Το σίγουρο είναι ότι οι συγκεκριμένοι βλάπτουν εξίσου και την δημοσιογραφία και την πολιτική...
Βιβλίο

Δημοσιογράφοι που έγιναν πολιτικοί: μια βλαπτική ιστορία καιροσκοπισμού, δημαγωγίας και ψευδαισθήσεων

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μαξ Βέμπερ «Η Πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα», το οποίο κατά πολλούς αποτελεί το σημαντικότερο πολιτικό κείμενο του 20ου αιώνα, ίσως διαφωτίζει την συζήτηση στην προεκλογική Ελλάδα για το πλήθος των δημοσιογράφων που είδαν φως και μπήκαν στην επαγγελματική πολιτική.

Σε αυτό το κείμενο που για πολλούς θεωρείται το σημαντικότερο πολιτικό κείμενο του 20ου αι., ο Max Weber (1864-1920) θίγει μεταξύ άλλων και ένα θέμα που συζητείται προεκλογικά στην Ελλάδα: την εμπλοκή των δημοσιογράφων στην πολιτική. Τη δημαγωγία ορισμένων. Τον καιροσκοπισμό και την ανάγκη τους να βολευτούν. Την ψευδαίσθηση δύναμης που αποκτούν εφαπτόμενοι στα σαλόνια των ισχυρών. Την ορισμένες φορές άδικη περιφρόνηση της κοινωνίας προς αυτούς. Τον τρόπο που η διαφήμιση στα μέσα επηρεάζει το παιχνίδι της πολιτικής. Το πώς τελικά η δημοσιογραφία βλάπτεται ανεπανόρθωτα από τον σχετισμό της με την επαγγελματική πολιτική... Αυτά και άλλα πολλά αναλύονται με τρόπο διαυγή και πυκνό στο κείμενο αυτής της διάλεξης που μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά και που θα μπορούσε να έχει ως επιμύθιο το εξής: Μη ψηφίζετε δημοσιογράφους· οι συγκεκριμένοι βλάπτουν την δημοσιογραφία και την πολιτική εξίσου.

 

Αξίζει να ληφθεί υπ' όψιν το ιστορικό πλαίσιο: Βρισκόμαστε στο 1919, στην περίοδο της Γερμανικής Επανάστασης, λίγες μόλις μέρες μετά τη δολο­φονία των ηγετών του Κομμουνιστικού Κόμματος, Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει μόλις λήξει, με τη Γερμανία ηττημένη. Το Ράιχ έχει καταλυθεί, ο Κάιζερ έχει παραιτηθεί απ' το θρόνο, ενώ η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν έχει εγκαθιδρυθεί ακόμα.

 


 

 

ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Ήδη από τη γένεση του συνταγματικού κράτους, κι ακόμα περισσότερο από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, ο κύριος τύπος πολιτικού ηγέτη στη Δύση είναι ο «δημαγωγός». Η δυσάρεστη επίγευση της λέξης δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε πως όχι ο Κλέων, αλλά ο Περικλής ήταν ο πρώτος που αποκλήθηκε έτσι. Χωρίς αξίωμα, ή από τη μόνη θέση που —σε αντίθεση με τα κληρωτά αξιώματα της αρχαίας δημοκρατίας— προϋπέθετε την ψήφο, εκείνη του αρχιστράτηγου, ηγήθηκε της κυρίαρχης εκκλησίας του δήμου των Αθηναίων. Και η σύγχρονη δημαγωγία καταφεύγει βέβαια στη ρητορική, και μάλιστα σε τεράστια έκταση, αν αναλογιστεί κανείς τους προεκλογικούς λόγους που οφείλει να εκφωνήσει ένας σύγχρονος υποψήφιος. Όμως ακόμα περισσότερο χρησιμοποιεί τον έντυπο λόγο. Ο πιο λαϊκός δημοσιολόγος, προπάντων ο δημοσιογράφος, είναι στήν εποχή μας ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του είδους.

 

Στο πλαίσιο της διάλεξης αυτής, θα ήταν εντελώς αδύνατη ακόμη και μια απλή σκιαγράφηση της κοινωνιολογίας της σύγχρονης πολιτικής δημοσιογραφίας, μιας και πρόκειται για κεφάλαιο από κάθε άποψη ξεχωριστό. Λίγα μόνο οφείλω να αναφέρω. Ο δημοσιογράφος έχει ένα κοινό με τους άλλους δημαγωγούς, όπως άλλωστε και με το δικηγόρο (και τον καλλιτέχνη) — στην ηπειρωτική Ευρώπη τουλάχιστον, σε αντίθεση με τα ισχύοντα στην Αγγλία, παλαιότερα μάλιστα και στην Πρωσία. Όπως εκείνοι, έτσι κι αυτός δεν μπορεί να ταξινομηθεί κοινωνικά με ασφάλεια. Ανήκει σε μια κάστα παρίων, την οποία η «κοινωνία» συνηθίζει να κρίνει με βάση τους ηθικά χθαμαλότερους εκπροσώπους της. Εξού και κυκλοφορούν οι πιο παράδοξες απόψεις γι’ αυτούς και τη δουλειά τους. Δεν καταλαβαίνουν όλοι ότι ένα πράγματι καλό δημοσιογραφικό άρθρο απαιτεί τουλάχιστον τόσο «πνεύμα» όσο κάθε άλλο λόγιο επίτευγμα — ιδίως επειδή πρέπει να παραχθεί αμέσως, κατόπιν παραγγελίας, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να επιδράσει αμέσως, αν και βεβαίως γράφεται υπό τελείως διαφορετικές συνθήκες απ’ ό,τι ένα ακαδημαϊκό γραπτό. Ότι η ευθύνη εδώ είναι πολύ μεγαλύτερη, ότι μάλιστα το αίσθημα ευθύνης του έντιμου δημοσιογράφου δεν στέκει χαμηλότερα από εκείνο του λογίου —αλλά υψηλότερα, όπως μας δίδαξε ο πόλεμος— δεν αναγνωρίζεται σχεδόν ποτέ, διότι όπως είναι φυσικό η μνήμη μας συγκρατεί ακριβώς τις πιο ανεύθυνες επιδόσεις των δημοσιογράφων εξαιτίας των συχνά αποκρουστικών συνεπειών τους. Κανένας δεν πιστεύει ότι οι δημοσιογράφοι που έχουν δείξει με κάποιο τρόπο την αξία τους είναι άνθρωποι διακριτικότεροι από τον μέσο όρο. Και όμως, έτσι είναι. Οι ασύγκριτα μεγαλύτεροι πειρασμοί που αντιμετωπίζει κανείς στο επάγγελμα και οι λοιπές συνθήκες του δημοσιογραφείν σήμερα, γέννησαν τις συνέπειες που έθισαν το κοινό να βλέπει τον Τύπο με ένα μείγμα αποστροφής και —αξιοθρήνητης— δειλίας. Τι πρέπει να γίνει, δεν μπορούμε να το συζητήσουμε απόψε.

 

Κανένας δεν πιστεύει ότι οι δημοσιογράφοι που έχουν δείξει με κάποιο τρόπο την αξία τους είναι άνθρωποι διακριτικότεροι από τον μέσο όρο. Και όμως, έτσι είναι. Οι ασύγκριτα μεγαλύτεροι πειρασμοί που αντιμετωπίζει κανείς στο επάγγελμα και οι λοιπές συνθήκες του δημοσιογραφείν σήμερα, γέννησαν τις συνέπειες που έθισαν το κοινό να βλέπει τον Τύπο με ένα μείγμα αποστροφής και —αξιοθρήνητης— δειλίας.

 

Εδώ μας ενδιαφέρει το ζήτημα του πολιτικού πεπρωμένου των δημοσιογράφων, του ενδεχομένου να βρεθούν σε πολιτικές ηγετικές θέσεις. Αυτό ήταν μέχρι τώρα πιθανό μόνον στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Αλλά στους κόλπους του τα πόστα των συντακτών είχαν ως επί το πλείστον χαρακτήρα θέσεων υπαλληλικών, και δεν αποτελούσαν εφαλτήριο ανόδου στα ηγετικά αξιώματα. Στα αστικά κόμματα, κρίνοντας γενικά, οι ευκαιρίες απόκτησης πολιτικής ισχύος μέσω αυτής της οδού έχουν μάλλον χειροτερέψει σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη γενιά. Βεβαίως, κάθε πολιτικός περιωπής ήταν υποχρεωμένος να καλλιεργεί σχέσεις με τον Τύπο και να τον επηρεάζει. Αλλά το να αναδεικνύονται οι κομματικοί ηγέτες από τις τάξεις του Τύπου ήταν κάτι το απρόσμενο, η εξαίρεση. Ο λόγος είναι η οξύτατη «μη διαθεσιμότητα» των δημοσιογράφων —προπάντων όσων δεν διαθέτουν περιουσία και, συνεπώς, εξαρτώνται από τη δουλειά τους— την οποία επιβάλλει η αδιανόητη άνοδος της έντασης του επαγγέλματος και η υποχρέωση να παρακολουθείς αδιαλείπτως την επικαιρότητα. Το να πρέπει να βγάζει τα προς το ζην αρθρογραφώντας κάθε μέρα ή έστω κάθε εβδομάδα, είναι χαλκάς στο πόδι για έναν πολιτικό· γνωρίζω μάλιστα περιπτώσεις όπου ηγετικές φυσιογνωμίες στον αγώνα τους να ανέλθουν στην εξουσία παρέλυσαν απ’ αυτόν το λόγο εξωτερικά, κυρίως όμως εσωτερικά. Ότι ο σχετισμός του Τύπου με τους κρατούντες στην κυβέρνηση και τα κόμματα του παλαιού καθεστώτος ήταν ό,τι το βλαπτικότερο για το επίπεδο της δημοσιογραφίας είναι άλλο κεφάλαιο. Στις αντίπαλές μας χώρες το πράγμα είχε αλλιώς. Αλλά και σε αυτές και σ’ όλα τα άλλα σύγχρονα κράτη το συμπέρασμα ήταν, καθώς φαίνεται, το ίδιο: ο εργαζόμενος δημοσιογράφος συγκεντρώνει όλο και λιγότερη πολιτική επιρροή, ενώ αντίθετα ο καπιταλιστής μεγιστάνας του Τύπου —λ.χ. του είδους του «λόρδου» Νόρθκλιφ— όλο και περισσότερη.

 

Στην Γερμανία, τα μεγάλα καπιταλιστικά δημοσιογραφικά συγκροτήματα, αφότου μάλιστα απέκτησαν τον έλεγχο των τοπικών φύλλων των «μικρών αγγελιών» και των διαφημιστικών καταχωρήσεων, ήταν συνήθως τυπικοί καλλιεργητές της πολιτικής αδιαφορίας. Διότι ασκώντας ανεξάρτητη πολιτική δεν μπορούσαν να προσδοκούν κέρδη, πολλώ δε μάλλον να εξασφαλίσουν τη χρήσιμη για τα συμφέροντά τους εύνοια των κρατούντων. Η διαφήμιση στάθηκε επίσης η οδός μέσω της οποίας επιχειρήθηκε συστηματικά στη διάρκεια του πολέμου ο πολιτικός επηρεασμός του Τύπου, απόπειρα που, όπως φαίνεται, θα συνεχιστεί. Μολονότι αναμένεται ότι οι μεγάλες εφημερίδες θα ξεφύγουν από την πίεση, η κατάσταση των μικρών φύλλων είναι πολύ δυσχερέστερη. Εν πάση περιπτώσει, αυτή τη στιγμή η δημοσιογραφική σταδιοδρομία, όσα θέλγητρα κι αν έχει και όση επίδραση κι αν ασκεί, προπάντων όση πολιτική ευθύνη κι αν συγκεντρώνει, εδώ σ’ εμάς συνήθης οδός για την ανάδειξη των πολιτικών ηγετών δεν είναι — δεν είναι πλέον ή δεν είναι ακόμη, θα φανεί μελλοντικά.

 

Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί αν η εγκατάλειψη της αρχής της ανωνυμίας που ζητούν κάποιοι δημοσιογράφοι —όχι όλοι— μπορεί ν’ αλλάξει κάτι. Τον τρόπο με τον οποίο «διηύθυναν» κατά τη διάρκεια του πολέμου τις εφημερίδες μας οι δεινές πένες που προσελήφθησαν επί τούτου, και που μάλιστα πάντοτε υπέγραφαν επωνύμως τα κείμενά τους, τον ζήσαμε. Και δυστυχώς, σε κάποιες απ’ τις γνωστότερες περιπτώσεις μάς έδειξε ότι δεν είναι βέβαιο πως έτσι καλλιεργείται υψηλότερο αίσθημα ευθύνης, όπως κανείς θα πίστευε. Διότι ήταν ακριβώς τα κατά κοινή ομολογία χείριστα φύλλα του κίτρινου τύπου που —ανεξαρτήτως κόμματος— επεδίωξαν και επέτυχαν έτσι την αύξηση της κυκλοφορίας τους. Περιουσίες ολόκληρες κέρδισαν οι εν λόγω κύριοι, εκδότες και σκανδαλοθήρες δημοσιογράφοι — τιμή όχι βέβαια. Για την αρχή της ανωνυμίας αυτό δεν λέει βέβαια τίποτε· το ζήτημα είναι εξαιρετικά περίπλοκο, και τα φαινόμενα αυτά δεν έχουν καθολική ισχύ. Αλλά μέχρι τώρα ο δρόμος των γνήσιων ηγετών ή της υπεύθυνης πολιτικής δεν ήταν αυτός. Πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, μένει να το δούμε.

 

Η δημοσιογραφική καριέρα παραμένει πάντως μία οδός από τις σημαντικότερες προς την επαγγελματική πολιτική. Οδός όχι για όλους. Πολύ λιγότερο μάλιστα για αδύναμους χαρακτήρες, πρωτίστως ανθρώπους που δεν είναι σε θέση να διαφυλάξουν την εσωτερική ισορροπία τους παρά μόνο όταν είναι κοινωνικά εξασφαλισμένοι. Αν ο βίος του νεαρού λογίου είναι κι αυτός επισφαλής, εντούτοις οι σταθερές κοινωνικές συνθήκες γύρω του τον προφυλάσσουν από τον εκτροχιασμό. Όμως η ζωή του δημοσιογράφου συνιστά από κάθε άποψη την απόλυτη αστάθεια, και μάλιστα υπό συνθήκες που θέτουν σε δοκιμασία την εσωτερική του ασφάλεια με τρόπο που δεν συναντάται σχεδόν σε καμιά άλλη περίπτωση. Και οι συχνά πικρές εμπειρίες του επαγγέλματος δεν είναι ίσως καν το χειρότερο.

 

Ιδίως οι επιτυχημένοι δημοσιογράφοι τίθενται αντιμέτωποι με δυσχερέστατες εσωτερικές προκλήσεις. Δεν είναι διόλου μικρό πράγμα να συχνάζεις στα σαλόνια των ισχυρών της γης ως, υποτίθεται, ίσος μεταξύ ίσων, να σε περιστοιχίζουν συχνά με κολακείες οι πάντες γιατί σε φοβούνται, και να γνωρίζεις την ίδια στιγμή ότι με το που θα πατήσεις το πόδι σου στην πόρτα της εξόδου ο οικοδεσπότης σου θα σπεύσει να δικαιολογηθεί επί τούτου στους καλεσμένους του που είναι αναγκασμένος να συναναστρέφεται τη «δημοσιογραφική αλητεία». Όπως δεν είναι διόλου ασήμαντο να καλείσαι να αποφανθείς ακαριαία και ωστόσο πειστικά για το καθετί, για ό,τι απαιτήσει η «αγορά», για όλα τα βιοτικά προβλήματα που μπορεί κανείς να διανοηθεί, χωρίς να ξεπέσεις όχι μόνον στην απόλυτη ρηχότητα αλλά προπάντων στην αναξιοπρέπεια της αυτοέκθεσης και στις αδυσώπητες συνέπειές της. Δεν εκπλήσσει τόσο ότι πολλοί δημοσιογράφοι πράγματι ως άνθρωποι εκτροχιάστηκαν και ατιμάστηκαν, όσο ότι, παρ’ όλα αυτά, ειδικά το συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα περιλαμβάνει στους κόλπους του τόσους άξιους και απόλυτα έντιμους ανθρώπους, που οι απ’ έξω δύσκολα θα μπορούσαν να το υποψιαστούν.

 

________________

Μαξ Βέμπερ, Η Πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα, Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης, Επιμέλεια: Θάνος Σαμαρτζής, Θεώρηση: Νίκος Κουμπιάς, 108 σελ., Εκδ. Δώμα

Βιβλίο
9 Σχόλια
avatar
Γράφων 26.6.2019 | 11:08
Ο Μαρξ ως δημοσιογράφος δεν βιοπορίστηκε;
Ο Καψής (Sr και Jr), ο Φίλης, ο Παπαρήγας (σύζυγος της πρώην ΓΓ και γιος του Μήτσου), ο Κούλογλου, ο Θοδωράκης του Ποταμιού και ο Αρβανίτης, η Πιπιλή και ο Βάρναλης, ο Μαυρομάτης, ο Λουκής Ακρίτας και ο Κυρίτσης;

Γιατί το ζήτημα ανακινείται τώρα που πολιτεύεται ο Μπάμπης Παπαδημητρίου και ο Μπογδάνος;

Να τους κάνουμε κριτική. Να τους κόψουμε τον ποπό στην κριτική. Μάλιστα. Αλλά μην θυμηθούμε τώρα τον Βέμπερ λες και όταν κατέβαινε ο Κούλογλου και ο Αρβανίτης η δημοσιογραφία ήταν άσπιλος και αμόλυντος. Ο Αρβανίτης που έβγαινε κι έλεγε τον Σαμαρά "μαλάκα". Είναι λίγο υποκριτικό όλο αυτό.

Εξάλλου δεν είναι καλύτερα να πέφτουν κάποτε οι μάσκες; Το αντίστροφο, πχ κυβερνητικά στελέχη που αφού φύγουν απο τον κυβερνητικό θώκο αρθρογραφούν ως "ανεξάρτητοι", δεν είναι κακό; Το να στηρίζει διά βίου μια πολιτική παράταξη δημοσιογράφος υπό την αιγίδα της "ελευθεροτυπίας" και της "ελευθερίας του λόγου" δεν είναι το ίδιο, παρουσιάζοντας αποκλειστικά και μόνο μία άποψη και ενίοτε fake news προς επίρρωση των θέσεων της παράταξης;
avatar
ΜΗΔΕΝ ΕΝΑ 26.6.2019 | 17:03
Το άρθρο δεν αναφέρεται μόνο στους δυο δημοσιογράφους που κατονομάζετε. Αλλά σε όλους. Και στους αριστερούς και στους δεξιούς.... Γιατί μυγιάζεστε; Αν διαφωνείτε επί της ουσίας, αυτό ασφαλώς είναι μεγάλο πλήγμα για τον Βέμπερ.
avatar
Γράφων 26.6.2019 | 17:27
Ανέφερα εγώ μόνο δεξιούς δημοσιογράφους;

Από τον Λουκή Ακρίτα στον Κούλογλου πρώτη φορά ακούω να εγείρεται σε τέτοια έκταση το θέμα πολιτική και δημοσιογραφία.

Δεν θυμάμαι παλαιότερες επικλήσεις στον Βέμπερ.

Εκτός να δύνασθε να παράσχετε σχετικές πηγές επ'αυτού.
avatar
Ανώνυμος/η 26.6.2019 | 18:27
Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα. Το εν λόγω άρθρο δεν φαίνεται να είναι τίποτε άλλο παρά μια παρουσίαση της έκδοσης, με αφορμή τις επικείμενες εκλογές. Επικλήσεις στον Βέμπερ υπάρχουν πάρα πολλές στον ένα αιώνα περίπου από τότε που έγραψε τα σημαντικότερα βιβλία του. Το εν λόγω βιβλίο έχει κυκλοφορήσει ξανά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Παπαζήση το 1987.

Αδυνατώ να βρω ίχνη κάποιας αριστερής συνωμοσίας πίσω από ένα άρθρο παρουσίασης βιβλίου όπως αδυνατώ να δω δεξιά συνωμοσία πίσω από την παρουσίαση του βιβλίου της κας Βαρβιτσιώτη πριν λίγες μέρες στο ίδιο μέσο.

Καλή συνέχεια
avatar
ΜΗΔΕΝ ΕΝΑ 27.6.2019 | 11:03
Αυτο εννοω. Και οι συριζαίοι δημοσιογράφοι που έγιναν πολιτικοί, κι αυτοί βλαπτικοί, υποκριτές και καιροσκόποι είναι. Και ο Αρβανίτης κι ο Κούλογλου κι ο Ξυδάκης. Αυτό καταλαβαίνω διαβαζοντας το άρθρο. Κι όχι μόνο για τον Παπαδημητρίου και το Μπογδάνο.
avatar
Γράφων 27.6.2019 | 12:45
@ 0-1

Τώρα εγείρεται πρώτη φορά σε αυτήν την έκταση.
https://youtu.be/xzxE5mmy4_0

Για του λόγου το αληθές δηλαδή.
avatar
Γράφων 27.6.2019 | 07:14
https://youtu.be/xzxE5mmy4_0

Οι επαναλαμβανόμενες συμπτώσεις δεν είναι συμπτώσεις.
Είναι σαφές ότι χάνεται ένα πεδίο πρωτοκαθεδρίας και γι'αυτό ο πόνος.
avatar
Νικος Νικολαιδης - ΣΦ 26.6.2019 | 16:17
Μιληστε και για την σχεση των πανεπιστημιακων με την επαγγελματικη πολιτικη. Ειναι πιο βρωμικη νομιζω γιατι γινεται αποκρυφα μεσα στα υπουργικα επιτελεια. Ποιοι οι πανεπιστημιακοι που στελεχωσανε το υπουργειο οικονομικων απο Τσοβολα μεχρι Βενιζελο ( επαγγελματικα ασχετοι και οι δυο με τα οικονομικα ) ;;
WLGFQ 27.6.2019 | 10:56
Για να λέω την αλήθεια εδώ και χρόνια δεν αντιμετωπίζω τους αποκαλούμενους «δημοσιογράφους» σαν τέτοιους, αλλά σαν στρατευμένα/ χρωματισμένα κομματικά φερέφωνα/κομματόσκυλα με κάπως πιο ανεβασμένο IQ από τα συνηθισμένα trolls που επίσης έμμισθα δραστηριοποιούνται στα e-MME.

Παρακολουθώ σαφώς συχνότερα DW, BBC και TV5 από ελληνικά κανάλια.
Δεν ξαφνιάζομαι δυσάρεστα όταν κάποιος «δημοσιογράφος» μεταπηδά προεκλογικά στην Πολιτική. Μερικές φορές γελώ και με την επιλογή του κόμματος που κάνει ο φιλόδοξος …«σωτήρας» της Πατρίδας.
Μάλλον όλα αυτά συμβαίνουν διότι δεν έχω απαιτήσεις από τους σημερινούς δημοσιογράφους να εξασκούν όπως θα έπρεπε το επάγγελμά τους (δεν ασκούν λειτούργημα). Το ίδιο μου συμβαίνει και με τους πολιτικούς και τους επιχειρηματίες.
Θεωρώ αφελές να έχει οποιοσδήποτε πέραν των 15ετών για αυτές τις κατηγορίες επαγγελματιών την εκτός τόπου και χρόνου εικόνα που σερβίρουν τα σχολικά βιβλία του «υπηρέτη της Αλήθειας ή του Λαού».

Και μην μου αντιγυρίσει κανείς το «αν δεν το διεκδικήσουμε, δεν θα το αποκτήσουμε», το μόνο που μπορεί να γίνει είναι βαρύτατα/ εξοντωτικά πρόστιμα και δια παντός αφαίρεση άδειας εξάσκησης επαγγέλματος, αν κάποιος συστηματικά διαδίδει fake news και πετά λάσπη. Αυτορύθμιση σε ΜΜΕ και κόμματα αποκλείεται να υπάρξει.