O Τζορτζ Στάινερ στο σπίτι του στο Κέμπριτζ.
Απώλειες

Τζορτζ Στάινερ (1929-2020): Ένας ανένδοτος εραστής της λογοτεχνίας

Ο σπουδαίος αυτός κριτικός λογοτεχνίας, που πέθανε χθες, μπορούσε να σε πείσει για το καθετί – όχι γιατί δόξαζε την αρχή της επιχειρηματολογίας αλλά γιατί ευελπιστούσε ότι ο κόσμος μπορούσε να αλλάξει μέσω της δύναμης της μεταφοράς (των λέξεων).

Ο τελευταίος προασπιστής της κριτικής ικανότητας, ο πολύγλωττος, πολυμαθής και απόλυτος ως προς την αγάπη του για την καλή λογοτεχνία Τζορτζ Στάινερ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 90 ετών, έχοντας προλάβει να διακρίνει στο εσωτερικό των λέξεων όλους τους δαίμονες και αγγέλους, έχοντας συνομιλήσει με τους ήχους της γλώσσας και έχοντας μάθει όλα τα μυστικά της Βαβέλ, ξέροντας μάλλον καλά πως ο Φάουστ υπάρχει όχι επειδή πουλάει την ψυχή του στο διάβολο αλλά γιατί μέσω της γνώσης μαθαίνει όλα τα τερτίπια και τα τεχνάσματα για να τον πείσει.

 

Και όντως ο σπουδαίος αυτός κριτικός λογοτεχνίας, κατεξοχήν Homo universalis και ένας από τους πρώτους που καθιέρωσαν τον όρο και τη δύναμη της «συγκριτικής λογοτεχνίας» μπορούσε να σε πείσει για το καθετί – όχι γιατί δόξαζε την αρχή της επιχειρηματολογίας αλλά γιατί ευελπιστούσε ότι ο κόσμος μπορούσε να αλλάξει μέσω της δύναμης της μεταφοράς (των λέξεων).

 

Ρομαντικός ως το μεδούλι, δεν υπήρχε καμία σπιθαμή σαιξπηρικού κειμένου που να μην είχε υποπέσει στην αντίληψη του, ούτε σύγχρονης λογοτεχνικής θέσης που να μην την γνωρίζει καλά: παρότι όλοι νομίζουν το αντίθετο, εκτιμούσε και αρκετούς σύγχρονους, όπως τον Πίντσον, ενώ ήταν από τους πρώτους κριτικούς που υποστήριξαν εχθρικούς για τους εβραϊκής καταγωγής στοχαστές, όπως τον Τόμας Μπέρνχαρντ, ή ακόμα και τον κατεξοχήν εχθρό τους, τον φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ ο οποίος υπήρξε σημείο αναφοράς για τον Τζορτζ Στάινερ (στα ελληνικά κυκλοφορεί από Πατάκη το ομώνυμο βιβλίο του σε μετάφραση Γκόλφως Μαγγίνη).

  

Τα πράγματα για τον Στάινερ χωρίζονταν ανάμεσα στην απόλυτη έκφραση ή την ανυπαρξία με τον ίδιο τρόπο που ο λογοτεχνικός κόσμος μοιραζόταν ανάμεσα στον Αισχύλο και τον Σοφοκλή ή ανάμεσα στον Τολστόι και στον Ντοστογιέφσκι σχεδόν αρχετυπικά.

 

Απλώς δεν συγχωρούσε την ευκολία και τη μετριότητα. Τα πράγματα για τον Στάινερ χωρίζονταν, άλλωστε, ανάμεσα στην απόλυτη έκφραση ή την ανυπαρξία με τον ίδιο τρόπο που ο λογοτεχνικός κόσμος μοιραζόταν ανάμεσα στον Αισχύλο και τον Σοφοκλή ή ανάμεσα στον Τολστόι και στον Ντοστογιέφσκι σχεδόν αρχετυπικά. Έπος ή τραγωδία, δόξα ή πτώση, τίποτα ενδιάμεσο και τίποτα λιγότερο ή χλιαρό.

 

Το δίλημμα για τον Τζορτζ Στάινερ δεν ήταν επομένως θεωρητικό αλλά αφορούσε μια ολόκληρη στάση ζωής, χαϊντεγκεριανή και βαθιά υπαρξιακή, και κατέληγε στο μοναδικό εκείνο σημείο από όπου ο κριτικός λογοτεχνίας μπορεί να αντικρίσει τον θεό – κι ο αναγνώστης οφείλει να τον ακολουθήσει. Ο κριτικός λογοτεχνίας έχει βαθύ χρέος να υπηρετήσει τη λογοτεχνία γιατί βρίσκεται σε αποστολή.

 

© John Hedgecoe / Topfoto

 

Έχοντας αναλάβει αυτό το ύψιστο χρέος, ο Στάινερ διαφώνησε με τη φτιασιδωμένη γλώσσα των Νέων Κριτικών, με τους οποίους είχε κάποια στιγμή συμπορευτεί, και τόλμησε, μόλις το 1959, να καταθέσει το πρώτο του σημαντικό πόνημα, το «Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι, Δοκίμιο Παλαιάς Κριτικής» (κυκλοφορεί σε μετάφραση Κώστα Σπαθαράκη από τις εκδόσεις Αντίποδες), για να τονίσει πως τα μεγάλα ερωτήματα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για πειραματισμούς. Τα σύμπαντα που ανοίγουν οι σπουδαίοι λογοτέχνες οφείλουν να ανιχνευθούν με όλα τα μέσα που έχει ο φιλόλογος στη διάθεσή του – διάνοια, συναίσθηση, ενόραση, εμμονή. Και είναι η τελευταία που τον έκανε να λέει πως, σε τελευταία ανάλυση, οι «οραματιστές και οι κυνηγημένοι είναι εκείνοι που κατάφεραν να γράψουν "τιτάνια" βιβλία» – και οι ακόμα πιο ερωτευμένοι με τη λογοτεχνία ή τρελοί αυτοί που καλούνται να τα αναλύσουν και να τα δουν.

 

Μέχρι το 1959 είχε ωστόσο προλάβει να διαβάσει τα σημαντικότερα κλασικά κείμενα λογοτεχνίας και να μιλάει σχεδόν άπταιστα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, αρχαία ελληνικά και λατινικά. Ήταν επίσης πλέον Αμερικανός πολίτης, γιος κυνηγημένων Εβραίων οι οποίοι είχαν βρει καταφύγιο, όπως χιλιάδες άλλοι, στη Νέα Υόρκη. Ο άλλοτε εύπορος τραπεζίτης πατέρας του και η μητέρα του, βλέποντας την άνοδο του ναζισμού, μεταφέρθηκαν από τη Βιέννη στο Παρίσι, όπου γεννήθηκε ο Τζορτζ Στάινερ στις 23 Απρίλη του 1929 από έναν γιατρό, τον Carl Weiss, ο οποίος, όπως έγραφε και ο ίδιος στην αυτοβιογραφική Errataτου (μτφ. Σεραφείμ Βελέντζας, Scripta), αμέσως μετά επέστρεψε στη Λουιζιάνα για να δολοφονήσει τον πρώην γερουσιαστή Χούι Λονγκ (Huey Long).

 

Από νωρίς ο Στάινερ έδειξε την έφεσή του για τη θεωρητική γνώση: οι πανεπιστημιακές του σπουδές κέρδισαν τις απαραίτητες διακρίσεις και την περίφημη υποτροφία Rhodes που κατόπιν του εξασφάλισε την είσοδο στο Balliol του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Από τότε απόλυτος, ο Στάινερ δεν μπορούσε παρά να προχωρήσει σε μια διδακτορική διατριβή με κάτι λιγότερο από ένα καθολικό θέμα όπως είναι «Ο θάνατος της τραγωδίας».

 

Για τον ίδιο όλα είχαν άλλωστε ως μέτρο σύγκρισης τις αρχές του τραγικού, αφού, όπως υποστήριζε και σε εκείνο το περίφημο βιβλίο του «Οι Αντιγόνες» (εκδόσεις Καλέντης, μτφ. Πάρις Μπουρλάκις), μόνο διαβάζοντας μπορείς να προσπαθείς να οσμιστείς «το νόημα που ακτινοβολείται» μέσα από αυτά τα κείμενα στην πρώτη τους χρήση και το στοίχημα είναι «ακόμα και αν έχει καμπυλωθεί και η αρχική μορφή του έχει μεταβληθεί, όπως το φως των άστρων είναι καμπουλωμένο όταν φτάνει ως εμάς, έχοντας διατρέξει τον χρόνο», να μπορείς μόνος σου να διακρίνεις τις συμπαραδηλώσεις.

 

Αυτό γίνεται μόνο όταν συνομιλείς με το πρωτότυπο, όπως ο Πάουντ με την κινεζική γλώσσα στο Cathay – γι' αυτό και ο Στάινερ υπήρξε φανατικός υποστηρικτής της πολυγλωσσίας. Τα μεγάλα κείμενα στην αρχική τους μορφή και γλώσσα είναι που θα σου φωτίσουν την αλήθεια, όλα τα υπόλοιπα είναι διαμεσολαβήσεις. Ειδικά η αρχαία τραγωδία και η γλώσσα είναι ίσως ο μόνος τρόπος για να δεις τα σκοτάδια και άρα να μπορέσεις να έχεις μια δίοδο προς το φως: «Η ελληνική αντίληψη ως σύνολο και η σοφόκλεια αντίληψη ιδιαίτερα –παρατηρήστε τον μεγάλο μονόλογο προς τον ήλιο στον Αίαντα– συνδέει στενά το φως με τη ζωή» έγραφε χαρακτηριστικά στις Αντιγόνες. «Το να είσαι ζωντανός σημαίνει να βλέπεις το φως του ήλιου και να σε βλέπει αυτό».

 

Όλες, άλλωστε, οι αναγνώσεις είναι για τον Στάινερ μια ατέρμονη αναμέτρηση του σκοταδιού με το φως, της υπαρξιακής αναζήτησης ή ανατασης – αλλιώς δεν υπάρχουν. Επέμενε στα μεγάλα έπη και τα μεγάλα τραγικά ποιήματα γιατί δεν θεωρούσε ότι η λογοτεχνία μπορεί να αναλίσκεται σε ιστορίες, καθώς οφείλει, κατά πρώτον, να θέτει τα μεγάλα ερωτήματα. Γι' αυτό και λάτρεψε τον Θερβάντες αλλά όχι τον Μπαλζάκ, επειδή δεν μπορούσε να επιχειρήσει την καταβύθιση σε μεταφυσικά βάθη.

 

Αντίθετα έδειχνε μια εμμονή στους σπουδαίους συγγραφείς του υπαρξιακού δράματος, όπως ο Ντοστογιέφσκι ή ο Μέλβιλ, και του έπους – έτσι χώριζε, συνήθως, τη λογοτεχνία και τον κόσμο.

 

Στην περίπτωση του Τολστόι, η περιγραφή των αντικειμένων είναι για τον Στάινερ αληθινή γιατί εμψυχώνεται από τον ανθρώπινο παράγοντα και το ανθρώπινο κλέος – με τον ίδιο τρόπο που στον Όμηρο η ασπίδα του Αχιλλέα συνιστούσε ανάλογο της ψυχής του και τα άλογά του διαισθάνονταν τον θάνατό του. Αφή, όραση, ζωτική ενέργεια, αποθέωση της φύσης, είναι τα βασικά γνωρίσματα που διέπουν τη σχεδόν σωματοποιημένη λογοτεχνία του Τολστόι, που για τον Στάινερ δεν μπορεί παρά να είναι απόλυτα επική. Είναι η λογοτεχνία που εμπνέεται πάντα από τα μεγάλα: τις τεράστιες πεδιάδες και τον «φωτεινό κύκλο των εποχών που κυκλώνει τα πάντα», φτάνοντας σε ένα αποθεωτικό σημείο όπου τα πράγματα έχουν ανάλογες διαστάσεις με τα απόλυτα χρώματα (δεν είναι τυχαίο ότι ο Στάινερ λάτρευε το «Λάπις Λάζουλι» του Γέιτς). Οι ακριβείς περιγραφές είναι που δίνουν ζωή στα αγάλματα και αποκτούν τον σχηματισμό τους.

 

«Ακόμα και μέσα στο μακελειό η ζωή φουσκώνει σαν κύμα» γράφει ο Στάινερ στο «Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι» και θαρρείς πως ακούει να φυσάει ο ζείδωρος άνεμος που δικαιώνει και αποκαθιστά τις αδικίες. Ο θάνατος λούζεται σε αυτά τα μεγάλα έργα με φως και το σύμπαν επιβάλλει σχεδόν σε κάθε του μυθιστόρημα τη δική του θεϊκή, σχεδόν παγανιστική στα μάτια του Στάινερ, δικαιοσύνη.

 

Αυτή είναι που αναζητούσε και στην προσωπική του ζωή, στα κείμενα του, παντού. Δεν υπήρχαν εξάλλου ποτέ διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο θεωρητικό και το πηγαίο, ανάμεσα σε αυτό που έπρεπε να γραφτεί ή να βιωθεί. Ο Έντουαρντ Σαίντ θεωρούσε πως στον Στάινερ οφείλουμε την κατανόηση του κόσμου ενώ η Σούζαν Σόνταγκ έλεγε ότι «ο Τζορτζ Στάινερ πιστεύει ότι υπάρχουν σπουδαία έργα τέχνης που είναι σαφώς ανώτερα από καθετί άλλο ως προς τις διάφορες μορφές τους, ότι υπάρχει κάτι που ονομάζεται βαθιά σοβαρότητα. Και έργα που έχουν δημιουργηθεί με βαθιά σοβαρότητα αξιώνουν, κατά τη γνώμη του, την προσοχή και την πίστη μας, επειδή υπερβαίνουν ποιοτικά και ποσοτικά κάθε αξίωση που προέρχεται από κάθε άλλη μορφή τέχνης ή ψυχαγωγίας».

 

Όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο Γιώργος Λαμπράκος, μεταφραστής του «Περί Λόγου, Τέχνης και Ζωής / Κείμενα του Τζορτζ Στάινερ στο New Yorker» (από Πατάκη) «παρότι υπήρχαν κάποιοι, ιδίως στα αμερικανικά πανεπιστήμια που παραήταν έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν το "απορριπτικό επίθετο ελιτιστής για να περιγράψουν μια τέτοια στάση, η Σόνταγκ ήταν κάτι παραπάνω από πρόθυμη να συμπαραταχθεί με την προσήλωση του Στάινερ στη "σοβαρότητα", και υπήρχαν δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες του New Yorker που ήταν ευγνώμονες για το πρότυπο της σαφήνειας, της ευρυμάθειας και της διανοητικής ανεξαρτησίας το οποίο αποτέλεσε ο Στάινερ».

 

Και καλά έκαναν και ήταν: ο Τζορτζ Στάινερ δεν συμπαρατάχθηκε με κλειστές ομάδες ή κόμματα, δεν φάνηκε να πείθεται απόλυτα από καμία σέχτα, πέρα από αυτή της λαμπερής γνώσης που μπορούσε να χωρέσει από τον ιπποτισμό, το σαιξπηρικό σύμπαν και τον παγανισμό έως την ολλανδική αναγέννηση, τον μινιμαλισμό του Κάφκα και τη φιλοσοφία του αγαπημένου του Βιτγκενστάιν.

 

Σίγουρα συμφωνούσε με τον Αυστριακό φιλόσοφο στο ότι τα πραγματικά όρια του κόσμου είναι τα όρια της γλώσσας: αν κάτι ενδιέφερε τον Στάινερ σε κάθε του προσέγγιση, ήταν να αποκτήσει η ατομική στάση χροιά καθολικότητας, να απλωθούν οι λέξεις στα πέρατα της γης, να θεμελιωθεί ένας αδιάρρηκτος κόσμος, ακόμα και αν μοιάζει να εκκινεί από τις πιο παράδοξες συμβάσεις:

 

«Όπως ο Λιούις Κάρολ, ο Μπόρχες έφτιαξε από τα αυτιστικά όνειρα –από μια ιδιωτική κατάσταση που είναι ως έναν βαθμό εξωτική και ιδιοσυγκρασιακή– εικόνες, διακριτικά, μα σαφή μηνύματα, τα οποία αναγνώστες από όλο τον κόσμο ανακαλύπτουν, αναγνωρίζοντάς τα απόλυτα. Οι δρόμοι και οι κήποι μας, μια σαύρα στο ζεστό φως, οι βιβλιοθήκες και οι στριφογυριστές σκάλες μας αρχίζουν να μοιάζουν ακριβώς όπως τις φαντάστηκε ο Μπόρχες, παρ' ότι οι πηγές του οράματός του παραμένουν μη αναγώγιμα μοναδικές, ερμητικές ενίοτε, ακόμα και σεληνιασμένες» υποστήριζε χαρακτηριστικά στο κείμενό του για τον Μπόρχες στο New Yorker.

 

Δεν έχει σημασία με ποια όπλα θα καταφέρει ο δημιουργός ή ο αναγνώστης να ανοίξει δρόμους ή να οραματιστεί το άπειρο, αρκεί να το κάνει: μπορεί να χρησιμοποιήσει το χιούμορ ή το δράμα, το γκροτέσκο ή το γελοίο. Και εδώ που τα λέμε, δεν είχε άδικο.

 

Ο Στάινερ ζούσε τα τελευταία χρόνια απομονωμένος με την οικογένεια του –για την ακρίβεια τη γυναίκα του, Ζάρα– ασκώντας έντονη κριτική στη σύγχρονη εκμηδένιση ιδεών και αντιλήψεων.

 

Έχοντας κάποια στιγμή την τύχη να γνωρίσω τον Τζορτζ Στάινερ από κοντά, ως τότε φοιτήτρια της Φιλοσοφικής, στην προσπάθειά μου να πω ένα άχαρο αστείο για να κερδίσω την προσοχή του, τον θυμάμαι να μου λέει ότι ο «πρώτος τραγικός ποιητής είναι ο Αριστοφάνης γιατί είναι εκείνος που οσμίστηκε πολύ πιο έντονα και με μεγαλύτερη αγωνία τον πόλεμο». Είναι ο Στάινερ που με έπεισε να δω καλύτερα τις παραβάσεις του και να καταλάβω την τραγικότητά του. Με μια απλή πρόταση ο Τζορτζ Στάινερ μπορούσε να σου ανοίξει δρόμους ή να σου φωτίσει ολόκληρο τον κόσμο.

 

Δεν διαχώριζε εξάλλου τη διαδικασία της γοητείας από τη μόρφωση – μάλλον την ήθελε απόλυτα αισθαντική και αναμφίβολα ενσαρκωμένη. Ήταν και ο τρόπος του να συνομιλεί με τις οριακές καταστάσεις, όπως με το τελευταίο δείπνο του Σωκράτη ή του Ιησού στα «Αξόδευτα Πάθη» (μτφ. Κατερίνα Σχινά, Νεφέλη) ή να επιμένει πως όλοι οι κόσμοι αντηχούν στη διαδικασία της μετάφρασης, αφού τίποτα δεν συμβαίνει έξω από τη γλώσσα («Μετά τη Βαβέλ», μτφ. Γρηγόρης Κονδύλης, Scripta). Σε αυτά τα δείπνα μπορούσε να συμμετάσχει νοερά ο ίδιος, ως αόρατος καλεσμένος, τρώγοντας από την ίδια τροφή της απόλυτης γνώσης ή μεθώντας, όπως θα έλεγε ο ποιητής, από αρετή, γιατί ήξερε πως μόνο αυτές οι απόλυτες μορφές μπόρεσαν να του δείξουν τον δρόμο προς τα μποντλερικά Ηλύσια και τα σωκρατικά δάση.

 

Μετατρέποντας αντίστοιχα σε ολοζώντανους κόσμους ο,τι μπορούσε κανείς να θεωρήσει απρόσιτο και μαγικό, ο Στάινερ ζούσε τα τελευταία χρόνια απομονωμένος με την οικογένεια του –για την ακρίβεια τη γυναίκα του, Ζάρα– ασκώντας έντονη κριτική στη σύγχρονη εκμηδένιση ιδεών και αντιλήψεων. Όπως έλεγε, αυτή ήταν η μοίρα του απόλυτου μελετητή που είναι «μάλλον αλλόκοτο ον».

 

Και γι' αυτόν μάλλον ισχύει, όπως υποστήριζε, η διαπίστωση του Νίτσε «ότι το να ενδιαφέρεται κανείς για κάτι, να ενδιαφέρεται απόλυτα γι' αυτό, είναι μια λιμπιντινική ώθηση πιο ισχυρή από την αγάπη ή το μίσος, πιο αυθεντική από την πίστη ή τη φιλία – ενίοτε πιο επιτακτική από την ίδια την προσωπική ζωή. Ο Αρχιμήδης δεν τρέχει να ξεφύγει από τους δολοφόνους του, ούτε καν στρέφει το κεφάλι του για να δει ότι ορμούν στον κήπο του, καθώς έχει βυθιστεί στην άλγεβρα των κωνικών τομών. Το περίεργο είναι το εξής: η συμβατική φήμη, η υλική ή οικονομική αξία, η αισθητηριακή έλξη, η ωφελιμότητα του αντικειμένου ενός τέτοιου ενδιαφέροντος δεν παίζουν κανένα ρόλο».

 

Αυτό που μετράει είναι η πορεία ή το ταξίδι: αν εκείνο που έκανε ο Μάρκος Αυρήλιος είχε ως στόχο την αυτογνωσία ενώ το αντίστοιχο του Ρεμπώ την έκρηξη του εαυτού, εκείνο του Στάινερ κατέληγε πάντα στην άκρη του σύμπαντος. Εκεί θα βρίσκεται τώρα, στο ψηλότερο σημείο του ή μέχρι του ουρανού τη φορεσιά, όπως θα έλεγε ο Γέιτς. Ας βρούμε αυτό που θα έχει το όνομά του.

Βιβλίο

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: O ατίθασος φύλακας της λογοτεχνίας

Βιβλίο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: O ατίθασος φύλακας της λογοτεχνίας

27.11.2020
Γιάννης Ξανθούλης: «Για να περιγράψεις τη διαταραγμένη ψυχοσύνθεση του Έλληνα χρειάζεσαι τόμους»

Βιβλίο Γιάννης Ξανθούλης: «Για να περιγράψεις τη διαταραγμένη ψυχοσύνθεση του Έλληνα χρειάζεσαι τόμους»

27.11.2020
Η αγριοκαστανιά και η ενόραση του Σαρτρ για τον υπαρξισμό

Βιβλίο Η αγριοκαστανιά και η ενόραση του Σαρτρ για τον υπαρξισμό

23.11.2020
Λέων Τολστόι: «Άννα Καρένινα»

Βιβλίο Λέων Τολστόι: «Άννα Καρένινα»

23.11.2020
Η αισθηματική αγωγή του νεαρού Ομπάμα

Βιβλίο Η αισθηματική αγωγή του νεαρού Ομπάμα

23.11.2020
«Ιστορίες για τη Σεξουαλικότητα» από τον 16ο αι. μέχρι σήμερα: Ένα καινοτόμο ελληνικό βιβλίο

Βιβλίο «Ιστορίες για τη Σεξουαλικότητα» από τον 16ο αι. μέχρι σήμερα: Ένα καινοτόμο ελληνικό βιβλίο

22.11.2020
«Νεκρός Νικ - Απέθαντοι Μπελάδες»: ένα εντελώς αλλιώτικο παιδικό βιβλίο

Βιβλίο «Νεκρός Νικ - Απέθαντοι Μπελάδες»: ένα εντελώς αλλιώτικο παιδικό βιβλίο

21.11.2020
 Όταν ο «σκοτεινός συνωμότης» Μιχάλης Κατσαρός είχε συνομιλήσει με τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο

Βιβλίο Όταν ο «σκοτεινός συνωμότης» Μιχάλης Κατσαρός είχε συνομιλήσει με τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο

21.11.2020
Ο Ντον Ντελίλο κλείνει τα 84: Όταν τον είχαμε συναντήσει στην Αθήνα

Βιβλίο Ο Ντον Ντελίλο κλείνει τα 84: Όταν τον είχαμε συναντήσει στην Αθήνα

20.11.2020
H ιστορία της Νίνας Άντζελ που επέζησε από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης

Βιβλίο H ιστορία της Νίνας Άντζελ που επέζησε από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης

20.11.2020
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια