φετιχισμό του βιβλίου κι έτσι το βιβλίο-αντικείμενο δεν έχει φύγει από τον χάρτη. Αντίθετα, σημειώνει μια επιστροφή, θα έλεγα.

 

«Αισθάνομαι ωραία που δεν είμαι πάνω στον δρόμο αλλά χωμένη εδώ μέσα. Πολλοί έρχονται και μου λένε "δεν μπορούσαμε να το βρούμε", "δυσκολευτήκαμε" κ.λπ.» λέει η ίδια και συνεχίζει εξηγώντας μου ότι αυτήν τη διαδικασία του «ξετρυπώματος» την απολαμβάνουν περισσότερο οι ξένοι τουρίστες. «Αυτοί νομίζουν ότι έχουν κάνει κάποια τρομερή ανακάλυψη γιατί βρίσκουν ένα μέρος με ιδιαιτερότητες μέσα σε έναν χώρο πιο εξωστρεφή, κι αυτή η αντίθεση λειτουργεί, νομίζω, θετικά εν τέλει».

 

Ο χώρος του Φωταγωγού υπάρχει ως κάτι τρισυπόστατο: στεγάζει τις εκδόσεις Το Ροδακιό, ένα βιβλιοπωλείο με όλους του τίτλους του Ροδακιού (γύρω στους 250 μέχρι στιγμής) αλλά και με διάφορα βιβλία μικρών εκδοτικών οίκων, ενδιαφέρουσες περιοδικές εκδόσεις και φανζίν αλλά και μια αίθουσα τέχνης, όπου γίνονται εκθέσεις φωτογραφίας, εικαστικών και εκθέσεις χειροτεχνίας.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Για όσους δεν γνωρίζουν, το Ροδακιό είναι δημιούργημα της Τζούλιας Τσιακίρη και του σπουδαίου ανθρώπου των γραμμάτων, και μακαρίτη πλέον, Βασίλη Διοσκουρίδη. Οι δυο τους εξέδιδαν και το πολύ σημαντικό περιοδικό λογοτεχνίας, θεωρίας της λογοτεχνίας και κριτικής «Εκηβόλος», μια έκδοση που συσπείρωσε στα χρόνια του έναν κύκλο ανθρώπων του πνεύματος όπως ο λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου, ο κριτικός Ζήσιμος Λορεντζάτος, η ηθοποιός και σκηνοθέτις Άννα Κοκκίνου, ο ποιητής Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο ζωγράφος Πέρης Ιερεμιάδης και άλλοι πολλοί.

 

Το ανεπτυγμένο αισθητικό ένστικτο της κ. Τσιακίρη, πάντως, λειτουργεί κάπως σαν σήμα κατατεθέν των βιβλίων που εκδίδει, καθώς όλα έχουν προσεγμένα εξώφυλλα με εικαστικά μοτίβα και είναι τυπωμένα σε καλό χαρτί. Άλλωστε και η ίδια μεγάλωσε σε περιβάλλον παρόμοιο με αυτό όπου ζει σήμερα. Ο πατέρας της υπήρξε τυπογράφος, εκδότης, βιβλιοπώλης και λογοτέχνης και η ίδια δεν μπόρεσε παρά να επηρεαστεί από όλο αυτό.

 

«Αν προσπαθούσε κανείς να εντοπίσει το χαρακτηριστικό αυτού του τόσο παλιού πράγματος (σ.σ. το Ροδακιό ξεκίνησε το 1992 και ο «Εκηβόλος» το 1978) είναι ότι είναι πολύ ανοιχτό στο καινούργιο. Δεν υπάρχουν ειλημμένες αποφάσεις. Όλα κινούνται γύρω από το σκεπτικό ότι κάτι μας αρέσει, το αγαπάμε ή απλώς μας εκφράζει. Κι έτσι, δίχως κανόνες, δημιουργείται ένας νέος κανόνας, ο οποίος υπαγορεύεται από την αισθητική αυτών που συμμετέχουν σε αυτό» λέει κι εγώ σκέφτομαι, κοιτώντας γύρω μου τον χώρο, πως τίποτα εδώ μέσα δεν είναι απλώς ντεκόρ. Όλα έχουν προκύψει από κάπου. Κάθε έκθεση και κάθε βιβλίο που κυκλοφόρησε εδώ έχει αφήσει ένα σημάδι και όλα αυτά τα σημάδια μαζί δημιουργούν αυτή την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.

 

Όλα τα αντικείμενα του χώρου άλλωστε –καθίσματα, αμπαζούρ, τραπέζια και γραφεία (μέτρησα τουλάχιστον τέσσερα!)– ήταν αντικείμενα που υπήρχαν στο σπίτι/γραφείο του Ροδακιού και έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που έχουν «δέσει» μεταξύ τους. Τα παλιά αντικείμενα μέσα στον βιομηχανικό χώρο δημιουργούν έναν ωραίο συνδυασμό. Είναι σαν να συνοψίζουν τον διπολισμό που χαρακτηρίζει το Ροδακιό. Αυτήν τη σύγκλιση «παλιού» και «καινούργιου» που προσπάθησε πριν από λίγο να μου εξηγήσει η κ. Τσιακίρη.

 

«Πριν από τον Φωταγωγό δεν είχα την εμπειρία του μαγαζιού και πρέπει να ομολογήσω ότι μέσα από αυτό έχω γνωρίσει πολύ σπουδαίους ανθρώπους κι έχω έρθει σε επαφή με πολύ νέο κόσμο. Είναι σαν να άνοιξε μια πόρτα. Θα έλεγα ότι έχει γίνει ένας χώρος κομβικός». Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Μία από τις επιτυχίες που πρέπει να της αναγνωρίσει κανείς είναι ότι το Ροδακιό ανέδειξε πολλούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς και ποιητές, οι οποίοι στη συνέχεια καταξιώθηκαν. Για παράδειγμα, μία από τις μεγαλύτερες εκδοτικές της επιτυχίες ήταν η κυκλοφορία των βιβλίων του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη αλλά και αυτά του Γιώργου Μπρουνιά, του Νίκου Παναγιωτόπουλου, της Κλαίρης Μιτσοτάκη, της Τασίας Βενέτη και του Αντώνη Νικολή.

 

«Πριν από τον Φωταγωγό δεν είχα την εμπειρία του μαγαζιού και πρέπει να ομολογήσω ότι μέσα από αυτό έχω γνωρίσει πολύ σπουδαίους ανθρώπους κι έχω έρθει σε επαφή με πολύ νέο κόσμο. Είναι σαν να άνοιξε μια πόρτα. Θα έλεγα ότι έχει γίνει ένας χώρος κομβικός. Η Κολοκοτρώνη, όταν ήρθαμε εμείς εδώ, ήταν σχετικά ερημική. Κάπως όμως έτυχε κι έπεσε μέσα στο μάτι του κυκλώνα. Μέσα σε αυτή την εξαετία είδαμε να ανοίγουν στους γύρω δρόμους ένα σωρό καινούργια μπαρ, καφέ, σουβλατζίδικα, σουσάδικα κ.λπ. Τώρα τελευταία, μάλιστα, το λεγόμενο "εμπορικό τρίγωνο" πεζοδρομείται εφιαλτικά, με την έννοια ότι υπάρχει απίστευτος θόρυβος και σκόνη όλη την ώρα από τα κομπρεσέρ και τις εργασίες.

 

Ελπίζω να μην αποκτήσει κι αυτό την τύχη του Ψυρρή. Δηλαδή να μη συνεχίσουν να ανοίγουν μόνο μαγαζιά διασκέδασης και εστίασης, με αποτέλεσμα έπειτα από κάποιο διάστημα να μετατραπεί κι αυτή η περιοχή σε έρημη χώρα. Ελπίζω να αντέξουν τα μαγαζιά με τις φανέλες, τα κουμπιά, τις κιλότες και τα νυφικά και να συνεχίσουν να δημιουργούν αυτό το ενδιαφέρον "κοκτέιλ". Αλλιώς, αν γεμίσουμε κι εδώ σουβλατζίδικα, χαθήκαμε».

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Αυτές τις μέρες στον Φωταγωγό υπάρχει μια έκθεση με ακουαρέλες της Κατερίνας Ατταλίδου, μιας καλλιτέχνιδος από την Κύπρο, η οποία έχει κάνει έρευνα πάνω στο «τοπίο». Τα έργα της έχουν μια φινέτσα και μια λεπτότητα, καθώς, όπως μου εξηγεί και η κ. Τσιακίρη, «το μέσο της ακουαρέλας δεν είναι εύκολο. Είναι πολύ δύσκολο να στερεοποιήσεις ένα τόσο ρευστό υλικό». Στους τοίχους είναι κρεμασμένες ακουαρέλες από διάφορα τοπία της Κύπρου αλλά και της Ελλάδας και στο μεγάλο τραπέζι είναι τοποθετημένα έργα που εικονίζουν άνθη.

 

Μου μιλά με ενθουσιασμό και για περασμένες εκθέσεις, όπως αυτές με τις φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Ιγνατιάδη με αφορμή το βιβλίο με τίτλο «Pina au rythme des oracles / Pina in the rhythm of oracles» που εξέδωσε σε συνεργασία με τον Δημήτρη Κρανιώτη για την Πίνα Μπάους, για την έκθεση του σπουδαίου Έλληνα εικαστικού Μάκη Θεοφυλακτόπουλου, για τον δραστήριο καλλιτέχνη Αντώνη Βάθη που εκδίδει την Daily Vathis, δημιουργώντας κάθε μέρα κι από ένα έργο, και για τον Γερμανό φωτογράφο Bernard Steffin που έκανε μια έκθεση με δικές του εικόνες που είχε τραβήξει από τη Βόρεια Αμερική.

 

«Και σαν μην έφταναν όλα αυτά, τελευταία εμφανίστηκε ένας νέος φιλόλογος, o Αχιλλέας Τζάλλας. Δεν είχε κλείσει ακόμα τα είκοσι όταν έσκασε μύτη εδώ μέσα. Πρόκειται για ένα παιδί που έχει τη μανία να γίνει κλασικός τυπογράφος, όπως την εποχή του Γουτεμβέργιου. Μαζεύει παλιά μεταλλικά στοιχεία απ' όπου μπορεί να βρει και ονειρεύεται να αγοράσει το δικό του πιεστήριο. Μαζί μ' αυτόν, λοιπόν, έχουμε φτιάξει ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, τον "Θαλασσόκεδρο" του ποιητή Νίκου Παναγιωτόπουλου. Όλα τα στοιχεία είναι συντεθειμένα με το χέρι ένα-ένα και τυπωμένα στο πιεστήριο όπως παλιά. Το βιβλίο είναι βιβλιοδετημένο επίσης στο χέρι και ραμμένο με μεταξωτή κλωστή» μου λέει, δείχνοντάς το μου με καμάρι. Αν χαϊδέψεις τις σελίδες του, καταλαβαίνεις το ανάγλυφο των στοιχείων.

 

Μαζί με τον Αχιλλέα Τζάλλα έχουμε φτιάξει ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, τον «Θαλασσόκεδρο», του ποιητή Νίκου Παναγιωτόπουλου. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

«Δηλαδή, το ότι ξεκινήσαμε το 1978 τυπώνοντας τη μονοτυπία και ότι θα έφτανε το 2019 και θα τύπωνα βιβλίο στο πιεστήριο, αυτό δεν θα μπορούσα ποτέ να το φανταστώ» λέει και συνεχίζει: «Όπως το βινύλιο έχει κάνει τη θριαμβευτική του επιστροφή, έτσι πιστεύω ότι ξαναγυρνάμε και στο τυπωμένο σε πιεστήριο βιβλίο. Οι νεότεροι διατηρούν τον φετιχισμό του βιβλίου κι έτσι το βιβλίο-αντικείμενο δεν έχει φύγει από τον χάρτη. Αντίθετα, σημειώνει μια επιστροφή, θα έλεγα» λέει η κ. Τσιακίρη.

 

Τη ρωτάω ποιο είναι το πιο δύσκολο πράγμα στη δουλειά που κάνει. «Το μεγάλο ρίσκο να καταστραφεί μια δουλειά την τελευταία στιγμή από μία και μόνο λάθος κίνηση. Να έχεις χτίσει αυτή την πυραμίδα που αποτελείται από τα διάφορα στάδια της δουλειάς, δηλαδή από το χειρόγραφο, το οποίο έχει διορθωθεί και φροντιστεί, έπειτα να περάσεις στη στοιχειοθεσία, στη σελιδοποίηση, στον σχεδιασμό, στο εξώφυλλο και να πας στο τύπωμα, να έχεις επιλέξει χαρτί, μελάνι κ.λπ. και να σ' το κόψει στραβά ο βιβλιοδέτης. Είναι ένα ρίσκο που παίρνεις όμως, παρ' ότι πολλαπλασιάζεται μέχρι την τελευταία στιγμή. Γιατί ένα λάθος που θα γίνει στο αρχικό στάδιο εύκολα μπορεί να διορθωθεί στην πορεία, ειδικά όταν το βιβλίο είναι ακόμη άυλο. Όμως, όταν πάει στο τυπογραφείο, τα λάθη μπορεί να κοστίσουν πολύ ακριβά».

 

Αυτές τις μέρες στον Φωταγωγό υπάρχει μια έκθεση με ακουαρέλες της Κατερίνας Ατταλίδου, μιας καλλιτέχνιδος από την Κύπρο, η οποία έχει κάνει έρευνα πάνω στο «τοπίο». Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Μου λέει πως έχει να θυμάται πολλά τέτοια λάθη. «Και μετά ακουγόταν η φωνή του Βασίλη Διοσκουρίδη σε έξαλλη κατάσταση να λέει: "Να πολτοποιηθούν τα αντίτυπα!". Κι εγώ προσπαθούσα να βρω μια λύση για να μη γίνει αυτό. Μια φορά, στη δεύτερη αράδα ενός κειμένου, μιας μετάφρασης διηγήματος του Μπαλζάκ, ενώ έλεγε "να ρίξει..", είχε τυπωθεί "να ρίζει..". Τι να έκανα! Κάθισα με ένα πολύ λεπτό μαρκαδοράκι και πρόσθεσα μια γραμμούλα, μετατρέποντας το "ζ" σε "ξ". Δεν μπορούσαν να πεταχτούν όλα αυτά τα τεύχη με το χαρτί φερμένο από τη Γαλλία! Θα ήταν τραγικό. Βέβαια, και οι παλιότεροι συγγραφείς συνήθιζαν να διορθώνουν με το χέρι πάνω στο τυπωμένο βιβλίο. Και ο Καβάφης το έκανε.

 

Μια φορά, ένας τυπογράφος μου είχε πει "κυρία Τσιακίρη, είμαι στη διάθεσή σας 24/7" και αναρωτιόμουν τι θα πει αυτό. Φυσικά, σημαίνει 24 ώρες, 7 φορές την εβδομάδα. Ε, το ίδιο κάνω κι εγώ, διότι στην πραγματικότητα το μυαλό μου δεν ξεκολλάει από τη δουλειά, όπου κι αν βρίσκομαι. Μπορεί να είμαι πάνω από ένα θεσπέσιο πιάτο με μια ψητή στα κάρβουνα σουπιά, με το μελάνι της μέσα, κι εκεί να βρω μια λύση για κάτι που με απασχολεί σε ένα εξώφυλλο, για το πώς πρέπει να τοποθετηθεί ένας τίτλος. Δεν ξέρεις πότε θα σου έρθει η λύση πάνω σε ένα πρόβλημα της δουλειάς. Και το σημαντικό είναι να χάνεις χρόνο, διότι μόνο όταν χάνεις χρόνο μπορείς να κερδίσεις την τελειότητα μιας μορφής. Η τελειότητα οφείλεται σε πολλή σπατάλη του χρόνου. Γι' αυτό λένε: "Η ώρα κάνει τους καρπούς ωραίους". Αυτό που απολαμβάνω ύστερα από τόσα χρόνια στη δουλειά, διότι είμαι σχεδόν από γεννησιμιού μου σε αυτήν τη δουλειά, είναι η άνεση της ωριμότητας. Αυτό είναι κάτι που συγκρίνεται σε αξία με την ορμή της νιότης».

 

Φωτοό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Είναι σκέτη απόλαυση να πιάσεις κουβέντα με την κ. Τσιακίρη, μια και τα ενδιαφέροντά και οι γνώσεις της είναι πολλά και σπουδαία. Αυτό το τελευταίο επισημάνθηκε, μάλιστα, και σε μια πρόσφατη δημοσίευση, από τις πολλές που υπάρχουν στον ξένο Τύπο και σε λογοτεχνικά blogs και στο περιοδικό «Forbes», που ανέφερε ότι ο Φωταγωγός είναι ένας «κρυμμένος παράδεισος» και ένα «μαγικό μέρος».

 

Μου λέει ότι στα χέρια της φτάνουν πολλοί φάκελοι με χειρόγραφα. «Πρέπει να σου πω ότι αρκεί να διαβάσεις τα πρώτες δύο σελίδες για να καταλάβεις αν κάτι θα προχωρήσει σε έκδοση ή όχι – μη σου πω πως και μία αρκεί. Διότι είτε ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις μέσα ή το κλείνεις και το βάζεις στην άκρη. Βέβαια, πολλές φορές δεν προλαβαίνω να ανοίξω όλους τους φακέλους κι έτσι έχει τύχει βιβλία που διέπρεψαν, βραβεύτηκαν και έκαναν "φασαρία" σε άλλους εκδοτικούς να έχουν έρθει κι εδώ και να μην πρόλαβα να τα δω. Συμβαίνουν κι αυτά.

 

Επίσης, υπάρχει ένα ρευστό όριο ανάμεσα στην έπαρση και στη δύναμη του κριτηρίου κι έτσι μπορείς να περιφρονήσεις κάτι από λάθος. Αλλά τι να κάνεις; Η ζωή προχωράει με διακρίσεις. Δεν μπορείς να είσαι σταθερά ίδιος και σταθερά σωστός. Επειδή διαβάζω συνέχεια για τις ανάγκες του εκδοτικού οίκου, η διασκέδασή μου δεν είναι το διάβασμα αλλά ο κινηματογράφος. Κι έχω καταλήξει ότι ο κινηματογράφος είναι μια μετεξέλιξη της λογοτεχνίας, όπως και ότι η φωτογραφία είναι μια μετεξέλιξη της ποίησης.

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Απολαμβάνω όσο τίποτε άλλο να βλέπω βιβλία φωτογραφίας. Θαυμάζω υπερβολικά έναν Γερμανό εκδότη που λέγεται Gerhard Steidl κι έχει τις καλύτερες εκδόσεις φωτογραφίας στον κόσμο. Όταν πηγαίνω στο εξωτερικό, μου αρέσει να χάνομαι σε παλιατζίδικα ή υπαίθρια μπαζάρ και να ξεφυλλίζω εκδόσεις φωτογραφίας, όπως ξεφύλλιζα μικρή την «Άννα Καρένινα». Μου μιλάνε πολύ οι φωτογραφίες.

 

Και στον κινηματογράφο όμως μου αρέσει να ξαναβλέπω ταινίες που έχω δει παλιά, για να τις δω με τα σημερινά μου μάτια. Μερικές μου αρέσουν τρομαχτικά περισσότερο. Για παράδειγμα, ο "Θάνατος στη Βενετία" του Λουκίνο Βισκόντι, που τον ξαναείδα πρόσφατα κι έμεινα εμβρόντητη από το πόσο μεγάλο αριστούργημα είναι. Κατέληξα ότι δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από ένα σπουδαίο μυθιστόρημα. Άσε που είναι και μεταφορά ενός σπουδαίου λογοτεχνικού κειμένου του Τόμας Μαν. Μου αρέσει, λοιπόν, να ξαναβλέπω παλιές ταινίες, αλλά διψάω και για ταινίες χωρών της Άπω Ανατολής, από την Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, το Ιράν και το Λίβανο.

 

Είμαι φίλη με τη Ζυράννα Ζατέλη, που είναι μανιακή του σινεμά και φυλάει τα εισιτήρια από κάθε ταινία που παρακολουθεί και γράφει πάνω σε αυτά πάντα δυο λόγια γι' αυτό που είδε. Παλιά φυλούσε τα προγράμματα, αλλά τώρα πια έχουν πάψει να μοιράζουν τέτοια. Νομίζω ότι θα έχει ενδιαφέρον για τους μελετητές του μέλλοντος που θα βρουν αυτά τα χαρτάκια της Ζυράννας. Θα μπορούσε κανείς να γράψει τη ιστορία της ζωής της μέσα από τις ταινίες που είδε».

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Σταματάει για λίγο για να διαβάσει ένα μήνυμα που της έχουν στείλει στο κινητό. Είναι μία από τις συγγραφείς που έχει εκδώσει το Ροδακιό, η Ελένη Ζαχαριάδου. Την ενημερώνει πως η νουβέλα της «Η Βασούλα μόνη» γυρίστηκε σε ταινία θα προβληθεί εκείνο το βράδυ στην τηλεόραση.

 

Λίγο πριν φύγω μου λέει ότι μερικές φορές παίζουν μεγάλο ρόλο οι συγκυρίες στο πώς θα εισπράξεις ένα βιβλίο. «Θυμάμαι, πριν από κάποια χρόνια, λίγο πριν φύγω για διακοπές, ένας φίλος μου μού χάρισε ένα βιβλίο που λεγόταν "Με λένε Ισμαήλ" του Τσαρλς Όλσον. Είναι μια μελέτη για τον "Μόμπι Ντικ" του Χέρμαν Μέλβιλ. Σε αυτό το μέρος όπου είχα πάει για διακοπές, το Κυπαρίσσι της Λακωνίας, υπήρχε ένας ωραίος βράχος που είχε πάνω του μια ήσυχη πλάκα. Ξάπλωνα, λοιπόν, πάνω σε αυτή την ωραία πλάκα και διάβαζα αυτό το βιβλίο που είχε σχέση με τη θάλασσα, ενώ από κάτω άφριζε το νερό, ένιωθα την αλμύρα κι έβλεπα το μπλε της θάλασσας. Ε, λοιπόν, αυτή ήταν μία από τις μαγικές εμπειρίες που έχω ζήσει. Το να συνδυάζεις τη ζωή με την τέχνη είναι από τα πιο μεγάλα μυστικά της ζωής».

 

Η Τζούλια Τσιακίρη με τον Βασίλη Διοσκουρίδη εξέδιδαν και το πολύ σημαντικό περιοδικό λογοτεχνίας, θεωρίας της λογοτεχνίας και κριτικής «Εκηβόλος», μια έκδοση που συσπείρωσε στα χρόνια του έναν κύκλο ανθρώπων του πνεύματος. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

«Αυτό που απολαμβάνω ύστερα από τόσα χρόνια στη δουλειά, διότι είμαι σχεδόν από γεννησιμιού μου σε αυτήν τη δουλειά, είναι η άνεση της ωριμότητας. Αυτό είναι κάτι που συγκρίνεται σε αξία με την ορμή της νιότης». Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Αθήνα