Αθήνα

Η αθηναϊκή πολυκατοικία ζει τη δική της στιγμή

Το πιο χαρακτηριστικό δείγμα σύγχρονης αρχιτεκτονικής της χώρας μας γίνεται αφορμή για τη δημόσια συζήτηση «Η σύγχρονη Αθήνα και η πολυκατοικία της», που θα παρουσιαστεί απόψε το βράδυ από το Ινστιτούτο Γκαίτε.

Η θέα της Αθήνας από τον Λυκαβηττό, αυτός ο άναρχος ωκεανός από μπετόν, προκαλεί πάντα δέος κι αν είχαμε να διαλέξουμε τα δύο πιο χαρακτηριστικά κτίσματα της πόλης, αυτά θα ήταν δίχως δεύτερη σκέψη ο Παρθενώνας και oι πολυκατοικίες της.

Η αθηναϊκή πολυκατοικία είναι η ταυτότητα της πόλης μας στο σήμερα και το μεγαλύτερο σύγχρονο αρχιτεκτονικό της επίτευγμα, κι ας έχει δαιμονοποιηθεί για όλα τα κακά της αστικής ζωής. Παρ' όλα αυτά οι αθηναϊκές πολυκατοικίες φαίνεται να περνούν τη δική τους στιγμή, έχοντας γίνει αντικείμενο έρευνας, γεγονός που μας βοηθά να συμφιλιωθούμε μαζί τους και να τις ξανασκεφτούμε με άλλο μάτι.


Καθώς η αθηναϊκή πολυκατοικία γίνεται και θέμα συζήτησης διεθνώς, να θυμίσουμε το πρόσφατο δημοσίευμα του δημοσιογράφου Feargus O'Sullivan στο Bloomberg, που μελετούσε αυτό το ιδιαίτερο κεφάλαιο της εγχώριας αρχιτεκτονικής, που αν και ο σχεδιασμός του ήταν τυχαίος, ωστόσο άντεξε στον χρόνο. Αυτό είναι και το αντικείμενο της δημόσιας συζήτησης με τίτλο «Η σύγχρονη Αθήνα και η πολυκατοικία της», που θα παρουσιαστεί από το Ινστιτούτο Γκαίτε απόψε το βράδυ στις 20:00.

 

Αφορμή για την κουβέντα είναι το βιβλίο του Richard Woditsch, του Γερμανού αρχιτέκτονα και καθηγητή της Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής και του Ντιζάιν στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Νυρεμβέργης, με θέμα την αθηναϊκή πολυκατοικία.

 

Η πολυκατοικία δεν αντιπροσωπεύει μόνο το «κακό» αλλά λειτούργησε και ως ένας καινοτόμος, κοινωνικά επινοημένος και «από τα κάτω», άτυπος θεσμός που έπαιξε καταλυτικό ρόλο ώστε η πόλη μας να εκδημοκρατιστεί πολύ περισσότερο από τις πόλεις της Δύσης στις οποίες ήθελε να μοιάσει.


Το βιβλίο που κυκλοφόρησε το περασμένο έτος στα αγγλικά, με τίτλο «The Public Private House - Modern Athens and its polykatoikia» δίνει λοιπόν την αφορμή για την εκδήλωση που ήταν αρχικά προγραμματισμένη να παρουσιαστεί στο ανακαινισμένο αίθριο του Ινστιτούτου και η οποία τελικά, λόγω των έκτακτων μέτρων που τέθηκαν σε εφαρμογή από χθες, στο πλαίσιο της προσπάθειας αναχαίτισης του κορωνοϊού, θα πραγματοποιηθεί χωρίς την παρουσία κοινού, δίνοντας ωστόσο τη δυνατότητα, για όποιον θέλει να την παρακολουθήσει, να το κάνει διαδικτυακά, μέσω live streaming, στο Facebook (στα ελληνικά) του Goethe-Institut Athen, καθώς και στο κανάλι του Ινστιτούτου στο YouTube (στα αγγλικά).

 

Αν είχαμε να διαλέξουμε τα δύο πιο χαρακτηριστικά κτίσματα της πόλης, αυτά θα ήταν δίχως δεύτερη σκέψη ο Παρθενώνας και oι πολυκατοικίες της.


Στην παρουσίαση του βιβλίου αλλά και στην συζήτηση που θα ακολουθήσει θα μιλήσουν η Αλκηστις Π. Ρόδη, ο Πάνος Δραγώνας, ο Michalis Langenfass, ο Θωμάς Μαλούτας, ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης, αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου, Richard Woditsch, ο οποίος ξεκίνησε να μελετά τις αθηναϊκές πολυκατοικίες βρίσκοντας σε αυτές κάτι το συναρπαστικό στην τυπολογία τους.


«Προερχόμενος από τη Γερμανία, τη χώρα που γέννησε τους κανονισμούς σχετικά με τον διαχωρισμό του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου, η ιδέα της πολυκατοικίας φαντάζει πολύ γοητευτική στα μάτια μου» λέει ο ίδιος και συνεχίζει:


«Η Αθήνα είναι τόσο διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη πόλη της Ευρώπης. Σε ένα πλαίσιο πολιτιστικής αποσύνδεσης από τον περασμένο αιώνα, η πόλη της Αθήνας μετατράπηκε απλά σε μια σειρά πολυκατοικιών, στις οποίες συγκεντρώνεται σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας. Η οικοδομική τυπολογία της πολυκατοικίας είναι η βάση αυτού του μετασχηματισμού. Ορίζει την πόλη της Αθήνας καλύπτοντας πλήρως το αττικό τοπίο, από το κέντρο έως την περιφέρεια.


Φαίνεται, ωστόσο, ότι υπάρχουν συγκεκριμένες περιστάσεις, ορισμένα πολιτιστικά μοτίβα, που καθορίζουν την άφιξη του νεωτερισμού στην Ελλάδα, εκτός από τις σχετικές εξελίξεις σε άλλα μέρη της Ευρώπης ή του κόσμου. Εμφανίστηκε μια συγκεκριμένη μορφή νεωτεριστικής αστικοποίησης, που δίνει σχήμα στο μέλλον της πόλης: Η Αθήνα δημιούργησε τη δική της ιστορία, καθιστώντας την ξένη ανάμεσα στα επαναλαμβανόμενα αστικά συγκροτήματα των διαμερισμάτων.

 


Περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας κάποιος αντιλαμβάνεται ένα σημαντικό γεγονός. Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο από μια θάλασσα από λευκά "κουτάκια" που ονομάζονται πολυκατοικίες. Η πολυκατοικία είναι η ελληνική έκδοση του κορμπουσιανού συστήματος "dom-ino", που χρησιμοποιούσε στοιχειώδεις κατασκευαστικές αρχές που επέτρεπαν μέγιστη ευελιξία, ενώ στη διαρκή επανάληψή της μορφοποίησε ολόκληρες ελληνικές πόλεις.

 

Δεν υπάρχουν σχεδιασμένοι δημόσιοι χώροι. Δεν υπάρχει διαμεσολάβηση μεταξύ της πολυκατοικίας και της πόλης. Με ένα είδος διαλείμματος μεταξύ του δρόμου, του δημόσιου χώρου της πόλης και της πολυκατοικίας, τα ιδιωτικά κτίρια γίνονται δημόσια στοιχεία, προωθώντας την κοινωνική τους αξία πέραν του πραγματικού κτίσματος.

 

Από την άλλη πλευρά, η πόλη μπαίνει στο κτίριο κατά μήκος του δρόμου και είναι σε θέση να συνδυάσει τον συμβατικό διαχωρισμό της χωροταξίας μέχρι τον επάνω όροφο, τοποθετώντας τη δημόσια, δίπλα στην ιδιωτική χρήση. Αυτό ενσωματώνει τον ιδιαίτερο αστικό χαρακτήρα της πολυκατοικίας. Γίνεται ένα μοντέρνο χωροταξικό περιβάλλον όπου η σύγχρονη ζωή μπορεί να αναπτυχθεί ελεύθερα. Το αστικό όφελος αυτού του μίγματος χρήσεων είναι ένας συνεχής και ζωντανός δημόσιος χώρος μέσα και έξω από την πολυκατοικία. Ως η ειδική ελληνική (ή αθηναϊκή) συμβολή στη νεωτεριστική αστικοποίηση, η πολυκατοικία επιτρέπει σταδιακές και όχι απότομες μεταβάσεις μεταξύ των χωροταξικών τομέων».

 

Εν ολίγοις η πολυκατοικία δεν αντιπροσωπεύει μόνο το «κακό» αλλά λειτούργησε και ως ένας καινοτόμος, κοινωνικά επινοημένος και «από τα κάτω», άτυπος θεσμός που έπαιξε καταλυτικό ρόλο ώστε η πόλη μας να εκδημοκρατιστεί πολύ περισσότερο από τις πόλεις της Δύσης στις οποίες ήθελε να μοιάσει. Και να σημειωθεί ότι η νέα φιλοσοφία των αστικών παρεμβάσεων και αναπλάσεων, που θέλουν τις περιοχές να έχουν έναν καταμερισμό και μια μονομέρεια χρήσεων, σκοτώνουν την ποικιλομορφία που γέννησε η πολυκατοικία με τις μεικτές της χρήσεις.

 

Η Αθήνα δημιούργησε τη δική της ιστορία, καθιστώντας την ξένη ανάμεσα στα επαναλαμβανόμενα αστικά συγκροτήματα των διαμερισμάτων.

 

«Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία πλάθεται μέσα σε ένα τυπικό αθηναϊκό διαμέρισμα» λέει ο κ. Πάνος Δραγώνας, αρχιτέκτων και καθηγητής αρχιτεκτονικού και αστικού σχεδιασμού στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου της Πάτρας.

 

«Ήδη από τη δεκαετία του 1950, η πολυκατοικία της αντιπαροχής επιτρέπει τη διάδοση των νέων προτύπων διαβίωσης. Ηλεκτρικές συσκευές όπως κουζίνες, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, αλλά και τα πρώτα πικάπ, εισάγουν τα μοντέρνα πρότυπα στα νέα διαμερίσματα. Η χρήση των ανελκυστήρων, αλλά και οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης κάνουν τη ζωή πιο εύκολη και μαθαίνουν στον νέο αστικό πληθυσμό την έννοια του κοινόχρηστου. Η δομή του αστικού διαμερίσματος των τριών ή τεσσάρων δωματίων καθιστά κυρίαρχο το μοντέλο της πυρηνικής οικογένειας και προσδιορίζει τις σχέσεις των δύο φύλων στον οικιακό χώρο. Η αθηναϊκή πολυκατοικία επιτρέπει την εισαγωγή στον δυτικό τρόπο ζωής, ανοίγει τις πύλες του καταναλωτισμού και δημιουργεί στη μικροαστική τάξη την προσδοκία για ένα διαρκώς καλύτερο μέλλον.

 

Από νωρίς η ελληνική κοινωνία διαμορφώνει μια σχέση αγάπης-μίσους με την πόλη της αντιπαροχής. Από τη μια πλευρά αποδέχεται το μοντέρνο και τα δυτικά πρότυπα διαβίωσης. Στο πέρασμα όμως του χρόνου διαπιστώνει ότι οι παραπάνω μεταβολές δεν είναι τόσο εύκολες όσο τις παρουσιάζει ο παλιός κινηματογράφος. Τα διαμερίσματα συχνά αποδεικνύονται δυσλειτουργικά, ενώ η ίδια η πόλη προσφέρει περιορισμένες δυνατότητες διαφυγής από τον κλειστοφοβικό οικιακό χώρο. Η αίσθηση αποξένωσης κατατρέχει τους εσωτερικούς μετανάστες που καταφθάνουν μαζικά από την επαρχία.

 

Πιο πρόσφατα, στα χρόνια της κρίσης, το μικροαστικό διαμέρισμα δέχεται τα πυρά της νέας γενιάς που αμφισβητεί τα πρότυπα των boomers. Δεν είναι τυχαίο ότι η προβληματική ελληνική οικογένεια και η ένταση που συσσωρεύεται ανάμεσα στους τοίχους του αθηναϊκού διαμερίσματος αποτελούν βασικές θεματικές του νεότερου ελληνικού κινηματογράφου.

 

Δεν υπάρχουν σχεδιασμένοι δημόσιοι χώροι. Δεν υπάρχει διαμεσολάβηση μεταξύ της πολυκατοικίας και της πόλης.

 

Μέσα στο τυπικό αστικό διαμέρισμα λαμβάνουν χώρα, λοιπόν, ορισμένοι καθοριστικοί μετασχηματισμοί αλλά και τραυματικές εμπειρίες της ελληνικής κοινωνίας. Η πολυκατοικία αφήνει όμως και μια σημαντική κληρονομιά για το μέλλον. Μπορεί να δημιουργήθηκε για τις ανάγκες των πυρηνικών οικογενειών του 1960, αλλά σήμερα επιτρέπει την ανανέωση της «από μέσα προς τα έξω», ώστε να φιλοξενήσει κατοίκους με διαφορετική κουλτούρα και πρότυπα συμπεριφοράς ή ακόμη και επισκέπτες.

 

Οι κουζίνες που ανοίγουν στον κύριο χώρο διαβίωσης, τα μικρά υπνοδωμάτια που ενοποιούνται, οι τραπεζαρίες που μετατρέπονται σε χώρους εργασίας από απόσταση, οι ταράτσες που διαμορφώνονται ως χώροι αναψυχής, δείχνουν τη δυνατότητα του συγκεκριμένου κτηριακού τύπου να αναπροσαρμόζεται και να υποδέχεται διαφορετικά μοντέλα ζωής.

 

Δίχως να το συνειδητοποιούμε, κουβαλάμε μέσα μας ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της αθηναϊκής πολυκατοικίας, ενώ και το ίδιο το μέλλον μας θα επηρεαστεί από τον ευφάνταστο αρχιτεκτονικό ανασχεδιασμό των ταπεινών κτισμάτων της αντιπαροχής». 

 

 

Περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας κάποιος αντιλαμβάνεται ένα σημαντικό γεγονός. Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο από μια θάλασσα από λευκά «κουτάκια» που ονομάζονται πολυκατοικίες.

 

Σε ένα πλαίσιο πολιτιστικής αποσύνδεσης από τον περασμένο αιώνα, η πόλη της Αθήνας μετατράπηκε απλά σε μια σειρά πολυκατοικιών, στις οποίες συγκεντρώνεται σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας.

 

 

 

 

Αθήνα
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια