Πολλά είναι τα βιβλία που επαναφέρουν το κρίσιμο ζήτημα περί επανεξέτασης της λειτουργίας της δημοκρατίας.
Βιβλίο

Γιατί πεθαίνουν οι δημοκρατίες; Πέντε βιβλία απαντούν.

5 βιβλία που επαναφέρουν το ζήτημα της επανεξέτασης της λειτουργία της δημοκρατίας.

Η συζήτηση για τη δημοκρατία αναθερμαίνεται όλο και περισσότερο, καθώς τα προτάγματα που η ίδια έθεσε φαίνονται να έχουν φτάσει εν πολλοίς σε αδιέξοδο, ενώ η ακροδεξιά προελαύνει με ανησυχητικούς ρυθμούς στις πεφωτισμένες δημοκρατίες της Δύσης. Ως εκ τούτου, πολλά είναι τα βιβλία που επαναφέρουν το κρίσιμο ζήτημα περί επανεξέτασης της λειτουργίας της δημοκρατίας.

 

Για τη δημοκρατία που υπονομεύεται όχι με έναν κρότο αλλά με έναν λυγμό, δηλαδή όχι πια με πραξικοπήματα και έξωθεν επεμβάσεις αλλά με αυτοϋπονόμευση, κάνουν λόγο οι δύο πολιτικοί επιστήμονες και καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ο Στίβεν Λεβίτσκι και ο Ντάνιελ Ζίμπλατ, με το βιβλίο τους Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (μτφρ. Ανδρέας Παππάς).

 

Στο ήδη πολυσυζητημένο βιβλίο τους οι συγγραφείς αντλούν παραδείγματα τόσο από την Ιστορία όσο και από τις σύγχρονες περιπτώσεις της Ουγγαρίας, της Τουρκίας και του αμερικανικού Νότου για να μιλήσουν για τον αργό θάνατο της δημοκρατίας μέσω της αποδυνάμωσης των θεσμών. Το παράδοξο είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν έχει προηγηθεί κάποια εξέγερση ή πραξικόπημα αλλά εθνικές εκλογές – απτό είναι το παράδειγμα πολλών κρατών της Ευρώπης.

 


Ωστόσο, κανείς δεν πρόκειται να κατανοήσει την αποδυνάμωση ή την ευτέλεια των δημοκρατικών θεσμών αν δεν κατανοήσει σε βάθος την ανάγκη της απόλυτης και συνεπούς κατίσχυσής τους, τον τρόπο που έχουν εκφραστεί μέσα από διεκδικήσεις και αγώνες. Αυτό καθιστά σαφές το συλλογικό έργο Επαναστάσεις των εκδόσεων Διόπτρα σε μετάφραση Ιωάννη Καυκιά.

 

Ο τίτλος μπορεί μεν να αναφέρεται στην ιστορία των επαναστάσεων, αλλά στόχος του τόμου είναι να επαναφέρει και να εξηγήσει τι ακριβώς σημαίνει πολιτικός αγώνας και αλλαγή δεδομένων, ακόμα και μέσα από κινήματα που πολλοί δεν έχουν χαρακτηρίσει ακριβώς επαναστατικά. Απέναντι στα λαϊκιστικά δεδομένα ενός άκριτου λόγου οι συγγραφείς-πανεπιστημιακοί εξετάζουν ο καθένας το πεδίο του και αντιτάσσουν την ανάγκη επανεφεύρεσης των όρων «πολιτική» ή «δημοκρατία», καταλήγοντας στις σύγχρονες αμεσοδημοκρατικές θεωρίες του Κορνήλιου Καστοριάδη, ο οποίος πρώτος διέκρινε φιλοσοφικά και πολιτικά τα αδιέξοδα της σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όταν οι θεσμοί δεν λειτουργούν με τον νόμιμο τρόπο.


Άλλωστε, πρώτα στην Αθήνα των κλασικών χρόνων αναφάνηκε ο στενός, ζωτικός δεσμός πολίτη και πόλεως, όπως επιβεβαιώνει και το άκρως ενδιαφέρον βιβλίο του καθηγητή Μάθιου Κράιστ Ο κακός πολίτης στην κλασική Αθήνα σε μετάφραση Μαργαρίτας Μηλιώρη από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, αν και πολλές φορές φανέρωνε τη σύγκρουση ατομικών συμφερόντων και κοινού καλού. Γιατί μπορεί η δημοκρατική κοινωνία να βασιζόταν στις ηθικές αρχές της υστεροφημίας ή του χρέους, αλλά υπήρχε πάντα, ακόμα κι εκεί, ο ακραίος εγωισμός που κατήγγελλαν οι τραγικοί ποιητές και ήταν επικίνδυνος για τη δημοκρατία, καθώς και η παράβαση των αρχών και των όρων της πολιτειακής συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον Κράιστ, το θέμα της διασάλευσης της δημοκρατικής τάξης ξεπερνά το θέμα της ιδεολογίας.


Για τον διαβρωτικό τρόπο της λειτουργίας των ιδεολογιών κάνει λόγο και ο Τέρι Ίγκλετον στο βιβλίο του Ιδεολογία - Μια Εισαγωγή, το οποίο ήταν ενδεχομένως ένα από τα κεντρικότερα στη μελέτη των ιδεολογιών σήμερα και επανεκδίδεται σε μετάφραση Μελέτη Λάμπρου από τις εκδόσεις Πεδίο.

 

Τη στιγμή που η πολιτική θεωρία πίστευε ότι έχει ξεμπερδέψει με τη διάκριση ιδεολογίας και πολιτικής πραγματικότητας, το σύγχρονο πλαίσιο επαναφέρει την ανάγκη επανεξέτασής τους: η κυρίαρχη ιδεολογία είναι αυτή που έφερε στην εξουσία τον Τραμπ στην Αμερική και διαμόρφωσε τη Βρετανία των ευρωσκεπτικιστών.


Ενδεχομένως, όμως, στην εποχή μας να έχουμε πάλι ανάγκη από τον «περίεργο ρεαλισμό» του Ζίγκφριντ Κρακάουερ, όπως χαρακτηριστικά τον περιέγραφε ο Αντόρνο, γνωρίζοντας ότι αυτό το μείγμα καντιανισμού και ανοιχτής κριτικής σκέψης είχε δει τη στροφή των μεσαίων στρωμάτων προς τον εθνοσοσιαλισμό. Ήταν εκείνος που τα δύσκολα χρόνια του Μεσοπολέμου υποστήριζε τη σύμπραξη και την κινητοποίηση απέναντι στο φαινόμενο του εθνοσοσιαλισμού και τη μετατροπή του σε μάζα.

 

Μαζί με άλλους στοχαστές της Σχολής της Φρανκφούρτης, με τους οποίους ωστόσο είχε φιλοσοφικές διαφορές, αλλά κυρίως με κορυφαίους κοινωνιολόγους όπως ο Εμίλ Λέντερερ ή ο Χανς Σπάιερ, είχε μελετήσει σε βάθος τα λουμπενοποιημένα υπαλληλικά στρώματα. Αυτές οι εμβριθείς παρατηρήσεις ενός ανθρώπου που συνέδεε την κοινωνιολογία με τη φιλοσοφία και τον ριζοσπαστισμό με το συντηρητικό πνεύμα κατέληξαν στη σημαντικότατη μελέτη Η μάζα ως διάκοσμοςκαι άλλα δοκίμια που μεταφράστηκε υποδειγματικά στα ελληνικά από τον Γιώργο Σαγκριώτη και τις εκδόσεις Πλέθρον. Ένα βιβλίο που σήμερα, σε καιρούς κρίσης των δημοκρατικών αξιών, μοιάζει απαραίτητο περισσότερο από ποτέ.

 

Βιβλίο