Έρωτας και αιρ-κοντίσιον: 4 Έλληνες συγγραφείς γράφουν για τη LiFO τη δική τους θερινή ερωτική ιστορία

Έρωτας και αιρ-κοντίσιον: 4 Έλληνες συγγραφείς γράφουν για τη LiFO τη δική τους θερινή ερωτική ιστορία

Το καλοκαίρι είναι η πιο αισθησιακή εποχή της πόλης. Η ζέστη, το λίγωμα, η γύμνια φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά –ή μάλλον τα σώματά τους– για συνήθως εφήμερους έρωτες: αυτό που λέμε αγάπες τους καλοκαιριού.

One more last time

Από τη Ζυράννα Ζατέλη

 

Ήταν ο τρίτος μεγάλος έρωτας της ζωής μου - κι αν γίνω πιο χατιρική, μπορεί και ο δέκατος τρίτος. Γάλλος που διαδέχτηκε τον Πορτογάλο, έτσι έτυχε. Κι έφερε το όνομα Vincent, που στα ελληνικά μεταγράφεται ως Βενσάν, μα εγώ το προτιμούσα Βανσάν, με καθαρά και μεγάλα α, για να κάνει συνειρμό με το Βάσανο. Παρισινίζω και βανσανίζομαι μου άρεζε να γράφω στους φίλους μου όποτε πήγαινα στο Παρίσι να τον δω, ή στα πρώτα χρόνια του ειδυλλίου που ζούσα, κατά το ήμισυ, εκεί. Το έγραψα μία, το έγραψα δύο... είχα πάθει ζημιά με αυτό το λογοπαίγνιο κι έγινε πλέον το σταθερό μοτίβο στις καταιγιστικές εκείνες κάρτες μου απ' το Παρίσι.

 

Γνωριστήκαμε κατακαλόκαιρο στην πόλη του, κάτω απ' τη γέφυρα του Λούβρου, την επονομαζόμενη Carrousel, και παραφράζοντας τον στίχο του Απολλιναίρ που αναφέρεται στη γέφυρα Mirabeau, το έφερνα κι αυτό στα μέτρα μου: Sous le Pont du Carrousel coule la Seine et nos amours.....

 

27 Ιουλίου ήταν, στις επτά το απόγευμα, ντάλα μεσημέρι σχεδόν ακόμη και για τους Γάλλους, με έναν ήλιο που δεν έλεγε να δύσει, εκτός πια κι αν είχε ανατείλει ήδη, ειδικά για εμάς, ο μαύρος ήλιος και ξεδιπλώνανε τα φτερά τους οι κουκουβάγιες... Μυθιστορηματικό επεισόδιο, κεραυνοβόλο και «μεθοδικό», που δεν ξέρω αν θα μου πήγαινε ποτέ ο νους να το επινοήσω και καταστρώσω σε όλες τις απίστευτες λεπτομέρειες - στους ανθρώπους που διαθέτουν φαντασία αδάμαστη αρέσκεται η ζωή να τους θυμίζει ότι αυτή είναι η αρχηγός. Ουδεμία αντίρρηση.

 

Για παραπάνω από δέκα χρόνια ζούσαμε χώρια για να μη χωρίσουμε (το περισσότερο διάστημα τουλάχιστον το περνούσαμε «βάζοντας φωτιά» στα ταχυδρομεία...), ενώ τιμούσαμε το μοιραίο καλοκαιρινό συναπάντημα με το να καταφθάνει εκείνος στην Ελλάδα, απαράβατα, μέσα στην κάψα του Ιουλίου. Το τιμούσαμε και, φευ, το υπονομεύαμε εντέχνως, φιλοτεχνούσαμε σχεδόν τον αφανισμό μας, διότι αν ο έρωτας δεν είναι ο γιορτινά ντυμένος θάνατος, μάλλον δεν ξέρουμε τι μας γίνεται. Εμείς το ξέραμε φαίνεται, μεγάλα παιδιά άλλωστε, γι' αυτό και την κάθε θερινή δοξαστική «επέτειο» την αντιμετωπίζαμε ως ONE MORE LAST TIME.

 

Ισχυριζόμενος ότι στο Παρίσι έπινε μόνο τσάι και καφέ για να αντεπεξέλθει στις εκεί υποχρεώσεις του, ο Βανσάν έβγαζε τα εισαγωγικά από την «τρέλα» με το που πατούσε το πόδι του στη «χώρα του Βάκχου», κι έτσι μέρα με την ημέρα και χρόνο με τον χρόνο η όποια ευτυχία μάς αναλογούσε δεν είχε να ζηλέψει και πολλά από έναν εφιάλτη του Γκόγια... Άλλωστε, δεν ήταν μόνο ο ερχομός, ήταν κι ο γυρισμός. «Ή θα φύγω μεθυσμένος απ' τη χώρα σου», μου έλεγε, «κι άσε τις νουθεσίες, ή δεν θα φύγω καθόλου και ανάλαβέ με». Κλείνουν φέτος τέσσερα καλοκαίρια που δεν έγινε τρόπος να ξανάρθει ούτε να ξαναφύγει και κρατώ περί πολλού την πιο σπουδαία κουβέντα που άκουσα από στόμα εραστή: «Αν δεν μου λες ψέματα, δεν σε πιστεύω». Ούτε και γω εκείνον.


powered by Rubicon Project

 

Και μετά ήρθαν οι γάτες. 

_____________________


Το θαλάσσιο μπιφτέκι

Από τον Δημήτρη Σωτάκη

Παρατηρούσα πολύ ώρα τον κυματισμό πάνω στην άμμο, αλλά δεν περίμενα όσα ακολούθησαν. Αρχικά μου φάνηκε σαν ένα τρωκτικό που διέσχιζε υπογείως και περιμετρικά το σημείο που βρισκόμουν. Ποντίκι της παραλίας. Ήταν κάπως παράξενο να αισθάνεται κανείς ότι βρίσκεται περικυκλωμένος από την περιστροφική κίνηση ενός θαλάσσιου αρουραίου, ακριβώς τη στιγμή που ξαπλώνει κάτω από μια σαχλή ομπρέλα.

 

Η πρώτη μου αυτή εντύπωση διαλύθηκε όταν έπειτα από αρκετές μάταιες βόλτες, οι κύκλοι μυστηριωδώς έπαψαν και για λίγο επικράτησε μια φαινομενική ηρεμία. Δεν ήξερα πώς ν' αντιδράσω και μάλιστα το μόνο που με ενδιέφερε στην πραγματικότητα ήταν να καταβροχθίσω, επιτέλους, εκείνο το γιγαντιαίο σάντουιτς που μου είχε ετοιμάσει η νεκρή γιαγιά μου. Και φυσικά δεν πρόλαβα.

 

Σε απόσταση πέντε μέτρων από την κίτρινη πετσέτα που είχα απλώσει μπροστά στα πόδια μου ξεπρόβαλε το κεφάλι της. Το μισό. Είχε μακριά πυκνά μαλλιά, βαθιά μαύρα μάτια -κι ας επέμενε αργότερα ότι είναι καστανά- και με ένα χαμόγελο που άφηνε ακάλυπτα τα παιδικά της δόντια, ένα ζεστό οικείο πρόσωπο, που ασυναίσθητα κάτι μου θύμιζε. Με κοιτούσε ερευνητικά χωρίς να ανοίξει το στόμα της. «Πού βρέθηκες εσύ εδώ;», με ρώτησε ξαφνικά, σπάζοντας την αμήχανη σιωπή εκείνης της παράδοξης ώρας. «Τι σημαίνει αυτό;...», διαμαρτυρήθηκα για την ανόητη απορία της, «... εγώ εδώ είμαι από ώρα, έχω στήσει την ομπρέλα μου και προσποιούμαι ότι διασκεδάζω τη ζωή μου μέσα σε αυτήν τη γελοία καλοκαιρινή συνθήκη. Εσύ από πού ξεφύτρωσες;». «Δεν με αναγνώρισες;...», αποκρίθηκε τινάζοντας το κεφάλι της προς τα πίσω, πασχίζοντας να απαλλαγεί από μια μεγάλη ποσότητα άμμου που είχε κολλήσει στο μέτωπό της. «... Είμαι το θαλάσσιο μπιφτέκι, πώς μπορεί να μη με έχεις ακούσει ποτέ;».

 

Σηκώθηκα και την πλησίασα. Για την ακρίβεια ξάπλωσα δίπλα στο κεφάλι της και πλέον την κοιτούσα από απόσταση αναπνοής. Μου χαμογέλασε και δοκίμασα ένα σπάνιο και αναπάντεχο συναίσθημα, αφού διαμιάς η καρδιά μου πλημμύρισε από συγκίνηση. «Είσαι στ' αλήθεια το θαλάσσιο μπιφτέκι;...», τη ρώτησα και φύσηξα δυνατά για να καθαρίσω τα μαλλιά της από την άμμο. «Ναι, εγώ είμαι...», έκανε αυτή και κάτι περίμενε από μένα, μπορούσα να το διαβάσω στο βλέμμα της.

 

Έφυγα. Την άφησα εγκλωβισμένη μέσα στην πηχτή μάζα της άμμου να κολυμπάει κάτω από το υγρό έδαφος. Έφυγα χωρίς να πω κουβέντα. Μάταια προσπαθούσα να τη βγάλω απ' το μυαλό μου όλη εκείνη την ημέρα. Για να ξεφύγω από τη σκέψη της που είχε πια τρυπήσει τα σπλάχνα μου, επέλεξα να περάσω το απόγευμα στις κούνιες, κάνοντας μέχρι τα μεσάνυχτα τραμπάλα, αλλά τότε δεν άντεξα και μέσα στην ιερή ησυχία της νύχτας επέστρεψα στην παραλία να τη βρω. Ήταν εκεί και με περίμενε. Γυμνή και με μια υπόσχεση στην ανάσα της. Έβγαλα τα ρούχα μου και ξάπλωσα δίπλα της. «Σ' αγαπώ θαλάσσιο μπιφτέκι...», της είπα και της έσφιξα δυνατά το χέρι μέσα στο δικό μου. Το καλοκαίρι βρισκόταν στο μέσον του, μόλις είχε μπει ο Νοέμβριος. Το φεγγάρι έλουζε τις φιγούρες μας και έτσι όπως καθόμασταν βουβοί και ασφαλείς κάτω απ' τον ουράνιο θόλο, άκουγα μόνο τις καρδιές μας να χτυπάνε δυνατά. «Δεν θέλω να ξαναφύγεις», μου είπε αυτή και κοιμήθηκε πάνω στα χείλη μου.

___________________

 

Ο χτεσινός ύπνος

Από την Κάλλια Παπαδάκη

 

Ιούνης κάποιας χρονιάς στην Αθήνα. Μοιάζει με χθες, δεν είναι. Είπες την τελευταία λέξη. Μπορεί να την είπα και 'γω. Κούνησες το κεφάλι συγκαταβατικά. Ή μήπως ήμουν εγώ που σου έγνεψα «μέχρι εδώ»; Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, κούνησες το κεφάλι μάλλον ψυχρά, σχεδόν ειρωνικά. Είμαστε στον τελευταίο όροφο, Ξενοκράτους και Ηροδότου γωνία, το βλέμμα προσπερνάει τις κεραίες και σκαλώνει πέρα στην Αίγινα. Μαζεύω τα πράγματά μου, ό,τι έχει απομείνει από προχτές, όχι δεν είναι πολλά· να πάρει, δυο τσαλακωμένα t-shirt κι ένα μισοδιαβασμένο βιβλίο, ο χτεσινός μου ύπνος που κόπηκε άξαφνα στη μέση. Σκέφτομαι πως θα βρέξει κι ένα γκρίζο καράβι διασχίζει τη θάλασσα μ' αργούς δρασκελισμούς. Ύστερα θυμάμαι πως είναι καλοκαίρι, κι έρχονται μεμιάς στον νου οι διακοπές, η προ-δεκαετίας παρέα στη Βουρβουρού, και μια βραδινή πτήση για Θεσσαλονίκη την τελευταία στιγμή. Εδώ δεν με χωράει ο τόπος, παίρνω δυο κοφτές ανάσες, βάζω στη σειρά τις σκέψεις μου να σχηματίσουν έστω ένα στραβό χαμόγελο. Όμως δεν διαρκεί. Κι αμέσως με πιάνει μια θλίψη βαθιά που δεν με κοιτάς να δεις πως μπορώ και χωρίς εσένα. Το βλέμμα σου έχει σκαλώσει εδώ και ώρα στην Αίγινα. Είναι η μεγάλη μας στιγμή, η ώρα που μου δίνεις ένα εκκωφαντικά σκαστό φιλί στα χείλη, κι εγώ σου γνέφω σιωπηλά με τους ανασηκωμένους ώμους πως δεν τρέχει και τίποτα, άλλη μια απώλεια στις τόσες. Πιάνω το χερούλι της πόρτας σφιχτά και το τραβάω αποφασιστικά· ο μεταλλικός ήχος μού δίνει κουράγιο. Αστράφτει κι ο ουρανός σχίζεται στα δυο. Ακολουθεί το πρώτο βαθύ μπουμπουνητό. Θέλω να κάνω γρήγορα να προλάβω την καταιγίδα. Σε κοιτάζω. Τώρα βρέχει μ' ορμή βιβλική. Τα βάζω με τον εαυτό μου που δεν τόλμησε. Τα λουλούδια σου λυγίζουν πρώτα. Τρέχεις στο μπαλκόνι να σώσεις την τέντα. Ήθελα να σου πω καλά δεν την έβλεπες την καταιγίδα; Σηκώνεις την τέντα με σβέλτες κινήσεις, παλεύεις με το σχεδόν ανέφικτο, γιατί είναι ζήτημα χρόνου και δεν θα προλάβεις και 'γω μένω ανήμπορος να κοιτάζω μέσα από το θολό τζάμι. Το βλέμμα μου έχει σκαλώσει απέναντι και για πρώτη φορά στα τόσα χρόνια μαζί αναρωτιέμαι αν είναι όντως η Αίγινα.

_____________________

 

Η νύχτα του Λωτ

Από τον Θανάση Σκρουμπέλο

 

Το παιδί ένιωθε λύκος. Βγήκε στην ταράτσα γυμνός κι άρχισε να ουρλιάζει. Ένα φεγγάρι ολόγιομο στον ουρανό. Χλωμό φεγγάρι. Η κυρία Κούλα, χήρα παπά θεοβλαμμένη, τι άλλο της είχε μείνει της γυναίκας να πιαστεί; Εβλεπε τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Κλέφτες υπουργοί, λαμογιές δικαστικών, εφοριακοί με άγνωστο πόθεν έσχες, παπαδαριό χλιδάτο, τίποτα όρθιο. «Θα μας κάψει ο Θεός. Σόδομα και Γόμορρα γινήκαμε, ούτε δέκα τίμιοι άνθρωποι σε αυτό τον τόπο», είπε.

 

Αυτά έβλεπε κάθε βράδυ και μετά έπεφτε ψυχικό ράκος για ύπνο στο διπλό κρεβάτι. Μόνη κι έρημη. Κι όλο κακές σκέψεις τής γεννούσε το σώμα της. Εψαχνε κορμί δίπλα της να κλειδώσει πάνω του, όπως τότε με τον συγχωρεμένο.Τίποτα. Μονο το μαξιλάρι. Μια δυό φορές λοξοδρόμησε κι αμάρτησε με τα χέρια. Και την 'πιάσαν τύψεις κι ενοχές «τι κάνω η τρελή ;».

 

Το αυγουστιάτικο φεγγάρι, τάσι από στάχτη, φώτιζε το παραθυρό της. Δεν την έπιανε ύπνος. Σηκώθηκε έκλεισε το κλιματιστικό, άνοιξε το παράθυρο. Την πήρε μια φούντωση απο τη ζέστα που ζέχναν ο δρόμος και οι τοίχοι.

 

«Θεέ μου, τι μας επιφυλάσσεις για τις αμαρτίες μας», είπε μέσα της. Δεν πρόλαβε να αποσώσει τη φράση της κι άκουσε απο πάνω της το ουρλιαχτό. Γύρισε τα μάτια προς την ταράτσα και μαρμάρωσε. Κόντρα στον δίσκο του φεγγαριού, ένα γυμνό αγόρι με ανοιχτά τα χέρια κι ορθωμένο τον φαλό, αφύσικα μεγάλο φαλό, που ούρλιαζε. Τα ανοιχτά του χέρια ήταν σαν φτερά. Ο φαλός σαν ρομφαία. «Άγγελος Κυρίου, άγγελος Θανάτου» σταυροκοπήθηκε η καλή γυναίκα. Απο κάτω ακούστηκε ένας πυροβολισμός και φωνές. Το αγόρι έβγαλε ακόμη ένα ουρλιαχτό και μ' ένα σάλτο χάθηκε απο την ταράτσα. Κάτω στον δρόμο η κυρία Κούλα είδε τον κόσμο που είχε μαζευτεί και δείχναν προς την ταράτσα της. «Να 'τος, εκεί πήδηξε τώρα». Σήκωσε το κεφάλι προς τα κει που δείχναν ο όχλος και μια σταγόνα αίμα έσταξε στο πρόσωπό της και φτερά και πούπουλα αιωρήθηκαν απο πάνω της. Τρόμαξε. «Ξεκίνησε» ψιθύρισε μέσα της. «Με δοκιμάζει ο Θεός. Στα Σόδομα, όταν ο μανιασμένος όχλος μαζεύτηκε έξω από την πόρτα του Λωτ, αυτός προτίμησε να τους δώσει τις κόρες του παρά να τους παραδώσει τους δυό αγγέλους που 'χαν καταφύγει σπίτι του».

 

Μπήκε μέσα, έκλεισε το παράθυρο. Άκουσε απελπισμένο χτύπημα στην πόρτα της. Άνοιξε. Στη μπασιά το παιδί, γυμνό, τρομαγμένο.

«Σας παρακαλώ, βοηθήστε με», της είπε.

Τον έμπασε μέσα.

«Δεν είναι όλοι άτιμοι, έχει και τίμιους ανθρώπους σε αυτό τον τόπο, Άγγελέ μου».

Του είπε.

«Μπα, όλοι καριόληδες είναι».

Της είπε το παιδί. Ξεθόλωνε σιγά σιγά απο τα χάπια που είχε πάρει. Η κυρία Κούλα κοιτούσε το σώμα του να βρει την πληγή. Τίποτα, το σώμα του άθικτο. «Θαύμα» ψιθύρισε μέσα της. Ο φαλός του παιδιού ακόμη ορθωμένος. Την έπιασε ταραχή.

«Αυτό τι σημάδι να 'ναι;».

 

Στην πόρτα της ακούστηκαν ξανά χτυπήματα κι ένα κλειδί που στριφογυρνούσε στην κλειδαριά.

«Κυρία Κούλα; Ανοίγω να δω αν είστε καλά .Ψάχνουμε τον ανώμαλο. Τον είδαν να πηδάει στον ακάλυπτο».

Ακούστηκε η φωνή του διαχειριστή που κρατούσε κλειδιά όλων των διαμερισμάτων, αν έπιαναν φωτιά η σπάγαν τα υδραυλικά, να τα 'χει για να μπει.

«Δεν είμαι ανώμαλος -της είπε το παιδί- λίγο αγγελόσκονη πήρα σε χάπια και με σήκωσε στα χάι μου...».

«Σσσς - του 'κανε νόημα η κυρία Κούλα να σωπάσει-εκεί στο κρεβάτι-τον διέταξε- δεν θα αφήσω να σε πειράξει κανείς Άγγελέ μου».

 

Η πόρτα άνοιγε, το παιδί χώθηκε κατω απο το σεντόνι, χώθηκε και η κυρία Κούλα.

Στο τσάκ πρόλαβε . Στην μπασιά ο διαχειριστής με έναν φακό. Απέξω φάνηκαν και κάνα δυο τρεις αγριεμένοι με ξύλα στα χέρια.

«Ω, συγγνώμη που σας ξύπνησα».

Της είπε ο διαχειριστής. Τη φώτισε στο πρόσωπο με τον φακό.

Το αγόρι κατω απο το σεντόνι δεν φαίνοταν.

«Σβήστε τον φακό, σας παρακαλώ. Τι θέλετε;».

Τον ρώτησε η κυρία Κούλα.

«Ω... συγγνώμη... τίποτα, να δω αν είστε καλά».

Της είπε ο διαχειριστής ντροπιασμένος. Έκλεισε τον φακό, βγήκε έξω. Ακούστηκε που 'λεγε στους άλλους:

«Πάμε στου ανάπηρου, που κοιμάται με ανοιχτά παράθυρα μήπως χώθηκε εκεί ο αλήτης».

 

Η κυρία Κούλα έκανε να μιλήσει του Αγγέλου, όμως φωνή δεν έβγαινε απο το στόμα της. Το παιδί, έτσι όπως είχε κολλήσει πάνω της, το πέος φίδι είχε γλιστρήσει κάτω από το νυχτικό της μες στα μπούτια της.Τη λίγωνε. Της έλιωνε τα σωθικά. Έβαζε φωτιά το σώμα της. Έχανε το μυαλό της. «Το σημάδι, αυτό είναι το σημάδι», είπε μέσα της και σαν τρελή άνοιξε τα πόδια της, να χωθεί το φίδι μέσα, σκληρό, καυτό, άκαμπτο από την αγγελόσκονη. Πέντε οργασμούς τής χάρισε.

 

Πρωί, με λιωμένα τα μέλη απο τη γλυκιά κούραση, ήταν περασμένες δέκα που ξύπνησε. Πρώτη φορά ξυπνούσε τόσο αργά μα και τόσο γλυκά.

 

Έξω στο παράθυρό της ένα περιστέρι πεσμένο. Μια τρύπα ματωμένη έχασκε στο στήθος του. Είχε φάει αυτό τη σφαίρα αντί για το μαστουρωμένο παιδί.

 

Η κυρία Κούλα γύρισε να δει δίπλα της. Κανείς. Ο «Άγγελος» είχε εξαφανιστεί. Μόνο μια γούβα στο σεντόνι της υπήρχε, οσο το ξένο κορμί. Σηκώθηκε, άπλωσε τα σεντόνια να αεριστούν. Μπήκε στο μπάνιο, πλύθηκε. Άνοιξε την ντουλάπα της να πάρει καθαρά ρούχα και τότε είδε πως από τη νάιλον σακούλα που 'χε κρεμασμένα τα άμφια του μακαρίτη έλειπε το παντελόνι του και το πουκάμισό του. Κι απ' την παπουτσοθήκη τα μαύρα του σκαρπίνια.

 

«Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου», ψιθύρισε.

Έξω η πόλη είχε βρει τον ρυθμό της. Κορναρίσματα, το τραμ, φωνές και ένας ήλιος που δάγκωνε.

 

Πρώτη δημοσίευση στην έντυπη LiFO το 2011.

Βιβλίο
ΑΦΙΕΡΩΜΑ