Καλοκαιρινή προπολεμική φωτογραφία του Οδυσσέα Ελύτη
Βιβλίο

Οδυσσέας Ελύτης: Εarly days

Προπολεμικές καλοκαιρινές φωτογραφίες, μια ιστορική συνέντευξη και η μελέτη της Λιλής Ζωγράφου

ΕΠΕΤΕΙΟΣ


Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Στο σημάδι ετούτο που παλεύει
Πάντα κοντά στη θάλασσα
Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος
Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
Στιγμές του, με νερά τα οράματα
Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
Α, Ζωή
Παιδιού που γίνεται άντρας
Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά κει που σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου.
(...)


«Προσανατολισμοί» (1940)

 

 

Στην αρχή ήταν οι πέντε προπολεμικές (κατά πάσα πιθανότητα) φωτογραφίες τού Οδυσσέα Ελύτη (τέσσερις από τις οποίες καλοκαιρινές), που είχαν δημοσιευτεί σε δυο παλιά περιοδικά τού Λεωνίδα Χρηστάκη, τον Κούρο (τεύχος 2, Μάης 1971) και το Panderma (τεύχος 4, Φλεβάρης 1973). Τα υπόλοιπα ήρθαν στην πορεία. Εννοώ το ποίημα Επέτειος από τη συλλογή Προσανατολισμοί [Πυρσός, Αθήναι 1940], η συνέντευξη στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής, την 31 Οκτωβρίου 1965 (ανώνυμο άρθρο και ανυπόγραφη συνέντευξη!) και, τέλος, η μελέτη τής Λιλής Ζωγράφου «ο ηλιοπότης ΕΛΥΤΗΣ» [Ερμείας, Αθήνα 1971].

 

Ας ξεκινήσουμε με μερικά αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη στο Βήμα, το 1965, που σχετίζονται με το ξεκίνημα τής διαδρομής του…

 

 

— Είναι απίστευτο, αλλά πέρασαν κιόλας 30 χρόνια από τότε που κάνατε την πρώτη σας εμφάνιση στον κόσμο των νεοελληνικών γραμμάτων. Πώς αισθάνεσθε σήμερα όταν αναλογίζεσθε αυτή την απόσταση;

Τι να σας πω, και σε μένα τον ίδιο φαίνεται απίστευτο! Είχα τόσο πολύ εξοικειωθεί με την ιδέα ότι είμαι «νέος» και «πρωτοπόρος», που εξακολουθώ να αισθάνομαι έτσι, σα να μην πέρασε ούτ’ ένας χρόνος από τότε. Ίσως κι επειδή δεν έμαθα να θεωρώ τον εαυτό μου ενταγμένο σε μιαν από τις καθιερωμένες φιλολογικές γενεές. Ίσως πάλι, επειδή δεν δημιουργήθηκε μια πειστική –για τη δική μου αντίληψη– διάδοχη κατάσταση, που να γυρίσει τη σελίδα, και να με κάνει να συνειδητοποιήσω ότι βρίσκομαι στο προηγούμενο κεφάλαιο. Όπως και να ’ναι, και στις δύο περιπτώσεις, φαίνεται ότι παραλογίζομαι.

 

— Πώς έγινε η πρώτη σας εμφάνιση;

Ήταν στο 11ο τεύχος, της πρώτης χρονιάς των «Νέων Γραμμάτων», που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1935. Ιστορικό τεύχος, όχι βέβαια επειδή παρουσίασε τα πρώτα μου ποιήματα, αλλά επειδή το περιοδικό αυτό, που ως τότε δεν είχε ξεκαθαρισμένες κατευθύνσεις, αρχίζει πια να «παίρνει θέση» και να συνειδητοποιεί την αποστολή που του έλαχε, στα κατοπινά χρόνια, να εκπληρώσει. Να γίνει δηλαδή όργανο της μοντέρνας ποίησης και γενικώτερα της μαχητικής πρωτοπορείας στον τόπο μας. Στο «Χρονικό μιας Δεκαετίας», ένα κείμενο αυτοβιογραφικό που καταχωρώ, μαζί με άλλα παλαιότερά μου δοκίμια και άρθρα στον τόμο «Ανοιχτά Χαρτιά» που θα κυκλοφορήσει σε λίγο, περιγράφω με όλες τις λεπτομέρειες την ηρωική ατμόσφαιρα που επικρατούσε τα χρόνια εκείνα, και τη θέρμη που δημιουργούσανε με την παρουσία τους γύρω από το περιοδικό ο στενώτεροι φίλοι και συνεργάτες του, ο Γιώργος Κατσίμπαλης, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Αντρέας Καραντώνης, ο Αντρέας Εμπειρίκος, ο Δ. Αντωνίου, ο Νίκος Γκάτσος και ο μακαρίτης Σαραντάρης, ο πρώτος άλλωστε που με «ανακάλυψε».

 

Καλοκαιρινή προπολεμική φωτογραφία του Οδυσσέα Ελύτη
 

 

— Ποια ήταν η σημασία του Γιώργου Σαραντάρη στο λογοτεχνικό αυτό κίνημα;

Ήτανε μια μορφή από τις πιο ενδιαφέρουσες της λογοτεχνίας μας, ένας αγνός ποιητής που όταν οι άνεμοι αλλάξουν, είμαι βέβαιος, θα βρει τη δικαίωσή του. Στο κάτω-κάτω ήταν ο πρώτος –και από τον Σεφέρη και από τον Εμπειρίκο και από μένα– «μοντέρνος» Έλληνας ποιητής.

 

— Τι εννοούσατε όταν είπατε ότι ο Γιώργος Σαραντάρης σας «ανακάλυψε»; Πώς ακριβώς έγινε αυτό;

Το γεγονός ήταν μάλλον συμπτωματικό. Στον Σαραντάρη πρώτη φορά ξεθαρρεύτηκα και έδειξα χειρόγραφά μου. Φυσικά, χρειαζότανε μια ευαισθησία σαν τη δική του για να εκτιμήσει εκφραστικά πειράματα, πρωτοφανή για την εποχή εκείνη, στη γλώσσα μας. Όμως εκείνος, πρέπει να πω, που μου έδωσε την πρώτη ουσιαστική ώθηση, με τον ενθουσιασμό του, την αγάπη του, και τη γνώση του των σύγχρονων προβλημάτων της ποίησης ήταν ο Αντρέας Εμπειρίκος. Είναι άλλωστε και τα δικά του τριαντάχρονα εφέτος (το 1965), αφού η «Υψικάμινος», ένα από τα ορόσημα της νέας ποίησης, κυκλοφόρησε την άνοιξη της ίδιας χρονιάς. Το συλλογίζομαι με αληθινή συγκίνηση. Αργότερα, βέβαια, μου παραστάθηκαν και άλλοι φίλοι. Ο Γιώργος Σεφέρης και ο Νίκος Γκάτσος, με τη βαθειά τους κρίση. Ο Αντρέας Καραντώνης με τη συνεχή του, έμπρακτη εγκαρδίωση. Και ο Γιώργος Κατσίμπαλης, που αυτός κατάστρωσε ολόκληρο στρατηγικό σχέδιο για να υπερνικήσει τους δισταγμούς μου και να με πείσει να βγω στη δημοσιότητα. Θυμάμαι ακόμη πού έγιναν τα φιλολογικά μου «βαφτίσια» στην ιστορική, τα χρόνια εκείνα, ταβέρνα του Μπάρμπα-Γιάννη. Ήταν ένα γλέντι τρικούβερτο που τελείωσε τα ξημερώματα ανάμεσα σε πιάτα που τσακίζονταν, ποτήρια που εκσφενδονίζονταν, και τηγάνια που ροβολούσανε τις σκάλες και περδουκλώνονταν στα πόδια μας! Ηρωικά χρόνια!

 

Προπολεμική φωτογραφία του Οδυσσέα Ελύτη

 

— Ήταν μονάχα ο νεανικός σας ενθουσιασμός που σας έκανε να βλέπετε έτσι τα πράγματα;

Ήταν πριν απ’ όλα η ιστορική στιγμή. Ένοιωθες ότι κάτι αλλάζει και μέσα και έξω απ’ την Ελλάδα. Κάθε καινούριο έντυπο που έφτανε στα χέρια μας, έκλεινε κι από μιαν έκπληξη. Γνωρίσαμε τη μαγεία της ανακάλυψης, της εξερεύνησης παρθένων περιοχών, κάτι που δεν δόθηκε στους νεώτερους να το δοκιμάσουν. Κι ύστερα ήταν το πνεύμα της αλληλεγγύης και της συνεργασίας που μας έδενε όλους στο πρώτο μας ομαδικό ξεκίνημα. Περισσότερο από κάθε άλλη βοήθεια προσωπική, εκείνο που μου έδινε, πιστεύω, μια τόσο ακατάβλητη διάθεση για δημιουργία, ήταν η συναίσθηση ενός κοινού αγώνα και μιας κοινής αποστολής. Όμως, αν υπάρχουν υπεύθυνοι που χάθηκε κάτι τέτοιο, είμαι κι εγώ ανάμεσα σ’ αυτούς.

 

«Δεν λυπάμαι τους ποιητές που έμειναν χωρίς κοινόν, λυπάμαι το κοινόν που έμεινε χωρίς ποιητές».

 

— Πώς βλέπετε σήμερα τον Υπερρεαλισμό, που εστάθηκε η πρώτη σας αγάπη και σας βοήθησε να βρήτε την αληθινή σας φωνή;

Άσχετα από το βιοθεωρητικό του περιεχόμενο που με γοήτευε κι εξακολουθεί πάντοτε να με γοητεύει , ο Υπερρεαλισμός, σαν τρόπος έκφρασης, εστάθηκε για μένα δίκοπο μαχαίρι. Από το ένα μέρος με βοήθησε αφάνταστα να κατανικήσω τη φυσική συστολή που χαρακτήριζε την πρώτη μου νεότητα και ν’ αξιοποιήσω τα αποθέματα τόλμης εκφραστικής που έκλεινα μέσα μου. Από το άλλο όμως, με εμπόδισε ν’ ακριβολογήσω συναισθηματικά και ν’ αντιληφθώ το ποίημα σαν μονάδα ιδανική όπου και η πιο παραμικρή λέξη ή πρέπει να λειτουργεί οργανικά ή να εξοβελίζεται. Στον γενικό ισολογισμό, παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι το κέρδος υπήρξε μεγαλείτερο. Εξ άλλου εδώ στην Ελλάδα, συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Από τον Υπερρεαλισμό φτιάξαμε «κάτι άλλο», που απέχει πολύ από την αρχική θεωρία, κάτι μοναδικό σε παγκόσμια κλίμακα, και που παρουσιάζει γι’ αυτό εξαιρετικό ενδιαφέρον. Είμαι βέβαιος ότι αν οι ξένοι μπορούσαν να διαβάσουν ελληνικά, το φαινόμενο θα είχε μελετηθεί από πολλές πλευρές. Δυστυχώς, σ’ εμάς, ούτε αντιμετωπίστηκε ποτέ από τους κριτικούς (ποιους κριτικούς; έχουμε φτάσει στο «σημείο μηδέν» της νεοελληνικής κριτικής), ούτε έγινε κατανοητό από τους νεώτερους που εκφράζονται με ειρωνεία για τον Υπερρεαλισμό, επειδή δεν γνωρίζουν γι’ αυτόν παρά όσα αναφέρουν οι Εγκυκλοπαίδειες, δηλαδή την αυτόματη γραφή, την παράλογη εικόνα, και την ονειρική αλληλουχία. Ενώ, για κάτι εντελώς διαφορετικό, βέβαια, πρόκειται.

(…)

 

Καλοκαιρινή προπολεμική φωτογραφία του Οδυσσέα Ελύτη

 

Τo 1971 o Οδυσσέας Ελύτης γινόταν 60 ετών. Την 25η Γενάρη εκείνης της χρονιάς η Λιλή Ζωγράφου (1922-1998) πραγματοποιεί μιαν ομιλία στο Θέατρο Κάβα του Νίκου Χατζίσκου, η οποία επαναλήφθηκε και την 14η του Φλεβάρη, πριν κυκλοφορήσει σε βιβλίο, ως «ο ηλιοπότης ΕΛΥΤΗΣ», από τις εκδόσεις Ερμείας. Επιλέγουμε ένα απόσπασμα, που μας συνδέει (και) με τη συνέντευξη τού ποιητή στο Βήμα.

 

Γράφει η Λιλή Ζωγράφου:

Όταν ο Ελύτης ήταν νεόκοπος ποιητής, γράφτηκαν κάτι λίγα γι’ αυτόν. Ο σεβαστός Τίμος Μαλάνος τού αφιέρωσε το 1943 (Κριτικά Δοκίμια, Αλεξάνδρεια) ένα δοκίμιο 12 σελίδων, από τις οποίες οι 10 αναφέρονταν στον υπερρεαλισμό, τον Ελυάρ και τον Μοντερλάν και οι 2 –και πολλές του– αφορούσαν τον Έλληνα Ελύτη. Αρκετές πάντως για να χωρέσουν το φόβο του κριτικού, πως «τα ποιήματα (του Ελύτη) παρουσιάζουν συνήθως κάτι το παραφορτωμένο και μάταιο… Αλλά αυτό το ασυγκράτητο παιχνίδι του Ελύτη πού θα πάει;». Αναρωτιέται ο κριτικός εναγώνια. «Άλλοτε, ομολογεί, διψούσα για λίγον Ελύτη στο Καβαφικό έργο. Σήμερα θα είχα να ζητήσω από το έργο τού άφθαστου αυτού φαντασιοκόπου, λίγον Καβάφη».

 

Ανθρώπινα τα λάθη. Αλλά, δυστυχώς, τα λάθη παίρνουν το μέγεθος εκείνου που τα διαπράττει.

 

Έτσι κάποτε και ο Μπιελίνσκι βιάστηκε! Κι έγραψε πως, ποτέ ο Ντοστογιέφσκι δεν θα γινόταν τόσο μεγάλος όσο μια Γεωργία Σάνδη! Κι ευτυχώς που δεν έγινε.

Όχι, πως με τον παραλληλισμό αμφισβητώ το μέγεθος του Καβάφη, αλλά την όσφρηση τού κριτικού, αυτή ναι.

 

Υπάρχουν ακόμη ένα-δυο κριτικά κείμενα, πάντα για την πρώτη ποιητική περίοδο του Ελύτη, και μετά Σιωπή!

 

Στο 1965 δημοσιεύεται στο περιοδικό «Εποχή» (τ.29 – Σεπτέμβριος) μια φιλολογική ανάλυση τού καθηγητή Δ. Ν. Μαρωνίτη «Πρώτα φιλολογικά προλεγόμενα στο Άξιον Εστί του Ελύτη». Όπως εξηγεί και ο ίδιος ο συγγραφέας, με το δοκίμιό του αυτό «προσπαθεί να ορίσει περισσότερο ένα πλαίσιο και λιγότερο το περιεχόμενό του».

Ο Ελύτης χαιρετίζει με αληθινή χαρά το γεγονός, γιατί είναι ήδη βαθιά πληγωμένος από τα τείχη της σιωπής γύρω από το έργο του. Σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Βήμα (31 Οκτωβρίου 1965) λέει (σ.σ. πρόκειται φυσικά για τη συνέντευξη, αποσπάσματα της οποίας διαβάσατε λίγο πριν):

 

«Είναι περίεργο μα την αλήθεια, αυτό που συμβαίνει στον τόπο μας με την κριτική.(…) Στην Ελλάδα ο αριθμός εκείνων που κάνουν κριτική ολοένα λιγοστεύει. Και πως, κι εκείνων που μας έχουν απομείνει, η εργασία παρουσιάζει μια τόσο τρομακτική ανεπάρκεια(…) Αν στην Ελλάδα συμβαίνει το φαινόμενο να ξεκινούν πολλοί και να φτάνουν λίγοι, κατά ένα μεγάλο μέρος οφείλεται, νομίζω, στον βαθμιαίο μαρασμό που παθαίνει ο καλλιτέχνης, καταδικασμένος να σβήνει, χωρίς τη χαρά μιας ανταπόδοσης ηθικής ή υλικής, μέσα στη γύρω του παγερότητα και αδιαφορία…».

 

Στην ίδια αυτή συνέντευξη ο Ελύτης θα πει και τούτο το υπέροχο, αλλά τόσο τραγικό:

 

«Δεν λυπάμαι τους ποιητές που έμειναν χωρίς κοινόν, λυπάμαι το κοινόν που έμεινε χωρίς ποιητές».

 

Οδυσσέας Ελύτης: Προσανατολισμοί (1940). Η Μαρίνα των Βράχων από την ενότητα Η θητεία του Καλοκαιριού

Μουσική: Βασίλης Δημητρίου «Βαρκαρόλα» από το LP «Κυκλάδες» (1980)

Βίντεο: POLAVL188