Βιβλίο

Όλγα Μπακομάρου: η κορυφαία των συνεντεύξεων στην πρώτη της συνέντευξη

Κατά γενική παραδοχή, είναι η καλύτερη interviewer που υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα. Οι συνεντεύξεις της στη «Γυναίκα» έκαναν πάταγο, φώτισαν αποκαλυπτικά τα επιφανέστερα πρόσωπα της μεταπολεμικής Ελλάδας και έγραψαν ιστορία και οι ίδιες. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της «Ωσεί Παρόντες», στο οποίο ανθολογεί 26 από τις καλύτερες συνεντεύξεις της, η Όλγα Μπακομάρου μιλά για πρώτη φορά, στη LiFO και στον Θανάση Λάλα.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΛΑΛΑ

Η Όλγα Μπακομάρου είναι παλιάς κοπής άνθρωπος. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής δεν τα κατάφερε μαζί της. Όλα τα άλλαξε γύρω, αλλά με την Όλγα δεν τα κατάφερε. Η Όλγα παραμένει ίδια... Μια γυναίκα που πιστεύει ακόμα στις σχέσεις των ανθρώπων, στην επικοινωνία, στη δύναμη της εμπιστοσύνης και των αξιών, στη φιλία, στον έρωτα, στην αγάπη, τον βασικό μαγνήτη που μας φέρνει κοντά, στην αναζήτηση της αλήθειας, αυτό που μας οδηγεί στο να δούμε το πιο «μέσα» των ανθρώπων, στην εντιμότητα, αν θες να σέβεσαι και να σε σέβονται, στη συγγένεια των ψυχών, στην πίστη, στην ανοιχτή καρδιά.

 

Η Όλγα Μπακομάρου είναι η γυναίκα που έλεγε «θα κάνω αυτό» και το έκανε... Συνάντησε τα σπουδαιότερα μυαλά της χώρας, τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους και κατάφερε να δει την πίσω μεριά αυτού που όλοι νομίζουμε ότι γνωρίζουμε. Δεν απέκτησε ποτέ την οικειότητα που απαιτεί απ' όλους μας η τεχνολογία και τα προϊόντα της! Η Όλγα έχει το laptop που έχουμε όλοι, το χρησιμοποιεί όταν χρειάζεται, αλλά γράφει με στιλό διαρκείας, κρατάει σημειώσεις στο χαρτί, έχει ένα τετράδιο-σημειωματάριο ταλαιπωρημένο και ανησυχεί πάντα για το τέλειο αποτέλεσμα.

 

Με την Όλγα Μπακομάρου είμαστε πια συγγενείς, της οφείλω πολλά και τη θεωρώ ένα διαμάντι μέσα στη χωματερή που ζούμε. Η συνομιλία αυτή έγινε με αφορμή το βιβλίο της Ωσεί παρόντες που εκδόθηκε από τον Αρμό και περιέχει 26 μοναδικής αξίας συνομιλίες με πρόσωπα που είναι απόντα, αλλά εξακολουθούν να είναι παρόντα στη ζωή μας! Η συνομιλία μας έγινε στον ενικό και διατήρησα τον ενικό και στο κείμενο που ακολουθεί.

 

Ποτέ δεν δίναμε να διαβάσουν το κείμενο και να το «διορθώσουν» πριν δημοσιευτεί. Ποτέ. Αυτό ήταν αρχή του περιοδικού και της εφημερίδας για να πάρουμε μια συνέντευξη. Αν αυτό δεν γινόταν δεκτό, δεν γινόταν και η συνέντευξη, όποιο κι αν ήταν το πρόσωπο.

 

— Χάρηκα τόσο πολύ που επιτέλους αποφάσισες να εκδώσεις κάποιες από τις μυθικές σου συνεντεύξεις σε βιβλίο. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να φροντίσεις το πολύτιμο υλικό που έχεις. Συνάντησες ανθρώπους που δεν ζουν πια αλλά αποτελούν κολόνες πολιτιστικές, διανοητικές και πνευματικές αυτού του τόπου. Θέλω να σε ευχαριστήσω που με αυτή την ευκαιρία δέχτηκες να συνομιλήσουμε.

Είναι η πρώτη φορά που δίνω συνέντευξη και νιώθω πολύ άγχος. Τώρα σκέφτομαι τη θέση των ανθρώπων που τους έπαιρνα συνεντεύξεις. Τελικά είναι δύσκολο, πάρα πολύ δύσκολο, να δίνεις συνέντευξη, πιο δύσκολο από το να παίρνεις.


— Ήθελα τόσο πολύ να μιλήσουμε δημόσια. Ήθελα τόσο πολύ να το πω και να το ακούσουν όλοι, πόσο έχεις καθορίσει, με τις συνεντεύξεις σου, την εξέλιξη του δημοσιογραφικού αυτού είδους.

Ευχαριστώ. Είναι καλό να ακούς αυτά τα λόγια από ανθρώπους που εκτιμάς. Αλλά ξέρεις, δεν πιστεύω ότι έκανα κάτι ιδιαίτερο. Έκανα αυτό που πίστευα πάντα, όσο καλύτερα μπορούσα.


— Τι ήταν αυτό που ήθελες να πετύχεις, κάνοντας συνεντεύξεις;

Να δω την αλήθεια του προσώπου που συνομιλούσα μαζί του. Εμένα με ενδιέφερε το πρόσωπο, η προσωπικότητα και πίσω από την ιδιότητα.

 

Για μένα, τα παιδικά μου χρόνια ήταν ευτυχισμένα γιατί είχα δύο υπέροχους γονείς που μας έμαθαν, έμενα και τα αδέλφια μου, τι σημαίνει περηφάνια και αξιοπρέπεια.
H Όλγα Μπακομάρου με τον αδερφό της Σπύρο.


— Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, αυτή την κουβέντα μας με πρόθεση να μάθουμε ποια είναι η Όλγα Μπακομάρου, πέρα από αυτό που ξέρουμε. Πού μεγάλωσες; Ποιο ήταν το περιβάλλον όπου έζησες τα παιδικά σου χρόνια;

Δεν θέλω να μιλάω για τον εαυτό μου και προπάντων για τα παιδικά μου χρόνια.


— Γιατί; Τι φοβάσαι;

Δεν φοβάμαι τίποτα... Απλώς τα παιδικά μου χρόνια είναι τα «όσια και ιερά» μου... Όχι μόνο για μένα αλλά, νομίζω, για τον καθένα.


— Λένε όμως ότι στα παιδικά χρόνια κρύβονται οι περισσότερες εξηγήσεις για τα μετέπειτα.

Και μάλλον έτσι πρέπει να είναι. Αλλά εγώ, σου είπα, δεν θέλω να μιλάω γι' αυτά. Μπορώ μόνο να πω πως, παρ' ότι ήταν δύσκολα από οικονομική άποψη, ήταν ευτυχισμένα.


— Στην Αθήνα γεννήθηκες και μεγάλωσες;

Όχι. Γεννήθηκα σε ένα πανέμορφο μέρος, όπου οι πρώτες εικόνες της ζωής μου και των παιδικών μου χρόνων ήταν ένα γαλανό κομμάτι θάλασσας, αυτό ανάμεσα στα Πούλιθρα και τις Σπέτσες. Ο ορίζοντάς μου ήταν η μαγευτική εναλλαγή των χρωμάτων και του φωτός στο βάθος, οι ελαιώνες που κάτω από το φως του ήλιου μετατρέπονταν σε ασημένιες θάλασσες, τα βότσαλα και τα γυμνά μας πόδια στην ακρογιαλιά, το τραγούδι των τζιτζικιών, το φεγγάρι που ταξίδευε σε έναν τεράστιο ουρανό ώσπου να χαθεί πίσω από το βουνό.


— Αυτό είναι η ευτυχία;

Δεν μπορώ να μιλήσω για όλους. Για μένα, τα παιδικά μου χρόνια ήταν ευτυχισμένα γιατί είχα δύο υπέροχους γονείς που μας έμαθαν, έμενα και τα αδέλφια μου, τι σημαίνει περηφάνια και αξιοπρέπεια. Καλοσύνη και αγάπη. Πόσο εξαρτάται ο σεβασμός από τον αυτοσεβασμό. Μας έμαθαν τι σημαίνει αφοσίωση και θυσία. Έζησα μέσα σε ένα σπίτι όπου ποτέ δεν άκουσα να κουτσομπολεύουν, να μιλάνε και σχολιάζουμε τη ζωή των άλλων γύρω μας.


— Τι θυμάσαι από τη μητέρα σου;

Η μάνα μου ήταν ο καλύτερος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου. Νομίζω ότι κάπως έτσι πρέπει να ήταν οι γυναίκες που η Εκκλησία ανακήρυσσε «αγίες». Ήσυχη, καρτερική, δοτική, σου μιλούσε με τα μάτια. Δεν ξεχνώ ποτέ αυτά τα μάτια, ούτε τα χέρια της, με αποτυπωμένο πάνω τους τον μόχθο από τις δουλειές του σπιτιού. Απέπνεαν μια αγιότητα για μένα αυτά τα χέρια και σκεφτόμουνα ότι ποτέ δεν θα τα ξεχνούσα όταν εκείνη θα έφευγε από τη ζωή. Και πράγματι ποτέ δεν τα ξέχασα. Και αυτή την ώρα που μιλάμε τα έχω μπροστά μου... Η μάνα μου ήταν από τις γυναίκες που ποτέ δεν πεινούσε όταν καθόμασταν στο τραπέζι, κι ας ήταν νηστική. Δεν πεινούσε για να φάνε και να χορτάσουν τα παιδιά.


— Κι ο πατέρας σου τι άνθρωπος ήταν;

Ο πατέρας μου ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος. Στο γυμνάσιο τις εκθέσεις τις έγραφε έμμετρα. Ήταν πολύ δραστήριος, πολύ αυστηρός αλλά και συναισθηματικός. Αγαπούσε πολύ τα ζώα. Θυμάμαι ένα υπέροχο άλογο που είχε και το περιποιόταν σαν παιδί του. Ήθελε πολύ να σπουδάσουμε, να έχουμε καλύτερη τύχη στη ζωή μας από εκείνον, που τα όνειρά του τα εξανέμισαν ο πόλεμος και τα σκληρά χρόνια που ακολούθησαν.


— Με τι ασχολούνταν ο πατέρας σου;

Ασχολούνταν με τα κτήματα, ελιές, χαρουπιές, αμπέλια. Είχαν και ένα ελαιοτριβείο, ενώ παράλληλα δούλευε ως έκτακτος υπάλληλος στο Δημόσιο Ταμείο του Λεωνιδίου.

 

Η Όλγα Μπακομάρου σημαιοφόρος.


— Υπήρξες καλή μαθήτρια;

Ήμουν καλή μαθήτρια, έγραφα καλές εκθέσεις. Είχαμε έναν εκπληκτικό δάσκαλο, τον Ευάγγελο Τσεμπελή, που μας έμαθε γράμματα. Μας έμαθε ακόμα τι σημαίνει εργασία, μελέτη, πειθαρχία, ευθύνη αλλά και τιμωρία, όταν δεν ήσουν συνεπής στις υποχρεώσεις σου. Ήμουν ένα ελεύθερο παιδί, όσο γινόταν στα πλαίσια του χωριού εκείνης της εποχής, έπαιζα πολύ, όλα τα παιχνίδια, δεν έβλεπα την ώρα να πετάξω την τσάντα και να τρέξω στο αλώνι, όπου με περίμεναν τα άλλα παιδιά. Ήμουν από τους «αρχηγούς»... Ξεθεωνόμασταν στο παιχνίδι, ώσπου ερχόταν η νύχτα. Την ημέρα τραγουδούσα ανεβασμένη σε μια ελιά στα Πούλιθρα και τα καλοκαίρια στην καρυδιά μας, στα Πελετά, όπου πηγαίναμε για ξεκαλοκαιριό. Γιατί ο κόσμος δεν είχε ανακαλύψει ακόμα τη θάλασσα τότε.


— Σου άρεσε να τραγουδάς;

Πολύ. Τραγουδούσα πολύ.


— Και γιατί δεν έγινες τραγουδίστρια;

Ούτε καν το είχα σκεφτεί. Αν με ρωτούσες τώρα ποια δουλειά θα μου άρεσε να κάνω, εκτός από το γράψιμο, θα σου έλεγα τραγουδίστρια. Μου αρέσει να τραγουδάω και θεωρώ το τραγούδι ύψιστη μορφή επικοινωνίας.

 

— Πότε ήρθες στην πόλη; Στην Αθήνα;

Τελειώνοντας το Δημοτικό. Μάλλον πήγα και μια χρονιά στο Γυμνάσιο, στο Λεωνίδιο, και μετά φύγαμε για την πρωτεύουσα. Όλη η οικογένεια. Τα κτήματα δεν απέδιδαν πια, το ελαιοτριβείο έκλεισε, ο πατέρας δεν μονιμοποιήθηκε στο Ταμείο κι έτσι πουλήσαμε κάτι κτήματα και με αυτά ανοίξαμε ένα καφέ-ζαχαροπλαστείο στην πρωτεύουσα. Έτσι μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε.


— Έδωσες στο Πανεπιστήμιο;

Ναι, και μπήκα στη Νομική.


— Πώς βρέθηκες να κάνεις δημοσιογραφία; Πώς ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια; Έγραφες πάντα;

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μού άρεσε να διαβάζω ό,τι έβρισκα μπροστά μου τυπωμένο ακόμα και στον δρόμο, ένα κομματάκι εφημερίδας που το είχαν παρασύρει τα νερά της βροχής. Ταυτόχρονα, μου άρεσε και να γράφω. Ποιήματα, διηγήματα και θεατρικά ακόμα.


— Πώς από τα ποιήματα, τα διηγήματα και τα θεατρικά κατέληξες στη δημοσιογραφία;

Δεν ξέρω ακριβώς. Αυτό που ξέρω είναι ότι στο Γυμνάσιο, την ώρα της γυμναστικής, που δεν συμπαθούσα, κράταγα ένα στιλό για μικρόφωνο και έπαιρνα συνεντεύξεις από τις συμμαθήτριές μου. Δεν ξέρω πώς μου είχε έρθει και το έκανα αυτό. Ίσως να με είχε επηρεάσει τότε ένα κομμάτι που είχα δει τυχαία στη «Γυναίκα», ξεφυλλίζοντάς την, με τον τίτλο: «Γράφει και κεντά το κορίτσι με τη χρυσή πένα». Το κορίτσι αυτό ήταν η Οριάνα Φαλάτσι. Εντυπωσιάστηκα και ένιωσα θαυμασμό με αυτά που διάβασα γι' αυτήν.

 

Η Όλγα Μπακομάρου (μπροστά) στο αμφιθέατρο της Νομικής.


— Αλήθεια, στη «Γυναικά» πώς μπήκες;

Την πόρτα μού την άνοιξε ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής, φιλόλογος και διευθυντής στην Ιταλική Σχολή, ο οποίος παράλληλα εργαζόταν σε φροντιστήριο της πλατείας Κάνιγγος, προετοιμάζοντας υποψήφιους φοιτητές. Είχα πάει κι εγώ για λίγους μήνες σε αυτό το φροντιστήριο και είχα την τύχη να με συμπεριλάβει στα παιδιά που είχε ξεχωρίσει και με τα οποία κράτησε επαφή και μετά τις εισαγωγικές. Ήταν ένας εκπληκτικός δάσκαλος και άνθρωπος κι εγώ πήγαινα πότε πότε, ως φοιτήτρια πλέον, και τον έβλεπα στην Ιταλική Σχολή.

 

Σε μία από τις συναντήσεις μας του είχα πει ότι θα με ενδιέφερε να εργαστώ ως δημοσιογράφος και ότι σκεφτόμουν τη «Γυναίκα». «Γνωρίζω τον Τερζόπουλο», μου είπε και συμπλήρωσε, «τον παίρνω αμέσως τηλέφωνο». Το τηλέφωνο, όμως, μιλούσε ασταμάτητα, εκείνος έπρεπε να πάει στο μάθημά του και μού ανέθεσε να συνεχίσω εγώ, ώσπου να πιάσω γραμμή. Κάποια στιγμή απάντησε, ο Δεμερτζής μίλησε με τον Τερζόπουλο κι έτσι κλείστηκε το ραντεβού.


— Κι έτσι συνάντησες τον Τερζόπουλο;

Ναι. Με δέχτηκε ευγενικά και με συμπάθεια. Μού ζήτησε να του πω κάποιες ιδέες και να του προτείνω θέματα. Μου ανέθεσε να κάνω κάποια από αυτά. Του τα πήγα, του άρεσαν πολύ κι έτσι άρχισα να γράφω στη «Γυναίκα» «με το κομμάτι». Όμως εγώ είχα ανάγκη οικονομική και ήθελα κάτι πιο σταθερό. Έτσι, μετά από λίγο καιρό τού ζήτησα να μπω στο μισθολόγιο. Εκείνος τότε μου είπε: «Μα, δεν έχω πού να σε βάλω να καθίσεις».

 

Η «Γυναίκα», πράγματι, ήταν όλη κι όλη ένας όροφος, «Ερμού 8, όγδοος όροφος», όπως τη λέγαμε. Παρ' όλα αυτά, εγώ δεν έφυγα, εξακολουθούσα να στέκομαι μπροστά του, σαν κάτι να περίμενα. Εκείνος τότε, ξαφνιασμένος νομίζω, γύρισε και μου είπε: «Μια κοπέλα στο ατελιέ είναι έγκυος και σε τρεις μήνες θα φύγει για να γεννήσει. Έλα τότε να καθίσεις στη θέση της».

 

Πέρασαν οι τρεις μήνες κι εγώ την ημέρα που ήταν να φύγει η κοπέλα πήγα οκτώ η ώρα με τα χαρτιά μου όλα, έτοιμη για δουλειά. Περίμενα όρθια στην είσοδο αρκετή ώρα, χωρίς να μου δίνει κανείς σημασία. Κάποια στιγμή πέρασε ο ίδιος ο Τερζόπουλος, με είδε και μου είπε: «Εσύ τι κάνεις εδώ;». «Είναι η μέρα που μου είπατε να έρθω να πιάσω δουλειά». Έμεινε άναυδος. Με κοίταξε για λίγο και είπε: «Πήγαινε και κάθισε στη θέση που σου είχα πει». Πήγα και κάθισα στη θέση της κοπέλας στο ατελιέ. Έτσι, προσλήφθηκα. Έγραφα για όλα, ώσπου κάποια στιγμή κατέληξα να κάνω μόνο συνεντεύξεις. Αυτό που ήθελα.

 

Ο Ιόλας νομίζω ότι ήθελε να δημιουργήσει σάλο, αλλά όχι αυτόν τον σάλο, όλη αυτή την κατακραυγή. Φανταζόταν ότι θα εντυπωσιάσει με όλα αυτά που έλεγε, ότι θα εκπλήξει, ότι θα συζητηθεί, γιατί του άρεσε να μιλούν για εκείνον, να είναι στην επικαιρότητα. Φαίνεται ότι αυτήν τη φορά υπολόγισε λάθος.


— Ποια ήταν η στιγμή που ο Τερζόπουλος σε εμπιστεύτηκε απόλυτα και σου έδωσε το ελεύθερο να κάνεις αυτές τις μεγάλες συνεντεύξεις;

Η συνέντευξη με την Αθήνα Παναγούλη, αμέσως μετά τον θάνατο του Αλέκου Παναγούλη, 1η Μαΐου του 1976. Έφτασα στη Γλυφάδα συγκλονισμένη. Κλεισμένη στο δωμάτιό της, η τραγική μάνα δεν ήθελε να δει κανέναν. Θυμάμαι το πένθος που τύλιγε το άδειο σπίτι με τον μεγάλο φοίνικα στην αυλή του. Περίμενα ώρες, ώσπου κάποια στιγμή ο μοναδικός άνθρωπος που βρισκόταν εκεί, μια νεαρή γυναίκα, ήρθε και μου είπε ότι η κυρία Αθηνά ήθελε να μου μιλήσει. Κάθισα μαζί της στο σαλόνι.

 

Η συνομιλία μας ήταν μια εμπειρία που δεν είχα ποτέ ξανά στη ζωή μου, δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου όσο κράτησε. Με δάκρυα στα μάτια διάβασαν τη συνέντευξη και στο γραφείο την επομένη. Ο Τερζόπουλος αφιέρωσε το «Σημείωμα του εκδότη», ένα συγκλονιστικό κείμενο, σ' εκείνη τη χαροκαμένη ηρωίδα Μάνα του Παναγούλη και σε όλες τις Μάνες της Γης. Στο σημείωμά του ανέφερε κι έμενα με το όνομά μου και δεν υπήρχε μεγαλύτερη τιμή από αυτό για έναν συντάκτη του, και μάλιστα νέο στην ηλικία. Έτσι, άνοιξε ο δρόμος.


— Τι έκανες πριν πας να πάρεις μια συνέντευξη από ένα πρόσωπο;

Προετοιμαζόμουν όσο μπορούσα καλύτερα σχετικά με τη δράση, τις ιδέες, τη ζωή του. Συζητούσα και με ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Αυτό που γράφω στον πρόλογο του βιβλίου μου, ότι ήμουν ευτυχισμένη όταν ξεκινούσα να συναντήσω ένα από τα πρόσωπα αυτά, να του μιλήσω και να το γνωρίσω, είναι αλήθεια.

 

Γενικά, αισθάνομαι χαρά να μιλάω με τους ανθρώπους, όχι μόνο με τους γνωστούς και διάσημους, αλλά με όλους όσους μπορεί να συναντήσει κανείς στην καθημερινότητά του. Και τους μιλώ πάντα με αγάπη και μετά με περιέργεια. Για μένα, το να συζητώ με τους ανθρώπους ήταν και είναι μια ενδιαφέρουσα εμπειρία.

 

Η Όλγα στα γραφεία της LIFO... Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Σου ζητούσαν οι συνεντευξιαζόμενοι ερωτήσεις από πριν;

Ποτέ δεν έδωσα ερωτήσεις. Ήταν θέμα αρχής για τον Ευάγγελο Τερζόπουλο και τη «Γυναίκα» αλλά και την «Ελευθεροτυπία». Προϋπόθεση για να γίνει μια συνέντευξη ήταν η εμπιστοσύνη στο έντυπο και στον δημοσιογράφο. Όλες οι συνεντεύξεις ήταν ζωντανές, ποτέ μέσω τηλεφώνου ή με mail, που ακούω ότι συνηθίζεται σήμερα. Επίσης, ποτέ δεν δίναμε να διαβάσουν το κείμενο και να το «διορθώσουν» πριν δημοσιευτεί. Ποτέ. Αυτό ήταν αρχή του περιοδικού και της εφημερίδας για να πάρουμε μια συνέντευξη. Αν αυτό δεν γινόταν δεκτό, δεν γινόταν και η συνέντευξη, όποιο κι αν ήταν το πρόσωπο.


— Εξαιτίας αυτής της αρχής έχεις χάσει κάποια συνέντευξη που θα ήθελες πολύ να κάνεις;

Ναι, του Φλωράκη για τη «Γυναίκα». Ήθελαν τις ερωτήσεις από πριν και να δώσουν γραπτές απαντήσεις. Αρνηθήκαμε.


— Υπήρχαν άνθρωποι που μετά τη δημοσίευση μιας συνέντευξής τους είχαν παράπονα;

Ποτέ. Εκτός από μια συνέντευξη που είχα κάνει με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Την είχε εξοργίσει η περιγραφή της που έκανα στην εισαγωγή μου. Δεν ήταν αυτή που ήθελε και που την είχαν συνηθίσει. Εξέφρασε, μάλιστα, τη δυσαρέσκειά της, τόσο προς εμένα όσο και προς τον διευθυντή μου στη «Γυναίκα», Ευάγγελο Τερζόπουλο, σε επίσημη δεξίωση της ΕΡΤ, στη Μεγάλη Βρετανία, με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και πολλούς πολιτικούς, καλλιτέχνες, ανθρώπους του πνεύματος και των ΜΜΕ παρόντες. Δέκα χρόνια πέρασαν για να ξαναμιλήσουμε με την Αλίκη και δεκατρία για να της ξαναπάρω συνέντευξη, στην «Ελευθεροτυπία» αυτήν τη φορά.


— Ο Ιόλας μετά τη συνέντευξή του δεν σε πήρε να σου κάνει παράπονα;

Όχι.


— Σε ρωτάω γιατί μετά τον σάλο που προκάλεσε αυτή η συνέντευξη ο Ιόλας έλεγε ότι είχες γράψει πράγματα που δεν είχε πει.

Όχι. Όλα τα είχε πει. Όλα είναι καταγεγραμμένα στις κασέτες. Όταν κάτι από τη συνομιλία μας δεν ήθελε να δημοσιευτεί, το μαγνητόφωνο έκλεινε. Του απάντησα, λοιπόν, μέσω της «Γυναίκας», «τα είχατε πει, κύριε Ιόλα». Και τότε βρήκε να λέει κάτι άλλο, ότι μου είχε ζητήσει και του είχα υποσχεθεί να δει τη συνέντευξη πριν δημοσιευτεί. Φυσικά και δεν μου ζήτησε κάτι τέτοιο, γιατί αν το είχε ζητήσει δεν θα είχε γίνει η συνέντευξη.


— Τώρα που ξαναδιάβασες τη συνέντευξη για να την εντάξεις στο βιβλίο σου, πώς σου φάνηκε; Τι είχε αυτή η συνέντευξη που ξεσήκωσε θύελλες;

Δεν θα έλεγα ότι είναι η καλύτερή μου συνέντευξη. Ήταν, όμως, νομίζω, φυσικό που ξεσήκωσε θύελλες, γιατί σε αυτήν ο Ιόλας αποδομούσε τα πάντα. Από τους κορυφαίους ζωγράφους μας, τους πολιτικούς, ανάμεσά τους και τη Μελίνα, ως τον Παρθενώνα. Μόνο το χρήμα εκθείαζε.

 

Κατάφερα με πολύ κόπο να πείσω τον Τερζόπουλο ότι οι σελίδες της «Γυναίκας» έπρεπε να ανοίξουν και στους πολιτικούς. Η αρχή έγινε με τον Ανδρέα Παπανδρέου και ήταν μια «τομή» αυτό για τον περιοδικό Τύπο εκείνης της εποχής.


— Αλήθεια, πιστεύεις ότι όταν τα έλεγε αυτά δεν φανταζόταν τον σάλο που θα προκαλούσαν;

Δεν είμαι σίγουρη, νομίζω όμως ότι ήθελε να δημιουργήσει σάλο, αλλά όχι αυτόν τον σάλο, όλη αυτή την κατακραυγή. Φανταζόταν ότι θα εντυπωσιάσει με όλα αυτά που έλεγε, ότι θα εκπλήξει, ότι θα συζητηθεί, γιατί του άρεσε να μιλούν για εκείνον, να είναι στην επικαιρότητα. Φαίνεται ότι αυτήν τη φορά υπολόγισε λάθος. Και εκεί που περίμενε το χειροκρότημα είδε τους πάντες, ακόμα κι εκείνους που πήγαιναν στα περίφημα πάρτι του, να αποστασιοποιούνται και να του γυρίζουν την πλάτη.


— Με τι κριτήρια επέλεγες τα πρόσωπα που πλησίαζες για να μιλήσεις μαζί τους;

Πόσο σημαντικά και ενδιαφέροντα ήταν τα πρόσωπα αυτά για μένα, αλλά και για τον κόσμο. Πόσο θα ήθελαν οι αναγνώστες να μάθουν κάτι περισσότερο γι' αυτά. Η επιλογή μου γινόταν απ' όλο το φάσμα των προσώπων της δημόσιας ζωής.

 

Κατάφερα με πολύ κόπο να πείσω τον Τερζόπουλο ότι οι σελίδες της «Γυναίκας» έπρεπε να ανοίξουν και στους πολιτικούς. Η αρχή έγινε με τον Ανδρέα Παπανδρέου και ήταν μια «τομή» αυτό για τον περιοδικό Τύπο εκείνης της εποχής. Ακολούθησαν κι άλλοι πολιτικοί απ' όλους τους χώρους −για τη συνέντευξη του Ηλία Ηλιού θυμάμαι ότι είχαμε και κάποιες οργισμένες αντιδράσεις− αλλά και δημοσιογράφοι, ποδοσφαιριστές, ακόμη και εκπρόσωποι της Εκκλησίας, οι πάντες.

 

— Τα ραντεβού μαζί τους τα έκλεινες μόνη σου; Πώς τους προσέγγιζες;

Μόνη μου, χωρίς παρέμβαση ή βοήθεια από τη διεύθυνση του περιοδικού ή της εφημερίδας. Η ίδια τους κυνηγούσα.


— Μετά τη μελέτη σου και την έρευνα γύρω από το πρόσωπο που θα συναντούσες, έφτιαχνες μια σκαλέτα ερωτήσεων που ακολουθούσες κατά τη διάρκεια της κουβέντας μαζί του;

Δεν είχα ποτέ ερωτήσεις γραμμένες, πηγαίνοντας να συναντήσω ένα πρόσωπο. Απλώς, όπως σου είπα, είχα μελετήσει πολύ καλά το πρόσωπο και αφηνόμουν στην κουβέντα μαζί του. Άλλωστε, αν είχα μια σκαλέτα ερωτήσεων, νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να κάνω τη συνέντευξη.


— Σήμερα θα μπορούσες να κάνεις αυτές τις ίδιες συνεντεύξεις; Από την άποψη της μορφής.

Με ποια πρόσωπα και για ποιους; Εκείνες οι συνεντεύξεις-πορτρέτα γινόντουσαν σε μια εποχή που δεν κυριαρχούσαν στη ζωή μας η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το Διαδίκτυο. Τα πρόσωπα δεν ήταν γνωστά σε όλους, όπως σήμερα, που ξέρουμε τα πάντα για τη ζωή όλων. Εμένα με ενδιέφερε να καταφέρω να βγάλω μια καλή φωτογραφία του ανθρώπου που είχα απέναντί μου, αποτυπωμένη με λέξεις. Μάλιστα, ο Αντώνης Σαμαράκης μου είχε πει κάποτε: «Οι συνεντεύξεις σου είναι μια πιστή φωτογραφία αυτών με τους οποίους μιλάς». Τώρα, για κάθε δημόσιο πρόσωπο υπάρχουν χιλιάδες φωτογραφίες και ιστορίες.


— Τι κάνει μια ψυχή και ένα μυαλό να ανοιχτούν και να μιλήσουν;

Αυτό που μπορώ να σου πω σίγουρα είναι ότι εγώ πάντα πήγαινα με καλή διάθεση και χαρά, όπως σου είπα, να συναντήσω κάποιον. Δεν πήγαινα ούτε για να τον «ανυψώσω» ούτε όμως και για να τον «χαμηλώσω». Δεν πήγαινα να του στήσω κάποια παγίδα. Έχει σημασία αυτό. Κι αυτό το καταλάβαινε ο άλλος κι έτσι, σιγά σιγά, ανοιγόταν. Το παν είναι να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης για να ανοιχτεί η ψυχή και το μυαλό, που λες κι εσύ.

 

Η Όλγα Μπακομάρου με τον Θανάση Λάλα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Νιώθεις ότι έχεις ένα ταλέντο να κάνεις τόσο καλές συνεντεύξεις;

Τι να σου πω. Δεν ξέρω, δεν το έχω σκεφτεί.


— Σήμερα, με ποιον θα ήθελες να μιλήσεις;

Τώρα που με ρωτάς, με τον Πούτιν ίσως.


— Με τον Τραμπ;

Όχι, δεν μου κινεί το ενδιαφέρον. Περισσότερο από τον Τραμπ θα με ενδιέφερε μια συνέντευξη με τον Πρόεδρο της Βόρειας Κορέας.


— Από τους Έλληνες;

Θα ήθελα να είχα πάρει συνέντευξη από τον Σεφέρη και τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Τον Αναγνωστάκη τον είχα συναντήσει, αλλά δεν ήταν καλά στην υγεία του όταν πήγα, δύο τρεις φράσεις μού είχε πει και είχαμε κανονίσει να ξαναβρεθούμε. Αλλά δεν προλάβαμε, έφυγε από τη ζωή.


— Θέλεις, κλείνοντας αυτήν τη συνομιλία, να παίξουμε ένα παιχνίδι; Επειδή πάντα σου άρεσαν τα παιχνίδια, από παιδί, όπως μου είπες, σου άρεσε να παίζεις.

Τι παιχνίδι εννοείς;


— Στο βιβλίο σου έχεις περιλάβει 26 από τις πολλές συνεντεύξεις που έχεις κάνει. Το στοιχείο που καθόρισε την επιλογή σου είναι ότι όλοι όσοι περιλαμβάνονται σε αυτό είναι απόντες, αλλά παραμένουν «Ωσεί Παρόντες», που είναι και ο τίτλος του βιβλίου σου. Εγώ, λοιπόν, σήμερα, θα σου λέω ένα-ένα τα ονόματα αυτών των σπουδαίων ανθρώπων κι εσύ σε μια φράση θα μου περιγράφεις την αίσθηση που κρατάς από αυτούς ακόμα μέσα σου μετά από τόσα χρόνια.

Ας προσπαθήσουμε να παίξουμε και να δούμε τι θα βγει.


— Μάνος Χατζιδάκις.

Το παιχνιδιάρικο γέλιο του.


— Βάσω Κατράκη.

Τα μάτια της, που μιλούσαν.


— Μενέλαος Λουντέμης.

Δεσμώτης του πόνου ως το τέλος.


— Γρηγόρης Μπιθικώτσης.

Την άνευ ορίων αφέλειά του.


— Δημήτρης Χορν.

Ένας «αριστοκράτης» της διπλανής πόρτας.


— Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Αιχμάλωτη του μύθου της.


— Μάνος Κατράκης.

Ένας Άντρας.


— Ελένη Βλάχου.

Η κυρία που λάτρευε τις γάτες.


— Αλέξης Μινωτής.

Την ερημιά του χωρίς την Παξινού, το «άλλο μισό» του.


— Ανδρέας Παπανδρέου.

Η γοητεία του ήταν αληθινή.


— Ηλίας Ηλιού.

Τη γλυκύτητά του, την ανοιχτή καρδιά του.

 

Το πιο σημαντικό πράγμα που έκανα στη ζωή μου είναι το παιδί μου. Η υπέροχη κόρη μου, η Ναυσικά, στην οποία αφιερώνω αυτό το βιβλίο μου.


— Έλλη Λαμπέτη.

Την περηφάνια της.


— Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.

Την ψυχραιμία του.


— Μελίνα Μερκούρη.

Μια δύναμη της φύσης.


— Στέλιος Καζαντζίδης.

Δεσμώτης της «μοίρας» του.


— Άκης Πάνου.

Ένας αναρχικός δικής του κοπής.


— Αλέξανδρος Ιόλας.

Την απέραντη μοναξιά του.


— Κάρολος Κουν.

Μαγεία.


— Νικηφόρος Βρεττάκος.

Η ζωή στο χαρακωμένο από βαθιές ρυτίδες πρόσωπό του.


— Γιάννης Τσαρούχης.

Την παιδικότητά του και τη λύπη στα μάτια του.


— Δημήτρης Μυταράς.

Επίμονος κυνηγός των χαμένων παραδείσων.


— Μιχάλης Κακογιάννης.

Την αγάπη του για την Κύπρο, αξέχαστη πατρίδα και καταφυγή του.


— Χρήστος Λαμπράκης.

Ο Κύριος.


— Θόδωρος Αγγελόπουλος.

Την απλότητά του.


— Λιλή Ζωγράφου.

Η πιο απελευθερωμένη γυναίκα που συνάντησα.


— Ιάκωβος Καμπανέλλης.

Την καλοσύνη στο βλέμμα του και στο χαμόγελό του.


— Είδες και έζησες πολλά. Ποιο είναι το πιο σημαντικό που έκανες στη ζωή σου;

Το παιδί μου. Η υπέροχη κόρη μου, η Ναυσικά, στην οποία αφιερώνω αυτό το βιβλίο μου.


— Σε ευχαριστώ.

Κι εγώ.


Το βιβλίο της Όλγας Μπακομάρου «Ωσεί Παρόντες, 26 συνεντεύξεις» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.

 

 

Βιβλίο

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Κλοτσιά ή φιλί;»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα της Λένας Διβάνη για τη LIFO

Βιβλίο «Κλοτσιά ή φιλί;»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα της Λένας Διβάνη για τη LIFO

25.8.2019
Κώστας Ταχτσής: «Η ηλίθια Ρένα Βλαχοπούλου, η εκτρωματική Γεωργία Βασιλειάδου»

Βιβλίο Κώστας Ταχτσής: «Η ηλίθια Ρένα Βλαχοπούλου, η εκτρωματική Γεωργία Βασιλειάδου»

25.8.2019
Τρούμαν Καπότε: «Ποτέ δεν αγάπησα τους πλούσιους, γιατί πολλοί από αυτούς, χωρίς τα χρήματά τους, θα ήταν ένα τίποτα»

Βιβλίο Τρούμαν Καπότε: «Ποτέ δεν αγάπησα τους πλούσιους, γιατί πολλοί από αυτούς, χωρίς τα χρήματά τους, θα ήταν ένα τίποτα»

25.8.2019
Ο κόσμος κάτω από τα κύματα

Βιβλίο Ο κόσμος κάτω από τα κύματα

25.8.2019
«Αλόννησος: Άλλη νήσος»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Άρη Σφακιανάκη για τη LiFO

Βιβλίο «Αλόννησος: Άλλη νήσος»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Άρη Σφακιανάκη για τη LiFO

24.8.2019
Wilfred Thesiger: Ο άνθρωπος που διέσχισε πρώτος την έρημο της Αβησσυνίας και πέθανε σαν σήμερα το 2003

Βιβλίο Wilfred Thesiger: Ο άνθρωπος που διέσχισε πρώτος την έρημο της Αβησσυνίας και πέθανε σαν σήμερα το 2003

24.8.2019
«Η Νίκη στους καταρράκτες»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Άκη Δήμου για τη LIFO

Βιβλίο «Η Νίκη στους καταρράκτες»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Άκη Δήμου για τη LIFO

23.8.2019
Στον απαράβατο κήπο της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ

Βιβλίο Στον απαράβατο κήπο της Κατερίνας Αγγελάκη - Ρουκ

23.8.2019
«Applaudito a Corfu»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Χρήστου Χωμενίδη για τη LiFO

Βιβλίο «Applaudito a Corfu»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Χρήστου Χωμενίδη για τη LiFO

22.8.2019
Το ελληνικό καλοκαίρι του Ζακ Λακαριέρ

Βιβλίο Το ελληνικό καλοκαίρι του Ζακ Λακαριέρ

22.8.2019
2 Σχόλια
avatar
Νικος Νικολαιδης - ΣΦ 24.5.2019 | 17:05
"Καθε φορα που εφευγα απο μια συνεντευξη μαζι του, σκεφτομουν οτι το μεγαλο του χαρισμα, το μυστικο της γοητειας του, ειναι πραγματι αυτο : Τη στιγμη που σου μιλαει, οτι κι αν σου λεει, δεν αμφιβαλλεις οτι ειναι η αληθεια."

Ολγα Μπακομαρου - Κυριακατικη Ελευθεροτυπια - 21 Ιανουαριου 1996 - σελ.12-13. ( Απο τον επιλογο μιας συλλογης 4 συνεντευξεων της Μπακομαρου απο τον Ανδρεα Παπανδρεου ).
Φώντας Τρούσας 24.5.2019 | 19:15
Επίσης να πούμε πως η Όλγα Μπακομάρου στήριξε με τα ρεπορτάζ και τις άπειρες συνεντεύξεις της όλο το νεανικό ελληνικό τραγούδι στις αρχές του ’70 (το ποπ και το ροκ), βασικά μέσα από το εβδομαδιαίο ΦΑΝΤΑΖΙΟ του Τερζόπουλου. Όσοι αγαπάμε αυτό το τραγούδι τής χρωστάμε πολλά!