Ο Λέοναρντ Κοέν στο σπίτι του στην Ύδρα.
Βιβλίο

Αρχαιοελληνική τραγωδία: Ο Λέοναρντ Κοέν και η κατάρα της Ύδρας

Όταν πριν από εξήντα χρόνια κατέφτασε στο νησί ο 25χρονος Κοέν, εντάχθηκε άμεσα στην μποέμικη αποικία που είχαν στήσει ήδη εκεί διάφοροι επιφανείς και μη εμιγκρέδες των γραμμάτων και των τεχνών. Πολλοί από αυτούς όμως έμελλε να έχουν τραγική κατάληξη.

Εξήντα χρόνια συμπληρώνονται αυτόν τον μήνα από τη μέρα που πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στην Ύδρα ο 25χρονος Λέοναρντ Κοέν. Λίγο καιρό πριν, είχε φύγει από το Μόντρεαλ, στο πρώτο του ταξίδι εκτός Βορείου Αμερικής, με μια υποτροφία του Συμβουλίου Τεχνών του Καναδά, για να βρεθεί στο Λονδίνο, όπου ήλπιζε να ολοκληρώσει την πρώτη νουβέλα του.

 

Ο Απρίλης του 1960 ήταν ασυνήθιστα κρύος και βροχερός, ακόμα και για την βρετανική πρωτεύουσα. Ένα τέτοιο βράδυ βρέθηκε σε ένα πάρτι όπου αφού συστήθηκε στην Μπάρμπαρα Ρότσιλντ της γνωστής δυναστείας, πληροφορήθηκε τον επικείμενο γάμο της με τον Έλληνα ζωγράφο Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, ιδιοκτήτη ενός επιβλητικού σπιτιού 40 δωματίων στο νησάκι της Ύδρας, όπου είχαν φιλοξενηθεί κατά καιρούς επιφανείς συγγραφείς και καλλιτέχνες, ανάμεσά τους ο Λόρενς Ντάρελ, ο Χένρι Μίλερ και ο Πάτρικ Λι Φέρμορ.

 

Ο Κοέν δεν έχασε καθόλου χρόνο. Δυστυχώς όμως, η συμβουλή να χρησιμοποιήσει το όνομα Ρότσιλντ όταν θα έφτανε στο σπίτι του Γκίκα στο νησί, απεδείχθη εσφαλμένη. Η οικονόμος του σπιτιού, πιστή στην προηγούμενη σύζυγο του ζωγράφου, τον έδιωξε λέγοντάς του: «Δεν χρειαζόμαστε κι άλλους Εβραίους εδώ». Αργότερα ο Κοέν θα έλεγε ότι εκείνη την ώρα καταράστηκε το σπίτι, το οποίο κάηκε ολοσχερώς την επόμενη χρονιά.

 

Φαίνεται ότι ο Λέοναρντ Κοέν είχε πιο οξυμένο το ένστικτο της αυτοπροστασίας και αυτοσυντήρησης από τους περισσότερους «αποίκους» της Ύδρας τότε, ίσως επειδή ένιωθε ήδη εύθραυστη την ψυχική του υγεία πριν πάει να ζήσει στο νησί, καθώς είχε δει λίγο παλιότερα την μητέρα του να νοσηλεύεται με βαριά κατάθλιψη.

 

Είχε την τύχη πάντως να τον περιμαζέψουν αμέσως ο βασιλιάς και η βασίλισσα της αποικίας μποέμ εμιγκρέδων του νησιού, ο Τζορτζ Τζόνστον και η Τσάρμιαν Κλιφτ, ζεύγος επιφανών δημοσιογράφων/ συγγραφέων από την Αυστραλία, οι οποίοι τον προσκάλεσαν να μείνει μαζί τους μέχρι να βρει δικό του σπίτι. «Ήταν για μένα αστείρευτη πηγή έμπνευσης», θα δήλωνε μετά από χρόνια ο Κοέν για τον Τζόνστον και την σύζυγό του, που είχαν ήδη συμπληρώσει μια παραγωγική δεκαετία στην Ύδρα, έχοντας εκδώσει και οι δύο μαζί 14 βιβλία στο διάστημα αυτό (εκεί γράφτηκε και το βιβλίο του Τζόνστον, "My Brother Jack", ένα κλασικό έργο της σύγχρονης αγγλόφωνης λογοτεχνίας, που εκδόθηκε το 1964). «Έπιναν πιο πολύ από άλλους ανθρώπους, έγραφαν πιο πολύ, αρρώσταιναν πιο πολύ, έβριζαν πιο πολύ, βοηθούσαν τον άλλους πιο πολύ...».

 

O Λέοναρντ Κοέν με τη μούσα του Μαριάν Ιλέν σε μια ταβέρνα του νησιού. Φωτο: «Leonard Cohen-Η Βιογραφία»

 

Ο Τζορτζ Τζόνστον ήταν αυτός που ενθάρρυνε τον νεαρό Κοέν να επιμελείται και να κάνει περικοπές στα γραπτά του ξανά και ξανά αλλά και να παρουσιάσει τα τραγούδια του ενώπιον κοινού. Στην αρχική συντροφιά προστέθηκε σύντομα και ο φωτορεπόρτερ Τζέιμς Μπερκ που ζούσε τότε στην Αθήνα και βρέθηκε στο νησί για να καλύψει με την Leica του την αποικία εμιγκρέδων της Ύδρας. Εκείνη την χρονιά τράβηξε 1.573 φωτογραφίες στο νησί για λογαριασμό του περιοδικού LIFE.

 

Αν επιθυμούσαμε να βγάλουμε συμπεράσματα από την γλώσσα του σώματος όπως παρουσιάζεται σε κάποιες από αυτές τις φωτογραφίες, θα ήταν δύσκολο να απορρίψουμε την φήμη ότι η Τσάρμιαν και ο Λέοναρντ είχαν αποκτήσει ερωτικό δεσμό. Στην θεωρία αυτή συνηγορεί και το γεγονός ότι ο Τζορτζ Τζόνστον είχε καταστεί σεξουαλικά ανίκανος εξαιτίας της ισχυρής δόσης φαρμάκων που έπαιρνε για την θεραπεία της φυματίωσης.

 

Ό,τι και να συνέβη ακριβώς, το βέβαιο είναι ότι η σεξουαλική ζήλεια του Τζορτζ, μαζί με τον χρόνια αλκοολισμό, ήταν η καταστροφή του ζεύγους, ασχέτως αν και ο ίδιος είχε συνάψει ερωτική σχέση με την γραμματέα του την εποχή που ήταν διευθυντής του πρακτορείου Associated Newspapers στο Λονδίνο, πριν αποφασίσουν με την γυναίκα του να εγκατασταθούν στην Ύδρα και να αφοσιωθούν στο γράψιμο.

 

Τζορτζ Τζόνστον - Τσάρμιαν Κλιφτ

 

Η τραγωδία του Τζορτζ και της Τσάρμιαν δεν έληξε όταν εκείνη έδωσε τέλος στην ζωή της το 1969, την παραμονή της κυκλοφορίας του βιβλίου του "Clean Straw for Nothing", στο οποίο την κατηγορούσε εμμέσως πλην σαφώς ότι η απιστία της ήταν αυτή που ευθυνόταν για την φθορά της υγείας του. Ο ίδιος πέθανε την επόμενη χρονιά.

 

Το ζεύγος είχε εγκαταλείψει την Ύδρα από το 1965 και με την επιστροφή της στο Σίδνεϊ, η Τσάρμιαν εξελίχθηκε γρήγορα σε διάσημη προσωπικότητα του ριζοσπαστικού και φεμινιστικού κινήματος, με την κυριακάτικη στήλη της στην εφημερίδα Sydney Morning Herald να διαβάζεται σε ολόκληρο τον αγγλόφωνο κόσμο, ενώ συγχρόνως έγραφε θεατρικά έργα και εμφανιζόταν τακτικά στην τηλεόραση. Όταν το 1967 η Ελλάδα έπεσε στα χέρια της χούντας των συνταγματαρχών, η καμπάνια της ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς ήταν τόσο ένθερμη που απαγορεύτηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς της να επιστρέψει στη χώρα.

 

Τόσο η ίδια όσο και τα παιδιά του ζεύγους, θεωρούσαν τον εαυτό τους Έλληνες και μιλούσαν μεταξύ τους ελληνικά, επιλέγοντας να ζήσουν στην ελληνική συνοικία του Σίδνεϊ. Η κόρη της η Σέιν μάλιστα δούλευε για την ελληνοαυστραλέζικη εφημερίδα Hellenic Herald. Το πλήγμα για την κοπέλα ήταν βαρύ όταν πέντε χρόνια μετά την αυτοκτονία της μητέρας της, οι γονείς του ελληνικής καταγωγής συντρόφου της, της δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν ο γιος τους να παντρευτεί μια μη Ελληνίδα. Λίγο αργότερα, επέστρεψε σπίτι της και έδωσε κι εκείνη τέλος στη ζωή της. Ήταν 25 χρονών.

 

Η Τσάρμιαν Κλιφτ με τον μεγαλύτερο γιο της, Μάρτιν, στην Ύδρα το 1957.

 

Τραγική κατάληξη έμελλε να έχει και ο μεγαλύτερος γιος του ζεύγους, ο Μάρτιν, ο οποίος πέθανε από το ποτό στα 42 του. Μικρός στην Ύδρα, έδινε την εντύπωση ενός εξαιρετικά ευαίσθητου και έξυπνου αγοριού, τόσο που όταν τον γνώρισε στο νησί η συγγραφέας (και σύζυγος του Κίνγκσλεϊ Έιμις) Ελίζαμπεθ Τζέιν Χάουαρντ τον έκανε ήρωα της νουβέλας της με φόντο την Ύδρα, "The Sea Change". Πολλά χρόνια αργότερα, ο Μάρτιν, ο οποίος εξελίχθηκε και ο ίδιος σε πολύ αξιόλογο ποιητή και μυθιστοριογράφο, θα έλεγε για την ζωή των γονιών του στο νησί: «Ο τρόπος που ζούσαν ίσως απεδείχθη καταστροφικός για μένα στην πορεία, αλλά τότε δεν έμοιαζε έτσι... Έγραφαν από τα χαράματα μέχρι το μεσημέρι και μετά κατέβαιναν στο λιμάνι και μεθούσαν μέχρι το βράδυ. Αυτό το πρόγραμμα ακολούθησα κι εγώ από τότε...».

 

Το 1960 ήταν επίσης η χρονιά που είχε ξεκινήσει για την μποέμικη παροικία του νησιού με την γέννηση του γιου του κοσμοπολίτη συγγραφέα Άξελ Γένσεν (του «Τζακ Κέρουακ της Νορβηγίας») και της συμπατριώτισσάς του Μαριάν Ιλέν, που έμελλε σύντομα να γίνει «μούσα» και σύντροφος του Κοέν σε ένα ειδύλλιο που θα γινόταν θρυλικό. Ο Γένσεν πάντως ήταν ήδη ερωτευμένος με την Αμερικανίδα ζωγράφο και σκηνοθέτρια Πατρίτσια Άμλιν.

 

Αργότερα στη ζωή του, ο Γένσεν θα υπέφερε από συχνά ψυχωτικά επεισόδια, εξαιτίας και της χρήσης LSD, ουσία που κυκλοφορούσε και στην Ύδρα πριν από τα μέσα της δεκαετίας του '60. Σ' εκείνον αναφέρεται το ποίημα του Κοέν "Tonight I burned the house I loved" («Απόψε έβαλα φωτιά στο σπίτι που αγαπούσα») που γράφτηκε όταν ο Γένσεν εγκατέλειψε την Μαριάν και το μικρό γιο τους, ενώ αργότερα και ο ίδιος θα τους εγκατέλειπε με τη σειρά του και θα έγραφε σε ένα άλλο ποίημα με τίτλο "Days of Kindness" («Μέρες καλοσύνης») την προσωπική του ελεγεία-προσευχή για «την Μαριάν και το παιδί».

 

Το παιδί πήρε το μικρό όνομα του πατέρα του (Άξελ) και όταν έκλεισε τα επτά, στάλθηκε οικότροφος σε αγγλικό σχολείο. Στα 15 του, και ενώ ήδη παρουσίαζε έντονα στοιχεία σύγχυσης και αστάθειας, ξαναβρέθηκε με τον πατέρα του ο οποίος τον πήρε μαζί του στην Ινδία και έκαναν μαζί LSD. Εξήντα χρονών σήμερα, ο Άξελ ο νεότερος έχει περάσει το μεγαλύτερο κομμάτι της ενήλικης ζωής του σε ψυχιατρικά ιδρύματα της Νορβηγίας.

 

Φαίνεται ότι ο Λέοναρντ Κοέν είχε πιο οξυμένο το ένστικτο της αυτοπροστασίας και αυτοσυντήρησης από τους περισσότερους «αποίκους» της Ύδρας τότε, ίσως επειδή ένιωθε ήδη εύθραυστη την ψυχική του υγεία πριν πάει να ζήσει στο νησί, καθώς είχε δει λίγο παλιότερα την μητέρα του να νοσηλεύεται με βαριά κατάθλιψη. Ήξερε ότι μόνο η αφοσίωση στην δουλειά θα τον κρατούσε ψυχικά υγιή και στα χρόνια που έμενε μόνιμα στο νησί έγραψε δύο νουβέλες, ποιητικές συλλογές και κάποια από τα πιο διάσημα τραγούδια του.

 

Η εξώπορτα του σπιτιού του Κοέν στην Ύδρα λίγες μέρες μετά τον θάνατό του τον Νοέμβριο του 2016.

 

Μετά την Ύδρα, δεν σταμάτησε να αναζητεί ιδανικές αποικίες και κοινότητες. Φλέρταρε με την Σαϊεντολογία και το Ζεν, έμεινε για έξι χρόνια σε βουδιστικό μοναστήρι στην Καλιφόρνια, για ένα χρόνο στο Μουμπάι, στο τέλος όμως έμοιαζε να κατασταλάζει, γράφοντας: «Θρησκεία, δάσκαλοι, γυναίκες, ναρκωτικά, περιπλάνηση, φήμη, λεφτά... Τίποτα από αυτά δεν μου χαρίζει το high και την ανακούφιση από τα βάσανα, όσο το να μαυρίζω τις λευκές σελίδες, όσο το γράψιμο». Και θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτήν την προσήλωση την κατέκτησε πλάι στον Τζορτζ και στην Τσάρμιαν εκείνη την πρώτη, χρυσή περίοδο στην Ύδρα. Συχνά αποδίδεται στον Κοέν, αλλά μάλλον ήταν ένας άλλος ποιητής, επίσης παρών στο νησί το μακρύ καλοκαίρι του 1960, ο Κένεθ Κοχ, εκείνος που είχε πει: «Αν έχεις ζήσει κάποτε στην Ύδρα, δεν μπορείς μετά να ζήσεις πουθενά αλλού, ούτε καν στην Ύδρα».

 

Με στοιχεία από τον Guardian

 

Βιβλίο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια