Βιβλίο

Αντίποδες: ένας μικρός εκδοτικός οίκος με μεγάλο ένστικτο

Οι εκδότες του "Γκιακ" εξηγούν πώς ένα πείραμα που ξεκίνησε με ελάχιστα απογειώθηκε χάρη στη σοβαρή δουλειά τους.

Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε μια λογική επένδυσης, αφού δεν υπήρχαν χρήματα για να επενδυθούν. Ξεκινήσαμε ίσα ίσα με τα χρήματα για να βγουν τα δυο πρώτα βιβλία (η «Καρδιά Σκύλου» και το «Γκιακ»), και το ένα έφερε το άλλο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Ξεκίνησαν στα τέλη του 2014 δυναμικά, με μια τεράστια εκδοτική επιτυχία, με ένα από τα πιο συζητημένα και αξιόλογα βιβλία των τελευταίων χρόνων: Το Γκιάκ του Δημοσθένη Παπαμάρκου και η συνέχειά τους είναι εντυπωσιακή για νέο εκδοτικό. Έχουν κυκλοφορήσει μερικά εξαιρετικά δείγματα νέας ελληνικής λογοτεχνίας στις συλλογές διηγημάτων των Άγη Πετάλα (Η Δύναμη του κυρίου Δ*), του Δημήτρη Καρακίτσου (Βούνεσμπεργκ), του Κώστα Περούλη (Αυτόματα) και του Παναγιώτη Κεχαγιά (Τελευταία Προειδοποίηση), παράλληλα με δοκίμια, ξένη λογοτεχνία και ποίηση σε εκδόσεις λιτές και όμορφες που είναι χαρακτηριστικές και αναγνωρίσιμες. Ο Κώστας Σπαθαράκης και ο Θοδωρής Δρίτσας δεν είναι απλά τυχεροί και με διαίσθηση, είναι χρόνια στο χώρο των εκδόσεων (έχουν δουλέψει ως επιμελητές και μεταφραστές και έχουν μοιραστεί την εμπειρία της Λεύγας, ενός πολιτικού και θεωρητικού περιοδικού), και  έχουν από την αρχή θέσει πολύ ψηλά τον πήχη. Στα γραφεία τους, στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας στου Γκύζη κοντά στο Πεδίο του Άρεως, μας υποδέχονται ο Κώστας και η Στέλλα (Ζουμπουλάκη) η οποία είναι το τρίτο μέλος της ομάδας για μια κουβέντα που κατέληξε μεγάλης διάρκειας και ήταν δύσκολο να απομαγνητοφωνηθεί. Στο μπαλκόνι τα σπουργίτια έκαναν γιορτή.

— Πώς ξεκινήσατε να κάνετε έναν εκδοτικό σε μια τέτοια εποχή, που είναι όλα τόσο δύσκολα;

Το βασικό κίνητρο ήταν ότι δυσκολευόμασταν πολύ να προχωρήσουμε με τα υπόλοιπα πράγματα που κάναμε. Και εγώ και ο Θοδωρής Δρίτσας δουλεύαμε ως διορθωτές και μεταφραστές επί αρκετά χρόνια. Νιώθαμε ότι βρισκόμασταν σε ένα αδιέξοδο και οικονομικό και δημιουργικό· η κρίση και η γενική πτώση του χώρου του βιβλίου έθετε πολύ συγκεκριμένους περιορισμούς, και όχι μόνο οικονομικούς. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει περάσει από τον χώρο του βιβλίου και να μην έχει σκεφτεί ότι κάποτε θα φτιάξει έναν δικό του εκδοτικό οίκο. Ήταν επομένως μια δημιουργική διέξοδος – αφού ξέρουμε να κάνουμε αυτήν τη δουλειά, γιατί να μην το προσπαθήσουμε;

Μεσολάβησε η πολύ σημαντική εμπειρία ενός πολιτικού και θεωρητικού περιοδικού, της «Λεύγας», στην οποία συμμετείχαμε και οι δύο για μερικά χρόνια, και σταδιακά η αφηρημένη ιδέα άρχισε να παίρνει σχήμα. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε μια λογική επένδυσης, αφού δεν υπήρχαν χρήματα για να επενδυθούν. Ξεκινήσαμε ίσα ίσα με τα χρήματα για να βγουν τα δυο πρώτα βιβλία (η «Καρδιά Σκύλου» και το «Γκιακ»), και το ένα έφερε το άλλο. Υπήρχε ένας σχεδιασμός πολύ πιο μακροπρόθεσμος και πολύ πιο θεωρητικός, αλλά κατά κάποιο τρόπο μας ξεπέρασε η πραγματικότητα.

 

 

— Ξεκινήσατε με λογοτεχνία, αλλά είχατε στο μυαλό σας και άλλα πράγματα.

 

Θέλαμε να ξεκινήσουμε με λογοτεχνία. Θεωρούμε ότι είναι ένα πεδίο στο οποίο παράγονται ενδιαφέροντα πράγματα στην Ελλάδα σήμερα. Είχαμε αυτή την αίσθηση από το περιβάλλον μας, από τον γύρω χώρο, από τον Παπαμάρκο που τον γνωρίζαμε, από άλλους ανθρώπους που βιβλία τους σταδιακά εκδόθηκαν από μας. Είχαμε μια επαφή μαζί τους από πριν, και θεωρούσαμε ότι αυτό ήταν για μας ένα προνομιακό πεδίο. Ξέραμε τι να διαλέξουμε, πού να κινηθούμε, τι να ζητήσουμε, είχαμε μια σταθερή αίσθηση, κι ας μην είχαμε πολύ συγκεκριμένο πρόγραμμα. Στα άλλα πεδία θα πάμε σταδιακά και λίγο πιο αργά, όπως είναι φυσικό, αφού εκεί χρειάζεται πιο σταθερός σχεδιασμός. Όλα, πάντως, θα ενταχθούν σε μια ενιαία σειρά, όπου το δοκίμιο και η λογοτεχνία δεν θα διαφέρουν οπτικά, δεν θα απευθύνονται σε διαφορετικά κοινά, στους πιο σοβαρούς και στους λιγότερο σοβαρούς. Θα προσπαθήσουμε –και αυτή είναι η λογική μας– να απευθύνονται όλα μας τα βιβλία σε έναν ιδανικό αναγνώστη.

 

Ο αναγνώστης δεν περιμένει πια να γνωρίσει το βιβλίο μόνο από τον εκδότη ή τις εφημερίδες. Έχει πρόσβαση στα έντυπα του εξωτερικού, προσανατολίζεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ξέρει τι γίνεται, δεν μπορείς να τον κοροϊδέψεις. Με δυο λόγια, υπάρχει και σήμερα ευρύ κοινό, είναι όμως πολύ πιο δύσκολο απ' ό,τι παλιότερα.

 

— Ο οποίος ποιος είναι;

Αυτό προφανώς διαφοροποιήθηκε στην πορεία, σήμερα η αίσθηση που έχουμε είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που είχαμε στην αρχή. Η εικόνα διευρύνθηκε πάρα πολύ. Η κίνηση του «Γκιακ» και η επιτυχία του έσπασε την εύκολη προκατάληψη που έχουμε συχνά, ότι οι άνθρωποι δεν διαβάζουν, δεν ασχολούνται, δεν ενδιαφέρεται κανείς κ.λπ., την έσπασε στην πράξη. Όμως και η κίνηση των άλλων βιβλίων μας έδειξε ότι υπάρχουν πολύ μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις και ποικιλία ενδιαφερόντων απ' ό,τι θα φανταζόταν κανείς. Υπήρχε επίσης μια πολύ ισχυρή γενεακή διάσταση, που φάνηκε και από τη στήριξη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην κουβέντα, στην καθημερινή επικοινωνία, σε αυτό το «μπράβο, ρε παιδιά, κάνετε κάτι πολύ ωραίο». Αυτό είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που κερδίσαμε, αυτό μας δίνει κέφι να συνεχίζουμε.

Γενικότερα, πάντως, πιστεύουμε πως στην Ελλάδα υπάρχει ένα πολύ ευρύ αναγνωστικό κοινό, υπάρχουν πολλοί μορφωμένοι και πεπαιδευμένοι άνθρωποι οι οποίοι έχουν μικρή σχέση με την ελληνική βιβλιοπαραγωγή, άνθρωποι που διαβάζουν λογοτεχνία, θεωρία, ιστορία, απευθείας από τις ξένες εκδόσεις, που πηγαινοέρχονται στο εξωτερικό και βρίσκονται ανάμεσα σε δύο ή τρεις γλώσσες. Εκεί είναι και το μεγαλύτερο εκδοτικό στοίχημα σήμερα: πρέπει να προσεγγίσουμε αυτό το κοινό, προσφέροντάς του κάτι που δεν μπορεί να βρει σε καλύτερη ποιότητα έξω. Και επίσης πρέπει να το προσφέρουμε σχετικά φτηνά. Γιατί αν ένα βιβλίο κοστίζει τελικά το διπλάσιο και τριπλάσιο απ' ό,τι το πρωτότυπο, ενώ η μετάφραση δεν είναι καλή, γιατί να την προτιμήσει κανείς; Ο αναγνώστης δεν περιμένει πια να γνωρίσει το βιβλίο μόνο από τον εκδότη ή τις εφημερίδες. Έχει πρόσβαση στα έντυπα του εξωτερικού, προσανατολίζεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ξέρει τι γίνεται, δεν μπορείς να τον κοροϊδέψεις. Με δυο λόγια, υπάρχει και σήμερα ευρύ κοινό, είναι όμως πολύ πιο δύσκολο απ' ό,τι παλιότερα.

 

Η βασική μας επιδίωξη ήταν να φτιάξουμε μια ενιαία σειρά όπου η λογοτεχνία, κλασική και σύγχρονη, ελληνική και ξένη, θα συνυπάρχει και θα συνομιλεί με τη φιλοσοφία και την Ιστορία. Θέλαμε να τονίσουμε αυτή την ενότητα, επιλέγοντας μια ενιαία αισθητική για τα εξώφυλλα και την τυπογραφία όλων των τίτλων μας. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Πόσο μεγάλη σημασία έχει μια μετάφραση;

Η μετάφραση είναι κάτι θεμελιώδες, μια μέτρια ή κακή μετάφραση, ειδικά στη λογοτεχνία, δεν μπορείς να τη βελτιώσεις ουσιαστικά, μπορείς ίσως μόνο να τη σουλουπώσεις, ώστε να μη φαίνονται τα προβλήματα. Έχουμε κάνει χρόνια αυτήν τη δουλειά, και εγώ και ο Θοδωρής και η Στέλλα Ζουμπουλάκη, που εντάχθηκε στην ομάδα από πέρυσι. Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει να ξεχνάμε αφενός ότι μια καλή μετάφραση είναι πάντοτε παιδί πολλών ανθρώπων, και αφετέρου ότι έχει και μια τεχνική διάσταση. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό να μπορεί ο επιμελητής να συνεννοηθεί με τον μεταφραστή, να έχει μια πνευματική επικοινωνία μαζί του, να μπορεί να παρέμβει ουσιαστικά με τεχνικό τρόπο.

 

Η συνεργασία μας ξεκίνησε όμως πολύ καλά με την πρώτη μετάφραση που βγάλαμε, την «Καρδιά σκύλου», από μια μεταφράστρια που εκτιμάμε και την ίδια και το έργο της, την Ελένη Μπακοπούλου. Είναι μια εξαιρετική επαγγελματίας και είναι από τους ανθρώπους με τους οποίους μπορεί κανείς να έχει μια άψογη συνεργασία αλλά και να περάσει πολύ καλά. Γενικότερα, η λογική μας ήταν να αναζητήσουμε γύρω μας ανθρώπους που έχουν ένα ειδικό ενδιαφέρον για ένα συγκεκριμένο βιβλίο. Η μετάφραση του «Ημερολογίου προσευχής» της Φλάννερι Ο'Κόννορ από τον Γιάννη Παλαβό προέκυψε επειδή τον πετύχαμε μια μέρα σε ένα καφέ να διαβάζει το «Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος». Εκτός από το επαγγελματικό στοιχείο της μετάφρασης υπάρχει και η αγάπη για ένα συγκεκριμένο συγγραφέα ή βιβλίο, η οποία μπορεί να είναι πολύ παραγωγική. Ο Άκης Παπαντώνης είχε διαβάσει το Ανατολικά της Δύσης του Μιροσλάβ Πένκοφ, μας το πρότεινε και προχωρήσαμε. Ξέρουμε από τη δική μας εμπειρία ότι εντέλει η μεταφραστική δουλειά δεν πληρώνεται, και όσο καλύτερη είναι, τόσο λιγότερο πληρώνεται. Και κατά τη γνώμη μου, ως αναγνώστες οφείλουμε πάντα ευγνωμοσύνη και σεβασμό στους μεταφραστές και στους επιμελητές, αυτούς τους επίμονους, αφανείς ανθρώπους, που είναι οι αντένες και οι δίαυλοί μας. Ξέρουμε ότι υπάρχει εκεί ένας κόπος που είναι πάντα απλήρωτος.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κακές μεταφράσεις, το αντίθετο. Αλλά θα ήμασταν αχάριστοι αν δεν βλέπαμε πόσο έχουν βελτιωθεί τα πράγματα τα τελευταία είκοσι χρόνια, και με πολύ ποιοτικές μεταφράσεις και με πολλή δουλειά από τους εκδοτικούς οίκους. Τα στάνταρ που έχουμε σήμερα είναι πολύ ψηλότερα και επομένως είναι και οι απαιτήσεις πολύ υψηλότερες.

 

 

— Σας ενδιαφέρει η νέα γενιά συγγραφέων; Φαίνεται ότι όλοι οι συγγραφείς σας είναι μέχρι κάποιας ηλικίας, πριν από τα 40. Ισχύει αυτό;

Προφανώς εκεί είναι πιο εύκολη η πρόσβασή μας. Με πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους είχαμε φιλικές σχέσεις, ξέραμε τη δουλειά τους από πριν, φανταζόμασταν εξαρχής πώς θα ενταχθεί αυτή στη δική μας λογική, στο δικό μας πρόγραμμα, με πολλούς έχουμε συνδιαμορφώσει κάποια πράγματα, με κάποιους ήμασταν μαζί στη «Λεύγα», με κάποιους έχουμε παράλληλες διαδρομές σπουδών ή κοινούς φίλους, άρα υπάρχει ένα περιβάλλον από το οποίο ήταν εύκολο να αντλήσουμε σε πρώτο χρόνο πολύ ενδιαφέροντα πράγματα.

Το δεύτερο είναι ότι όντως θεωρούμε ότι εκεί κάτι γίνεται, κάτι κινείται, υπάρχει μια αναζήτηση που μπορεί να μας βγάλει από τα αισθητικά αδιέξοδα στα οποία έχει, πιστεύω, εγκλωβιστεί η ελληνική λογοτεχνία. Τεκμήριο αυτής της κινητικότητας είναι η ποικιλομορφία των βιβλίων που εκδίδονται, και, για να μιλήσουμε για τα δικά μας, άλλη είναι η λογική του Παπαμάρκου, άλλη του Πετάλα, άλλη του Ελευθεράκη, άλλη του Περούλη και άλλη του Κεχαγιά – έχουμε πολλούς διαφορετικούς άξονες, διαφορετικές αντιλήψεις περί λογοτεχνίας στα βιβλία που εκδώσαμε μόνο εμείς σε αυτό τον ενάμιση χρόνο. Χωρίς να μιλήσουμε για την ποιότητα κάθε έργου ή την εμβέλεια και την πρόσληψή του, καταλαβαίνουμε ότι έχουμε μια αναζήτηση σε επίπεδο μορφής και περιεχομένου που δεν είναι καθόλου αδιάφορη. Αυτό δεν σημαίνει ότι προσχωρούμε στη λογική της γενιάς, που είναι η λογική της επετηρίδας – είναι τελείως λάθος να πιστεύει κανείς ότι τα ενδιαφέροντα πράγματα μπορούν να προέλθουν μόνο από τους νεότερους. Άσε που το γεγονός ότι λογοτέχνες σαράντα χρονών θεωρούνται νέοι είναι το απόγειο του κομφορμισμού. Πώς φανταζόμαστε ότι σχετίζονται οι μικρότεροι με τη λογοτεχνία και το βιβλίο;

 

Υλικό παίρνετε; Σας στέλνουν;

Πολύ.

 

— Είναι καλής ποιότητας;

Παίρνουμε πάρα πολλά βιβλία, αλλά και προτάσεις, ιδέες κ.λπ. και συχνά από ανθρώπους που για πρώτη φορά επιχειρούν να εκδώσουν κάτι. Το διάβασμα τέτοιων κειμένων και η επικοινωνία με τους συγγραφείς είναι ένα σημαντικό μέρος της δουλειάς μας, και όχι πάντα το πιο ευχάριστο, αφού ελάχιστα θα εκδώσουμε τελικά. Έτσι είμαστε συνεχώς απορριπτικοί, ακόμη και με βιβλία που αναγνωρίζουμε το ενδιαφέρον τους ή τον μόχθο του συγγραφέα. Πάντως λαμβάνουμε και πολλά κείμενα που δεν είναι ολοκληρωμένα, που δεν έχουν πίσω τους ένα συγγραφικό σχέδιο ή που δεν έχει τελειώσει η επεξεργασία τους. Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν κάτι, αλλά δεν ξέρουν ακριβώς τι είναι αυτό, τι θέλουν εκείνοι, δεν ξέρουν τι να το κάνουν, και αναζητούν έναν προσανατολισμό ή μια επιβεβαίωση από μας.

 

Δεν έχουν απλώς εκπληρωθεί οι προσδοκίες μας, τις έχουμε υπερβεί κατά πολύ. Ούτε καν είχαμε φανταστεί κάτι τέτοιο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Λάθος λογική από την αρχή για να ξεκινήσεις να γράφεις ένα βιβλίο.

Να σου πω πάντως, συχνά λέμε στείλτε το για να δούμε πού είμαστε, γιατί καμιά φορά από ένα μικρό κομμάτι καταλαβαίνεις τι γίνεται και μπορείς να αποτρέψεις τον άλλο από το να μπει στη διαδικασία και να σπαταλήσει πολύ χρόνο για κάτι που δεν αξίζει. Όταν βλέπεις ένα μυθιστόρημα 500 σελίδων δουλεμένο μέχρι τέλους το οποίο δεν είναι καλό, πραγματικά λυπάσαι τα δύο-τρία χρόνια που ξόδεψε ο συγγραφέας για να κάνει όλη αυτήν τη δουλειά.

 

— Γράφει και όλος ο κόσμος πια.

Το πιο σημαντικό, πάντως, είναι ότι πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν διαβάζουν καν, δεν έχουν καμία γνώση αυτού του πεδίου, δεν ξέρουν τι είμαστε εμείς που μας στέλνουν το κείμενό τους, δεν μπαίνουν καν στον κόπο να ψάξουν λίγο στο βιβλιοπωλείο. Ρωτάς: «Πώς αποφασίσατε να έρθετε σ' εμάς; Έχετε διαβάσει κάποιο βιβλίο μας;» «Όχι, είδα κάτι στο Ίντερνετ». Δεν τους νοιάζει καθόλου ο ρόλος του εκδότη, το προφίλ του, τι λογοτεχνία βγάζει, ποια κατεύθυνση ακολουθεί κ.λπ. Υπάρχει μια έγνοια αναγνώρισης αυτού που θέλω να κάνω ή κρύβω σαν δυναμικό μέσα μου, δεν υπάρχει καθόλου όμως μια στρατηγική για το πώς θα γίνει αυτό.

 

— Τι σημαίνει σε νούμερα μια επιτυχία;

Το «Γκιακ» έχει πουλήσει 16 χιλιάδες αντίτυπα. Είναι μια ανέλπιστη επιτυχία.

 

— Είναι ένα νούμερο τρελό για την Ελλάδα.

Είναι τελείως τρελό. Το «Γκιακ» ήταν μια απόλυτη εξαίρεση. Δεν συνέβη φυσικά το ίδιο με τα υπόλοιπα βιβλία μας, παρότι θεωρούμε πως το να εξαντληθεί γρήγορα μια έκδοση χιλίων αντιτύπων και να προχωρήσουμε στην επόμενη, όπως συνέβη με τη «Δύναμη του κυρίου Δ*», με τα «Αυτόματα» και με την «Τελευταία προειδοποίηση», είναι πολύ σημαντικό και ελπιδοφόρο.

 

— Ένας εκδοτικός μπορεί όμως να συντηρηθεί αν τα βιβλία του πουλάνε χίλια και δύο χιλιάδες αντίτυπα;

Δεν είναι συγκρίσιμες όλες οι καταστάσεις. Το κόστος ενός βιβλίου διαφέρει από εκδότη σε εκδότη. Εμείς γράφουμε πάντοτε στον κολοφώνα του βιβλίου τον αριθμό των αντιτύπων κάθε έκδοσης, δεν είναι κάτι που το κρατάμε κρυφό. Είναι όμως πράγματι μια οριακή κατάσταση όταν δεν αφορά τα ελληνικά βιβλία. Γιατί αν προστεθεί το κόστος της μετάφρασης και της επιμέλειας, συν το κόστος της λειτουργίας του εκδοτικού οίκου, τα πράγματα γίνονται όντως δύσκολα. Εμείς προσπαθούμε να ελαχιστοποιούμε το κόστος, λειτουργώντας χωρίς πραγματική υποδομή και κάνοντας πάρα πολλά πράγματα μόνοι μας, τα πάντα σχεδόν, από διάβασμα μέχρι κουβάλημα – δεν υπάρχουν εξωτερικοί συνεργάτες, πέρα από τους μεταφραστές, και εντέλει δεν προσδοκούμε τίποτα περισσότερο από την κανονική αμοιβή της εργασίας μας. Έτσι μπορεί κανείς να λειτουργήσει επαρκώς.

Υπάρχει όμως ένα ζήτημα. Αυτό το μοντέλο προσφέρει ασφαλώς το πλεονέκτημα ότι το ρίσκο είναι μικρότερο, ξεκινά κανείς χωρίς μεγάλο κίνδυνο. Έχεις τα έξοδα της εκτύπωσης, έχεις τα έξοδα της μετάφρασης, αν κάτι πάει καλά, όπως με το «Γκιακ», θα προχωρήσεις, αν κάτι δεν πάει, δεν έχασες και τίποτα. Από την άλλη, δεν μπορεί όλο το εκδοτικό σύστημα να λειτουργεί έτσι, γιατί αυτό σημαίνει πως πολλά βιβλία που είναι χρήσιμα και σημαντικά και πρέπει να τα διαβάσουμε στα ελληνικά δεν θα τα διαβάσουμε ποτέ. Επίσης σημαίνει ότι είναι πολύ δύσκολος ένας πιο μακρόπνοος και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, ή ότι μεγάλα βιβλία δεν μπορούν να βγουν χωρίς υποστήριξη κάποιου είδους. Σε ένα τέτοιο μοντέλο δεν μπορεί κανείς να προβλέψει αν σε δύο χρόνια θα έχει χρήματα να πληρώσει τη μετάφραση ενός μεγάλου βιβλίου που αναθέτει σήμερα, επομένως είναι αναγκαστικά πιο συγκρατημένος.

 

Προσπαθήσαμε, πάντως, να φτιάξουμε ένα βιβλίο που να είναι ωραίο, αλλά να έχει χρηστικό χαρακτήρα, να μην είναι ακριβό και να μη φοβάσαι να το πιάσεις.

 

— Δεν έχουν εκπληρωθεί μέχρι τώρα οι προσδοκίες σας; Δεν είστε ευχαριστημένοι από τη μέχρι τώρα πορεία;

Απόλυτα. Και δεν έχουν απλώς εκπληρωθεί, τις έχουμε υπερβεί κατά πολύ. Ούτε καν είχαμε φανταστεί κάτι τέτοιο. Λέω απλώς ότι αυτό το μοντέλο δεν είναι υποχρεωτικό για όλους. Καλό είναι να υπάρχει αυτό και ως εκδοτική λογική και ως λογική εργασίας, είναι όμως απαραίτητο να υπάρχει και το άλλο, και να συνυπάρχουν στον εκδοτικό χώρο. Δεν πρέπει να γίνουν όλοι έτσι: άνθρωποι που ζούνε κουβαλώντας τη μισή μέρα και διορθώνοντας και μεταφράζοντας την άλλη μισή. Είναι απαραίτητο να υπάρχει και ένας ορθός καταμερισμός των εργασιών, αλλιώς κινδυνεύουμε να μείνουμε σε ένα ερασιτεχνικό επίπεδο.

 

— Έχει έρθει κανείς να πληρώσει για να βγάλει βιβλίο;

Πολλοί ρωτάνε αν θέλουμε χρήματα, προφανώς γιατί αυτό είναι κάτι που συμβαίνει, παρότι εμείς δεν το θεωρούμε σωστό.

 

— Χωρίς να εννοώ ότι ένα «πληρωμένο» βιβλίο είναι απαραίτητα και κακό, δεν είναι ένα θέμα όλη αυτή η υπερπαραγωγή βιβλίων μέσα στην οποία είναι πολύ δύσκολο να κάνεις ξεσκαρτάρισμα; Είναι πολύ πιο δύσκολο πια να εντοπίσεις το καλό βιβλίο ή να εμπιστευτείς μια κριτική.

Είναι ένα πρόβλημα που αφορά και όλο τον δημόσιο λόγο για το βιβλίο. Πρέπει να δούμε γιατί έχει υπονομευτεί τόσο αυτό το πεδίο, γιατί κανένας δεν έχει εμπιστοσύνη σε κανέναν ή γιατί το αναγνωστικό κοινό αδιαφορεί συχνά για τη γνώμη των κριτικών, και ακούει πιο εύκολα έναν φίλο ή έναν βιβλιοπώλη που γνωρίζει. Το ζήτημα συνδέεται άλλωστε και με την παρακμή των λογοτεχνικών περιοδικών, τη χαμηλή κυκλοφορία των εφημερίδων, και με το γεγονός ότι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο Διαδίκτυο είναι σπάνιες οι ερμηνευτικές και αξιολογικές παρεμβάσεις που υπερβαίνουν το «μ' αρέσει/δεν μ' αρέσει».

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Υπάρχει κάποιος από αυτούς που γράφουν για βιβλίο που εμπιστεύεστε τυφλά, που θα σας στείλει στο βιβλιοπωλείο όταν διαβάσετε τη γνώμη του;

Υπάρχουν άνθρωποι που μας ενδιαφέρει η γνώμη τους, που παρακολουθούμε συστηματικά εδώ και χρόνια όσα γράφουν και που μας κινούν την περιέργεια όταν γράφουν για ένα βιβλίο. Πιο πολύ μας ενδιαφέρουν, πάντως, οι πιο συστηματικές κριτικές προσεγγίσεις. Από την άλλη, δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι υπάρχουν άπειρες παραγνωρισμένες μεγαλοφυΐες ή έργα τα οποία έχουν φύγει από τον ορίζοντά μας. Υπάρχουν βιβλία που για διάφορους λόγους, ακόμη και πολιτικούς, δεν έχουν καμία δημοσιότητα και προφανώς υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι συγγραφείς που δεν φαίνονται πολύ. Αλλά τα κοινωνικά δίκτυα έχουν έτσι κι αλλιώς ανοίξει εντελώς το πεδίο και επίσης είμαστε ένα μικρό χωριό, κι έτσι τα πράγματα που έχουν κάποια αξία θα τα ακούσεις έστω και με μια μικρή καθυστέρηση, αν όχι στην εφημερίδα, τότε από κάποιο φίλο.

 

— Οι τόσες παρουσιάσεις βιβλίων τι προσφέρουν;

Εξαρτάται, συνδέεται με αυτό που είπαμε πριν για τον δημόσιο λόγο σχετικά με το βιβλίο. Πέρα από την κοινωνική επαφή με τον κύκλο του δημιουργού και τις πωλήσεις, είναι πράγματι ένα ερώτημα αν οι συζητήσεις αυτές, ανεξάρτητα από την αξία του βιβλίου, είναι όντως ενδιαφέρουσες.

 

— Είναι;

Όχι. Όταν η συζήτηση αφορά ένα βιβλίο που έχει διαβαστεί, το κοινό το γνωρίζει και οι ομιλητές έχουν συναίσθηση ότι δεν συστήνουν κάτι προς πώληση, τότε έχει μια άλλη λογική και μπορεί να είναι σοβαρότερη. Ουσιαστικές συζητήσεις επίσης γίνονται στις λέσχες ανάγνωσης, συχνότερα απ' ό,τι στις παρουσιάσεις. Υπάρχει εδώ πάντως ένα πρόβλημα που μοιάζει πολύ με το πρόβλημα του κριτικού λόγου για το βιβλίο. Μας λείπουν τα αισθητικά κριτήρια, οι θεωρητικές προκείμενες και το ερμηνευτικό ερώτημα και μας λείπει και η σύγκρουση. Χωρίς αυτά η συζήτηση δεν έχει νόημα και καταλήγει σε μια γενικόλογη ασάφεια. Και σίγουρα η πληθωρικότητα δεν βοηθάει σε όλο αυτό.

 

— Τι ρόλο παίζει η αισθητική στα βιβλία σας; Τα εξώφυλλα;

Η βασική μας επιδίωξη ήταν να φτιάξουμε μια ενιαία σειρά όπου η λογοτεχνία, κλασική και σύγχρονη, ελληνική και ξένη, θα συνυπάρχει και θα συνομιλεί με τη φιλοσοφία και την Ιστορία. Θέλαμε να τονίσουμε αυτή την ενότητα, επιλέγοντας μια ενιαία αισθητική για τα εξώφυλλα και την τυπογραφία όλων των τίτλων μας. Θεωρούμε πως η στρατηγική αυτή έχει αποδειχθεί ως τώρα επιτυχημένη, αφού τα εξώφυλλα της Μάρως Κατσίκα έφτιαξαν ήδη ένα αναγνωρίσιμο στυλ. Προσπαθήσαμε, πάντως, να φτιάξουμε ένα βιβλίο που να είναι ωραίο, αλλά να έχει χρηστικό χαρακτήρα, να μην είναι ακριβό και να μη φοβάσαι να το πιάσεις.

 

Υπάρχουν άνθρωποι που μας ενδιαφέρει η γνώμη τους, που παρακολουθούμε συστηματικά εδώ και χρόνια όσα γράφουν και που μας κινούν την περιέργεια όταν γράφουν για ένα βιβλίο. Πιο πολύ μας ενδιαφέρουν, πάντως, οι πιο συστηματικές κριτικές προσεγγίσεις. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Τι νέες κυκλοφορίες ετοιμάζετε για το άμεσο μέλλον;

Ετοιμάζουμε ένα μικρό δοκιμιακό κείμενο του Χανς Μπλούμενμπεργκ, το «Ναυάγιο με θεατή» (μτφρ. Θοδωρής Δρίτσας), το οποίο είναι και το πρώτο έργο του σημαντικού Γερμανού φιλοσόφου που μεταφράζεται στα ελληνικά. Το κλασικό μυθιστόρημα «Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» της Φλάννερυ Ο'Κόννορ, που θα επανεκδώσουμε στην έξοχη μετάφραση του Αλέξανδρου Κοτζιά. Ετοιμάζουμε επίσης το τελευταίο και γοητευτικότερο έργο της κλασικής Βραζιλιάνας συγγραφέως Κλαρίσε Λισπέκτορ «Η ώρα του αστεριού» (μτφρ. Μάριος Χατζηπροκοπίου). Όσον αφορά την ποίηση, θα εκδώσουμε την πολυσυζητημένη και βραβευμένη ποιητική συλλογή της Ιρανοσουηδής Ατένα Φαρρόκζαντ «Λευκοσελευκό» (μτφρ. Αντώνης Μπογαδάκης), που θεωρείται μία από τις πιο παρεμβατικές νέες φωνές της σουηδικής λογοτεχνίας. Όσον αφορά την ελληνική πεζογραφία, ετοιμαζόμαστε να βγάλουμε το πρώτο μας ελληνικό μυθιστόρημα, τον Ιάκωβο, του πρωτοεμφανιζόμενου Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου. Και φυσικά έχουμε το μεγάλο μας πρότζεκτ, ένα σημαντικό βιβλίο που δουλεύουμε εδώ και πολύ καιρό, την «Πετρούπολη» του Αντρέι Μπέλυι, το οποίο θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στα ελληνικά σε μετάφραση Ελένης Μπακοπούλου.

 

— Πείτε μου ένα πρόσφατο βιβλίο που θα θέλατε πολύ να είχατε εκδώσει.

Τη «Σκούπα και το σύστημα» του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κριτική, σε μετάφραση και επίμετρο Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

 

— Ποια θα ήταν η ιδανική συνέχεια για τους Αντίποδες;

Το ιδανικό θα ήταν να έχουμε σταδιακά τη δυνατότητα να ανοιχτούμε σε πιο φιλόδοξα σχέδια, κρατώντας ζωντανή τη σχέση μας με την τρέχουσα ελληνική παραγωγή, να μπορούμε να ρισκάρουμε λίγο, να προτείνουμε περισσότερα πράγματα.

 

www.antipodes.gr