Πόσες δουλειές σχεδίαζε να κάνει με το καινούριο σκάφος του και πόσες είχε κάνει ήδη με μέσα μηδενικά πριν από την Μπαμπαλού, παίζοντας το κεφάλι του κορόνα γράμματα; Εικονογράφηση: The Brood
Προδημοσίευση

Ένα απόσπασμα από το νέο βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη «Η νόσος του μικρού θεού»

Το πρώτο μέρος μιας νέας σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων από μία από τις σημαντικότερες ελληνίδες συγγραφείς του είδους και η επιστροφή, φυσικά, του αστυνόμου Χάρη Κόκκινου.



Η «ΝΟΣΟΣ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΘΕΟΥ» είναι το πρώτο μέρος μιας νέας σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων της Ευτυχίας Γιαννάκη με τον γενικό τίτλο «Η τριλογία του βυθού» και σηματοδοτεί την επιστροφή της στο σκοτεινό και εύπλαστο σύμπαν του αστυνόμου Χάρη Κόκκινου.


Πάρος. Κυκλάδες. Αθήνα. Ζυρίχη. Καλοκαίρι 2018. Μια γυναίκα εντοπίζεται νεκρή στο σκάφος της στο νότιο άκρο της Πάρου. Ο αστυνόμος Χάρης Κόκκινος θα εμπλακεί σε μια υπόθεση που θα τον αναγκάσει να βουτήξει στη μικρή κοινωνία του νησιού, στο σκοτεινό παρελθόν της, σε παράξενα σουβενίρ και σε κυκλώματα αρχαιοκαπηλίας, σε οικογένειες που αποτελούν το τέλειο εγκληματολογικό εργαστήριο και τελικά στον δικό του βυθό, εκεί όπου το φως μπλέκεται με το σκοτάδι.


Η οξεία κοινωνική ματιά, η καταβύθιση στον ανθρώπινο ψυχισμό, τα ίδια τα όρια της αστυνομικής λογοτεχνίας, βρίσκονται στο επίκεντρο μιας ιστορίας που απλώνει τα δίχτυα της από την καρδιά των Κυκλάδων σε όλη την Ευρώπη.

 

Η Αθήνα εξακολουθεί, ως ο δικός μου πυρήνας, να είναι το κέντρο απ' όπου ξεκινά το ταξίδι του πρωταγωνιστή των ιστοριών μου, του αστυνόμου Χάρη Κόκκινου. Με λίγα λόγια, είναι η ρίζα για το άνθος του καλού και του κακού, που τώρα φυτρώνει στην καρδιά του Αιγαίου.


Όπως επισημαίνει η συγγραφέας στη LiFO, ως προς τους βασικούς άξονες του βιβλίου, πρόκειται για μια αστυνομική αφήγηση με αρχή, μέση και τέλος, σφιχτή πλοκή, δυνατούς χαρακτήρες και σασπένς. Είναι όλα εκεί, αλλά όχι ως αυτοσκοπός.

 

«Θα έλεγα ότι βασικός άξονας της νέας τριλογίας είναι ότι επιχειρώ να διευρύνω ή να καταστήσω πιο ρευστά τα όρια της αστυνομικής αφήγησης, που εστιάζει πιο καθαρά ή μετατρέπεται στο νέο κοινωνικό μυθιστόρημα της εποχής μας. Γι' αυτό χρησιμοποιώ ίσως ως κυρίαρχο το στοιχείο του νερού, πέρα από την κάθαρση που αυτό φέρνει. Με ενδιαφέρει το ίδιο το όριο της μυθοπλασίας και πώς ο μύθος μπλέκεται με την πραγματικότητα, πόσο ρευστά είναι τα όριά τους.

 

Πολλοί χαρακτηρίζουν τα μυθιστορήματά μου κοινωνικά αστυνομικά. Κι αυτό γιατί δεν εστιάζω στην αγριότητα του εγκλήματος ή στην ανατροπή για την ανατροπή ή στην ηδονοβλεψία του τρόμου, όπως μας έρχεται συνήθως από τον Βορρά. Με απασχολεί το ουσιαστικό καθρέφτισμα της εποχής μας, της μεσογειακής ματιάς και της ιδιοσυγκρασίας μας, που συνοδεύεται από το βαθύτερο, αυτό που δεν αγγίζουμε εύκολα, τον υπαρξιακό προβληματισμό μας, την αχτίδα του φωτός που σκίζει τον σκοτεινό βυθό μας, με μια ιστορία που δεν έτυχε απλά να ξεδιπλώνεται σε αυτή τη φωτεινή γωνιά του πλανήτη, υπάρχει επειδή υπάρχει αυτή η γωνιά, με όλες τις αντιφάσεις, τις ιδιαιτερότητές της και το ανθρώπινο μέτρο της, ως ο χαμένος παράδεισος που διαρκώς αναζητούμε».


Η ιστορία του βιβλίου πυροδοτείται όταν μια γυναίκα εντοπίζεται νεκρή στο σκάφος της στο νότιο άκρο της Πάρου.

 

Η συγγραφέας σημειώνει: «Εστιάζω στη Μεσόγειο, στην καρδιά των Κυκλάδων, που γίνεται ο υδάτινος καθρέφτης της Ευρώπης, μέσω ενός παρελθόντος που εξακολουθεί να μας πέφτει βαρύ και ενός παρόντος μας που διαρκώς μεταβάλλεται, σαν μια θάλασσα σε αιώνια κίνηση, στην οποία βουτάμε περισσότερο ή λιγότερο προετοιμασμένοι.

 

Με ενδιαφέρει αυτό το αιώνιο ταξίδι, η βουτιά στη ζωή, ο έρωτας ως μάχη ενάντια στον θάνατο. Με ενδιαφέρει με λίγα λόγια η επικράτεια του φωτός, η μικρή ή η μεγαλύτερη αναλαμπή που δικαιολογεί αυτό το συναρπαστικό ταξίδι και όλες τις σκοτεινές μάχες μας. Ο κύκλος της μεγάλης ιστορίας που καταπίνει όλες τις μικρές ιστορίες μας. Λένε ότι οι ζωντανοί είναι μια μικρή εξαίρεση στον μεγάλο κανόνα των νεκρών. Προσπαθούμε να ζήσουμε ξεχνώντας τον, μα δεν τον ξεχνάμε».

 

Η Αθήνα πρωταγωνιστούσε στα προηγούμενα βιβλία της Ευτυχίας Γιαννάκη. Στη Νόσο του μικρού θεού, όμως, η πλοκή εξελίσσεται, εκτός από την Αθήνα, στις Κυκλάδες και στη Ζυρίχη.

 

«Ο τόπος στις δικές μου αφηγήσεις δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό της ιστορίας αλλά είναι στοιχείο της πλοκής και πρωταγωνιστής της πολλές φορές. Η Αθήνα εξακολουθεί, ως ο δικός μου πυρήνας, να είναι το κέντρο απ' όπου ξεκινά το ταξίδι του πρωταγωνιστή των ιστοριών μου, του αστυνόμου Χάρη Κόκκινου. Με λίγα λόγια, είναι η ρίζα για το άνθος του καλού και του κακού, που τώρα φυτρώνει στην καρδιά του Αιγαίου.

 

Οι Κυκλάδες σε αυτή την ιστορία και ο κύκλος της ζωής είναι το πρώτο σχήμα, είναι το ανθρώπινο μέτρο, που στις μέρες μας αναμετριέται με τον ναρκισσισμό και τη λατρεία της εξουσίας, που ως αντίστιξη καθρεφτίζεται στο αστικό κέντρο στην καρδιά της Ευρώπης και λειτουργεί ως πυρήνας του πλούτου, της σταθερότητας, της εξουσίας, του νέου θεού, που είναι η αγορά και το χρήμα. Φανταστείτε όλο το σχήμα σαν μια ζυγαριά.

 

Στο κέντρο βρίσκεται η Αθήνα, που παλεύει τα τελευταία χρόνια να ισορροπήσει, στη μια άκρη οι Κυκλάδες και στην άλλη η καρδιά της Ευρώπης. Με ενδιαφέρει το παλαντζάρισμα ανάμεσά τους, οι αντιφάσεις και οι κανόνες της συνύπαρξής τους. Η τέχνη και ο έρωτας, που διαπλέκονται, και η ανεκτικότητα που επιβάλλουν συνιστούν την καρδιά του ευρωπαϊκού πολιτισμού και είναι μάλλον το δεύτερο σχήμα που ξετυλίγεται στην αφήγηση, ως ένα είδος απάντησης στον ναρκισσισμό των ημερών μας. Με ενδιαφέρει αυτός ο επαναπροσδιορισμός. Η επιστροφή στο ανθρώπινο μέτρο και στην ανεκτικότητα μέσα από το ανασκάλεμα του εσωτερικού μας βυθού» λέει η Ευτυχία Γιαννάκη.


Απόσπασμα βιβλίου

Ο βυθός ήταν ανακατεμένος. Οι βορειοδυτικοί άνεμοι σφυροκοπούσαν το νησί εδώ και δυο μέρες. Όσο περνούσε η ώρα η ανάσα του δυσκόλευε, το ίδιο και οι κινήσεις του. Μίκραινε, χανόταν. Ο ήλιος ένα αστέρι που έσβηνε για όποιον βουτούσε στα σαράντα μέτρα και ο φακός του ίσα που κατάφερνε να ανοίξει μια τρύπα ελάχιστα μέτρα μπροστά του. Μια σπείρα χωρίς άκρη. Υποθαλάσσιες δυνάμεις αναστάτωναν την άμμο δίπλα του. Κάτι φοβερό θα συνέβαινε, το ένιωθε. Οι πνεύμονές του δυο σφουγγάρια που διαλύονταν. Βούλιαζε μόνος, παλαντζάροντας στην υγρή κοιλιά που τον κατάπινε αργά, αλλά σταθερά. Ούτε ίσκιος ούτε μυρωδιά. Ψύχος. Ένα χάος με παράξενη βαρύτητα, απάνθρωπο, τίγκα στις φυσαλίδες αζώτου με τη νόσο των δυτών να παραμονεύει. Ένα ευρύχωρο αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται κανείς μόνος.


Ένας απότομος βόμβος διαπέρασε τα τύμπανά του. Αν κάρφωνε το κεφάλι του σε τοίχο θα πονούσε λιγότερο. Ήταν πιωμένος. Ποια νόσος των δυτών, η νόσος των ηλιθίων, σκέφτηκε. Ποιος ξανοίγεται με τέτοιον αέρα και ποιος βουτάει μεθυσμένος; Εμβοή, ακανόνιστοι χτύποι καρδιάς, λάμψη και μετά, ένα πέπλο.


Αναρωτήθηκε αν θα την ξανάβλεπε. Οι δυνάμεις του συνθλίβονταν στην πίεση του υδάτινου όγκου. Τη φαντάστηκε να τον περιμένει για ώρες κολλημένη στο παράθυρο της κουζίνας με πρόσωπο αλλοιωμένο από την αγωνία. Στο μυαλό του στριφογύρισε το γιασεμί που τύλιγε την πέργκολα στην αυλή του σπιτιού τους, με τα λευκά του πέταλα και τη μυρωδιά τους, την ατέρμονη κίνηση και τις σκιές τους, όπως έτρεμαν και σκορπίζονταν τις τελευταίες μέρες στις αιφνίδιες ριπές του ανέμου, αφήνοντας στη θέση τους μικρές τρύπες να χάσκουν στο κενό. Το ήξερε πως ο θάνατός του θα σήμαινε και τον δικό της θάνατο. Ήταν η άγκυρά της, άλλωστε κάθε παιδί είναι μια άγκυρα στο χάος. Αν χανόταν, θα χανόταν και η ίδια.


Εξακολούθησε να κολυμπάει αποπροσανατολισμένος. Ο χρόνος του ψαλιδιζόταν. Του φάνηκε ότι δυο ασημένιες μουρμούρες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους προτού τον προσπεράσουν. Τι παράδοξο, ο κόσμος του διαλυόταν μέσα σε στρόβιλο κι αυτός κολλούσε σε σκέψεις για ψάρια που συνεννοούνται με το βλέμμα. Το βάρος μπερδευόταν με την ελαφρότητα και ο τρόμος επιστράτευε το αστείο. Ασάφεια. Ρεύματα που συγκρούονταν δίπλα του, παράξενα σχήματα στην άμμο, φύκια που έτρεμαν, ψάρια φουσκωμένα σαν μπαλόνια. Ψευδαίσθηση, ένας ρευστός γρίφος με ανύπαρκτα πλάσματα του βυθού να αιωρούνται μπροστά του ασπόνδυλα, με τα μάτια τους εξογκωμένα στο σκοτάδι. Πηχτός φόβος ως αποτέλεσμα πηχτής βλακείας.

 

Η τελευταία σταθερή εικόνα που συγκράτησε πριν να βουτήξει ήταν το σκάφος του, ένα Gallart 13.5 MS, μοντέλο του 1980, σαν καινούριο, αγορασμένο από δεύτερο χέρι με αιματηρές οικονομίες λίγους μόλις μήνες μετά την κατασκευή του. Πόσες δουλειές σχεδίαζε να κάνει με το καινούριο σκάφος του και πόσες είχε κάνει ήδη με μέσα μηδενικά πριν από την Μπαμπαλού, παίζοντας το κεφάλι του κορόνα γράμματα; Χανόταν στον βυθό και το μόνο που σκεφτόταν ήταν ότι αγαπούσε εκείνο το σκαρί με το αστείο όνομα που χόρευε στα κύματα. Τίποτα δεν θα γινόταν χωρίς την Μπαμπαλού, τίποτα δεν θα γινόταν αν δεν δενόταν με τα αντικείμενα πολύ περισσότερο απ' ό,τι με τους ανθρώπους. Τα αντικείμενα ήταν οι δικές του άγκυρες στο τρικυμισμένο χάος, η θεραπεία της ύλης, όπως έλεγε. Το ήξερε πως αν κατάφερνε να βγει ζωντανός η μνήμη θα πριόνιζε τα συμβάντα κι όλα θα συρρικνώνονταν σε μια ιστορία ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλες. Πολύ μπλα μπλα προορισμένο να εξανεμιστεί. Ακόμη και ο ίδιος θα σκέβρωνε για να χωρέσει στην αφήγησή του κι ας ήταν ο πρωταγωνιστής της. Οι πάντες μικραίνουν για να χωρέσουν σε μια ιστορία που παραμένει αιωνίως μεγαλύτερη από τους ίδιους.

 

Η ιστορία του ήταν ότι εκείνη την ώρα δυσκολευόταν να ορίσει τις κινήσεις του. Γνώριζε πως δεν γινόταν να τα παρατήσει, είχε ρίξει ένα σωρό λεφτά στο σκάφος, είχε πειράξει την καρίνα του γι' αυτή τη δουλειά, οι άλλοι στο εξωτερικό τον περίμεναν, έκανε όνειρα, θ' αγόραζε επιτέλους τα συλλεκτικά γυαλιά ηλίου Cartier με σκελετό χρυσό 18 καρατίων που τα λιγουρευόταν μήνες, θα κατάφερνε να φύγει από τη χώρα. Η αστραφτερή Μπαμπαλού ήταν η μόνη σανίδα σωτηρίας κι αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη αγάπη του. Είχε το παρατσούκλι της μάνας του. Οι περισσότεροι νόμιζαν ότι το σκάφος πήρε το όνομα της μάνας, στην πραγματικότητα όμως η μάνα του άλλαξε όνομα αφότου αγοράστηκε το σκάφος.


Ήταν απόγευμα, στο σπίτι τους στο νησί κατέστρωνε μεγαλεπήβολα σχέδια κοιτάζοντας τη λεπτή γραμμή του ορίζοντα ή μάλλον πέρα από τον ορίζοντα, πέρα από κάθε λεπτή γραμμή. Η μάνα του έπλενε πιάτα, κοιτάζοντας την ίδια ακριβώς σχισμή, παγιδευμένη κι αυτή ανάμεσα στα επίγεια και τα ουράνια, κολλημένη πάντα δίπλα του. Από δω και πέρα θα σε φωνάζω Μπαμπαλού, της δήλωσε αποφασιστικά. Στο άκουσμα της παράξενης λέξης ο νεροχύτης γέμισε αίμα. Ένα ποτήρι έσπασε στην αριστερή της παλάμη και δυο μικρά γυαλάκια καρφώθηκαν στον δείκτη της. Το κόψιμο ήταν γλυκό.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

Το βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη «Νόσος του μικρού Θεού» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος στις 15 Ιουνίου. 

 

Το νέο τεύχος της LIFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ

Βιβλίο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια