Το πρώτο μυθιστόρημα του νομπελίστα συγγραφέα Καζούο Ισιγκούρο ήταν αυτό που τον έκανε αγαπητό βρετανικό κοινό. Φωτο: Jane Bown
Βιβλίο

Προδημοσίευση/ «Αχνή θέα των λόφων» του Καζούο Ισιγκούρο

Ένα απόσπασμα από το πρώτο μυθιστόρημα του νομπελίστα συγγραφέα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Η «Αχνή θέα των λόφων», το πρώτο μυθιστόρημα του Καζούο Ισιγκούρο, ήταν αυτό που τον έκανε αγαπητό και ευρύτερα γνωστό στο βρετανικό κοινό και κέρδισε την εύνοια των κριτικών.

 

Η «Granta» έσπευσε να τον συμπεριλάβει στους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς και οι πιο μεγάλες εφημερίδες τον έφεραν στο προσκήνιο, κάνοντας λόγο για έναν συγγραφέα που με την πρώτη του κιόλας λογοτεχνική εμφάνιση καταφέρνει να προσφέρει «ένα μακάβριο και αλάνθαστα δουλεμένο αίνιγμα» («Sunday Times»), το οποίο «ισορροπεί απόλυτα ανάμεσα στην ελεγεία και στην ειρωνεία» («New York Times Book Review»).

 

Το παιχνίδι της μνήμης και των αναμνήσεων είναι κυρίαρχο στον λογοτεχνικό κόσμο του νομπελίστα συγγραφέα, ο οποίος με αυτό το βιβλίο κέρδισε για πάντα μια σίγουρη θέση στις καρδιές των θεατών.

 

Από κει, μάλιστα, ο Ισιγκούρο προβλήθηκε ως ο συγγραφέας που συνδυάζει αρμονικά τη βρετανική ταυτότητα με τις γιαπωνέζικες ρίζες. Το αφηγηματικό ταξίδι ενώνει, εν προκειμένω, ιδανικά το παρελθόν της Ετσούκο, μιας Γαπωνέζας που ζει στην Αγγλία και έχει μόλις πρόσφατα χάσει την κόρη της, με το παρόν και το πολυτάραχο παρελθόν της στο Ναγκασάκι.

 

Το παιχνίδι της μνήμης και των αναμνήσεων είναι κυρίαρχο στον λογοτεχνικό κόσμο του νομπελίστα συγγραφέα, ο οποίος με αυτό το βιβλίο κέρδισε για πάντα μια σίγουρη θέση στις καρδιές των θεατών.

 

Η LiFO εξασφάλισε αποσπάσματα της πολυσυζητημένης Αχνής θέας των λόφων, που αναμένεται να κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τον Ψυχογιό σε μετάφραση Αργυρώς Μαντόγλου.

 

Η Νίκι είχε την τάση να προχωράει κάπως γρήγορα, με τις στενές δερμάτινες μπότες της να τρίζουν σε κάθε βήμα. Παρότι δεν είχα πρόβλημα να συγχρονιστώ μαζί της, θα προτιμούσα έναν πιο χαλαρό βηματισμό. Η Νίκι, θα έλεγε κανείς, δεν έχει ακόμη μάθει τη χαρά τού να περπατάς για την απόλαυση και μόνο. Ούτε και έδειχνε ευαίσθητη στην εμπειρία της υπαίθρου, παρότι έχει μεγαλώσει εδώ. Αυτό της το είπα ενόσω περπατούσαμε και εκείνη απάντησε πως δεν βρισκόμασταν σε πραγματική ύπαιθρο, απλώς σε μια αστική εκδοχή της που κάλυπτε τις ανάγκες των πλούσιων ανθρώπων που κατοικούσαν εκεί. Τολμώ να πω πως είχε δίκιο· δεν επιχείρησα ποτέ να πάω στις αγροτικές περιοχές της βόρειας Αγγλίας, όπου, σύμφωνα με τη Νίκι, θα συναντούσα την πραγματική ύπαιθρο. Ωστόσο, υπάρχει μια γαλήνη και μια ηρεμία σε αυτά τα μονοπάτια, που, μέσα στα χρόνια, έχω καταλήξει να εκτιμώ.


Όταν φτάσαμε στο χωριό, πήγα τη Νίκι στην τσαγερία όπου πηγαίνω μερικές φορές. Το χωριό είναι μικρό, λίγα μόνο ξενοδοχεία και καταστήματα· η τσαγερία είναι στη στροφή ενός δρόμου, πάνω από έναν φούρνο. Εκείνο το απόγευμα, η Νίκι κι εγώ καθίσαμε σε ένα τραπέζι δίπλα στην τζαμαρία και από εκεί παρακολουθήσαμε το κοριτσάκι που έπαιζε κάτω στο πάρκο. Καθώς το παρακολουθούσαμε, αυτό ανέβηκε σε μια κούνια παραδίπλα και φώναξε προς το μέρος δύο γυναικών που κάθονταν σε ένα κοντινό παγκάκι. Ήταν ένα χαρούμενο κοριτσάκι, φορούσε ένα πράσινο αδιάβροχο, και γαλοτσάκια.


«Μπορεί να παντρευτείς σύντομα και να κάνεις παιδάκια» είπα. «Μου λείπουν τα παιδάκια».

«Δεν νομίζω να υπάρχει κάτι που να μου λείπει λιγότερο» είπε η Νίκι.

«Καλά, υποθέτω πως είσαι μικρή ακόμη».

«Δεν έχει να κάνει με το πόσο μικρή ή πόσο μεγάλη είμαι. Απλώς δεν θέλω να έχω ένα τσούρμο παιδάκια γύρω μου να ουρλιάζουν».

«Μην ανησυχείς, Νίκι» είπα γελώντας. «Δεν είχα σκοπό να επιμείνω να γίνεις μάνα από τώρα. Απλώς μου πέρασε από τον νου η ιδέα να γίνω γιαγιά, αυτό είναι όλο. Σκέφτηκα πως μπορεί να σε έπειθα, αλλά μπορεί να περιμένει».


Το κοριτσάκι, όρθιο πάνω στο κάθισμα της κούνιας, έσπρωχνε με δύναμη την αλυσίδα, αλλά δεν κατάφερε να κάνει την κούνια να ανέβει ψηλότερα. Χαμογελούσε όμως και φώναζε δυνατά στις γυναίκες.

«Μια φίλη μου έκανε ένα μωρό πρόσφατα» είπε η Νίκι. «Είναι πραγματικά ευτυχισμένη. Δεν καταλαβαίνω τον λόγο. Έκανε ένα πλασματάκι που ουρλιάζει φριχτά».

«Τουλάχιστον, είναι εκείνη ευτυχισμένη. Πόσων χρονών είναι η φίλη σου;»

«Δεκαεννιά».

«Δεκαεννιά; Είναι ακόμα πιο μικρή από εσένα. Είναι παντρεμένη;»

«Όχι. Τι σχέση έχει αυτό;»

«Αποκλείεται να μην την πειράζει αυτό».

«Ποιο; Το ότι δεν είναι παντρεμένη;»

«Ακριβώς. Και το γεγονός πως είναι μόλις δεκαεννιά. Δεν πιστεύω πως δεν την πειράζει».

«Και ποια είναι η διαφορά από το αν είναι παντρεμένη ή όχι; Το ήθελε, το προγραμμάτισε, και όλα τα σχετικά».

«Αυτό σου είπε;»

«Ναι αλλά, μητέρα, την ξέρω, είναι φίλη μου. Ξέρω πως το ήθελε».

Οι γυναίκες στο παγκάκι σηκώθηκαν όρθιες. Η μία φώναξε το κοριτσάκι. Εκείνο κατέβηκε από την κούνια και έτρεξε προς το μέρος των γυναικών.

«Και ο πατέρας;» ρώτησα.

«Κι αυτός χάρηκε. Θυμάμαι όταν το πρωτοανακάλυψαν. Βγήκαμε όλοι έξω να το γιορτάσουμε».

 

********
Καθώς βγαίναμε από την τσαγερία, ο ουρανός είχε γεμίσει απειλητικά σύννεφα και το ψιλόβροχο είχε αρχίσει να γίνεται πυκνότερο. Είχαμε προσπεράσει τον μικρό σιδηροδρομικό σταθμό όταν ακούσαμε πίσω μας μια φωνή: «Κυρία Σέριγχαμ! Κυρία Σέριγχαμ!»

Γύρισα και είδα μια μικρόσωμη γυναίκα με πανωφόρι να τρέχει στον δρόμο.

«Καλά νόμισα πως ήσασταν εσείς» είπε μόλις μας πρόλαβε.

«Πώς είστε;» ρώτησε, χαρίζοντάς μου ένα πρόσχαρο χαμόγελο.

«Γεια σας, κυρία Ουότερς» είπα. «Πόσο χαίρομαι που σας ξαναβλέπω».

«Φαίνεται πως χαλάει πάλι ο καιρός. Γεια σου, Κέικο» –έπιασε τη Νίκι από το μανίκι– «δεν σε αναγνώρισα αμέσως».

«Όχι» βιάστηκα να πω. «Αυτή είναι η Νίκι».

«Α, η Νίκι, φυσικά. Άλλο και τούτο· εσύ έγινες ολόκληρη γυναίκα. Γι' αυτό σε μπέρδεψα. Εσύ έγινες ολόκληρη γυναίκα».

«Γεια σας, κυρία Ουότερς» είπε η Νίκι, ανακτώντας την ψυχραιμία της.

 

Η κυρία Ουότερς δεν μένει μακριά από μένα. Αυτές τις μέρες τη βλέπω σπανίως, αλλά, πριν από μερικά χρόνια, παρέδιδε μαθήματα πιάνου και στις δύο κόρες μου. Δίδασκε την Κέικο για αρκετά χρόνια, και, έπειτα, τη Νίκι για περίπου έναν χρόνο, όταν ήταν ακόμη μικρή. Δεν μου πήρε καιρό να καταλάβω πως η κυρία Ουότερς ήταν μια πιανίστα περιορισμένων δυνατοτήτων και η εν γένει στάση της απέναντι στη μουσική με εκνεύριζε· για παράδειγμα, αναφερόταν στα έργα του Σοπέν και του Τσαϊκόφσκι ως «γοητευτικές μελωδίες». Ωστόσο, ήταν μια τόσο γλυκιά γυναίκα, που ποτέ δεν σκέφτηκα να την αντικαταστήσω.

«Και τι κάνεις αυτό τον καιρό, αγαπητή μου;» ρώτησε τη Νίκι.

«Εγώ; Α, μένω στο Λονδίνο».

«Α, ναι; Και τι κάνεις εκεί; Σπουδάζεις;»

«Δεν κάνω τίποτα στ' αλήθεια. Απλώς ζω εκεί».

«Α, μάλιστα. Και είσαι ευχαριστημένη εκεί, έτσι δεν είναι; Αυτό είναι το σημαντικό».

«Ναι, είμαι αρκετά ευχαριστημένη».

«Ναι, αυτό είναι το κυριότερο. Και η Κέικο;» Η κυρία Ουότερς στράφηκε προς το μέρος μου. «Πώς τα πάει η Κέικο;»

«Η Κέικο; Α, πήγε να μείνει στο Μάντσεστερ».

«Α, ναι; Σε γενικές γραμμές, είναι ωραία πόλη· απ' ό,τι ακούω. Και της αρέσει εκεί πάνω;»

«Δεν έχω νέα της τον τελευταίο καιρό».

«Α, καλό αυτό. Κανένα νέο, καλό νέο, νομίζω. Και η Κέικο παίζει ακόμη πιάνο;»

«Νομίζω πως παίζει. Δεν έχω νέα της τον τελευταίο καιρό».

 

Η έλλειψη ενθουσιασμού από την πλευρά μου φάνηκε να γίνεται αντιληπτή εν τέλει και η κυρία Ουότερς άλλαξε θέμα με ένα αμήχανο γέλιο. Αυτή η επιμονή της χαρακτήριζε τις συναντήσεις μας μέσα στα χρόνια από τότε που η Κέικο έφυγε από το σπίτι. Ούτε η προφανής απροθυμία μου να συζητήσω για την Κέικο ούτε το γεγονός πως μέχρι εκείνο το απόγευμα δεν ήμουν σε θέση να της πω για το πού βρισκόταν η κόρη μου είχαν καταφέρει να της δημιουργήσουν κάποια εντύπωση. Το πιθανότερο είναι πως η κυρία Ουότερς θα συνεχίσει να ρωτάει πρόσχαρα για την κόρη μου κάθε φορά που θα τυχαίνει να συναντηθούμε.


Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, η βροχή έπεφτε σταθερά.

«Υποθέτω πως σε έφερα σε δύσκολη θέση» μου είπε η Νίκι. Καθόμασταν και πάλι στις πολυθρόνες μας, κοιτάζοντας έξω τον κήπο.

«Γιατί το λες αυτό;» ρώτησα.

«Θα έπρεπε να της πω πως σχεδίαζα να πάω στο πανεπιστήμιο ή κάτι τέτοιο».

«Δεν με απασχολεί διόλου τι λες εσύ για τον εαυτό σου. Δεν ντρέπομαι για σένα».

«Ναι, έτσι νομίζω κι εγώ».

«Αλλά νομίζω πως ξέφυγες λίγο με αυτήν τη γυναίκα. Ποτέ δεν τη συμπάθησες, έτσι δεν είναι;»

«Την κυρία Ουότερς; Ναι, μισούσα τα μαθήματα που παρέδιδε. Ήταν πολύ βαρετά. Απλώς χανόμουν σε κάποια ονειροπόληση και, πότε πότε, άκουγα τη φωνούλα της να μου λέει να βάλω το δάχτυλό μου εδώ ή εκεί ή κάπου αλλού.

Δική σου ιδέα ήταν να κάνω μαθήματα πιάνου;»

«Ναι. Ήταν κυρίως δική μου. Είχα, ξέρεις, μεγάλα όνειρα για σένα κάποτε».

Η Νίκι γέλασε. «Λυπάμαι που σε απογοήτευσα. Αλλά είναι δικό σου το λάθος. Δεν έχω καμία αίσθηση μουσικότητας. Υπάρχει ένα κορίτσι στο σπίτι μας που παίζει κιθάρα και προσπάθησε να μου δείξει κάποιες χορδές, αλλά δεν μπορούσα ούτε να μπω στον κόπο να τις μάθω. Νομίζω πως η κυρία Ουότερς με έκανε να χάσω πλήρως το ενδιαφέρον μου για τη μουσική για όλη μου τη ζωή».

«Μπορεί κάποια στιγμή να σου ξανάρθει και τότε θα εκτιμήσεις το γεγονός πως έκανες μαθήματα».

«Ναι, αλλά έχω ξεχάσει όλα όσα έχω μάθει».

«Αμφιβάλλω αν τα έχεις ξεχάσει όλα. Τίποτε απ' ό,τι μαθαίνεις σε εκείνη την ηλικία δεν χάνεται τελείως».

«Χάσιμο χρόνου» μουρμούρισε η Νίκι. Κάθισε κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο για αρκετή ώρα. Έπειτα στράφηκε προς το μέρος μου και είπε: «Υποθέτω πως είναι πολύ δύσκολο να το πεις στους ανθρώπους· εννοώ για την Κέικο».

«Μου φάνηκε ευκολότερο να πω αυτά που είπα. Μάλλον με αιφνιδίασε».

«Ναι, μάλλον». Η Νίκι συνέχισε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο με μια άδεια έκφραση. «Η Κέικο δεν ήρθε στην κηδεία του πατέρα, έτσι δεν είναι;» είπε κάποια στιγμή.

«Ξέρεις πολύ καλά πως δεν ήρθε, γιατί ρωτάς;»

«Απλώς το ανέφερα, αυτό είναι όλο».

«Εννοείς πως εσύ δεν ήρθες στην κηδεία της επειδή εκείνη δεν ήρθε στην κηδεία του πατέρα σου; Μην παιδιαρίζεις, Νίκι».

«Δεν παιδιαρίζω. Λέω απλώς αυτό που έγινε. Δεν ήταν ποτέ μέρος της ζωής μας – της δικής μου και του μπαμπά, εννοώ. Ποτέ δεν περίμενα πως θα ερχόταν στην κηδεία του μπαμπά».

Δεν απάντησα, και καθίσαμε αμίλητες στις πολυθρόνες μας. Έπειτα η Νίκι είπε:

«Ήταν παράξενο αυτό που έγινε πριν από λίγο με την κυρία Ουότερς. Ήταν σαν να το απολάμβανες».

«Τι απολάμβανα;»

«Το να προσποιείσαι πως η Κέικο είναι ζωντανή».

«Δεν απολαμβάνω να εξαπατώ τους ανθρώπους». Ίσως αυτό να το είπα λίγο απότομα, καθώς η Νίκι έδειξε ξαφνιασμένη.

«Υποθέτω πως όχι», είπε κοφτά.

 

 

 

Βιβλίο