Για τον Ταχτσή, το λειτουργικό δίπολο, το σκοτεινό και το φωτεινό, το απολλώνειο και το διονυσιακό, ήταν η μόνιμη φύση του και η δική του προσπάθεια να καταλάβει τον εαυτό του και την πόλη.

O εκρηκτικός αθηναϊκός λόγος του Κώστα Ταχτσή

Τα βαθιά ίχνη που άφησε ο συγγραφέας του «Τρίτου στεφανιού» στην queer κοινότητα και στην τέχνη.

«Η ταυτότητά μου λέει ότι γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, αλλά μη δίνετε ποτέ μεγάλη πίστη στις ταυτότητες: είμαι Αθηναίος και μάλιστα από τους ελάχιστους πέμπτης γενιάς. Άλλο να τα ξέρεις από τα βιβλία πως εδώ που πατάμε τώρα κάποτε ίσως να κάθισε ο Σωκράτης με τον Φαίδρο και άλλο να τα ξέρεις από πρώτο χέρι. Να μπορείς να λες: τη βλέπετε αυτή την πολυσύχναστη λεωφόρο, πνιγμένη στο αυτοκίνητο και τα καυσαέρια; Τον καιρό που ήμουν παιδί ήταν ρέμα με κάμποσα σκουπίδια αλλά και με μια ήσυχη νεροσυρμή που πότιζε όσα πλατάνια είχαν απομείνει. Θέλω να πω πως βλέπω την Αθήνα μέσα στην προοπτική του χρόνου, όπως είναι αδύνατον να τη δει ο επαρχιώτης έποικος και ο ξένος επισκέπτης της, και μέσα από αυτήν βλέπω και τον εαυτό μου» γράφει με αστική παρρησία ο Κώστας Ταχτσής στο βιβλίο του Η γιαγιά μου η Αθήνα.


Ένας Ταχτσής (και πάλι) αυτοβιογραφούμενος, όπως σε όλα σχεδόν τα κείμενά του, όπου οι όροι του βιώματος και του παιχνιδιού διαρκώς μπλέκονται και, όπως σε αυτό το χαρακτηριστικό απόσπασμα, η Αθήνα δεσπόζει σε κάθε κρυφό ή φανερό πλάνο. Τα φραγκμέντα της πόλης σαρώνουν το φαντασιακό του συγγραφέα και ποιητή, ενώνοντας την αρχαία εκδοχή με τη σύγχρονη, με την Ηγησώ, για παράδειγμα, από τη διάσημη επιτύμβια στήλη, που τότε παρέμενε εκτεθειμένη στο νεκροταφείο του Κεραμεικού, να του θυμίζει την πολυαγαπημένη του πρόγονο ή, αντίστοιχα, με τον λόφο του Φιλοπάππου να λειτουργεί ταυτόχρονα ως τόπος εξοικείωσης αλλά και απομάκρυνσης από το κέντρο της πόλης, που στα μάτια του ήταν πάντοτε μυθικό, ξεπεσμένο, αλλόκοτο, βρόμικο, αλλά πάντοτε παρόν.

 

Η επαμφοτερίζουσα στάση που κράτησε ως προς τη λογοτεχνική του ταυτότητα, και όχι μόνο –σε ποιον βαθμό, αλήθεια, ήταν ποιητής και σε ποιον μυθιστοριογράφος, ποια ήταν όρια της αυτοβιογραφίας και κατά πόσο κρατούσε κρυμμένα μυστικά;– είναι διάχυτη σε κάθε αφηγηματική του έξαρση.

 

Ήταν οι αυλές όπου ξεδιπλώνονταν διάλογοι σαν εκείνους ανάμεσα στη Νίνα και στην Εκάβη από το Τρίτο Στεφάνι, οι παλιές πολυκατοικίες όπου απλώνονταν οι αμέτρητες μπουγάδες, τα τρένα, τα πάρκα, αλλά και οι παράξενες σπηλιές, ναι, σπηλιές, στους λόφους κοντά στην Ιπποκράτους, όπου βίωσε τους πρώτους αγορίστικους έρωτες. Στη λεγόμενη «Τσαγκαρογειτονιά», όπως αποκαλείται η Νεάπολη Εξαρχείων, που είναι και το επίκεντρο της δράσης στο Τρίτο Στεφάνι, ένιωσε τα πρώτα σκιρτήματα για τα αγόρια, προτού αυτά μεταμορφωθούν σε ολοκληρωμένους έρωτες. Σύγκρουση και επιθυμία παραμόνευαν αργότερα στα σκοτεινά στέκια της Ομόνοιας, όπως εκείνα όπου γυρόφερνε ο ήρωάς του, ο καταραμένος γκέι, κομμουνιστής και εξαρτημένος –περίπου όπως ο ίδιος– Ντίνος από το Τρίτο Στεφάνι, ο οποίος ανίχνευε το δικό του βερλενικό καταφύγιο, ένα σκοτεινό λαγούμι κρυμμένο ακριβώς στο κέντρο της πόλης.


Ενώ, λοιπόν, οι περισσότεροι έχουν επικεντρωθεί στη μικροαστική μεγαλοπρέπεια των λόγων της Εκάβης ή της Νίνας στο Τρίτο Στεφάνι, ελάχιστοι έχουν εστιάσει στις διαδρομές των δύο εκδιωχθέντων από την επίσημη τάξη της πόλης, των ανδρικών χαρακτήρων του Δημήτρη και του Ντίνου, αδιαφορώντας για τα δύο αυτά σχεδόν καφκικά αρχέτυπα που πηγαίνουν κόντρα στις νόρμες της σεξουαλικότητας – ακόμα και στις νόρμες της αφήγησης. Για τον Ταχτσή, αυτό το λειτουργικό δίπολο, το σκοτεινό και το φωτεινό, το απολλώνειο και το διονυσιακό, ήταν η μόνιμη φύση του και η δική του προσπάθεια να καταλάβει τον εαυτό του και την πόλη.

 

Κανείς δεν κατάφερε να εφεύρει τόσο ενσαρκωμένες ηρωίδες και να γράψει ακριβώς ένα βιβλίο σαν το Τρίτο Στεφάνι, αν και πολλοί το μιμήθηκαν.


Σαν τους δύο θείους του, που ο ένας τον έσερνε στον υπόκοσμο της Ομόνοιας και ο άλλος στον φανταχτερό κόσμο του Συντάγματος – αυτός ο «κόσμος των αδεσμεύτων», όπως τον χαρακτήριζε, τον έκανε να καταλάβει τις εκδοχές του εαυτού του και του άστεως: από τα φτωχικά χαμόσπιτα του Κολωνού στο πιο σενιαρισμένο σπίτι της Ιπποκράτους, από κει στο Σύνταγμα και πίσω στο Μεταξουργείο. Ήταν και ο ίδιος, άλλωστε, ένας αλλόκοτος flâneur με τεράστια μαύρα γυαλιά ηλίου, αγορασμένα προφανώς από κάποιο από τα αμέτρητα ταξίδια του στο εξωτερικό, ένας γεννημένος Θεσσαλονικιός που γυρνοβολούσε στην άλλοτε γενέτειρα του Σοφοκλή, στον Κολωνό, και στη γειτονική περιοχή του Ψυρρή, ανακαλύπτοντας νεοκλασικά με Καρυάτιδες, όπως το θρυλικό σπίτι που έγινε απαραίτητο συστατικό στοιχείο της αφηγηματικής του φαντασμαγορίας. Επρόκειτο για το σπίτι που πρωταγωνιστεί στη σκηνή όπου η Εκάβη αφηγείται στη Νίνα τη ζωή της και της λέει για την εποχή που της άρεσε να κάθεται σε ένα μπαλκόνι με Καρυάτιδες και να χαζεύει τον Θόδωρο που τη γλυκοκοίταζε, το οποίο υπήρχε στην πραγματικότητα. Από αυτό εμπνέεται αργότερα ο Τσαρούχης για να φτιάξει την ομότιτλη υδατογραφία, αλλά και το σκηνικό για τις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη, σε μετάφραση του ίδιου του Κώστα Ταχτσή, όπου οι γυναίκες θυμίζουν κατά πολύ τη Νίνα ή την Εκάβη στην εκφορά του παραληρηματικού, γοητευτικού γυναικείου λόγου.


Τα πάντα άλλωστε, από τον μεγάλο φίκο μέχρι τις αυλές, τις μπουγάδες, τους θορύβους της πόλης, το τραμ, τις ξεχασμένες και κρυμμένες μνήμες πίσω από τα γκρεμισμένα ή τα τρυπημένα από σφαίρες σπίτια τον καιρό του Εμφυλίου, απηχούν τη σύνδεση καθαυτή του Κώστα Ταχτσή με την ελληνική Ιστορία, την ερωτική έξαψη και την πόλη στο Τρίτο Στεφάνι, αλλά και στις ιστορίες από τα Ρέστα.

 

Είναι η πρώτη φορά –ίσως μετά τον Δημήτρη Χατζή– που ένας λογοτέχνης μεταθέτει τα μυθοπλαστικά δεδομένα από τα κυριλέ σαλόνια στις αυλές και στα μπουγαδόνερα, πάνω από τα οποία «δύο γυναίκες συζητάνε για την Ιστορία», όπως φέρεται να έχει πει η Έλλη Αλεξίου, αποκαλύπτοντας τα βαθιά ελληνικά τραύματα. Απωθημένα πολιτικά, ιστορικά και σεξουαλικά έρχονται για πρώτη φορά στην επιφάνεια, αλλά και οι αλήθειες των απανωτών συγκρούσεων και πολέμων, οι αλλοτριωμένες συνειδήσεις και οι βαθιές, χαίνουσες πληγές.


Για τις δύο πρωταγωνίστριές του από το Τρίτο Στεφάνι αυτός ο θυμός ζει μαζί με τα ανεκπλήρωτα όνειρα, αλλά και με μια πρωτόγνωρη αφηγηματική δύναμη που τις κάνει να επιβιώνουν τόσα χρόνια στο συλλογικό φαντασιακό της ελληνικής κουλτούρας: έγιναν ηρωίδες σε ραδιοφωνική εκπομπή, σε θεατρικά έργα, σε τηλεοπτικά σίριαλ. Κανείς δεν κατάφερε να εφεύρει τόσο ενσαρκωμένες ηρωίδες και να γράψει ακριβώς ένα βιβλίο σαν το Τρίτο Στεφάνι, αν και πολλοί το μιμήθηκαν.


Δεν εξαγρίωσε τυχαία τους φιλολογίζοντες κόσμους του καφέ Μπραζίλιαν και του καφέ Βυζάντιον, που ωστόσο ενέπνευσαν και τα αντίστοιχα ποιήματα, όπου ο Κώστας Ταχτσής αντιπαρέρχεται τους κριτικούς, τους πάσης φύσεως εκφραστές της δοκησισοφίας αλλά και τους άγνωστους εραστές, τους κήνσορες, τους όποιους ποδηγέτες. Δεν ανήκε, άλλωστε, ποτέ σε στρατόπεδα ή κλίκες και έκανε ταυτόχρονα παρέα με την τραβεστί Πάολα και τον Νίκο Καρούζο. Η παραληρηματική φωνή της Νίνας, που αντίστοιχα τα βάζει με άνδρες, γειτονιά, σύστημα, γενεαλογικά συστήματα και εν τέλει τον ίδιο της τον εαυτό, γίνεται η επίσημη εκφορά ενός λογοτεχνικού λόγου που δεν άντεξε ποτέ τα λογοτεχνικά συστήματα.

 

Τελειώνει το βιβλίο το '60, όταν επιστρέφει από μια κάπως αποτυχημένη απόπειρα να γυρίσει την Ευρώπη με μια βέσπα(!), γράφοντάς το σχεδόν από την αρχή.


Η επαμφοτερίζουσα στάση που κράτησε ως προς τη λογοτεχνική του ταυτότητα, και όχι μόνο –σε ποιον βαθμό, αλήθεια, ήταν ποιητής και σε ποιον μυθιστοριογράφος, ποια ήταν όρια της αυτοβιογραφίας και κατά πόσο κρατούσε κρυμμένα μυστικά;– είναι διάχυτη σε κάθε αφηγηματική του έξαρση: στον ατελείωτο μονόλογο της Νίνας και στον επίσης αντιφατικό χαρακτήρα της Εκάβης, στις σημειώσεις του, στα κείμενά του, στα εξομολογητικά γράμματα προς τους ομοτέχνους του, ειδικά προς τον Νάνο Βαλαωρίτη. Ενώ, λοιπόν, οι προηγούμενοι κριτικοί προσπάθησαν να απαντήσουν στις επιθέσεις που δέχτηκε ο Ταχτσής από τους ομοτέχνους του, φέρνοντάς τον στην πρώτη γραμμή, οι νέοι φιλόλογοι έχουν καταφέρει να εντοπίσουν τον «νέο τόνο», όπως είναι γνωστός στη φιλολογία.

  

Αν παλιότερα την παντιέρα του κύκλου των μελετητών κρατούσαν οι επιμελητές του, όπως ο Θανάσης Νιάρχος, σήμερα αναφαίνεται μια πολύτιμη γενιά φιλολόγων που έχουν καταφέρει να επαναπροσδιορίσουν καίρια τον έκκεντρο λόγο του συγγραφέα και ποιητή. Ο Δημήτρης Παπανικολάου κάνει λόγο για πολλαπλά προσωπεία στα επιμελημένα από τον ίδιο Ποιήματα αλλά και στα Ρέστααπό τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, ενώ πρωτύτερα τον εξεγερμένο λόγο που αναδεικνύει χαμένες φωνές και νόρμες, όπως είχε κάνει στην Ισπανία ο Λόρκα, τον είχε εντοπίσει με επιτυχία στις μελέτες του ο Ανδρέας Αγγελάκης. Για να μην αναφέρουμε τα άκρως ενδιαφέροντα ντοκιμαντέρ γνωστών σκηνοθετών, όπως αυτό του Τάκη Σπετσιώτη.

 

Η ειρωνική στάση ήταν ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος που διέθετε ο Ταχτσής για να απωθεί την ταμπελοκρατία και την ιδεοληψία που χαρακτήριζε τους πνευματικούς κύκλους. Το 1954, λίγο πριν εγκαταλείψει την Ελλάδα για να γυρίσει στον κόσμο, εκδίδει τη Συμφωνία του Μπραζίλιαν, με το φιλοτεχνημένο από τον Γιάννη Τσαρούχη εξώφυλλο να είναι ένα κηδειόχαρτο! Παρωδώντας ακόμα και κορυφαία ποιήματα, όπως η Έρημη Χώρα του Έλιοτ, αυτοπροσδιοριζόμενος «κίναιδος» και γράφοντας με σαφήνεια «δεν ντρέπομαι» στο ομώνυμο ποίημα, γίνεται η σωκρατική αλογόμυγα που ήξερε να ζαλίζει τους συντηρητικούς θαμώνες των πνευματικών κέντρων της Αθήνας.


Είναι η ίδια περίοδος που, αφού αποκηρύσσει την εγχώρια πνευματική τάξη, αρχίζει τα ταξίδια: φεύγει με ένα φορτηγό προς τη Γερμανία, συμμετέχει στα γυρίσματα της ταινίας Το παιδί και το δελφίνι ως βοηθός σκηνοθέτη, εκτελεί χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του πιανίστα Τόνι Γεωργίου στην Αφρική, φτάνει μέχρι τη μακρινή Αυστραλία. Κατά τη διάρκεια αυτών των περιηγήσεων γράφει το Τρίτο Στεφάνι, διατηρώντας την απαραίτητη απόσταση από την πατρίδα, που τον βοηθάει να απελευθερωθεί. Τελειώνει το βιβλίο το '60, όταν επιστρέφει από μια κάπως αποτυχημένη απόπειρα να γυρίσει την Ευρώπη με μια βέσπα(!), γράφοντάς το σχεδόν από την αρχή. Εννοείται πως το βιβλίο απορρίφθηκε επανειλημμένως από τους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους και τελικά, παρ' ότι εκδόθηκε με δικά του έξοδα το 1962, έμεινε στην αφάνεια.

 

Επανακυκλοφόρησε από τον Ερμή της περίφημης Λένας Σαββίδη το 1970, δηλαδή κατά τη διάρκεια της χούντας. Οι έγκλειστοι στη φυλακή που διαβάζουν το Τρίτο Στεφάνι μανιωδώς το κάνουν ανάρπαστο και το βιβλίο μεταδίδεται από στόμα σε στόμα παντού: το αγοράζουν δεξιοί και αριστεροί, μικροαστοί και διανοούμενοι. Η αταξινόμητη δύναμή του το καθιστά ευπώλητο, αλλά η αντικομφορμιστική του ιδιοσυγκρασία δεν του επιτρέπει να πάρει εύκολα τη θέση που του αξίζει στα μεγάλα λογοτεχνικά σαλόνια, όπως φαίνεται και από τις πρώτες αρνητικές κριτικές που έχει θησαυρίσει ο μελετητής του Ανδρέας Αγγελάκης.

 

Ο ίδιος ο Κώστας Ταχτσής, βέβαια, ξέρει ότι ο λόγος του είναι ανοιχτός στο μέλλον, είναι ένα φανταχτερό διαστημόπλοιο με αλλόκοτες, ενίοτε αντικρουόμενες λέξεις που ακούγονταν στο εσωτερικό του πιο ακραίου μικροαστισμού – αυτές που θα ακούγονταν ηχηρά ή θα μετατρέπονταν σε ατελείωτες σιωπές στον κινηματογράφο που θα έφτιαχνε μετέπειτα ο Λάνθιμος και θα θαύμαζαν οι απανταχού οπαδοί του ελληνικού μοντερνισμού. Ο Κώστας Ταχτσής το είχε δει από τότε πως δεν ήταν μόνο το πρωτότυπο εξαγώγιμο προϊόν της Ελλάδας –το Τρίτο Στεφάνι κυκλοφόρησε στα αγγλικά από τις εκδόσεις Penguin και είχε απήχηση στη Γαλλία, καθώς μεταφράστηκε από τον Λακαριέρ– αλλά η ίδια η ενσαρκωμένη δύναμη της πόλης, που ήταν ανεξέλεγκτη όσο και αληθινή.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

________________________

Ας φυσά τώρα

To νέο βιβλίο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου κυκλοφορεί.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ ΑΠΟ ΤΟ SHOPLIFO

Βιβλίο
ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το ασυναγώνιστο, μαγικό σύμπαν του Μπρούνο Σουλτς

Βιβλίο Το ασυναγώνιστο, μαγικό σύμπαν του Μπρούνο Σουλτς

6.12.2019
Μένης Κουμανταρέας: «Θα ήθελα να με θυμούνται σαν έναν άνθρωπο που δεν υπήρξε ποτέ άδικος»

Βιβλίο Μένης Κουμανταρέας: «Θα ήθελα να με θυμούνται σαν έναν άνθρωπο που δεν υπήρξε ποτέ άδικος»

5.12.2019
«Θύελλα»: Ο Τζέιμς Ελρόι επιστρέφει στο Λος Άντζελες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Βιβλίο «Θύελλα»: Ο Τζέιμς Ελρόι επιστρέφει στο Λος Άντζελες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

4.12.2019
Η νέα εκδοτική κίνηση μέσα από 57 τίτλους για όλα τα γούστα

Βιβλίο Η νέα εκδοτική κίνηση μέσα από 57 τίτλους για όλα τα γούστα

3.12.2019
Οι υπέροχοι, απαίσιοι άντρες του Ντέβιντ Φόστερ Ουάλας

Βιβλίο Οι υπέροχοι, απαίσιοι άντρες του Ντέβιντ Φόστερ Ουάλας

2.12.2019
«Η Τρίτη Ρώμη»: Στο νέο του βιβλίο ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας ερευνά τη γεωπολιτική της Ρωσικής Εκκλησίας

Βιβλίο «Η Τρίτη Ρώμη»: Στο νέο του βιβλίο ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας ερευνά τη γεωπολιτική της Ρωσικής Εκκλησίας

2.12.2019
Μαργαρίτα Καραπάνου: «Αισθάνομαι ότι ο κόσμος είναι πια χωρίς συμπόνια»

Βιβλίο Μαργαρίτα Καραπάνου: «Αισθάνομαι ότι ο κόσμος είναι πια χωρίς συμπόνια»

2.12.2019
Δημήτρης Κίτσος: «Θυμάμαι που τάιζα τα άλογα ζάχαρη»

Βιβλίο Δημήτρης Κίτσος: «Θυμάμαι που τάιζα τα άλογα ζάχαρη»

30.11.2019
Ευφροσύνη Δοξιάδη: «Η καθημερινότητά μας, αγαπητέ, σπάνια αγγίζει την τελειότητα»

Βιβλίο Ευφροσύνη Δοξιάδη: «Η καθημερινότητά μας, αγαπητέ, σπάνια αγγίζει την τελειότητα»

30.11.2019
«Το τραγούδι του πατέρα»: Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη

Βιβλίο «Το τραγούδι του πατέρα»: Προδημοσίευση από το νέο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη

30.11.2019