H  Άλκοτ έφτιαξε δυναμικές κοπέλες που μες στη φτώχεια τους οραματίζονται μια ζωή διανόησης, για να υποκύψει τελικά στην εκδοτική απαίτηση και να γίνει ανειλικρινής ως προς το ίδιο της το έργο. Τις ηρωίδες της πήγε και τις πάντρεψε.
Βιβλίο

Ξαναδιαβάζοντας τις «Μικρές Κυρίες» της Λουίζα Μέι Άλκοτ. Πρώιμες φεμινίστριες ή παντρεμένες νοικοκυρούλες;

Εν όψει της νέας κινηματογραφικής διασκευής από την Γκρέτα Γκέργουιγκ, ξαναδιαβάζουμε το θρυλικό μυθιστόρημα του 1868.

Η Λουίζα Μέι Άλκοτ γεννήθηκε το 1832 στη Μασαχουσέτη και έγινε συγγραφέας. Είναι γνωστή για το έργο της «Μικρές Κυρίες», που με τη σειρά του είναι γνωστό για τις κινηματογραφικές του μεταφορές και για τις αντισυμβατικές ηρωίδες του. Η ιστορία είναι οι περιπέτειες τεσσάρων έφηβων κοριτσιών που ζουν φτωχικά, χωρίς να γκρινιάζουν, ψάχνοντας να βρουν το καλύτερο στην κάθε στιγμή.

 

Οι «Μικρές Κυρίες» ξαναήρθαν στο προσκήνιο, καθώς, από τοτέμ της παιδικής ηλικίας κάθε κοπέλας που θέλει να γίνει συγγραφέας, ζωγράφος, δημιουργός ή απλώς ανεξάρτητη γυναίκα, μετατράπηκαν σε αντικείμενο ζωηρής φιλολογικής μελέτης και συζήτησης. Τι συνέβη; Οι «Μικρές Κυρίες» ξαναμεταφέρθηκαν στο σινεμά και ξανακυκλοφόρησαν σε βιβλίο.

 

Κάθε κοριτσάκι που θέλει να διαβάζει και να παίζει έξω και δεν γουστάρει καθόλου να παριστάνει την παναγίτσα θα ταυτιστεί με την Τζo, τη γλωσσού ηρωίδα της Άλκοτ που δεν ξέρει πότε να σταματήσει να μιλάει ή πώς να φέρεται ευγενικά. Ευτυχεί διαβάζοντας ό,τι βιβλίο πέσει στα χέρια της και εκνευρίζεται φουλ όταν της διακόπτουν την ανάγνωση. Πολύ το πάω αυτό το κοριτσάκι.

Ο Τιμοτέ Σαλαμέ είναι ο άντρας πρωταγωνιστής στη νέα κινηματογραφική μεταφορά.

 

Η Άλκοτ έχει αφήσει ένα μήνυμα σαφές: να αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας, να απελευθερώσουμε το κεφάλι μας και να φροντίσουμε να φτιάξουμε τις συνθήκες της ευτυχίας μας. Το χρωστάμε σε κάθε Τζo που ήθελε να γίνει κάτι σπουδαίο και τελικά δεν έγινε.

 

Όμως, τα κορίτσια που, σαν άλλες Τζo, γράφουν την αποψάρα τους ως ενήλικες πια σε επιφανείς εφημερίδες, μπλογκ και σάιτ έρχονται να διαφωνήσουν, ξαναδιαβάζοντας το έργο των παιδικών τους χρόνων το 2020. Κάποιες, με ένα ποτάμι φεμινιστικής θεωρίας και κραξίματος για την απεικόνιση των γυναικών στην τέχνη να 'χει κυλήσει στο μεταξύ, θέλουν να αποκαθηλώσουν τη μαμά-δημιουργό εκ των υστέρων και κράζουν την Άλκοτ.

 

Μήπως δεν είναι καθόλου φεμινιστικό και απελευθερωτικό ανάγνωσμα τελικά; Μήπως είναι άλλο ένα παραμύθι που ετοιμάζει τα κορίτσια να αναλάβουν περιοριστικούς έμφυλους ρόλους όπου πλέκουν, παίζουν με φορέματα και τελικά παντρεύονται, όπως συμβαίνει στην εντελώς απογοητευτική συνέχεια της αρχικής ιστορίας, όπου οι μικρές έφηβες γίνονται γυναίκες και οι Άλκοτ (τι φόνισσα!) πάει και τις παντρεύει; Άλλες, πάλι, έχουν βαλθεί να υπερασπιστούν το έργο της Άλκοτ και να το παρουσιάσουν ως ένα εγχειρίδιο που θα δράσει δυναμωτικά στο γυναικείο μυαλό, ποτίζοντας το με θετικά πρότυπα.

 

Η αρχηγός της παρέας είναι η Τζo, το αγοροκόριτσο-χαρακτήρας, με τον οποίο δεν γίνεται να μην ταυτιστεί κάθε κοπέλα με συγγραφικές φιλοδοξίες.

 

Πολλά άλλαξαν στον κόσμο μας από την πρώτη έκδοση του 1868, αλλά και την πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του 1933

 

Αρχίζοντας, το βιβλίο εισάγει τις αναγνώστριες σε ένα μητριαρχικό περιβάλλον. Ο μπαμπάς λείπει. Φτώχυνε και πήγε στον πόλεμο. Στα ενήλικα μάτια μου η Άλκοτ μού προκαλεί δυσφορία με την κλεισούρα της ζωής των φτωχών τον 19ο αιώνα. Η ανισότητα είναι εντυπωσιακή και τίποτα δεν την κουνάει από τη θέση της. Τα κορίτσια ζουν φτωχικά σε ένα ζεστό σπίτι στη μέση ενός κρύου τοπίου. Δεν μιζεριάζουν. Γύρω απ' τη φωτιά πλέκουν, παίζουν, παλεύουν και εξιστορούν.

 

Η αρχηγός της παρέας είναι η Τζo, το αγοροκόριτσο-χαρακτήρας, με τον οποίο δεν γίνεται να μην ταυτιστεί κάθε κοπέλα με συγγραφικές φιλοδοξίες. Η Τζo μοιάζει να μη βολεύεται στη θεσούλα που προορίζεται για τα κοριτσάκια της εποχής. Θέλει να ζήσει τη ζωή της όπως θέλει αυτή, όχι να εκχωρήσει την ευθύνη των αποφάσεών της αλλού. Μιλάει πολύ και δεν το βουλώνει, λέει αστεία και ιστορίες ‒ θέλει να κάνει αυτό: να λέει ιστορίες. Ναι, η Άλκοτ διαλέγει ως ηρωίδα της μια φτωχή κοπέλα του 19ου αιώνα που θέλει να διαβάζει, να λέει ιστορίες, να γράφει θεατρικά, να σκαρώνει ανέκδοτα, μια κοπέλα που δηλώνει ότι τίποτα, μα τίποτα στον κόσμο δεν την αγγίζει όπως μια καλή αφήγηση. Φεμινιστική ξεφεμινιστική, είναι λίγο πανέμορφη ιδέα.

 

H Άλκοτ φτιάχνει με μαστοριά ζεστά οικογενειακά περιβάλλοντα. Χτίζει άψογα αυτήν την αίσθηση ότι είσαι σπίτι. Βρίσκεσαι κάπου οικεία, μαλακά και φιλόξενα, με γάτες, βιβλία και μια φωτιά που τρίζει. Και θες να βρίσκεσαι εκεί μέσα με τον τρόπο που μπορείς να βρίσκεσαι μέσα σ' ένα βιβλίο μόνο όταν είσαι παιδάκι, με αυτή την ιδιαίτερη παιδική ικανότητα να παίρνεις τις ιστορίες πάρα πολύ στα σοβαρά.

 

Η γυναικεία αλληλεγγύη μεταξύ φτωχών κοριτσιών που δουλεύουν σκληρά και ζουν με τη μαμά τους, ένα υπόδειγμα ηθικής, καλοσύνης και εργατικότητας, μαζί με την κυρίαρχη μορφή του αγοροκόριτσου, που δηλώνει ότι προτιμά να πάει στον πόλεμο απ' το να φέρεται σαν δεσποινιδούλα, συντέλεσαν στο να θεωρηθεί το έργο κορυφαίο εργαλείο γυναικείας ενδυνάμωσης για παιδιά, έφηβες και ενηλίκους και οδήγησαν στο να χαρακτηριστεί από νωρίς φεμινιστικό.

 

H Άλκοτ φτιάχνει με μαστοριά ζεστά οικογενειακά περιβάλλοντα. Χτίζει άψογα αυτήν την αίσθηση ότι είσαι σπίτι. Βρίσκεσαι κάπου οικεία, μαλακά και φιλόξενα, με γάτες, βιβλία και μια φωτιά που τρίζει.

 

Είναι όντως τόσο φεμινιστική μια ιστορία τεσσάρων κοριτσιών που, τελικά, η συγγραφέας τους τα βάζει να παντρεύονται στη συνέχεια της έκδοσης; Προφανώς, αυτή η συνέχεια προκάλεσε κράξιμο: η Άλκοτ έφτιαξε δυναμικές κοπέλες που μες στη φτώχεια τους οραματίζονται μια ζωή διανόησης, για να υποκύψει τελικά στην εκδοτική απαίτηση και να γίνει ανειλικρινής ως προς το ίδιο της το έργο. Τις ηρωίδες της πήγε και τις πάντρεψε. Κι αυτό ήταν λάθος, λέει η κριτική, όχι μόνο από φεμινιστική σκοπιά αλλά και επειδή αποτελεί σφάλμα λογοτεχνικό, καθώς οι χαρακτήρες εξελίσσονται χωρίς συνέπεια.

 

Με απλά λόγια: οι ηρωίδες «χτίζονται» και αναπτύσσονται για κάτι άλλο (δυναμικές κι ανεξάρτητες) και τελικά οι ζωές τους παίρνουν μια ενοχλητική τροπή (συμβιβασμός με την κοινωνική προσδοκία, γάμος) που «σπάει» άτσαλα τις συνθήκες ανάπτυξης της ιστορίας και δημιουργεί την εντύπωση ότι πρόκειται για χάρτινη ιστορία, κάτι φτιαχτό. Ξαφνικά, συνεχίζει η κριτική, το χέρι της συγγραφέως φαίνεται πάρα πολύ και ενοχλεί καθώς αρπάζει τις ηρωίδες και τις παραδίδει στους συζύγους τους, απροσδόκητα, απογοητευτικά και κυρίως άκομψα. Η πραγματικότητα που περιβάλλει τη δημιουργία του έργου κάπως τρυπώνει σε αυτό και οι φαν του 21ου αιώνα ενοχλούνται ‒ πώς επέτρεψε η συγγραφέας αυτές τις παρεμβολές;

 

Πολλοί θα πουν ότι ένα έργο δεν χρειάζεται να είναι φεμινιστικό για να είναι καλό. Ναι, αλήθεια. Όμως η κριτική προκαλείται από το ότι το συγκεκριμένο έργο δοξάζεται ως φεμινιστικό. Επομένως, πολλές αισθάνονται την ανάγκη να πουν «συγγνώμη, δεν είναι και κανένα φεμινιστικό μανιφέστο». Επίσης, η κουβέντα για τα φεμινιστικά ή όχι στοιχεία του έργου προκύπτει φυσιολογικά από το τι είναι στη μόδα στη δική μας εποχή. Η συζήτηση για τη γυναικεία απεικόνιση στην τέχνη έχει φουντώσει.

 

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για φεμινισμό, πάντως, νομίζω ότι δεν πρέπει να είμαστε οι αυστηροί κριτές από το μέλλον που έρχονται να προβάλουν ανάγκες, παραδοχές και συμπεράσματα της εποχής τους πάνω σ' ένα έργο του 1868. Ναι, η συγγραφέας φαίνεται να υπέκυψε και η ίδια, ταυτόχρονα με τις ηρωίδες της, σε ένα αμφίδρομο κοινωνικό «καθήκον». Οι ηρωίδες έπρεπε να παντρευτούν, η συγγραφέας έπρεπε να κάνει τις ηρωίδες της αρεστές.

 

Όμως, ακόμα και μες στο παραμύθι αφήνει να διαφανεί η ζωή των περιορισμών (εισοδηματικών, φύλου) του 19ου αιώνα. Έτσι, φτάνει στο όριο της ελευθερίας των γυναικών του τότε και μας τροφοδοτεί με τον θυμό που χρειαζόμαστε τώρα, αυτόν που της έχουν ετεροχρονισμένα προσάψει ότι της λείπει, τον θυμό απέναντι στην εξουθενωτική πατριαρχία.

 

Ας σοβαρευτούμε. Δεν θα κράξουμε ως αντιφεμινίστρια μια γυναίκα που έγραψε ιστορία με κεντρικό ήρωα... 4 ηρωίδες το 1868! Και η μία της βγήκε κι αγοροκόριτσο, αλλά, ναι, οk, παλεύει με την αδερφή της να καταφέρουν ν' αγοράσουν ένα όμορφο γάντι. Φεμινιστικό; Δεν ξέρω. Τα μέτρα του 2020 πάνω σε ένα έργο του 1868 με σκοπό το έργο να βγει ανεπαρκές μού φαίνονται άδικη ερμηνευτική ιδέα, ανέμπνευστη και κάπως αυτοαναφορική.

 

Λουίζα Μέι Άλκοτ

 

Η Άλκοτ, απ' την άλλη, φαίνεται φουλ ειλικρινής στις προθέσεις της. Ένα εμπορικό παραμύθι στόχευε να γράψει. Η ίδια δεν γούσταρε να γράφει για κοριτσάκια. Ήθελε να διαβάζει, χωρίς να την ενοχλούν. Γι' αυτό χρειαζόταν κάποια χρήματα κι αφού έπρεπε κάποιος να γράψει ιστορίες για μικρά κορίτσια, το έκανε αυτή. Χρειαζόταν λεφτά και τα έβγαλε γράφοντας ‒ respect.

 

Μοιάζει υπερβολικά με την ηρωίδα της την Τζo που εκνευριζόταν όταν τη διέκοπταν και αγαλλίαζε απορροφημένη στα αναγνώσματά της. Παντρεύοντας την Τζo στο βιβλίο, η Τζo της αληθινής ζωής, δηλαδή η Άλκοτ, κατάφερε να ζήσει το όνειρό της, να εξασφαλίσει στον εαυτό της μια ήσυχη γωνιά για απερίσπαστη μελέτη. Πάντρεψε τις ηρωίδες της για να μην παντρευτεί αυτή; Ίσως. Μπορεί και να ηδονιζόταν βλέποντας τον χάρτινο εαυτό της, την Τζο, να γίνεται κάτι κόντρα στη φύση της. Όλη αυτή η κακή ζωή που θα μπορούσε να είχε ζήσει η ίδια η Άλκοτ να γίνεται η ζωή της Τζo, να εξελίσσεται στο χαρτί σαν σενάριο απεχθές, να ξορκίζεται και τελικά να μη συμβαίνει στην πραγματικότητα. Δεν ξέρουμε ακριβώς τι σκεφτόταν.

 

Τι έχουν, τελικά, να μας πουν οι «Μικρές Κυρίες» σήμερα; Για τη μικρή Τζo, που θέλει να ασχοληθεί με το πώς φτιάχνονται οι ιστορίες. Για τη μαμά, που παραμένει αξιοπρεπής, φτωχή, χαρούμενη, έτοιμη να πράττει ευφρόσυνα το σωστό μέσα σε όλες τις κακουχίες. Για τη μεγάλη αδερφή, που εμψυχώνει όταν η βασική συνθήκη της ζωής της οικογένειας είναι «κρύο, χειμώνας, έλλειψη, πόλεμος». Για τη γλυκιά Μπεθ, που θέλει να κάνει μουσική, αλλά δεν έχει τα λεφτά.

 

Πιστεύω ότι το βιβλίο της Άλκοτ απευθύνει σαφή απελευθερωτικά μηνύματα σε όσες είναι έτοιμες να τα βρουν. Όταν η Τζo λέει ότι θα ζήσει όπως γουστάρει. Όταν παίρνει έναν κουβά μήλα και σκαρφαλώνει σε ένα ήσυχο σημείο να διαβάσει, τρώγοντας θορυβωδώς και απολαμβάνοντας την αφήγηση. Όταν δηλώνει ότι ξετρελαίνεται για ιστορίες, ενώ βαριέται ν' ασχολείται με φορέματα. Και όταν το αγόρι, ο γείτονας των κοριτσιών, φαίνεται να ζει μια άδεια ζωή, μέχρι να τον παίξουν τα κορίτσια. Όταν η Τζo (ή η Άλκοτ;) εκνευρίζεται και λέει «το τι λέει ο κόσμος εμένα δεν με νοιάζει» κι αρπάζει το βιβλίο της.

 

Δεν θα κράξουμε ως αντιφεμινίστρια μια γυναίκα που έγραψε ιστορία με κεντρικό ήρωα... 4 ηρωίδες το 1868!

 

Η Άλκοτ εκπέμπει το μήνυμά της εκεί. Το ακούμε ή απλώς μιλάμε πάνω στη φωνή της; Κι αν έπρεπε να την κρύψει μέσα σε συμβατικές αφηγηματικές εξελίξεις (γάμος, φορέματα, γυναικείος πανικός για ένα παπούτσι), τι έγινε; Γράφοντας όπως έγραψε το 1868, νομίζω πως ήδη έκανε πολλά.

 

Κάθε γενιά βλέπει αλλιώς τις «Μικρές Κυρίες». Ακόμα και η εμπορική πλευρά της προώθησης του βιβλίου είναι ακραία ενδιαφέρουσα. Πολλά άλλαξαν στον κόσμο μας από την πρώτη έκδοση του 1868, τις επανεκδόσεις του 1953 και την επετειακή έκδοση του Penguin με την έντονα φεμινιστική μαρκετίστικη πλαισίωση του 2019. Τον 19ο αιώνα, για να πουλήσει, έπρεπε τα κορίτσια να παίζουν με τα φορέματά τους και να βρουν αγόρι. Τον 21ο αιώνα φαίνεται ότι, για να πουλήσει, η φεμινιστική πλαισίωση είναι αναγκαία, εξού και ο υπερτονισμός της, τουλάχιστον στην αγγλόφωνη έκδοση του Penguin.

 

Τα μικρά κορίτσια καλούνται να εστιάσουν στην ιστορία στην αρχή της, εκεί όπου είναι εντελώς γυναικοκρατούμενη, εκεί όπου οι μικρές κυρίες απεργάζονται καλλιτεχνικά σχέδια. Ενδιαφέρουσα αλλαγή. Αλλά και για εμάς, τις ενήλικες αναγνώστριες, η Άλκοτ έχει αφήσει ένα μήνυμα σαφές: να αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας, να απελευθερώσουμε το κεφάλι μας και να φροντίσουμε να φτιάξουμε τις συνθήκες της ευτυχίας μας. Το χρωστάμε σε κάθε Τζo που ήθελε να γίνει κάτι σπουδαίο και τελικά δεν έγινε.

 

 

Βιβλίο