Ήθελε να είναι ποιήτρια εκεί όπου όλοι μιλούν απλώς για καθημερινότητα
Απώλειες

Κική Δημουλά: Ποια ήταν η ποιήτρια των μικρών πραγμάτων και της ύπαρξης

Τα ποιήματα της Κικής Δημουλά πρόβαλλαν απρόσμενα στη νεοελληνική ζωή τα τελευταία χρόνια, ως memento mori, ως υπόμνηση της θνητότητας και του θανάτου, εκεί που νόμιζες πως όλοι τον είχαν ξεχάσει.

Χαρά Θεού στο πάρκο/Ωραίες Αλκυονίδες μέρες/ ντυμένες πρωινό με παραδοσιακή στολή εκτύφλωσης μοιράζουν δωρεάν/παιδάκια μπαλόνια μπαγκάκια/μάσκες Αρλεκίνου ευδιαθεσίας/αεράκι καλεί σε χορό σερμπαντίνες/περιστέρια λουστράκια γυαλίζουν/με χαρτοπόλεμο τα σκονισμένα ράμφη/κουλούρια ντυμένα πειρατές με ένα μάτι/τενεκεδάκια φτερά πεταλούδας επάνω/σε αναπηρικό παιγνίδι με ρόδες που/το τσουλάει εφήμερος κρότος ντυμένος” γράφει η Κική Δημουλά στον “Ήχο Απομακρύνσεων” σε ένα σκηνικό αποκριάς σαν αυτό που διάλεξε ο Χάρος για να την πάρει από τη ζωή.

 

Μια εικόνα προφητική, βγαλμένη από τη μόνιμη αντίστιξη της χαρμολύπης, εμποτισμένης βαθιά στην καρδιά των ποιημάτων της Κικής Δημουλά που πρόβαλλαν απρόσμενα ως memento mori, ως υπόμνηση της θνητότητας και του θανάτου, εκεί που νόμιζες πως όλοι τον είχαν ξεχάσει. Έτσι απρόσμενα λοιπόν αλλά και πάλι με τον δικό της τρόπο, σχεδόν ανεπαίσθητα έφυγε η ποιήτρια από τη ζωή λίγο προτού κατευθυνθεί προς την τελευταία δεκαετία του δικού της αιώνα γνωρίζοντας πως αγαπήθηκε βαθιά από το κοινό της.

 

Όχι γιατί θέλησε να φτιάξει μια επική και επιβεβλημένη ποίηση αλλά επειδή δόξασε κάθε ελάχιστη, φευγαλέα λεπτομέρεια που πρόβαλλε πάνω στον ερχομό του μεγάλου. Όταν όλοι μιλούσαν για αυτό, η Δημουλά υπενθύμιζε εκείνο το ελάχιστο που μας κάνει να επιμένουμε με βαθιά, μελαγχολική έστω, συνείδηση στη ζωή. Και όταν όλοι έφτιαχναν μεγάλους στίχους για την δόξα, εκείνη απογείωνε το αδόξαστο που είχε κάθε δικαίωμα να υπάρξει.

 

Ο κόσμος την αγκάλιασε ακριβώς γι αυτό, την αποθέωσε για την ανάγκη της να είναι ποιήτρια εκεί όπου όλοι μιλούν απλώς για καθημερινότητα: την ώρα των πρακτικών αναγκών, στη φασίνα, στην ικανότητα αυτή μια υπαλλήλου τραπέζης να τολμά, σαν θηλυκός Καρυωτάκης και σαν ποιητικά αυθάδης Κάφκα, να διεκδικεί τις δάφνες της δικής μας poet laureate: το 2001 τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών εκφωνώντας μια ομιλία που μετατράπηκε σε βιβλίο - Ο Φιλοπαίγμων μύθος (εκδόσεις Ίκαρος) ενώ το ενώ το 2013 ένα δημοσίευμα των New York Times την ήθελε να διεκδικεί με ισχυρές πιθανότητες το βραβείο Νόμπελ.

 

Στο εξωτερικό βρήκαν στο πρόσωπο της Δημουλά την κατεξοχήν Ελληνίδα ποιήτρια, μια αλλόκοτη Σαπφώ του καθημερινού, μια γυναίκα που ήξερε όλες τις υφάνσεις της ελεγείας και των λυρικών αποτυπώσεων του πένθους.

 

Ήταν τότε ακριβώς που όλοι στο εξωτερικό βρήκαν στο πρόσωπο της Δημουλά την κατεξοχήν Ελληνίδα ποιήτρια, μια αλλόκοτη Σαπφώ του καθημερινού, μια γυναίκα που ήξερε όλες τις υφάνσεις της ελεγείας και των λυρικών αποτυπώσεων του πένθους. Το Νόμπελ τελικά δεν δόθηκε στην Ελληνίδα ποιήτρια αλλά όλοι γνώριζαν πως είχε καταφέρει να εισέλθει στο διεθνές οπλοστάσιο των ποιητών χωρίς καν να χρειαστεί να επικαλεστεί την Ελλάδα: αρκεί που μιλούσε για τα αισθήματα και για αυτό το αλλόκοτο θράσος το μεσογειακού ανθρώπου να τολμά να διακηρύσσει μέσω των αισθήσεων και της αισθαντικότητας ότι υπάρχει. Και όχι μονοσήμαντα - αλλά με τρόπο δοξαστικό.

 

Άλλωστε και η ίδια το έλεγε ρητά στη Χλόη Θερμοκηπίου: “Το ακατόρθωτο-μη σε απασχολεί-θα το προμηθευτώ εγώ. Εσύ φέρε μόνο το χέρι σου στον ώμο μου/δεσ'το με σιγουριά από μια φλέβα του/λαιμού/άδειασε με όλη μέσα”. Δεν θα μπορούσε να το πει καλύτερα:  Οι αισθητές στην αφή αξίες -tactile values που έλεγε ο Μπέρεσον- είναι που διαμορφώνουν το ποίημα και όχι οι υψηλές ιδέες, όπως αντίστοιχα είναι η αισθητηριακή αντίληψη το γούστο και η γνώση που φτιάχνουν αυτή την αστείρευτη εικονοποίια την οποία απογειώνουν οι στίχοι της Κική Δημουλά.

 

Γιατί όσες αντιρρήσεις και αν έχει κανείς για την ποίηση της που αριθμεί πάνω από μισό αιώνα ζωής, όσο και αν δεν μπορεί να αποδεχτεί τον λυρισμό που διεκδικεί δικαιωματικά τη θέση του στην ειρωνεία -κάτι που είχαν αποκηρύξει προ πολλού όλοι οι Έλληνες ρέκτες του μοντερνισμού- όσο και αν δεν αποδέχεται την ευάλωτη θέση ενός ουσιαστικού σε ένα γυναικείο κοσμοείδωλο, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί την ισχυρή δύναμη της εικόνας στο έργο της.

 

Η Δημουλά που έγραφε κρυφά, πολλά χρόνια προτού τολμήσει να διεκδικήσει την ταυτότητα της ποιήτριας από τον ποιητή άντρα της, ήταν η ίδια που είχε την ικανότητα να ζωγραφίζει, δηλαδή να αποτυπώνει με εικόνες λεκτικές και παραστατικές όλες τις εκφάνσεις του υπάρχοντος. Όλες οι αισθήσεις απογειώνονται έτσι σε κάθε φανερή ή υπόγεια έκφανση της ποιητικότητας της και τίποτε δεν μένει έξω από την αφή, την όσφρηση ή την ακοή: “Αργά κωπηλατεί ο ήχος της θάλασσης/αργά μπαίνει η θάλασσα/στο κοπιώδες μέγεθός της, κορόιδο μέγεθος: το πετσοκόβει η νύχτα, μένει όσο το θέλει η ακοή/κι όσο μια ασημένια επωμίδα όποτε βγει φεγγάρι”.

 

Με άλλα λόγια η θάλασσα θα εξακολουθεί να στραφταλίζει, όσο και αν παραμονεύει ο θάνατος και σαν ποίημα του Ώντεν που αντίστοιχα “χτίστηκε” πάνω στον πίνακα “η Πτώση του Ίκαρου του Μπρέγκελ”- έτσι και η ποίηση της Κικής Δημουλά έχει ιχνηλατηθεί πάνω στις μικρές λεπτομέρειες που έχουν ως φόντο το μεγάλο γεγονός του θανάτου. Τίποτα δεν ξεφεύγει από αυτό, όσο και αν οι μικρές χαρές πασχίζουν για το αντίθετο, και αυτή η “εγκόσμια πίκρα” της οποίας η ίδια θα γίνει η κατεξοχήν εκπρόσωπος και μελωδός θα είναι το μόνιμο λάιτ μοτίφ της ποίησης της.

 

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ που θαύμαζε και αγαπούσε την ποίησή της Δημουλά, είχε εντοπίσει αυτό το μόνιμο εκτόπισμα της θλίψης στην διαφορετική ζωή που η ποιήτρια διεκδικούσε αλλά ποτέ δεν τελεσφόρησε. Όχι τυχαία η ίδια η Δημουλά είχε χριστεί εκπρόσωπος όλων των γυναικών που δεν κατάφεραν να διεκδικήσουν από νωρίς τη δική τους φωνή και αυτή η παράδοξη ασυμμετρία του υπόγειου μανιφέστου και του έντονα λυρικού λόγου εκφραζόταν με τον ιδανικότερο και τον πιο μεταφορικό τρόπο στην προσωπική της εικόνα: φορώντας εσκεμμένα ρούχα που ήταν συνώνυμα με την μικροαστική της θέση και κατάσταση, διεκδικώντας δηλαδή με τρόπο ανίερο το προσωπείο μιας καθημερινής γυναίκας από την Κυψέλη, την ίδια στιγμή απέδιδε απόλυτη τιμή στο δικαίωμα της αποχής από το πρακτικό πεδίο. Με ένα τσιγάρο στο χέρι και με ένα ειρωνικό, βαθυστόχαστο βλέμμα συνώνυμο της ποίησης της θύμιζε διαρκώς πως τα φαινόμενα απατούν. Ήταν ο μόνιμος ρόλος με τον οποίο ήταν πάντα άμεσα και απόλυτα εξοικειωμένη: “Χαμογελώ. Η καμπύλη του χαμόγελου. Το κοίλο αυτής της διαθέσεως/μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο/έτοιμο, Φαίνετ'από τη ζωή μου/πέρασε στόχος κάποτε/Και προδιάθεση νίκης”.

 

Αυτοί είναι ακριβώς οι στίχοι που θαρρείς πως πάσχιζε πάντα να επιβάλλει ορίζοντας έτσι την αυταπάτη της νίκης πάνω στη μελαγχολία της ύπαρξης, θέλοντας ταυτόχρονα  να καταδείξει πως η ποιητική πράξη είναι κατά κάποιο τρόπο απόκοσμη, συνώνυμη με μια εγγενή κατάσταση απαισιοξίας-μια στάση εμμένειας που θα έλεγαν και η φιλόσοφοι. Όπως έγραφε και ο Ρόμπερτ Μπέρτον στην “Ανατομία της Μελαγχολίας” (μτφ Παναγιώτης Χοροζίδης, εκδ Ηριδανός): “Η επιθυμητική και η θυμική διάθεση είναι σαν τις δυο άκρες στο σκοινί, που η μια μπλέκεί την άλλη, και κουλουριάζονται και οι δυο γύρω από την καρδιά”(..) Η επιθυμητική μπορεί να δίνει μια πρόσληψη ευχαρίστησης και απόλαυσης, μπορεί η δίψα μας τις περισσότερες φορές να ικανοποιείται με μια ορισμένη ηδονή, αν όμως δενυπάρχει έλεγχος, μας τρώει και μας θερίζει. Σωστά το λένε πως η επιθυμία δεν αναπαύεται ποτέ, δεν έχει τέλος και όριο”.

 

Και εδώ ακριβώς είναι που ενοικεί ολόκληρη η ποίηση της Κικής Δημουλά: στη μόνιμη μελαγχολία που κρυβόταν καλά ανάμεσα στα αντικείμενα, που ενέσκηπτε ακριβώς τη στιγμή του φευγαλέου, του αστόχαστου και του καθημερινού, που αντιστεκόταν σε κάθε προσπάθεια ισοπέδωσης. Το τίμημα, βέβαια, που εκλήθη η ίδια η ποιήτρια για την εξέχουσα φύση της να πληρώσει ήταν τεράστιο και ίσως τελικά να ήταν αυτό που μετατράπηκε σε κινητήριο δύναμη για την ποίησή της. Η Βασιλική Ράδου, όπως ήταν το πραγματικό όνομά της, πολλά χρόνια προτού γίνει η καταξιωμένη ποιήτρια του Ίκαρου, στα πρώτα της κιόλας βήματα υπό τη σκιά του άνδρα της, τόλμησε να εκδώσει, μόλις το 1952, μια πρώτη ποιητική συλλογή-αλλά τελικά, σαν άλλος Καβάφης, τα αποκήρυξε επιβεβαιώνοντας πανηγυρικά τον δικό της ισχυρισμό πως ο “ποιητής είναι ο αχθοφόρος της μελαγχολίας”.

 

Πάντοτε κρυμμένη ανάμεσα σε αυτό που θέλει και σε αυτό που δεν αντέχει καν να εκφραστεί, πάντοτε ρέκτης και έρμαιο της πιο ακραίας δύναμης της επιθυμίας. Σε κάθε σημείο του βίου της και στα εμποτισμένα από προσωπικά βιώματα ποιήματα της η Κική Δημουλά επέλεγε την λανθάνουσα επιθυμία απέναντι στη ζωή, την επιβεβλημένη λέξη ενάντια στον αρρωστημένο συμβιβασμό, την παραζάλη που μας κάνει όλους να συνεχίζουμε να υπάρχουμε. “Όχι δεν είμαι λυπημένη” ομολογεί στο άκρως ειρωνικό πλην όμως άκρως βιογραφικό στίχο από το “Λίγο του Κόσμου”: “Υπήρξα περίεργη και μελετηρή. Ξέρω απ όλα. Λίγο απ όλα. Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται, πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε. Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων μ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς/Όχι δεν είμαι λυπημένη”.

 

Η ποιήτρια αποχωρεί μετά από μια εκδήλωση στον Ιανό... Φωτ.: Εκδόσεις Ίκαρος

 

Η Βασιλική Ράδου, όπως ήταν το πραγματικό όνομά της, πολλά χρόνια προτού γίνει η καταξιωμένη ποιήτρια του Ίκαρου, στα πρώτα της κιόλας βήματα υπό τη σκιά του άνδρα της, τόλμησε να εκδώσει, μόλις το 1952, μια πρώτη ποιητική συλλογή-αλλά τελικά, σαν άλλος Καβάφης, τα αποκήρυξε επιβεβαιώνοντας πανηγυρικά τον δικό της ισχυρισμό πως ο "ποιητής είναι ο αχθοφόρος της μελαγχολίας".

 

Ενδεχομένως να ήταν όντως λυπημένη ή όπως παραδεχόταν και η ίδια στις σπάνιες συνεντεύξεις της προφανώς και ήταν: έχοντας χάσει τον άνδρα της Άθω Δημουλά το 1985, τον οποίο είχε γνωρίσει στην Κυψέλη, από όπου δεν έφυγε ποτέ σε όλη τη διάρκεια του βίου της, είχε μάθει να στήνει τα ποιήματά της πάνω στην αίσθηση της απώλειας. Άλλωστε φαίνεται να απευθύνεται στον απελθόντα σύζυγο με τον πλέον άμεσο τρόπο τόσο “Στον Άθω πάλι” από την Εφηβεία της λήθης (Στιγμή) όσο και το “Προς τον Άθω” στην Εκτός λεπτού μαζί (Ίκαρος). Παρότι η όξινη αυτή κηλίδα της απουσίας είχε εντοπιστεί από νωρίς στην ποίησή της, πολλές φορές έχει κανείς την αίσθηση ότι λειτουργούσε απλώς ως αφορμή-για παραπάνω έμπνευση, για περαιτέρω συνειδητοποίηση ή απλώς για ανάγκη διατύπωσης της βαθιάς προοπτικής του ποιητή ως φορέα μιας μόνιμης απουσίας.

  

Και αυτό ακριβώς είναι που έκανε την Κική Δημουλά να εμμένει στα ενσαρκωμένα πράγματα και όχι στις μεγάλες ιδέες-σε αυτό που τη στοίχειωνε και μας στοίχειωνε για πάντα. Όπως έλεγε με περισσή αυτοσυνειδησία: “Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μια πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής”.

 

Και όντως έτσι ήταν: διχασμένη ανάμεσα στον εξωτερικό χώρο όπου επικρατεί η ειρωνική διάθεση και ο σαρκασμός και τον εσωτερικό όπου κυριαρχεί το συναίσθηματα-τουλάχιστον σύμφωνα με την επικρατούσα διατύπωση του Τάκη Σινόπουλου- επεδίωκε τη μεγάλη ποίηση μέσα από την αυτοακύρωση και τον σαρκασμό. Ποτέ δεν τον φοβόταν: και εκεί ήταν που αποδεικνυόταν μια υποδειγματική, άκρως ειρωνική-σαν στωική φιλόσοφος ή σαν μια αλλόκοτος δημιουργός ενός πρωτότυπου υπερρεαλισμού: “Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων/ενόχλησες και την ορθογραφία μου. Κατ'επανάληψη λες μ έπιασες να γράφω/συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει/συν-δυο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο/τα δυο μαζί ενώνω-το ζω το αφήνουμε έξω για μετά, αν πετύχει ο συνδυασμός” για να καταλήξει πως “Δεν είμαι λάθος φίλε μου/ Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας/Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον/που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει/Συνδυασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν/τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη”.

 

Εδώ είναι που η Κική Δημουλά γίνεται η σκωπτική ιέρεια που σέρνει το χορό μιας παράδοξης ποιητικής παρέλασης, μια δαντικής πορείας που φαντάζει λόγω ποιητικών νεολογισμών και μεταστάσεων, όπως έλεγε η ίδια όχι ως κωμωδία αλλά ως “κωσμωδία”-μια απόδειξη ότι είχε πλήρη επίγνωση πως πλέον διαμορφώνει ένα άκρως ποιητικό και γι αυτό άκρως ευμετάβλητο και οριακό σύμπαν. Και αυτό ήξερε καλά ότι κάνει μόνο ο ποιητής: «Ο ποιητής είναι ο συναγερμός που έχει τοποθετήσει η ποίηση στα τρωτά της σημεία για να μην την διαρρήξουν. Είναι το κόκκινο ματάκι που αρχίζει να βαράει δαιμονισμένα, μόλις περάσει μπροστά από την ακτίνα του ύποπτος, γάτα, κουνούπι ή και κάποια σωματώδης αδιαφορία. Ο ποιητής εξαπολύει αμέσως όλες τις αστυνομικές του δυνάμεις που τρέχουν να συλλάβουν το ερέθισμα».

 

Τρέχοντας πάντοτε να προλάβει τον πιο φευγαλέο και ουσιαστικό στοχασμό έφυγε μια παγωμένη μέρα του Φλεβάρη για το ταξίδι της αιωνιότητας επιβεβαιώνοντας πως αυτός “ο στοχασμός του θανάτου”, για τον οποίο μιλούσαν η ποίηση της και η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ, είναι ταυτόχρονα μια απίστευτα προσωπική αλλά και μια κραυγαλέα δημόσια πανηγυρική πράξη. Όποιος μπορεί και παρατάσσει στίχους και σκέψεις που έρχονται κοντά στους τρόπους αυτής της πράξης, είναι τελικά ο πιο θαρραλέος εκπρόσωπος του Είναι μας. Ή όπως έλεγε η Δημουλά “Φεύγω. Για πού δεν θα σου πω/ Έτσι θα καμωθώ/ πως κάποιο μυστικό έχω από σένα/ θα κρυφοκοιτάξω τους βυθούς/ θα συμφιλιωθώ με τη θάλασσα/ εμπιστεύοντάς της την αντάρα μου”. 

Βιβλίο