Αθήνα

Κυριακή απόγευμα, στο μπάρμπεκιου των Φιλιππινέζων της Πανόρμου

Τις Κυριακές, σε μια χαμηλή ταράτσα, λίγο πριν πέσει ο ήλιος, το BBQ των Φιλιππινέζων αρχίζει.

Στους Αμπελόκηπους οι πολυκατοικίες είναι ψηλές και άχαρες. Γκρι και μπεζ διαμερίσματα, παραταγμένα κολλητά το ένα δίπλα στο άλλο, με μικρά μπαλκόνια που μετά βίας χωράνε ένα τραπέζι και μια καρέκλα. Εάν σηκώσεις το κεφάλι σου, θα δεις κεραίες και ηλικιωμένους να καπνίζουν χαζεύοντας σε μικρές τηλεοράσεις. Πού και πού, όταν κάποιος κορνάρει με μανία, γυρίζουν τα κεφάλια τους για να εντοπίσουν αυτόν που προκάλεσε τον σαματά.

Τις καθημερινές το σκηνικό είναι πάντα το ίδιο. Τίποτα δεν αλλάζει. Τις Κυριακές, όμως, σε μια παραδόξως χαμηλή ταράτσα, η γειτονιά παίρνει φωτιά. Λίγο πριν πέσει ο ήλιος, το BBQ των Φιλιππινέζων αρχίζει.


Τους βλέπεις να καταφθάνουν από τα γύρω σπίτια, σε μια περιοχή που εδώ και χρόνια αποτελεί ένα από τα κέντρα της κοινότητάς τους. Ζευγάρια, εργένηδες και οικογένειες χαιρετιούνται στην είσοδο. Στην ταράτσα τα κάρβουνα ανάβουν. Οι πλαστικές καρέκλες τοποθετούνται. Το CD player γεμίζει τη γειτονιά με international ήχους και τα ποτήρια υψώνονται.

 

Την Αθήνα θα την κρατήσω όπως ήταν παλιά. Όταν πρωτοήρθα, το 1992, είχε ελευθερία. Κοιμόσουν με ανοιχτό το παράθυρο. Τώρα όμως δεν είναι έτσι. Την αγαπάω την Ελλάδα, αυτή είναι η δεύτερη χώρα μου. 


Αυτήν τη μέρα ο Mike, ο ένοικος του σπιτιού, γίνεται πενήντα. Το σημερινό ψηστήρι το περίμεναν καιρό. Οι προετοιμασίες κράτησαν μέρες. Ο ίδιος, κάτι παραπάνω από φιλόξενος, επιμένει να μας κεράσει από τη βότκα και το κρασί στο τραπέζι. Όσο γυρίζει τα κρέατα πάνω στη σχάρα, μου εξηγεί:


«Το μυστικό βρίσκεται στη σος. Την αλείφουμε στη σχάρα για να κάνει καλή γεύση. Βάζουμε κέτσαπ και καλαμάντσι, barbecue sauce και πιπέρι».


Όσο ψήνει, τον ρωτάω για την μπασκετική φανέλα που φοράει.


«Παίζουμε μπάσκετ στην Αργολίδος. Έχουμε δέκα ομάδες από τις Φιλιππίνες και κάνουμε αγώνες. Κάθε Κυριακή πρωί παίζουμε. Υπάρχει community. Έχουμε πενήντα διαφορετικές κοινότητες. Κάθε τόσο μαζεύουμε λεφτά για να στείλουμε στις Φιλιππίνες. Δουλεύω σε ένα σπίτι και σε ένα γραφείο, καθαρίζω. Στην Ελλάδα ήρθα το 2009. Στη γειτονιά το 2015. Η γυναίκα μου είναι εδώ τριάντα χρόνια, από το 1992. Είμαι ικανοποιημένος με τη ζωή εδώ. Έχω πάει σε πολλές χώρες, αλλά αυτή είναι η καλύτερη».

 

Εδώ το κάνουμε για να μην ξεχάσουμε αυτά που κάνουμε στην πατρίδα μας. Δεν μπορούμε να διατηρήσουμε ακριβώς την κουλτούρα μας, αλλά το μπάρμπεκιου το κάνουμε συνέχεια. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Δίπλα, οι υπόλοιποι είναι σκορπισμένοι στην ταράτσα, χαζεύουν τη θέα ή μιλάνε μεταξύ τους. Άνθρωποι κάθε ηλικίας. Από τον μεγαλύτερο της παρέας, που είναι στην Ελλάδα εδώ και 35 χρόνια και δουλεύει ως κηπουρός σε σχολείο, μέχρι τον νεαρό γαμπρό του, που ζει με τη μία από τις δυο κόρες του. «Αυτή γεννήθηκε εδώ, η άλλη δεν ήθελε να έρθει» λέει γελώντας και το κοριτσάκι κρύβει το πρόσωπό του απ' την ντροπή.

 

Όλοι είναι εύθυμοι, πρόθυμοι να εκφραστούν και δείχνουν να απολαμβάνουν τις μικρές τους συνήθειες. Περιμένουν τις Κυριακές πώς και πώς. Γι' αυτούς το BBQ είναι κάτι παραπάνω από μια μάζωξη. Μπορείς αμέσως να καταλάβεις την ιδιαίτερη σχέση που έχουν με αυτό.


«Το μπάρμπεκιου είναι στην κουλτούρα μας» λέει ο Guinness, ο πιο ευδιάθετος της παρέας. «Εδώ το κάνουμε για να μην ξεχάσουμε αυτά που κάνουμε στην πατρίδα μας. Δεν μπορούμε να διατηρήσουμε ακριβώς την κουλτούρα μας, αλλά το μπάρμπεκιου το κάνουμε συνέχεια. Κάθε Κυριακή, που έχουμε ρεπό, ψήνουμε. Δουλεύουμε πέντε μέρες, μέχρι την Παρασκευή. Σάββατο και Κυριακή μαζευόμαστε. Μ' αρέσει πάρα πολύ η ταράτσα, αναπνέεις καθαρό αέρα και είναι άνετα.


Όταν πήρανε αυτό το σπίτι ξεκίνησε η παρέα. Γνωριστήκαμε όλοι στη γειτονιά. Ξεκινάμε και καλούμε όποιους φίλους θέλουν να έρθουν. Είναι ευκαιρία για να κάνουμε παρέα. Δεν δυσκολευόμαστε να κάνουμε connection στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι εδώ είναι σχεδόν το ίδιο. Είναι ανοιχτοί. Δεν έχει μεγάλη διαφορά».

 


«Ελάτε για την τούρτα» φωνάζει η Βίλμα, η γυναίκα του Mike.


Πριν κατέβουμε στο σαλόνι, όπου η οικογένεια και οι φίλοι περιμένουν, η ίδια μου μιλάει. Μετράει τριάντα χρόνια στην Ελλάδα. Όσο εργάζεται για να μαζέψει κάποια χρήματα, επισκέπτεται, όπως και οι υπόλοιποι, πολύ συχνά τις Φιλιππίνες. Φέτος, λόγω της κατάστασης με τον κορωνοϊό, δεν τα κατάφερε. Δυστυχώς, δεν ήταν το μόνο πράγμα που άλλαξε.


«Ο κορωνοϊός μάς επηρέασε πάρα πολύ. Και στη δουλειά και στην επικοινωνία με την πατρίδα μας, γιατί εμείς πηγαίναμε κάθε χρόνο. Αυτήν τη χρονιά δε πήγαμε και δεν μας άρεσε καθόλου. Ήρθαμε εδώ, να δουλέψουμε, να βγάλουμε κάποια χρήματα. Είναι πολλοί πατριώτες μας που χάσανε τη δουλειά τους.


Εδώ μαζευόμαστε όταν έχουμε ρεπό, γιατί δουλεύουμε όλη την εβδομάδα. Δεν βγαίνουμε πολύ συχνά, να τρώμε από δω και από κει. Δεν ξέρω για άλλους συμπατριώτες μας, αλλά εμείς μαζευόμαστε εδώ και μαγειρεύουμε. Μερικές φορές φτιάχνει κάτι ο καθένας σπίτι του και το φέρνει. Ερχόμαστε κοντά, γιατί όταν μαζευόμαστε νιώθουμε ότι δεν είμαστε μακριά από την πατρίδα μας. Ό,τι κάνουμε εκεί το κάνουμε και εδώ. Έχουμε και το καραόκε κάτω. Αυτή είναι η διασκέδαση και για τους άντρες. Δεν βγαίνουν σε μπαρ. Όπου υπάρχει ελεύθερο σπίτι, εκεί μαζεύονται».

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


«Ποια είναι η γνώμη σου για την Αθήνα;» τη ρωτάω όσο οι υπόλοιποι κατεβαίνουν.


«Την Αθήνα θα την κρατήσω όπως ήταν παλιά. Όταν πρωτοήρθα, το 1992, είχε ελευθερία. Κοιμόσουν με ανοιχτό το παράθυρο. Τώρα όμως δεν είναι έτσι. Την αγαπάω την Ελλάδα, αυτή είναι η δεύτερη χώρα μου. Εδώ μάζεψα ό,τι μάζεψα. Έχει περισσότερη ελευθερία από άλλες χώρες της Ευρώπης. Εδώ μπορούμε να κάνουμε μπάρμπεκιου κάθε μέρα» λέει και γελάει.


«Πάμε, όλοι περιμένουν».


Στο ισόγειο βρίσκουμε ένα μικρό σαλόνι γεμάτο φωτεινά πρόσωπα. Στο κέντρο του τραπεζιού, η τούρτα και τα γλυκά. Οι ηλικιωμένοι επιμένουν να κεραστούμε. Ακολουθεί η προσευχή σε κυκλικό σχήμα και μετά μια ευχή από τον εορτάζοντα. Χειροκροτήματα, τραγούδια στο καραόκε και γέλια μέχρι δακρύων. Σήμερα, η γιορτή στην Πανόρμου θα τελειώσει αργά. Μέχρι να στηθεί και πάλι, ζωντανεύοντας για λίγο όλη τη γειτονιά. Βγαίνουμε στον δρόμο και απ' το παράθυρο οι Φιλιππινέζοι μάς χαιρετούν.


«Να ξανάρθετε!»

 

Στο ισόγειο βρίσκουμε ένα μικρό σαλόνι γεμάτο φωτεινά πρόσωπα. Στο κέντρο του τραπεζιού, η τούρτα και τα γλυκά. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Δεν βγαίνουμε πολύ συχνά, να τρώμε από δω και από κει. Δεν ξέρω για άλλους συμπατριώτες μας, αλλά εμείς μαζευόμαστε εδώ και μαγειρεύουμε. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

 

Αθήνα
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια