Βιβλίο

Χέρτα Μίλερ: Η συγγραφέας που σκιαγράφησε το «σύμπαν των στερημένων»

Η βραβευμένη με Νόμπελ Ρουμάνα συγγραφέας, ποιήτρια και δοκιμιογράφος που γνώρισε και έγραψε για τη φρίκη του καθεστώτος του Νικολάε Τσαουσέσκου έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα στις 21 και 22 Μαρτίου στο Goethe-Institut Athen

Η βραβευμένη με Νόμπελ Λογοτεχνίας Χέρτα Μίλερ γεννήθηκε το 1953 σε ένα μικρό γερμανόφωνο χωριό της δυτικής Ρουμανίας.

 

Από τις 22 Μαρτίου 1965 έως τις 25 Δεκεμβρίου 1989 οι πολίτες της Ρουμανίας βίωναν συνθήκες απόλυτης οικονομικής εξαθλίωσης και ανελευθερίας κάτω από το κομμουνιστικό δικτατορικό καθεστώς Τσαουσέσκου και της μυστικής αστυνομίας Σεκουριτάτε.

 

Γνωστή από τη διεθνή τηλεοπτική επικαιρότητα, η εξέγερση του '89 και η βίαιη καταστολή της οδήγησε εν τέλει στην εκτέλεση του ζεύγους Νικολάε και Έλενας Τσαουσέσκου κατόπιν σύντομης δίκης και καταδίκης τους για γενοκτονία, ένοπλη επίθεση κατά του λαού και του πολιτεύματος, καθώς και για καταστροφή κτιρίων και κρατικών ιδρυμάτων που υπέσκαψε την εθνική οικονομία.


Η Χέρτα Μίλερ σπούδασε ρουμανική και γερμανική φιλολογία, ενώ στη συνέχεια εργάστηκε ως μεταφράστρια σε βιομηχανική επιχείρηση, απ' όπου απολύθηκε όταν αρνήθηκε να συνεργαστεί με τη Σεκουριτάτε.

 

Η λογοκρισία στις τέχνες και τα ΜΜΕ έκανε τους πνευματικούς ανθρώπους να ασφυκτιούν. Το 1987 η Μίλερ εγκατέλειψε τη Ρουμανία και εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο.

 

Η Χέρτα Μίλερ, έχοντας βιώσει το αδιέξοδο ενός ολόκληρου λαού, τη χώρα της ως απέραντο φρενοκομείο ή νεκροταφείο, μετέτρεψε τον φόβο και την υποταγή στον θάνατο σε μια γλώσσα υπέρβασης ανάμεσα στη σιωπή της παρατήρησης και στη δράση του λόγου.


Η Ρουμάνα συγγραφέας μαρτυρά τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας στις σχεδόν ερειπωμένες φάμπρικες: την παγωνιά, τις πανάρχαιες, χαλασμένες μηχανές μιας ανύπαρκτης παραγωγής.

 

Τον συνεχή και καθημερινό έλεγχο από την αστυνομία, καθώς και τις αδιάκοπες κομματικές συνεδριάσεις που είχαν εξουθενώσει τον κόσμο. Υπέφερες το ίδιο, είτε ήσουν εργάτης είτε γιατρός.

 

Η ίδια αισθανόταν ότι κανονικά δεν είχε δικαίωμα να διαβάζει βιβλία γιατί στη Ρουμανία το θέμα της επιβίωσης ενός ολόκληρου λαού ήταν σημαντικότερο, όπως εξομολογείται στον Ανταίο Χρυσοστομίδη στην εκπομπή «Οι κεραίες της εποχής μας» το 2012.

 

«Οι κεραίες της εποχής μας» με την Χέρτα Μίλερ, 2012

 

Τρία μυθιστορήματα της Μίλερ έχουν μεταφραστεί από τα γερμανικά στα ελληνικά για τις εκδόσεις Καστανιώτη: «Ο άγγελος της πείνας» (μτφρ. Γιώτα Λαγουδάκου, 2010), «Η αλεπού ήταν και τότε ο κυνηγός» (μτφρ. Κώστας Κοσμάς, 2011) και «Το αγρίμι της καρδιάς» (μτφρ. Γιώτα Λαγουδάκου, 2013).

 

Οι εμπειρίες της σκληρής, αδιάκοπης πείνας, ο φόβος και η κρυφή απειλή οδηγούν στην αυτοκτονία ή στην τρέλα, απαιτώντας μια ιδιαίτερη γλώσσα που μπορεί να περιγράψει αυτή την πραγματικότητα της φρίκης. Η Χέρτα Μίλερ με μεγάλη γλωσσική δεξιοτεχνία και δύναμη περιγράφει συχνά το απερίγραπτο.

 

Όπως είναι η εμπειρία του 17χρονου Γερμανού Λέοπολντ Άουμπεργκ από την Τρανσυλβανία που εκτοπίζεται σε ένα σοβιετικό στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας από το 1945 έως το 1950.

 

Οι ταπεινωτικές συνθήκες εργασίας και η εξευτελιστική μάχη για επιβίωση θα σημαδέψουν την ψυχή και την υπόλοιπη ζωή του («Ο άγγελος της πείνας»).

 

Ή όταν στη Ρουμανία, τέλη της δεκαετίας του '80, σε μία από τις σκληρότερες δικτατορίες της Ευρώπης, η φιλία μετατρέπεται σε εργαλείο της Σεκουριτάτε και ο έρωτας αποτελεί συνώνυμο του άγχους.

 

Οι καλύτεροι αναγνώστες της ποίησης, τελικά, είναι οι πράκτορες του Τσαουσέσκου, που ψάχνουν ανάμεσα στις γραμμές για απαγορευμένα μηνύματα («Η αλεπού ήταν και τότε ο κυνηγός»).


Η Χέρτα Μίλερ επανέρχεται στη σκληρή θεματολογία της παρακολούθησης, της ανάκρισης, του εκβιασμού, της παρακμής, της αυτοκτονίας, της απεγνωσμένης φυγής και της τρέλας (η μόνη που σώζει τελικά) στο εξίσου συγκλονιστικό μυθιστόρημά της «Το αγρίμι της καρδιάς».


Εδώ, χρησιμοποιώντας φόρμουλες που επαναλαμβάνονται και παραπέμπουν στην προφορική παραδοσιακή ποίηση, μετατρέπει τον πεζό λόγο σε μια ιδιότυπη ποιητική δομή.

 

Η πρόζα της θυμίζει τραγούδι που δεν ξεχνιέται ποτέ, επειδή είναι δύσκολο να φυλαχτεί κάτι γραπτό χωρίς να ξετρυπωθεί από τον κομματικό έλεγχο.


Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα-κλειδί του ποιητικού ύφους της Χέρτα Μίλερ αναφέρεται στο συνθηματικό τραγουδάκι που διοχετεύει τον φόβο και την καταπίεση των τριών φίλων-ηρώων της ιστορίας και της αφηγήτριας:


«Στο τραπέζι υπήρχε ένα χαρτί. Διάβαζε, είπε ο λοχαγός Πιέλε. Στο χαρτί ήταν γραμμένο το ποίημα. Διάβαζε δυνατά, για να το φχαριστηθούμε και οι δυο μας, είπε ο λοχαγός Πιέλε. Άρχισα να διαβάζω δυνατά:

 


Όλοι είχαν έναν φίλο σε κάθε συννεφάκι
έτσι είναι βλέπεις με τους φίλους όταν ο κόσμος γεμίζει τρόμο
μέχρι και η μάνα μου έλεγε πως είναι φυσικό
για φίλους ούτε να το συζητάς
σκέψου πράγματα πιο σοβαρά.


Ποιος το έγραψε, ρώτησε ο λοχαγός Πιέλε. Κανείς, ένα δημοτικό τραγούδι είναι. Τότε αποτελεί λαϊκή ιδιοκτησία, είπε ο λοχαγός Πιέλε, ο λαός λοιπόν επιτρέπεται να συνεχίσει να γράφει ποιήματα. Ναι, είπα εγώ. Τότε γράψε ένα ποίημα, είπε ο λοχαγός Πιέλε. Δεν ξέρω να γράφω ποιήματα, είπα. Εγώ όμως ξέρω, είπε ο λοχαγός Πιέλε. Εγώ θα λέω κι εσύ θα γράφεις αυτά που λέω, για να το φχαριστηθούμε και οι δυο μας:

 


Είχα κάποτε τρεις φίλους σε κάθε συννεφάκι
έτσι είναι βλέπεις με τις πουτάνες όταν ο κόσμος γεμίζει
σύννεφα
μέχρι και η μάνα μου έλεγε πως είναι φυσικό
για τρεις φίλους ούτε να το συζητάς
σκέψου πράγματα πιο σοβαρά.


Με υποχρέωσε να τραγουδήσω το ποίημά του. Τραγουδούσα χωρίς να ακούω τη φωνή μου. Από τον φόβο πέρασα στον βέβαιο φόβο. Ο φόβος ήξερε νεράκι το τραγούδι. Ίσως η μελωδία να προερχόταν από την παράνοια της γιαγιάς που τραγουδούσε. Ίσως να ήξερα τραγούδια που η λογική της τα είχε ξεχάσει. Ίσως να έπρεπε να βγει από τα χείλια μου ό,τι χέρσο υπήρχε στο κεφάλι της». (σελ. 89)

 

Η γιαγιά της αφηγήτριας τραγουδάει συνέχεια, αλλά έχει άνοια. Η άνοια έχει προκληθεί από τον φόβο, το «χέρσο» στο κεφάλι της. Η Μίλερ κάνει μια ρηξικέλευθη μετατροπή.

 

Μετατρέπει με έναν παράδοξο τρόπο τον βασανιστή σε δάσκαλο που της μαθαίνει πώς να παραλλάσσει τις ζοφερές, χυδαίες καταστάσεις, να τις εκτοπίζει από το βάθος του νου και της ψυχής της προς την ελεύθερη και ζωτική λειτουργία της τέχνης.


Στις βρόμικες βιομηχανικές πόλεις όπου οι αγρότες που ο Τσαουσέσκου μετέτρεψε σε εργάτες φτιάχνουν «τενεκεδένια πρόβατα» και τα αποκαλούν «μεταλλουργία» η θλίψη της φτώχειας και της πείνας κυριαρχεί.

 

Δημιουργούνται φαινόμενα νοσηρότητας, όπως η αιμοποσία με φλιτζάνι από τον λαιμό ενός φρεσκοσφαγμένου ζώου στην οποία επιδίδονται παρέες σφαγέων. Πάνε ένα βήμα πέρα την κατάποση γλώσσας, νεφρών και άλλων «παραπροϊόντων των σφαγίων».

 

Όπως και η μάνα που κόβει τα δακτυλάκια του χεριού του μικρού παιδιού της προκειμένου να καταλαγιάσει την πείνα της. Μετά, φυσικά δεν αντέχει, κρεμιέται.

 

Τρία μυθιστορήματα της Μίλερ έχουν μεταφραστεί από τα γερμανικά στα ελληνικά για τις εκδόσεις Καστανιώτη.

 

Υπάρχουν και οι αυτοκτονίες-δολοφονίες. Εκείνοι που πεθαίνουν ή τους «πεθαίνουν» γιατί δεν συμμορφώνονται ή θέλουν να φύγουν στη Γερμανία με ντοκουμέντα και φωτογραφίες στα χέρια.

 

Υπάρχουν και οι θανατηφόρες αρρώστιες που βγαίνουν σε αυτούς που ζουν πιο ανάλαφρα γιατί συνεργάζονται με το καθεστώς, καταπιέζοντας συνειδησιακά τη γνώση.

 

Αυτό που γλιτώνει και λυτρώνει όμως είναι «το αγρίμι της καρδιάς», το άγριο πάθος για επιβίωση, που ξεγελά-γελά διαρκώς τον θάνατο. Αυτό κάνει η αφηγήτρια, αφού επεξεργαστεί νοερά το ενδεχόμενο της δικής της αυτοκτονίας μέσα από τις σελίδες ενός κρυμμένου βιβλίου:

 

«Ένα από τα βιβλία του κηπόσπιτου είχε τον τίτλο "Αυτοκτονία". Σε κάποιο σημείο έγραφε ότι για κάθε κεφάλι υπάρχει ένας μονάχα τρόπος θανάτου που του ταιριάζει. Εγώ όμως κινιόμουν πέρα-δώθε μέσα στον παγερό κύκλο ανάμεσα στο ποτάμι και στο παράθυρο. Ο θάνατος μου σφύριζε από μακριά, έπρεπε να πάρω φόρα για να τον φτάσω. Με είχαν σχεδόν στο χέρι, μονάχα ένα μικρό κομμάτι μου δεν έλεγε να συνεργαστεί. Ίσως να ήταν το αγρίμι της καρδιάς».

 

Και:

 

«Σ' εκείνο το βιβλίο οι φράσεις ήταν τόσο κοντά, λες κι αργότερα θα έκαναν εκείνες αυτό που έπρεπε να γίνει. Όταν μετά τις τράβηξα πάνω από το δέρμα μου, σκίστηκαν και με άφησαν να φύγω. Άρχισα να γελάω δυνατά όταν βρέθηκα να χωρίζω στην όχθη τις ζευγαρωμένες πέτρες. Κάποιο λάθος είχα κάνει με τον θάνατο. Τόσο ανόητη ήμουν που με το γέλιο έδιωξα το κλάμα. Τόσο πεισματάρα, που σκέφτηκα ότι το ποτάμι δεν είναι το σακί μου. Το θα-σου χώσουμε-το-κεφάλι-στο νερό δεν θα το καταφέρει ο λοχαγός Πιέλε». (σελ. 95)


Η Χέρτα Μίλερ, έχοντας βιώσει το αδιέξοδο ενός ολόκληρου λαού, τη χώρα της ως απέραντο φρενοκομείο ή νεκροταφείο, μετέτρεψε τον φόβο και την υποταγή στον θάνατο σε μια γλώσσα υπέρβασης ανάμεσα στη σιωπή της παρατήρησης και στη δράση του λόγου.

 

Info:

Στις 21 και 22 Μαρτίου η Μίλερ θα βρίσκεται στο Goethe-Institut Athen όπου και θα διαβάσει αδημοσίευτα μέχρι τώρα στην Ελλάδα έργα της -ποιητικά κολάζ και αποσπάσματα από το βιβλίο της «Η πατρίδα μου ήταν ένα κουκούτσι μήλου»- ενώ θα παραβρεθεί στην πρώτη προβολή στη χώρα μας του ντοκιμαντέρ «Χέρτα Μύλερ – Το αλφάβητο του φόβου».

 

 

 

Βιβλίο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια