Ο Άμος Οζ στο Ισραήλ

Άμος Οζ: Διαβάστε αποσπάσματα από την «Ιστορία Αγάπης και Σκότους»

Ο σημαντικότερος συγγραφεας του Ισραήλ πέθανε σήμερα σε ηλικία 79 ετών

Η μητέρα μου έβαλε τέλος στη ζωή της στο διαμέρισμα της αδερφής της στην οδό Μπεν – Γέουντα στο Τελ – Αβίβ τη νύχτα ανάμεσα στο Σάββατο και τη Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 1952. Στο Ισραήλ διεξαγόταν τότε μια δημόσια ιστορική συζήτηση πάνω στο ερώτημα αν επιτρέπεται ή απαγορεύεται το κράτος του Ισραήλ να απαντήσει και να πάρει από τη Γερμανία αποζημιώσεις για την απώλεια των περιουσιών των Εβραίων που δολοφονήθηκαν την περίοδο του χιτλερισμού. Υπήρχαν εκείνοι που συμφωνούσαν με τη γνώμη του Νταβίντ Μπεν – Γκουριόν, κατά την οποία δεν έπρεπε να επιτρέψουμε οι δολοφόνοι να γίνουν και κληρονόμοι, και ισχυρίζονταν σωστά ότι οι εβραϊκές περιουσίες που λήστεψαν οι Γερμανοί έπρεπε οπωσδήποτε να επιστραφούν αυτούσιες στο κράτος του Ισραήλ, ώστε να μπορέσει να αποκαταστήσει τους επιζήσαντες από τη σφαγή. Από την άλλη, υπήρχαν εκείνοι, με πρώτο και καλύτερο τον αρχηγό της αντιπολίτευσης Μεναχέμ Μπέγκιν, που υποστήριζαν με πόνο και οργή ότι αποτελούσε ηθικό έγκλημα καθώς και βεβήλωση της μνήμης των θυμάτων το ότι το κράτος των ίδιων των θυμάτων ήταν έτοιμο να πουλήσει στους Γερμανούς εύκολη άφεση αμαρτιών έναντι ενός μιασμένου βαλάντιου με χρήματα.

 

Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας, εκείνον το χειμώνα μεταξύ 1951 και 1952, έριχνε αδιάκοπα βροχές. Ο χείμαρρος Αγιαλόν, δηλαδή το ρέμα Μουσράρα, υπερχείλισε προκαλώντας πλημμύρες στη συνοικία Μοντεφιόρι στο Τελ – Αβίβ και απειλούσε και άλλες συνοικίες. Βαριές καταιγίδες προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στους καταυλισμούς από σκηνές, τενεκεδόσπιτα και παραπήγματα, όπου εκείνες τις μέρες στριμώχνονταν εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι πρόσφυγες που είχαν διαφύγει από τις αραβικές χώρες με τα ρούχα που φορούσαν, καθώς και χιλιάδες επιζήσαντες του Χίτλερ από την ανατολική Ευρώπη και τις βαλκανικές χώρες. Σε μερικές περιοχές εξαιτίας των καταιγίδων είχε κοπεί η επικοινωνία με αυτούς τους καταυλισμούς, οι οποίοι κινδύνευσαν από πείνα και λοιμούς. Το κράτος του Ισραήλ ήταν λιγότερο από τεσσάρων χρόνων και εκείνη την εποχή αριθμούσε λίγο παραπάνω από ένα εκατομμύριο ψυχές: σχεδόν το ένα τρίτο απ’ αυτούς ήταν πρόσφυγες εντελώς άποροι. Τα ταμεία του κράτους είχαν αδειάσει από τις επείγουσες στρατιωτικές δαπάνες και την απορρόφηση της μετανάστευσης, καθώς και εξ αιτίας μιας παραφουσκωμένης γραφειοκρατίας και αδέξιων χειρισμών, και οι υπηρεσίες υγείας, παιδείας και πρόνοιας ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Στην αρχή εκείνης της εβδομάδας ο Νταβίντ Όροβιτς, γενικός διευθυντής του υπουργείου Οικονομικών, είχε φύγει για μια επείγουσα επίσκεψη στην Αμερική, με την ελπίδα να εξασφαλίσει μέσα σε μια ή δυο μέρες βραχυπρόθεσμες πιστώσεις ύψους δέκα εκατομμυρίων δολαρίων, για να αποφευχθεί η πτώχευση. Για όλα αυτά μιλούσαμε ο πατέρας μου κι εγώ όταν γύρισε από το Τελ – Αβίβ: την Πέμπτη πήγε τη μητέρα μου στο σπίτι της θείας Χάγια και του θείου Τσβι, και μάλιστα έμεινε και ο ίδιος να περάσει εκεί τη νύχτα. Επιστρέφοντας την Παρασκευή άκουσε από τη γιαγιά Σλομίτ και τον παππού Αλεξάντερ ότι εγώ ήμουν λίγο κρυωμένος, αλλά επέμεινα να σηκωθώ και να πάω σχολείο. Η γιαγιά πρότεινε ο μπαμπάς και κι εγώ να μείνουμε και να περάσουμε το Σάββατο σπίτι τους: της φαινόμασταν κι οι δυο ότι είχαμε κολλήσει κάποιο μικρόβιο. Εμείς όμως προτιμήσαμε να γυρίσουμε σπίτι. Καθ’ οδόν από το σπίτι του παππού και της γιαγιάς προς το σπίτι μας, στο δρομάκι Πραγκ, ο μπαμπάς θεώρησε καλό να με πληροφορήσει, ως ενήλικος προς ενήλικο, ότι στο σπίτι της θείας Χάγια η διάθεση της μαμάς βελτιώθηκε ξαφνικά: την Πέμπτη το απόγευμα βγήκαν οι τέσσερις τους, ο Τσβι, η Χάγια, η μητέρα μου και ο πατέρας μου, να καθίσουν για λίγο σε ένα μικρό καφενεδάκι, δυο βήματα από το σπίτι της Χάγια και του Τσβι, στην οδό Ντίζενγκοφ γωνία Ζαμποτίνσκι. Τελικά έμειναν εκεί μέχρι το κλείσιμο μιλώντας για ανθρώπους και βιβλία. Ο Τσβι διηγήθηκε διάφορα περίεργα περιστατικά από τη ζωή του νοσοκομείου, η μαμά φαινόταν καλά και συμμετείχε στην κουβέντα. Το βράδυ κοιμήθηκε μερικές ώρες, όμως στη μέση της νύχτας φαίνεται ότι ξύπνησε και πήγε να καθίσει στην κουζίνα για να μην ενοχλήσει αυτούς που κοιμόντουσαν. Νωρίς το πρωί, όταν ο πατέρας μου την αποχαιρέτησε για να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ και να προλάβει να συμπληρώσει μερικές ώρες δουλειάς στο τμήμα εφημερίδων, τον αποχαιρέτησε κι εκείνη με την υπόσχεση ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για κείνη, τα χειρότερα ήταν πια πίσω της, και του ζήτησε, σε παρακαλώ, να προσέξεις πολύ το παιδί: εχθές φεύγοντας για το Τελ – Αβίβ, της φάνηκε ότι το παιδί είχε αρπάξει κρυολόγημα…

 


 

 

Απέναντι από την τσόρνι χοντ, τη «μαύρη πόρτα», φύτρωνε στο σπίτι μας μια καστανιά, μια υπέροχη καστανιά, ένα δένδρο γέρικο και μεγαλόπρεπο που έμοιαζε λίγο σαν τον βασιλιά Ληρ, και από κάτω ο πάπα είχε βάλει να φτιάξουν ένα παγκάκι για τις τρεις μας -«το παγκάκι των αδελφών» το έλεγαν. Τις καλές μέρες καθόμασταν εκεί και ονειρευόμασταν φωναχτά τι θα κάνουμε όταν μεγαλώσουμε;

 

Ποια από μας θα γίνει μηχανικός και ποια ποιήτρια και ποια ξακουστή επιστήμονας όπως η Μαρία Κιουρί; Τέτοια πράγματα ονειρευόμασταν. Δεν ονειρευόμασταν όπως τα άλλα κορίτσια στην ηλικία μας, πλούσιους και διάσημους γαμπρούς, επειδή εμείς οι ίδιες ήμασταν από πλούσιες οικογένειες και διόλου δεν μας ενδιέφερε να παντρευτούμε με πλούσιους που να είναι πιο πλούσιοι από μας. Αν παρ΄ όλα αυτά μιλούσαμε για έρωτες, δεν μιλούσαμε για έρωτες με κάποιον ευπατρίδη ή διάσημο ηθοποιό, αλλά μόνο για άνδρες με υψηλά αισθήματα, για παράδειγμα, κάποιο μεγάλο καλλιτέχνη, ακόμα κι αν ήταν απένταρος. Τέλος πάντων. Τι ξέραμε τότε; Πού μπορούσαμε να ξέρουμε τι χυδαίοι, τι γουρούνια είναι οι μεγάλοι καλλιτέχνες; Όχι όλοι! Σίγουρα όχι όλοι! Προς Θεού, όχι όλοι! Μόνο που σήμερα πια πιστεύω πως τα υψηλά αισθήματα και τα λοιπά και τα λοιπά, δεν είναι το κυριότερο πράγμα στη ζωή. Καθόλου δεν είναι. Τα αισθήματα είναι όλο κι όλο σαν την φωτιά σ΄ έναν αγρό με άχυρο: καίει για μια στιγμή, και αμέσως μετά απομένει μόνο στάχτη και καπνιά.


Ξέρεις τι είναι το πιο σημαντικό; Τι πρέπει μια γυναίκα να κοιτάξει στον άντρα της; Μόνο ένα χαρακτηριστικό πρέπει να κοιτάξει, που ναι μεν δεν σε κάνει να χάνεις τα λογικά σου είναι όμως πιο σπάνιο και από το χρυσάφι: την τιμιότητα. Ίσως και την καλοσύνη. Σήμερα, να το ξέρεις, η τιμιότητα, κατά τη γνώμη μου, είναι πιο σημαντική από την καλοσύνη: τιμιότητα είναι η μπουκιά το ψωμί. Καλοσύνη είναι το βούτυρο. Ή το μέλι.

 


 

O γάμος του Άμος Οζ στο κιμπούτζ

 

Κανείς δεν είχε γυρίσει ακόμα από το δασύλλιο Τελ Άρζα κι εγώ ήμουν ακόμα εκεί ξαπλωμένος ανάσκελα στο τσιμεντένιο δάπεδο που είχε γίνει τώρα λιγότερο κρύο και σκληρό. Το απογευματινό φως γινόταν ολοένα και πιο δροσερό, ολοένα και πιο γκρι πάνω από τις κορυφές των κυπαρισσιών. Λες και κάποιος είχε παραμερίσει εκεί, στα τρομερά ύψη, πάνω από τις κορυφές και πάνω από τις στέγες και πάνω από ό, τι σάλευε εδώ στο δρόμο και στις πίσω αυλές και στις κουζίνες, εκεί ψηλά πάνω από τις μυρωδιές της σκόνης, του κουνουπιδιού και των σκουπιδιών, πάνω από το τιτίβισμα των πουλιών, μια απόσταση ίδια με του ουρανού από τη γη, πάνω από τις κλαψιάρικες προσευχές που ξεστράτιζαν κι έρχονταν κομματιαστά από την συναγωγή στην κατηφόρα του δρόμου.


Ψηλός και διάφανος και αδιάφορος ξεδιπλώνεται τώρα πάνω από τα ντεπόζιτα του νερού και πάνω από την κρεμασμένη μπουγάδα εδώ στην κορυφή κάθε στέγης, και πάνω από τις παλιατσαρίες και τις γάτες του δρόμου, και πάνω από κάθε πόθο και πάνω από κάθε παράγκα στις αυλές και πάνω από τις μηχανορραφίες και τις ομελέτες και τα ψέματα και τις σκάφες της μπουγάδας και τις αφίσες της Αντίστασης και πάνω από την ξινή πανταζαρόσουπα και την ερημιά των ερειπωμένων περιβολιών και τα απομεινάρια των οπωροφόρων δένδρων από τον καιρό που εδώ ήταν ακόμα μποστάνι, και να τώρα ακριβώς απλώνεται και ξανοίγεται και δημιουργεί την ηρεμία ενός καθάριου δειλινού, κάνει ειρήνη εν υψίστοις πάνω από τους σκουπιδοτενεκέδες και πάνω από τους διστακτικούς, σπαρακτικούς ήχους του πιάνου, είναι εκείνο το ασχημούτσικο κοριτσάκι, η Μενούχαλε Στάιχ, Μενούχαλε που τη λέγαμε Νεμούχαλε*, που μάταια προσπαθεί να σκαρφαλώσει πάνω σε μια κλίμακα από νότες, και όλο ξαναπροσπαθεί, και πάντα στο ίδιο σημείο, σκοντάφτει και ξανασκοντάφτει και επαναλαμβάνει την προσπάθεια. Κι ένα πουλί, από τη μεριά του, της αποκρίνεται τη μια φορά μετά την άλλη με τους πέντε πρώτους ήχους του Für Elise του Μπετόβεν.

 

Άδειοι ουρανοί εκτείνονται από τον έναν ορίζοντα ως τον άλλο, στο τέλος μιας ζεστής, καλοκαιρινής μέρας. Υπάρχουν τρία θυσανωτά σύννεφα και δυο σκούρα πουλιά. Ο ήλιος έδυσε κιόλας πίσω από τα τείχη του στρατοπέδου Σνέλερ, όμως το στερέωμα δεν λέει να παραιτηθεί από τον ήλιο, αλλά κρατιέται πάνω του με τα νύχια μέχρι που κατάφερε να αποσπάσει την ουρά του πολύχρωμου μανδύα του και τώρα μετράει τα λάφυρά του, χρησιμοποιώντας ως μέτρο δυο τρία θυσανωτά σύννεφα, φορώντας φως αντί για ρούχο, και βγάζοντάς το από πάνω του, εξετάζοντας πώς του πάνε τα περιδέραια από πρασινωπές λάμψεις και πώς ταιριάζει ο χιτώνας με τις ποικίλες μαρμαρυγές του πορτοκαλί με το γαλαζομενεξεδί φωτοστέφανο, και πώς σε όλο του το μήκος ελίσσονται τρεμουλιαστές εύθραυστες ασημένιες ρίγες σαν τις διαθλώμενες γραμμές που σχηματίζει κάτω από το νερό ένα γρήγορο κοπάδι ψαριών. Υπάρχουν και μερικές ρόδινες μενεξεδένιες και πρασινολεμονί σπίθες, και να τώρα τα βγάζει και φοράει ένα μανδύα από κοκκινωπή λάμψη απ΄ τον οποίο ξεχύνονται ολόκληρα ποτάμια από κοκκινωπά μουντά φεγγοβολήματα και μετά από δυο στιγμές τον βγάζει και φοράει άλλο μανδύα, στο χρώμα της γυμνής σάρκας, και να αυτή η γυμνή σάρκα είναι ξαφνικά τρυπημένη και πληγιασμένη, λεκιασμένη με τρεις τέσσερις έντονους μώλωπες και οι σκούρες άκρες του ήδη μαζεύονται μέσα στις πτυχές του μαύρου βελούδου και τώρα δεν είναι πια ύψος στο ύψος αλλά αντίθετα βάθος στο βάθος στο βάθος, σαν την σκιά θανάτου ανοίγεται και ξεχύνεται στο στερέωμα, λες και δεν είναι αυτό από πάνω ούτε ο ξαπλωμένος ανάσκελα δεν είναι πια ξαπλωμένος αλλά αιωρείται-απορροφιέται και πέφτει μ’ ορμή και πέφτει και βουτάει σαν πέτρα στον βελούδινο βυθό.

 

Εσύ το απόγευμα αυτό δεν θα το ξεχάσεις ποτέ: είσαι όλο κι όλο έξι χρόνων με το ζόρι εξήμισι όμως για πρώτη φορά στη μικρή σου ζωή ανοίχτηκε μπρος σου κάτι τεράστιο και πολύ τρομερό, κάτι ζοφερό και σκυθρωπό, κάτι που απλώνεται από το άπειρο στο άπειρο και έρχεται καταπάνω σου και είναι ένας βουβός γίγαντας και μπαίνει έτσι και σ’ ανοίγει ξαφνικά ολόκληρο, σ’ ανοίγει έτσι ώστε κι εσύ για μια στιγμή γίνεσαι πιο πλατύς και βαθύς από τον εαυτό σου, και με μια φωνή που δεν είναι η φωνή σου αλλά είναι ίσως η φωνή που θα έχεις μετά από τριάντα ή σαράντα χρόνια, με μια φωνή που δεν έχει πίσω της ούτε γέλιο ούτε απερισκεψία, σε προστάζει να μην ξεχάσεις ποτέ ούτε λεπτομέρεια από τις λεπτομέρειες αυτού του απογεύματος: θυμήσου και φύλαξε τις μυρωδιές του, θυμήσου το σώμα του και τη σάρκα του, θυμήσου τα νύχια του, τους ήχους του πιάνου, τις κραυγές των κορακιών και όλες τις παραξενιές του ουρανού που διαδραματίστηκαν μπρος στα μάτια σου από ορίζοντα σε ορίζοντα και όλα προς τιμήν σου, και όλα μόνο μπρος στα μάτια του αποδέκτη.


Και να μην ξεχάσεις ποτέ ούτε τον Ντάνους ούτε τον Άμι ούτε τον Λόλικ, ούτε τα κορίτσια με τους στρατιώτες στο δασύλλιο ούτε αυτά που είπε η γιαγιά σου ούτε το γλυκό ψάρι που επιπλέει, πεθαμένο και καρυκευμένο, μέσα στο ζουμί του καρότου. Μην ξεχάσεις ποτέ την τραχύτητα της υγρής πέτρας, που πέρασε ήδη πάνω από μισός αιώνας από τότε που ήταν στο στόμα σου, όμως η ηχώ της γκρίζας γεύσης της, γεύση κιμωλίας και λίγο ασβέστη και λίγο αλατιού, λες και καλεί ακόμα για βοήθεια στην άκρη της γλώσσας σου. Και όλες τις σκέψεις εκείνης της πέτρας να μην τις ξεχάσεις ποτέ, σύμπαν μέσα σε σύμπαν μέσα σε σύμπαν. Να θυμάσαι τη ζαλάδα του χρόνου μέσα-στο-χρόνο-μέσα-στο- χρόνο και όλες τις στρατιές του ουρανού που μετρούν, ανακατεύουν και πληγώνουν την ποικιλία των χρωμάτων του φωτός λίγο μετά που ο ήλιος έδυσε, μενεξεδί και γαλάζιο και χρυσαφένιο κίτρινο και φωτεινό και πορφυρό και βαθυκόκκινο και θαλασσί και κοκκινωπό με αιματοχυσία που τρέχει ποτάμι, και, πάνω απ’ όλα αυτά σιγά σιγά κατεβαίνει το μουντό και βαθύ γκριζογάλαζο, που έχει το χρώμα της σιωπής και τη μυρωδιά των ήχων του πιάνου που επαναλαμβάνει μάταια, επαναλαμβάνει ξανά και ξανά, σαν να σκαρφαλώνει, να σκοντάφτει και να πέφτει, να σκοντάφτει και να πέφτει σε μια σπασμένη σκάλα, και ένα πουλί να του αποκρίνεται με τις πρώτες πέντε νότες του Für Elise:τι-ντε-ντι-ντε-ντι.

 

Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Amos Oz «Ιστορία αγάπης και σκότους», Καστανιώτης, 2004

Βιβλίο
ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Δεν μ' αρέσουν τα δόγματα, μ' αρέσουν οι σκέψεις»: 'Ένα απόγευμα στο σπίτι του Νάνου Βαλαωρίτη

Βιβλίο «Δεν μ' αρέσουν τα δόγματα, μ' αρέσουν οι σκέψεις»: 'Ένα απόγευμα στο σπίτι του Νάνου Βαλαωρίτη

15.9.2019
Αναγνώσεις: Ο Νάνος Βαλαωρίτης διαβάζει ποιήματα από την τελευταία του ποιητική συλλογή

Βιβλίο Αναγνώσεις: Ο Νάνος Βαλαωρίτης διαβάζει ποιήματα από την τελευταία του ποιητική συλλογή

13.9.2019
Στέφανος Ξενάκης: «Κάθε μέρα που δεν αγάπησες είναι μια μέρα που δεν έζησες»

Βιβλίο Στέφανος Ξενάκης: «Κάθε μέρα που δεν αγάπησες είναι μια μέρα που δεν έζησες»

13.9.2019
Διαβάζοντας σε τρένα, αεροπλάνα και σημεία αναμονής

Βιβλίο Διαβάζοντας σε τρένα, αεροπλάνα και σημεία αναμονής

13.9.2019
Αχμέτ Αλτάν: "Δεν θα ξαναδώ τον κόσμο"

Βιβλίο Αχμέτ Αλτάν: "Δεν θα ξαναδώ τον κόσμο"

12.9.2019
«Οι νεκροί μας συναντούν στα όνειρα»: Το πένθος δεν ταιριάζει στην Πάτι Σμιθ

Βιβλίο «Οι νεκροί μας συναντούν στα όνειρα»: Το πένθος δεν ταιριάζει στην Πάτι Σμιθ

12.9.2019
Η Αλκυόνη Παπαδάκη, δημοφιλέστατη λογοτέχνης, αφηγείται τη μυθιστορηματική της ζωή

Βιβλίο Η Αλκυόνη Παπαδάκη, δημοφιλέστατη λογοτέχνης, αφηγείται τη μυθιστορηματική της ζωή

12.9.2019
Εντουάρ Λουί: Ο νεαρός συγγραφέας που έγινε η πιο μαχητική φωνή υπέρ της εργατικής τάξης στη Γαλλία

Βιβλίο Εντουάρ Λουί: Ο νεαρός συγγραφέας που έγινε η πιο μαχητική φωνή υπέρ της εργατικής τάξης στη Γαλλία

10.9.2019
4 βιβλία που μόλις κυκλοφόρησαν

Βιβλίο 4 βιβλία που μόλις κυκλοφόρησαν

7.9.2019
Γιατί η «Σεροτονίνη» του Μισέλ Ουελμπέκ ήταν ένα από τα πιο διαβασμένα βιβλία του φετινού καλοκαιριού

Βιβλίο Γιατί η «Σεροτονίνη» του Μισέλ Ουελμπέκ ήταν ένα από τα πιο διαβασμένα βιβλία του φετινού καλοκαιριού

6.9.2019