Αθήνα

Λυκαβηττός: Το σήμερα και η ιστορία του μέσα από πρωτότυπες εικόνες και αρχειακό υλικό

Ένας λόφος γεμάτος αντιφάσεις και περιπέτειες από τις μέρες, αλλά κυρίως τις νύχτες των Αθηναίων. Κάποτε παραλίγο να γίνει καζίνο. Κάποτε παραλίγο να μοιάσει με λόφο σε κάποια πόλη της Βαυαρίας. Κάποτε ήταν γνωστός βοσκότοπος. Κάποτε ήταν εκεί το αρχηγείο αντιαεροπορικής άμυνας. Κάποτε από τις πέτρες του φτιάχτηκε η μισή Αθήνα και κάποτε στην κορυφή του ζούσε ένας μοναχός που δεν φόρεσε ράσα. Το μεγάλο μπαλκόνι της Αθήνας που μετράει εκατομμύρια επισκέπτες απ’ όλο τον κόσμο και εκατοντάδες συναυλίες είναι πάντα παρόν στην ιστορία και στην καθημερινότητα της πρωτεύουσας. Το πανόραμα των Αθηνών, αυτός ο πέτρινος γίγαντας, τα έχει παρακολουθήσει όλα από ψηλά και παραμένει ακόμα τόπος έρωτα, ρομαντζάδας, παρέας και ψυχανάλυσης.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΛΑΣΑΚΗΣ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΛΗΣ (SUB.URBAN IMAGES)

ΩΡΑΙΑ ΘΕΑ, ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ, ΓΑΜΟΙ, ΒΑΦΤΙΣΕΙΣ, εταιρικά γεύματα, ρομαντικό δείπνο, τουρίστες, Κολωνάκι, Εξάρχεια, τελεφερίκ, καντίνα, ταξιτζήδες που το «σκάνε» από το πόστο τους, ζευγάρια νόμιμα και παράνομα, ματάκηδες, βόλτα με σκύλο, βόλτα με ποδήλατο, περίπατος με τα πόδια, ρομαντικά ραντεβού, πρώτα φιλιά, κανονιές, αδέσποτες γάτες, κάγκουρες με μηχανάκια, μαύρες ροδιές από καμένα λάστιχα αυτοκινήτων και εσχάτως drive-in. Αυτές είναι κάποιες από τις εικόνες που μας έρχονται στο μυαλό όταν ακούμε τη λέξη «Λυκαβηττός».

Λυκαβηττός, επίσης, είναι οι παρέες τη νύχτα ή και οι μοναχικοί άνθρωποι, όπως η κυρία Βασιλική, που μας είπε ότι ανεβαίνει μία φορά την εβδομάδα μόνη της εδώ και 25 χρόνια, χειμώνα-καλοκαίρι. Είναι ο προορισμός μετά από μια έξοδο όταν δεν θέλεις να γυρίσεις ακόμα σπίτι. Είναι το φοιτητικό ξενύχτι της ανακάλυψης και της αγωνίας. Είναι το άγρυπνο παρατηρητήριο, το πανόραμα της μεγάλης πόλης που ακούει τόσες ιστορίες, βλέπει τα πάντα και όλα τα συγχωρεί. Είναι ο λόφος που έχει δει την Αθήνα να αλλάζει πρόσωπα, να χάνει τα ποτάμια της, να παραβιάζεται με τόνους τσιμέντο. Είναι ο πέτρινος γίγαντας που χάρισε το σώμα του για να φτιάξει η πρωτεύουσα τα πέτρινα κτίριά της. Είναι ο ξεχασμένος παππούς μας που χαμογελάει όταν βλέπει πυροτεχνήματα. Είναι τα αχνισμένα τζάμια στα αυτοκίνητα των ερωτευμένων. Είναι οι μνήμες από τους ιδρωμένους θεατές των συναυλιών.

 

Ένας βασικός πόλος έλξης χιλιάδων Αθηναίων κάθε χρόνο στον λόφο ήταν το θέατρό, που παραμένει κλειστό. Επί τέσσερις δεκαετίες, όταν έλεγε κάποιος ότι θα ανέβει στον Λυκαβηττό τους καλοκαιρινούς μήνες, τον ρωτούσαν τι συναυλία θα δει. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ρωτάνε αν έχει γάμο ή βάφτιση.

 

Ο Λυκαβηττός είναι ο δάσκαλος που θα σου μάθει καλύτερα την Αθήνα και μάλλον θα την αγαπήσεις λίγο περισσότερο, αφού χαζεύεις την ομορφιά της χωρίς τον θόρυβό της. Πόσοι θα έχουν πάρει πάνω στον λόφο τις μεγάλες αποφάσεις της ζωής τους! Πόσοι έχουν ξενυχτήσει γελώντας και πόσοι κλαίγοντας με μπίρες από την καντίνα. Τις τελευταίες μέρες ο καντινιέρης είναι θυμωμένος, αφού βλέπει από νωρίς το βράδυ ένα περιπολικό να ανεβαίνει και να διώχνει τον κόσμο για να μη συνωστίζεται!

Είναι το άγρυπνο παρατηρητήριο, το πανόραμα της μεγάλης πόλης που ακούει τόσες ιστορίες, βλέπει τα πάντα και όλα τα συγχωρεί.

Είναι το άγρυπνο παρατηρητήριο, το πανόραμα της μεγάλης πόλης που ακούει τόσες ιστορίες, βλέπει τα πάντα και όλα τα συγχωρεί.

Πού να το φανταζόταν η θεά Αθηνά, όταν της έπεσε ο βράχος που μετέφερε από την Παλλήνη για να προστατεύσει τον Παρθενώνα, ότι θα γινόταν αυτός ο διάσημος λόφος, με την πλούσια ιστορία και τις φωτογραφίες του να ταξιδεύουν στα πέρατα του κόσμου, με φόντο πια την πρωτεύουσα και όχι τα Κατσικάδικα, όπως ονομαζόταν κάποτε το Κολωνάκι, επειδή ήταν γεμάτο κατσίκες. Η μυθολογία λέει ότι ενώ βρισκόταν στο δρόμο της επιστροφής από την Παλλήνη, απ' όπου είχε ξεκολλήσει έναν μεγάλο βράχο για να προστατεύσει την Ακρόπολη, πληροφορήθηκε τη γέννηση του Ερεχθίωνα από την κόρη του Κέκροπα (κατά μία άλλη εκδοχή την πληροφορία μετέφερε ένα κοράκι, γι' αυτό τα κοράκια μετά έγιναν μαύρα). Από την ταραχή που ένιωσε, λοιπόν, στο άκουσμα του μαντάτου, ο βράχος τής έπεσε από τα χέρια. Υπάρχουν κι άλλες μυθολογικές εκδοχές, αλλά αυτή είναι η επικρατέστερη. Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν τον ξανασήκωσε να τον πάει λίγα μέτρα πιο κάτω όταν συνήλθε από το σοκ ‒ τόσο δρόμο τον είχε φέρει. Αλλά, εντάξει, δεν είναι η στιγμή να αποδομήσουμε την ελληνική μυθολογία.

Ο Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς, ο λεξικογράφος του 5ου αιώνα π.Χ., ανέφερε ότι η ονομασία του Λυκαβηττού προήλθε από την έκφραση «λυκοβατίας δρυμός», λόγω των λύκων που είχαν φωλιές σε πολλά σημεία του. Άλλη εκδοχή αναφέρει πως η ονομασία προέρχεται από το λυκόφως, ενώ κάποιοι ιστορικοί την αποδίδουν στην πελασγική λέξη «λουκαμπέτου». Ετυμολογικά, Λυκαβηττός είναι ο βράχος πάνω στον οποίον «βαίνει» και «άττει», δηλαδή ορμά, το φως (λυκ), τη στιγμή που ο ήλιος ανατέλλει.

Ας κρατήσουμε, όμως, τη λεζάντα του Γιάννη Τσαρούχη: «Ο λόφος του Λυκαβηττού είναι φυσικό αριστούργημα γλυπτικής και αρχιτεκτονικής».

Κάποτε, στον χώρο όπου βρίσκεται σήμερα ο μεγάλος χώρος στάθμευσης υπήρχαν μπασκέτες ‒ οι πιο παλιοί ίσως τις θυμούνται (ρωτήστε τους παππούδες σας).

Κάποτε, στον χώρο όπου βρίσκεται σήμερα ο μεγάλος χώρος στάθμευσης υπήρχαν μπασκέτες ‒ οι πιο παλιοί ίσως τις θυμούνται (ρωτήστε τους παππούδες σας).

Κάποτε, στον χώρο όπου βρίσκεται σήμερα ο μεγάλος χώρος στάθμευσης υπήρχαν μπασκέτες ‒ οι πιο παλιοί ίσως τις θυμούνται (ρωτήστε τους παππούδες σας). Κάποτε θα άκουγες στη διαπασών ροκ και μέταλ από τους νέους που μαζεύονταν να πιουν μια μπίρα και να κάνουν ένα τσιγάρο. Λίγα χρόνια μετά άκουγες σκυλάδικα και τα τελευταία χρόνια τραπ. Με τα χρόνια η μουσική αλλάζει, αλλά οι παρέες παραμένουν στον ίδιο μέσο όρο ηλικίας. Μέχρι και τη δεκαετία του 1950 οι Αθηναίοι ανέβαιναν στον λόφο παίρνοντας φαγητό για να περάσουν εκεί τη μέρα τους και να ανάψουν ένα κερί στον Άγιο Γεώργιο που βρίσκεται στην κορυφή. Στην άκρη αυτής της κορυφής κάποτε υπήρχε το «φανάρι της ειρήνης» ή το «αστέρι της Αθήνας», όπως έλεγαν.

Με 277 μέτρα υψόμετρο, ο λόφος του Λυκαβηττού θα ήταν ο υψηλότερος των Αθηνών (όπως συχνά αναφέρεται) αν δεν υπήρχαν τα Τουρκοβούνια, που είναι πιο ψηλά κατά περίπου 70 μέτρα.

Ένας βασικός πόλος έλξης χιλιάδων Αθηναίων κάθε χρόνο στον λόφο ήταν το θέατρό, που παραμένει κλειστό. Επί τέσσερις δεκαετίες, όταν έλεγε κάποιος ότι θα ανέβει στον Λυκαβηττό τους καλοκαιρινούς μήνες, τον ρωτούσαν τι συναυλία θα δει. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ρωτάνε αν έχει γάμο ή βάφτιση.

Άλλοι ανεβαίνουν από τον αυτοκινητόδρομο μέχρι το μεγάλο πλάτωμα για ρομαντζάδα, άλλοι από το μονοπάτι της νότιας πλευράς και άλλοι από το μονοπάτι της ανατολικής πλευράς. Κυρίως οι τουρίστες ή εκείνοι που θέλουν να πάνε στους χώρους εστίασης επιλέγουν το τελεφερίκ.

Ο άγνωστος Λυκαβηττός έχει χελώνες που ερωτοτροπούν μακριά από τα βλέμματα των περαστικών.
Πίσω από τον βράχο που βρίσκεται στην πλάτη του θεάτρου υπάρχει μια πελώρια μεταλλική σκάλα με περισσότερα από 150 σκαλοπάτια.
Ένα από τα γκράφιτι που θα συναντήσεις κάνοντας μια βόλτα στον λόφο.

Δεξιά: Η πελώρια μεταλλική σκάλα (πάνω) και ένα από τα γκράφιτι που θα συναντήσεις κάνοντας μια βόλτα στον λόφο (κάτω). Αριστερά: Ο άγνωστος Λυκαβηττός έχει χελώνες που ερωτοτροπούν μακριά από τα βλέμματα των περαστικών.

Αυτή είναι λίγο πολύ μια περιγραφή του γνωστού Λυκαβηττού. Υπάρχει όμως και ο άγνωστος. Σε κάποιο σημείο του μέσα στα δέντρα βρήκαμε μια αυτοσχέδια ξύλινη κούνια δεμένη σε ένα πεύκο, όπου ταλαντευόμενος χαζεύεις τον Πύργο Αθηνών (ποιος να την έφτιαξε άραγε; Αν την έχετε ανακαλύψει, αφήστε ένα σχόλιο). Πίσω από τον βράχο που βρίσκεται στην πλάτη του θεάτρου υπάρχει μια πελώρια μεταλλική σκάλα με περισσότερα από 150 σκαλοπάτια. Αν κάνεις μια καλή βόλτα από τα αριστερά, όπως βλέπεις το θέατρο, ή στην κάθοδο, με το αυτοκίνητο, σε ένα ξέφωτο στο αριστερό σου χέρι, ανακαλύπτεις έναν κήπο με χαρουπιές, ευκαλύπτους και άλλα δέντρα, που δεν φαίνεται και παραδόξως ήταν από τα πιο καθαρά μέρη του λόφου. Για πιο παρατηρητικούς και λάτρεις του μυστηρίου, υπάρχει ένα μεγάλο καταφύγιο στα έγκατα του τεράστιου βράχου. Βρίσκεται σε βάθος 100 μέτρων και κατασκευάστηκε το 1936 «με την προοπτική φύλαξης είτε των αρχείων του κράτους είτε "υψηλών" για το εθνικό συμφέρον προσώπων, σε έκτακτες περιπτώσεις υψηλού κινδύνου». Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η ανάβαση ήταν επικίνδυνη. Γύρω από τον λόφο οι Γερμανοί είχαν τοποθετήσει νάρκες που απομακρύνθηκαν μετά την Απελευθέρωση.

Ο άγνωστος Λυκαβηττός έχει χελώνες που ερωτοτροπούν μακριά από τα βλέμματα των περαστικών, έχει μια μικρή πηγή απ' όπου τρέχει αδιάκοπα νερό (χωρίς βρύση), έχει το περιβόητο, άλλοτε αυθαίρετο «Πράσινη Τέντα», που λειτουργεί ξανά υπό νέα διεύθυνση μετά από δεκαεπτά χρόνια. Έχει και ένα μυστήριο καλλιτεχνικό φεστιβάλ που κοινοποιεί τις δράσεις του μόνο μέσα από μια σελίδα στο Facebook (εδώ).

Σε κάποιο σημείο του μέσα στα δέντρα βρήκαμε μια αυτοσχέδια ξύλινη κούνια δεμένη σε ένα πεύκο, όπου ταλαντευόμενος χαζεύεις τον Πύργο Αθηνών

Πιο αναλυτικά τα σημεία ενδιαφέροντος:

Ο λόφος

Μετά την Επανάσταση του 1821 ο λόφος του Λυκαβηττού ήταν τελείως γυμνός από δέντρα και έρημος, ένας βοσκότοπος μακριά από τα λιγοστά σπίτια της Αθήνας. Ποιος θα μπορούσε σήμερα να φανταστεί ότι από τον Λυκαβηττό κατέβαινε χείμαρρος που χωριζόταν στα δύο, στις σημερινές οδούς Δημοκρίτου και Λυκαβηττού, με τα δύο αυτά τμήματά να καταλήγουν στο ποτάμι που έρρεε στην οδό Ακαδημίας, τον περιβόητο «βοϊδοπνίχτη»!

Το 1831 ξεκίνησε από τους πρόποδες η συστηματική του λατόμευση. Ιδιοκτήτης του λατομείου ήταν ο Σταμάτης Κλεάνθης, ο ένας από τους δύο αρχιτέκτονες που εκπόνησαν το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας. Οι εργασίες αρχικά γίνονταν στην περιοχή «Μικρός Λυκαβηττός» ή «Σχιστή Πέτρα», τη σημερινή τοποθεσία του Κολωνακίου, που σε τίποτα δεν θυμίζει παλιό νταμάρι. Η έκταση που είχε στην κατοχή του ο Κλεάνθης ήταν τεράστια για τα σημερινά δεδομένα και εντός αυτής έφτιαξε και το πρώτο μεγάλο λιθοτομείο που βρισκόταν κοντά στη σημερινή οδό Πανεπιστημίου. Γνώριζε ότι σε λίγο η Αθήνα θα γινόταν πρωτεύουσα της Ελλάδας και οι ανάγκες για πέτρα θα ήταν μεγάλες. Το 1834, που η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα, είχε μόλις 7.000 κατοίκους και περίπου 200 χτισμένα σπίτια, οπότε οι δουλειές εκτοξεύονται, με αποτέλεσμα αφενός τεράστια κέρδη και αφετέρου τη δημιουργία κι άλλων μικρότερων λατομείων γύρω από τον λόφο. Πολλά από τα νεοκλασικά της Αθήνας που σώζονται μέχρι σήμερα είναι χτισμένα με αυτές τις πέτρες.

Χάρτης πόλης Αθηνών, 1834. (Γενικά αρχεία του κράτους)

Οι δραστηριότητες της εξόρυξης πέτρας είχαν αρχίσει να παραμορφώνουν και να πληγώνουν βαθιά τον λόφο. Έτσι, το 1836 απαγορεύτηκε η λατόμευση. Τότε, ο ίδιος ο Κλεάνθης πρόσφερε ένα πολύ μεγάλο τμήμα της ιδιοκτησίας του με σκοπό τη δενδροφύτευση. Οι προσπάθειες ήταν μάταιες, αφού, ό,τι φυτευόταν, μετά από λίγο το έτρωγαν τα πρόβατα των βοσκών ή οι ιδιοκτήτες των λατομείων. Το 1840 τα λατομεία λειτούργησαν ξανά, για να απαγορευτούν εκ νέου. Το 1861, λόγω των ολοένα αυξανόμενων αναγκών της πρωτεύουσας για πέτρα, δόθηκαν και πάλι άδειες. Οι αντιδράσεις ήταν μεγάλες από διανοούμενους και αρχαιολόγους της εποχής. Η ιστορία με την έγκριση και την ακύρωση της λατόμευσης στον Λυκαβηττό ‒λόγω και κομματικών συμφερόντων‒ κράτησε κυριολεκτικά έναν αιώνα! Οι δραστηριότητες καταργήθηκαν οριστικά το 1960.

Ωστόσο, από το 1880 έως το 1915 πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά μεγάλης έκτασης και σχεδιασμένη δενδροφύτευση στον Λυκαβηττό. Η περιοχή, ωστόσο, παρέμενε βοσκότοπος και τα μικρά φυτά εξακολουθούσαν να είναι μενού για τα ζώα. Αυτήν τη φορά οι υπεύθυνοι έδειχναν πιο αποφασισμένοι. Τη δουλειά ανέλαβε η Φιλοδασική Ένωση, με την πριγκίπισσα Σοφία να πρωτοστατεί, ώστε να γίνει η ίδια διαδικασία σε όλους τους λόφους της Αθήνας.

Μετά τα λατομεία, που κάθε λίγο και λιγάκι «βίαζαν» το σώμα του λόφου, σειρά είχε ένα άλλο πρόβλημα. Η άναρχη δόμηση είχε αρχίσει να «τρώει» τους πρόποδες του λόφου, καθώς η πόλη διαρκώς μεγάλωνε. Ήταν η εποχή που ο Ερνέστος Τσίλερ εκπόνησε μια αρχιτεκτονική μελέτη (που παρέδωσε δωρεάν στην κυβέρνηση Τρικούπη) για την ανάδειξη του Λυκαβηττού με τον τίτλο «Αέρειον Θεραπευτήριον». Προέβλεπε τη δημιουργία πάρκου με ξενοδοχείο, καφενείο, μικρά περίπτερα, εξέδρες, κρήνες, σιντριβάνια, τεχνητούς καταρράκτες, γεφυράκια και παιδικές χαρές. Η μελέτη αυτή, δυστυχώς, δεν πραγματοποιήθηκε, όπως ούτε τα σχέδια για το εντυπωσιακό «Ηρώον της Ελληνικής Ανεξαρτησίας» που είχε φανταστεί στην κορυφή του λόφου. Η βασική αιτία ήταν το τεράστιο δημοσιονομικό κόστος για την εποχή.

Λυκαβηττός, 1870. Πηγή: Athens Open Museum
Λυκαβηττός, 1920. Φωτ.: Frederic Boissonnas
Ο Λυκαβηττός από τα Εξάρχεια το 1887. Φωτ.: Alfred Nicolas Normand

Αριστερά: Ο Λυκαβηττός από τα Εξάρχεια το 1887 Φωτ.: Alfred Nicolas Normand. Δεξιά: Λυκαβηττός, 1920. Φωτ.: Frederic Boissonnas (πάνω) - Λυκαβηττός, 1870. Πηγή: Athens Open Museum (κάτω).

Σήμερα θα μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση αν βλέπαμε στην κορυφή του Λυκαβηττού καζίνο, ξενοδοχεία και πολυκατοικίες. Παραλίγο να υπάρχουν αυτά εκεί από το 1925, όταν, τελευταία στιγμή, μετά από αντιδράσεις του Τύπου και ανθρώπων του πολιτισμού, αυτό αποσοβήθηκε, παρότι το σχέδιο–έκτρωμα αρχικά είχε εγκριθεί. Είναι ευτύχημα επίσης το ότι στα πολεοδομικά σχέδια ο περιφερειακός του Λυκαβηττού ήταν τελικά η κόκκινη γραμμή στην άνοδο των σπιτιών προς τον λόφο. Δεν θα περνούσαν πολλά χρόνια ακόμα για να δούμε δίπλα στο καμπαναριό το μπαλκόνι της μεζονέτας κάποιου αστού συντρόφου-συναγωνιστή ή στον χώρο θεάτρου το πριβέ spa ενός ρακένδυτου πρέσβη.

Αντί για μεζονέτες, αυτό που κατασκευάστηκε στην κορυφή του λόφου, μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ήταν ένα μεγάλο φανάρι. Ήταν ο γνωστός τότε ως «Φάρος της Ειρήνης» και την ύπαρξή του οι Αθηναίοι τη χρωστούσαν στο Παγκόσμιο Συνέδριο της Ειρήνης που έγινε στην Αθήνα το 1929. Οι εφημερίδες της εποχής αναφέρουν ότι υπήρξε μεγάλη διαμάχη μεταξύ του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπανασταστίου και του δημάρχου Σπύρου Μερκούρη γιατί ο φάρος κατανάλωνε πολύ ρεύμα! Τελικά, το 1941 καταστράφηκε από τις κατοχικές δυνάμεις των Γερμανών. Σήμερα στη θέση του υπάρχουν μεγάλα σιδερένια κιάλια, στα οποία μπορείς να ρίξεις ένα ευρώ και να χαζέψεις την Αθήνα για δύο λεπτά.

Για μία εικοσαετία δεν συμβαίνει κάτι συνταρακτικό. Μόνο τα σπίτια πολλαπλασιάζονται και στριμώχνονται στους πρόποδές του. Αρχές του 1960 ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την κατασκευή του θεάτρου, ενώ λίγο μετά ξεκίνησε και η κατασκευή του τελεφερίκ που, αντίθετα με το θέατρο, δίχασε τους πολίτες της Αθήνας και τους αρχιτέκτονες. Ήταν η εποχή που η Ελλάδα άρχιζε να γίνεται σημαντικός τουριστικός προορισμός και ο ΕΟΤ προσπαθούσε να βάλει μέσα στα τουριστικά σημεία ενδιαφέροντος της Αθήνας και τον Λυκαβηττό.
Το 1966 προκηρύχθηκε ένας νέος διαγωνισμός για την περαιτέρω αναβάθμιση και ανάπλαση του χώρου. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού ανακοινώθηκαν, αλλά δεν προχώρησε, αφού ήρθε η δικτατορία και τον αγνόησε.

O Εμμανουήλ Γαβριλάκης παραγιός του Εμμανουήλ Λουλουδάκη στον «Φάρο της Ειρήνης». Φωτογραφικό αρχείο Πέτρου Πουλίδη-ΕΡΤ

Το θέατρο του Λυκαβηττού

Το πρώτο θέατρο στον Λυκαβηττό δεν εγκαινιάστηκε το 1965, όπως είναι γνωστό. Το πρώτο θέατρο στο σημείο αυτό είχε στηθεί όταν ακόμα λειτουργούσε το νταμάρι. Ήδη από το 1936 η Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ) του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, με την παραίνεση της κόρης του Λουκίας Μαντζούφα (ή Λουλού), ύστερα από πρόταση του σκηνοθέτη Τάκη Μουζενίδη, ανέβαζε θεατρικές παραστάσεις με επίκεντρο την αρχαία Ελλάδα για τόνωση του εθνικού φρονήματος. Η κατασκευή ήταν πρόχειρη και τότε ονομαζόταν «Θέατρο της ΕΟΝ». Με αφορμή τις παραστάσεις της ΕΟΝ χαράχτηκε ο σημερινός δρόμος που ανεβαίνουν τα αυτοκίνητα. Στο ξεκίνημα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου οι παραστάσεις αυτές σταμάτησαν και το θέατρο έπαψε να υφίσταται, για να πάρει τη θέση του, είκοσι πέντε χρόνια μετά, το θέατρο όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Ήδη από το 1960, όπως προαναφέραμε, μπήκε ένα οριστικό τέλος στην εξόρυξη πέτρας από τον Λυκαβηττό. Τότε ήταν που ήρθε η πρώτη σοβαρή και ολοκληρωμένη πρόταση για να χρησιμοποιηθεί ο χώρος για πολιτιστικές εκδηλώσεις και να κατασκευαστεί ένα μεγάλο θέατρο. Με τον αγώνα της Άννας Συνοδινού (η οποία, έπειτα από διαγωνισμό και τη στήριξη του Γεωργίου Παπανδρέου, πήρε τη διαχείριση για 20 χρόνια) και την εργασία του σημαντικού αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου κατασκευάστηκε ένα από τα ωραιότερα θέατρα της εποχής. Ήταν μια μεταλλική, ανάλαφρη σύνθεση που βρισκόταν στο κέντρο του λατομείου, με ξύλινη επένδυση για τα καθίσματα, ώστε (συνειδητά) να μην κρύβουν τις σκαλωσιές.

Η πρώτη παράσταση που ανέβηκε στο καινούργιο θέατρο ήταν η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή με πρωταγωνίστρια τη Συνοδινού τον Ιούνιο του 1965. Δύο χρόνια αργότερα η ηθοποιός, λόγω της έλευσης της χούντας, εγκατέλειψε το εγχείρημά της.

Το 1970 το θέατρο υπέστη μεγάλες ζημιές από φωτιά που ξεκίνησε από τα καμαρίνια που βρίσκονταν κάτω από τις κερκίδες, με αποτέλεσμα το 1977 να παραδοθεί ανακαινισμένο με προσθήκες σε κερκίδες για μεγαλύτερη χωρητικότητα και πλαστικά καθίσματα αντί για τους ξύλινους πάγκους. Η τελευταία παρέμβαση συντήρησης έγινε για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.

Υπήρξε ένας από τους χώρους του Φεστιβάλ Αθηνών, αλλά έχει μείνει στην ιστορία για τις πολλές και μοναδικές συναυλίες που έγιναν εκεί. Κάθε μουσικόφιλος που σέβεται τον εαυτό του και τη μουσική έχει παρακολουθήσει τουλάχιστον μία συναυλία στο θέατρο του Λυκαβηττού. Κάποιες από αυτές θα τις θυμόμαστε για πάντα.

Κατασκευή του θεάτρου Λυκαβηττού.
Νύχτες μαγικές στον Λυκαβηττό. Αρχείο Περιοδικό Ντέφι
Η Χάρις Αλεξίου σε λαοθάλασσα στο Λυκαβηττό. Φωτ.: Μ. Καλογερόπουλος, στούντιο Προβολή

Αριστερά: Νύχτες μαγικές στον Λυκαβηττό. Αρχείο Περιοδικό Ντέφι (πάνω) - Η Χάρις Αλεξίου σε λαοθάλασσα στο Λυκαβηττό. Φωτ.: Μ. Καλογερόπουλος, στούντιο Προβολή (κάτω) Δεξιά: Κατασκευή του θεάτρου Λυκαβηττού.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς! Το λαϊκό προσκύνημα στις συναυλίες του Νίκου Παπάζογλου με διοργανωτή το περιοδικό «Ντέφι»; Την Εβδομάδα Ελληνικής Μουσικής με τον Μίκη Θεοδωράκη (29 Αυγούστου - 4 Σεπτεμβρίου 1966) λίγο πριν απαγορευτούν τα τραγούδια του από τη χούντα; Τους Jethro Tull, τον εκρηκτικό Peter Gabriel, που έπεσε από τη σκηνή στον κόσμο, ο οποίος τον περιέφερε σε όλη πλατεία του θεάτρου στα χέρια, τους Radiohead, τον Morrissey, την Diamanda Galas, τον Δημήτρη Μητροπάνο ή τη Δέσποινα Βανδή, που αποχαιρετούσε την Ελλάδα από το κατάμεστο θέατρο ‒με το κοινό να λιποθυμάει‒ για να φύγει στην Ισπανία; Το (πρώτο) «τέλος» των Πυξ Λαξ, την επανένωση του Χάρη και του Πάνου Κατσιμίχα, τον James Brown και τον Moby, τους Radiohead, τον Nick Cave, τη σύμπραξη της Χαρούλας Αλεξίου με τον Σωκράτη Μάλαμα και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, με διοργανωτή τον Μελωδία... Τα ονόματα είναι πολλά και για όλα τα γούστα.

Από τους τελευταίους που χάρηκαν το θέατρο ήταν οι Scorpions, που κινηματογράφησαν τη συναυλία τους σε DVD, το οποίο κυκλοφόρησε σε όλο τον κόσμο (δεν θυμάμαι ποια κατά σειρά τελευταία τους περιοδεία ήταν), αλλά και ο Γιάννης Χαρούλης, επίσης το 2013, που ξεκίνησε δειλά δειλά για μια συναυλία και έκανε τριήμερο sold-out. Και αυτές οι συναυλίες κυκλοφόρησαν σε CD (να ζήσουμε να το θυμόμαστε), όπως και δεκάδες άλλες από τον Λυκαβηττό.

Αυτός που έφτασε πολύ κοντά, αλλά δεν πρόλαβε να ανέβει στη σκηνή, ήταν ο James Blunt, αφού η πρώτη συναυλία από τις δύο που θα γίνονταν εκεί ακυρώθηκε λίγες ώρες πριν από την έναρξή της, ύστερα από την απόφαση για οριστικό κλείσιμο του θεάτρου.

Συναυλία του Νίκου Παπάζογλου
Λυκαβηττός, 1991

Στο θέατρο του Λυκαβηττού έχουν γίνει περισσότερες από 1.000 συναυλίες (χωρίς να υπολογίζουμε τις θεατρικές παραστάσεις). Κι όμως! Το 2008 έκλεισε με απόφαση του δήμου Αθηναίων, αφού κρίθηκε ακατάλληλο από πλευράς ασφάλειας, για να ανοίξει ξανά λίγα χρόνια αργότερα και να κλείσει εκ νέου. Σήμερα, ο χώρος στις εισόδους του είναι γεμάτος σκουπίδια, με εμφανή τα σημάδια εγκατάλειψης, παρότι έχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέο μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού (ΦΕΚ Β/519 της 28/05/1998) και ο ευρύτερος χώρος ως ιστορικός τόπος (2003).

Θεωρητικά, το θέατρο θα ανακαινιστεί σχετικά άμεσα και μαζί θα καλλωπιστεί και ο εξωτερικός του χώρος. Έχει ενδιαφέρον να χαζέψει κανείς τι προτάσεις έγιναν για τον ανοιχτό αρχιτεκτονικό διαγωνισμό προσχεδίων μελέτης και υλοποίησης του έργου «Διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου και υποστηρικτικών εγκαταστάσεων Θεάτρου Λόφου Λυκαβηττού» που προκηρύχθηκε πριν από λίγους μήνες (η προθεσμία έληξε στο τέλος του 2019, ύστερα από παράταση). Ήταν πολλές και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Ο νικητής του διαγωνισμού έχει ανακοινωθεί. Μένει να δούμε τι θα γίνει τελικά με έναν ακόμη διαγωνισμό για τον Λυκαβηττό μέσα στα χρόνια και πότε θα μπορέσουμε να δούμε ξανά συναυλίες και παραστάσεις σε ένα από τα αγαπημένα μας θέατρα.

Ο ναός Αγίου Γεωργίου Λυκαβηττού και ο μοναχός Λουλουδάκης

Την περίοδο του Μεσαίωνα στην κορυφή του λόφου υπήρχε ένας μικρός βυζαντινός ναός, ο οποίος κατεδαφίστηκε για να πάρει τη θέση του ο ναός του Αγίου Γεωργίου τον 18ο αιώνα. Δίπλα στην εκκλησία και σε κελί που είχε κατασκευάσει ο ίδιος μόνασε ο Εμμανουήλ Λουλουδάκης. Το μνήμα του μπορεί να το δει σήμερα κανείς ανεβαίνοντας τα σκαλιά προς την εκκλησία από τη δεξιά της πλευρά. Τη δεκαετία του 1880 ο ναός ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε, ενώ λίγο αργότερα χτίστηκε ο πέτρινος εξώστης όπου βρίσκεται σήμερα το καμπαναριό και μαζεύεται ο κόσμος για να απολαύσει τη θέα. Δικαίως, αφού είναι και το πιο ωραίο σημείο. Σχετικά με την εκκλησία και τον μοναχό της, που δεν φόρεσε ποτέ ράσα, έχουν ακουστεί και γραφτεί πολλά. Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, ο Λουλουδάκης έχασε το σπίτι του από έναν αξιωματικό του ναυτικού. Δεν ήταν ο μόνος. Τότε όλες οι συμφωνίες ήταν προφορικές και δεν υπήρχε κανένα νομικό πλαίσιο, ούτε υπηρεσίες στην Αθήνα (ληξιαρχεία, υποθηκοφυλακεία, πολεοδομίες κ.λπ.), με αποτέλεσμα πολλοί ενοικιαστές να παίρνουν τις περιουσίες από τους ιδιοκτήτες που δεν είχαν έγγραφους τίτλους ιδιοκτησίας. Μετά από αυτό ο Κρητικός Λουλουδάκης ανέβηκε στον Άγιο Γεώργιο, μακριά από την πόλη, εκτελώντας χρέη νεωκόρου. Σύντομα πήρε προαγωγή, έγινε επίτροπος και αφού η φήμη του έφτασε στους Αθηναίους χαρακτηριζόταν ως βουνάρχης. Ο Λουλουδάκης αγωνίστηκε σθεναρά κατά των λατομείων της περιοχής και ήταν υπεύθυνος για τη συντήρηση του ναού, την ανακαίνιση και εξάπλωσή του, αλλά και για το πρώτο χαραγμένο μονοπάτι για τους προσκυνητές (καθοριστική η βοήθεια του Γιαννούλη Κορομηλά – αξίζει να ψάξετε την ιστορία του). Όπως φαίνεται, είχε τη στήριξη της βασίλισσας Όλγας μετά το 1865, γιατί ήταν μια αγαπημένη της τοποθεσία, όπου πήγαινε συχνά. Με δικό της έγγραφο αναγνωρίστηκε ως επίσημος επίτροπος του ναού, παρά τις αντιδράσεις των επιτρόπων του ναού της Μεταμόρφωσης, του οποίου ήταν παρεκκλήσι ο Αϊ-Γιώργης. Ο γέρο Λουλουδάκης έφυγε από τη ζωή το 1901 και κηδεύτηκε στον τάφο που ο ίδιος είχε ετοιμάσει δίπλα στην εκκλησία.

Ένας από τους δύο παραγιούς του Λουλουδάκη ήταν ο Εμμανουήλ Γαβριλάκης, ο οποίος έζησε εκεί μέχρι το 1934 και κατόπιν επιθυμίας του κηδεύτηκε στο ίδιο σημείο. Σε αυτόν έχει αναφερθεί ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου:

«Ποιητής. Εξωραϊστής. Δεσπότης του βράχου διά να είναι δούλος του Αγίου. Τολμηρός εκβραχιστής. Φωτοτέχνης του μυστηριώδους αστεριδίου και του πυρίνου σταυρού. Λειτουργός χρισθείς όχι από την εκκλησίαν, αλλ' από εαυτόν, δώσας εις εαυτόν το δικαίωμα να ψαύη τα ιερά του εκκλησιδίου και να πατή εις την Ωραίαν Πύλην».

Alfred Eisenstaedt – Αθήνα 1934. Η οδός Λυκαβηττού στο Κολωνάκι. Το κάρο είναι στην οδό Σκουφά και κατευθύνεται προς την Πλατεία Κολωνακίου.

Το πολυβολείο, το φυλάκιο, το καταφύγιο

Ένας από τους πολλούς και μεγάλους αστικούς μύθους που αφορούν τον Λυκαβηττό είναι η στρατιωτική βάση, ή ας το πούμε καλύτερα καταφύγιο με θέσεις πολυβολείων, που παρέμενε σε λειτουργία και συντήρηση μέχρι και το 1970. Το 1936, ο Ιωάννης Μεταξάς βλέποντας ότι η Ελλάδα θα εμπλεκόταν στον Β' Παγκόσμιο, ξεκίνησε ένα μεγάλο σχέδιο σε όλη την επικράτεια για την κατασκευή καταφυγίων και οχυρωματικών έργων σε λόφους αλλά και σε υπόγεια πολυκατοικιών και δημόσιων υπηρεσιών για προστασία από τους βομβαρδισμούς. Μέσα σε αυτά εντάχθηκε και το καταφύγιο που δημιουργήθηκε στα έγκατα του Λυκαβηττού, με μήκος στοών 100 μέτρα και εμβαδόν 500 τετραγωνικά μέτρα. Βρίσκεται πολύ κοντά στην εκκλησία των Αγίων Ισιδώρων, κάτω από το φυλάκιο. Με τη δημιουργία του εγκαταστάθηκαν εκεί η Υπηρεσία Επιτήρησης Συναγερμού Αέρος Θαλάσσης και ο Σταθμός Ασυρμάτου της διεύθυνσης Ραδιοτηλεγραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού. Εκεί μέσα στεγάστηκε λίγο αργότερα το αρχηγείο αντιαεροπορικής άμυνας στον πόλεμο το '40.

Σήμερα, ο χώρος ανήκει στην ΠΣΕΑ (Πολιτική Σχεδίαση Εκτάκτων Αναγκών) του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη (πρώην Δημοσίας Τάξεως) και υπάγεται στο Αστυνομικό Τμήμα Κολωνακίου, όπως μαθαίνουμε από το πλέον ενημερωμένο μπλογκ για την υπόγεια Αθήνα «Αστική Σπηλαιολογία». Στην κορυφή του λόφου υπάρχει επίσης φυλάκιο αλλά και ένα ορατό για τους παρατηρητικούς πολυβολείο που κατασκεύασαν οι Γερμανοί (ανεβαίνοντας τα σκαλιά για την κορυφή από τη μεριά του πάρκινγκ, στην αρχή θα το δείτε στο δεξί σας χέρι, μέσα στον βράχο).

Η θέα από τον Άγιο Γεώργιο.

Η θέα από τον Άγιο Γεώργιο.

Η σπηλαιοεκκλησία των Αγίων Ισιδώρων

Σε μια φυσική σπηλιά στη νοτιοδυτική πλευρά του λόφου, περίπου στη μέση, βρίσκεται η εκκλησία των Αγίων Ισιδώρων. Ο ναός που συναντάμε εκεί σήμερα είναι σχετικά καινούργιος, αφού ο παλιότερος κάηκε από αμέλεια του νεωκόρου στα τέλη του 1920. Στην παλιά Αθήνα ήταν γνωστός ως «Άγιος Σιδερέας». Η πρόσβαση είναι πολύ εύκολη από τον δρόμο που ανεβαίνουν τα αυτοκίνητα στον Λυκαβηττό. Περίπου στη μέση της διαδρομής, είναι το μοναδικό σημείο όπου μπορείς να στρίψεις δεξιά και να συνεχίσεις την πορεία σου. Πότε ακριβώς χτίστηκε εκεί ο αρχικός ναός δεν γνωρίζουμε, ούτε το γιατί. Λέγεται ότι στη σπηλιά βρέθηκαν τα οστά ενός ασκητή που κρατούσε την εικόνα των Αγίων Ισιδώρων, αλλού επικρατεί ο ισχυρισμός ότι ήταν ο τόπος μελέτης του Βασιλείου και του Μεγάλου Γρηγορίου του Θεολόγου κατά τον 4ο αιώνα. Η αρχική εκκλησία που βρισκόταν εκεί ήταν μία από τις λίγες εκκλησίες που διέθετε η Αθήνα όταν έγινε πρωτεύουσα. Την περίοδο της Κατοχής ο ναός ήταν κλειστός και λεηλατήθηκε. Δίπλα στον σπηλαιοναό υπάρχει ακόμα μία μικρότερη σπηλιά, γνωστή ως σπήλαιο του Αγίου Αριστείδη.

Η αρχική εκκλησία που βρισκόταν εκεί ήταν μία από τις λίγες εκκλησίες που διέθετε η Αθήνα όταν έγινε πρωτεύουσα.

Η αρχική εκκλησία που βρισκόταν εκεί ήταν μία από τις λίγες εκκλησίες που διέθετε η Αθήνα όταν έγινε πρωτεύουσα.

Το τελεφερίκ

Μηχανική πρόσβαση στον Λυκαβηττό θα μπορούσαμε να έχουμε εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Σε μελέτη του 1925 προβλεπόταν η δημιουργία σιδηροδρομικής γραμμής που θα μετατρεπόταν σε οδοντωτό με αφετηρία στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου και Αμερικής. Οι οικονομικές προτεραιότητες της πρωτεύουσας μετά την έλευση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων ήταν άλλες και η σύμβαση που είχε υπογραφεί για τη μεταμόρφωση του Λυκαβηττού σε χώρο αναψυχής θεωρήθηκε σκανδαλώδης, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί. Τελικά, το τελεφερίκ ή «σχοινιοκίνητος σιδηρόδρομος» εγκαινιάστηκε στις 18.4.1965 από τον ΕΟΤ, στο τέρμα της οδού Πλουτάρχου, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα (εδώ). Αν ανηφορίσει κανείς την Πλουτάρχου, πρέπει να ανέβει αρκετά σκαλιά, αν πάει με μεταφορικό μέσο από την Αριστίππου ή την Κλεομένους, τα πράγματα είναι άνετα. Την πρώτη ημέρα λειτουργίας του το χρησιμοποίησαν 2.000 άνθρωποι. Το εισιτήριό του τότε κόστιζε 5 δραχμές, σήμερα κοστίζει 4 ευρώ για την απλή διαδρομή και 7 μετ' επιστροφής. Οι περισσότεροι, αν δεν είναι τουρίστες, το χρησιμοποιούν για να φτάσουν πιο εύκολα και γρήγορα στους χώρους εστίασης που λειτουργούν στην κορυφή του λόφου. Το μήκος της διαδρομής του είναι 210 μέτρα και η κλίση του 28°. Τα βαγόνια που εξυπηρετούν το κοινό είναι δύο, χωρητικότητας 34 ατόμων το καθένα. Λειτουργεί 365 ημέρες, από το πρωί στις 9 μέχρι τις 3:00 (προ πανδημίας), με τη συχνότητα των δρομολογίων να διαφέρει, ανάλογα με την ώρα. Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο το επιλέγουν πάνω από 200.000 επισκέπτες του Λυκαβηττού.

Τελεφερίκ, 1965.
Σκίτσο του Μποστ που σατιρίζει την έναρξη των εργασιών για το τελεφερίκ, Ελευθερία, 6/8/1961.

Αριστερά: Τελεφερίκ, 1965. Δεξιά: Σκίτσο του Μποστ που σατιρίζει την έναρξη των εργασιών για το τελεφερίκ, Ελευθερία, 6/8/1961 (πάνω). - Το τελεφερίκ σήμερα (κάτω).

Η «πράσινη τέντα»

Το πρώτο αναψυκτήριο που λειτούργησε στον Λυκαβηττό ήταν η λεγόμενη «Πράσινη Τέντα», ήδη από το 1931. Πέρασε από διάφορες καταστάσεις και σκαμπανεβάσματα και τελικά λειτούργησε ως καφέ-ουζερί μέχρι το 2003 κάτω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη νοτιοδυτική πλευρά του λόφου. Μέχρι τότε λειτουργούσε μέσα σε παραπήγματα και το μόνο χτισμένο σημείο ήταν ένα μακρόστενο πλακόστρωτο για τα τραπεζοκαθίσματα. Το πλακόστρωτο ήταν και το μοναδικό απομεινάρι από την παλιά εποχή. Το στέκι φιλοξενούσε πλήθος κόσμου –ανάμεσά τους πολλοί καλλιτέχνες και πολιτικοί‒ που ανέβαινε λίγο πιο πάνω από το ύψος των σπιτιών για να απολαύσει τη θέα. Την εποχή που έκλεισε ήταν κυρίαρχη η διαμάχη ανάμεσα στον δήμο Αθηναίων και την Εταιρεία Ακινήτων του Δημοσίου για το ποιος έχει τον έλεγχο στον Λυκαβηττό. Τα πράγματα ήρθαν έτσι ώστε το στέκι που σφραγίστηκε επί δημαρχίας Ντόρας Μπακογιάννη να επαναλειτουργήσει τώρα, επί της θητείας του γιου της Κώστα Μπακογιάννη ως δημάρχου. Σύμφωνα με την άδεια δόμησης που εκδόθηκε από τον δήμο Αθηναίων στις 18.12.2019, νέος μισθωτής για τα επόμενα 25 χρόνια θα είναι ο επιχειρηματίας Βλάσης Σταθοκωστόπουλος, ιδιοκτήτης κέντρων διασκέδασης και καφέ στο ιστορικό κέντρο και στην παραλία.

Η χλωρίδα του Λυκαβηττού

Με μια πρόχειρη ματιά από μακριά, αυτός ο λόφος μοιάζει να έχει μόνο πεύκα. Αν είναι όμως κανείς λίγο πιο παρατηρητικός στη βόλτα του, κυρίως στα μικρά και απεριποίητα μονοπάτια μπορεί να δει μια μεγάλη γκάμα δέντρων και φυτών. Η δενδροφύτευση, όπως αναφέραμε στην αρχή, ξεκίνησε το 1880 και ολοκληρώθηκε το 1915. Από κει και ύστερα, ανά 20-30 χρόνια, όλο και κάποιος δήμαρχος φύτευε κανένα λουλούδι ή κανέναν θάμνο. Η τελευταία οργανωμένη φύτευση έγινε το 2008. Σήμερα, εκτός από τα πεύκα, που κυριαρχούν, σε μια καλή βόλτα βλέπεις κυπαρίσσια, ευκάλυπτους, ελιές, χαρουπιές και αείλανθους (το γνωστό και ως βρομόδεντρο). Στη χαμηλή βλάστηση βρήκαμε ευώνυμους, κισσούς, αγιόκλημα, βίγκα (σε διάφορα χρώματα), λεβάντα, λυγαριά, δεντρολίβανο, πικροδάφνες, φραγκοσυκιές, μυρτιές, λιγούστρο και τεύκριο. Αν είσαι παρατηρητικός και δεν σε πειράζει να πέφτουν στην μπανιέρα φύλλα από το κεφάλι σου ή να βγάζεις αγκαθάκια από τις κάλτσες, βλέπεις και σχετικά νεόφυτες αμυγδαλιές, δρύες, κουκουναριές, κουτσουπιές, ρείκια, αγράμπελη, σπάρτο ράμνο κ.ά.

Σήμερα, εκτός από τα πεύκα, που κυριαρχούν, σε μια καλή βόλτα βλέπεις κυπαρίσσια, ευκάλυπτους, ελιές, χαρουπιές και αείλανθους (το γνωστό και ως βρομόδεντρο).

Ανάγκη για καθαριότητα

Ο χώρος είναι γεμάτος κουτάκια απ' όλες τις μάρκες μπίρας και αναψυκτικών, μπουκάλια για όλα τα γούστα, πλαστικά για όλες τις χρήσεις και προφυλακτικά σε όλα τα χρώματα. Μια οργανωμένη κίνηση από τον αρμόδιο για την καθαριότητά του φορέα είναι επιτακτική. Δεν είναι καθόλου τιμητική για την πόλη, την ιστορία της τοποθεσίας και την επισκεψιμότητα του χώρου η εικόνα που αντικρίσαμε γι' ακόμη μία φορά και θεωρούμε πια δεδομένη. Σαφώς δεν είναι τιμητική ούτε για τους πολίτες (ντόπιους και τουρίστες) που τη δημιούργησαν όλα αυτά τα χρόνια, αλλά η καθαριότητα είναι μια κρατική υποχρέωση και σε κάποια σημεία, ειδικά στην ανατολική και βόρεια πλευρά του, φαίνεται πως έχει χρόνια να γίνει ακόμα και η συλλογή της σακούλας από τους κάδους. Είναι απογοητευτικό να μοιάζει τόσο δύσκολο το αυτονόητο.

Κι ανέβηκα! Και ξέφυγα!

Στο παρατηρητήριο των Αθηνών έχουν κάνει γυρίσματα αμέτρητες ταινίες και έχουν βγει εκατομμύρια φωτογραφίες που βρίσκονται τυπωμένες ή στα κινητά ανθρώπων από όλο τον κόσμο. Στη λογοτεχνία και στην ποίηση, επίσης, έχει τιμηθεί δεόντως. Τα αποσπάσματα είναι πολλά. Διαλέγουμε ένα. Λίγες μέρες πριν από την καταστροφή της Σμύρνης ο Κώστας Καρυωτάκης θα δημοσιεύσει το σονέτο «Λυκαβηττός» («Νουμάς», τχ. 765, 15.08.22, σ.37).

 

Κι ανέβηκα! Και ξέφυγα! Και χάμου
η Αθήνα σα να πέθανε. Τα μύρα
βουνίσια με χτυπήσανε. Τριγύρα
τα πεύκα είναι προστάτισσα φρουρά μου.

Και δρόμο θε να δώσω στη χαρά μου!
Τ' αγέρι πνέει σα ν' άνοιξεν η θύρα
του Παραδείσου. Πίσω σα να επήρα
για λίγο της ψυχής την παρθενιά μου.

Ήλιος! Χρυσή στο βάθος η λουρίδα
Της θάλασσας αστράφτει του Φαλήρου
και το νησί μου χάνεται πιο πίσω.

Μ' εξάγνισε το ανέβασμα, πατρίδα,
και θά 'ρθω με τη βάρκα μου του ονείρου
με τα κουπιά του πόθου θα κινήσω...

 

ΔΕΙΤΕ ΟΜΟΡΦΙΕΣ ΤΟΥ ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΣΕ SLIDESHOW

 

 

 

Πηγές:

- «Μεταφορά Πρωτευούσης», Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Κεντρική Υπηρεσία
- Σχέδια Ερνέστου Τσίλερ, Εθνική Πινακοθήκη / Αρχείο Ziller
- https://lycabettous.blogspot.com/
- Αβραμόπουλος Π. Ν., «Αθήνα, ζαφειρόπετρα», Mpress, 2014
- Μαρκάτου Θεοδώρα, «Οι προτάσεις για πανελλήνιο ηρώο του Εικοσιένα, 1830-1930», Μνήμων, ΕΜΝΕ, Aθήνα, 1995
- «Το τελεφερίκ του Λυκαβηττού, Ιστορικό Λεύκωμα 1965», «Καθημερινή», 1997
- Εφημερίδα «Ελευθερία», φ. 20.04.65
- Σκιαδάς Γ. Ελευθέριος, «Η δραματική ιστορία του γέρου του Λυκαβηττού Εμμανουήλ Λουλουδάκη», taathinaika.gr, 29.04.19
- Σκιαδάς Γ. Ελευθέριος, «Το άγνωστο ξεκίνημα του Λυκαβηττού», taathinaika.gr, 22.04.20
- Ενισλείδου Χρήστου Μ., «Οι Άγιοι Ισίδωροι του Λυκαβηττού Αθηνών», Αθήνα, 1952
- Δευτεραίος Παναγιώτης, «Στα υπόγεια του Λυκαβηττού: Το καταφύγιο και το πολυβολείο!», http://urbanspeleology.blogspot.com/
- Αναστασίου Αθ. Παππά, «Κολωνάκι - Λυκαβηττός», Σύλλογος των Αθηνών, Αθήνα, 1991
- Δρίτσα Μαργαρίτα «Δεξαμενή - Λυκαβηττός, ανθρώπινες ροές», Φερενίκη, Αθήνα, 2004
- Χατζηγεωργίου Άρης, «"Πράσινη Τέντα" στον Λυκαβηττό - Τη νοίκιασε και την ανοίγει ο Σταθοκωστόπουλος», «Έθνος», 13.02.20
- Φωτογραφικό αρχείο Πέτρου Πουλίδη / ΕΡΤ

Αθήνα
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια