Το λογοτεχνικό σύμπαν του Γκράχαμ Γκριν παραμένει συνώνυμο με την αμφιβολία, αλλά και τη δράση, την ίντριγκα και τα ανθρώπινα πάθη, την καταδίωξη, την κατασκοπεία, την πολιτική.
Βιβλίο

Τα πολλά πρόσωπα του Γκράχαμ Γκριν

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Ο ανθρώπινος παράγοντας» από τις εκδόσεις Πόλις, ανατρέχουμε στην τεράστια καριέρα του Βρετανού συγγραφέα.



ΠΩΣ, ΕΝΩ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ, προδίδουμε την αγάπη μας; Πώς, ενώ λατρεύουμε τον Θεό, δυναμιτίζουμε την πίστη μας; Πώς, ενώ παλεύουμε για το καλό, προκαλούμε το κακό; Η απάντηση που έδινε με τον τρόπο του ο Γκράχαμ Γκριν σε αυτά τα βασανιστικά ερωτήματα ήταν η εξής: είτε αγαπάμε, είτε ισχυριζόμαστε πως αγαπάμε, μια γυναίκα, έναν άντρα, ένα έθνος, έναν θεό, την ίδια στιγμή αγαπάμε και τον εαυτό μας. Και, για να είμαστε ειλικρινείς, αμφιβάλλουμε ποιον αγαπάμε περισσότερο...


Το λογοτεχνικό σύμπαν του Γκράχαμ Γκριν παραμένει συνώνυμο με την αμφιβολία, αλλά και τη δράση, την ίντριγκα και τα ανθρώπινα πάθη, την καταδίωξη, την κατασκοπεία, την πολιτική. Ο πεζογράφος που με τη στιβαρή, χωρίς φιοριτούρες, πρόζα του κατάφερε να συνδυάσει την υψηλή λογοτεχνία με τη λαϊκή, αυτός που διοχέτευσε στα έργα του ηθικά διλήμματα χωρίς να περιφρονήσει τη φάρσα, ο ίδιος που ξέφυγε από τα κόκκινα τούβλα και τις δαντελένιες κουρτίνες της αγγλικής πραγματικότητας για να μας μεταφέρει εικόνες απ' όλη τη γη, σχεδόν 30 χρόνια από τον θάνατό του παραμένει ζωντανός – μόλις επανεκδόθηκε, σε νέα μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, το κατασκοπευτικό, πρωτοδημοσιευμένο το 1978, μυθιστόρημά του Ο ανθρώπινος παράγοντας (εκδ. Πόλις).


Η ζωή του Γκριν ξεκίνησε στις 2 Οκτωβρίου του 1904 στο Μπέρκχαμστεντ της Αγγλίας, ως τέταρτου ανάμεσα σε έξι παιδιά μιας ευκατάστατης μεσοαστικής οικογένειας, στους προγόνους της οποίας συγκαταλεγόταν και ο αγαπημένος του συγγραφέας Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον. Και ήταν μια ζωή σχετικά ήρεμη, ώσπου ο νεαρός Γκράχαμ κλείστηκε εσωτερικός σε φημισμένο ιδιωτικό σχολείο, με διευθυντή τον ίδιο τον καταπιεστικό πατέρα του.

 

Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Νόρμαν Σέρι, ο Γκριν υπήρξε δυστυχής έφηβος. Ντροπαλός και συχνά περίγελος των συμμαθητών του, συνήθιζε να το σκάει από το σχολείο, όπου κάποια στιγμή βίωσε μια γερή νευρική κατάρρευση. Τι κι αν οι γονείς του έσπευσαν να τον στείλουν στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Όπως ομολόγησε ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, ένα από τα αγαπημένα του παιχνίδια μετά τη θεραπεία ήταν να παίζει ρώσικη ρουλέτα με το ρεβόλβερ του μεγαλύτερου αδερφού του.

 

Έργο του αφηγητή ιστοριών είναι να λειτουργεί ως δικηγόρος του διαβόλου, να προκαλεί συμπάθεια και κατανόηση για όσους βρίσκονται πέραν της επιδοκιμασίας του κατεστημένου.


Οι απόπειρες αυτοκτονίας συνεχίζονταν ακόμα και στην Οξφόρδη, όταν σπούδαζε Συγκριτική Ιστορία, και έλαβαν τέλος μόνο όταν συνειδητοποίησε ότι «τραβούσα τη σκανδάλη όσο συχνά χρειαζόταν να πάρω ασπιρίνη». Τα επόμενα χρόνια η αδρεναλίνη του θα εκτινασσόταν στα ύψη και η υπαρξιακή του πλήξη θα διασκεδαζόταν με την ιδιότητα του δημοσιογράφου, του κατασκόπου, του μυθιστοριογράφου, του εραστή.


Αφού στα 19 του εντάχθηκε για λίγες μέρες –ούτε μήνα– στο Κομμουνιστικό Κόμμα, κι αφού εξέδωσε τη μοναδική του ποιητική συλλογή (Φλύαρος Απρίλης), ο Γκριν ξεκινά το 1925 τη δημοσιογραφική του καριέρα στις λογοτεχνικές σελίδες των «Τimes του Λονδίνου» και έναν χρόνο αργότερα παντρεύεται τη Βίβιαν Ντέιρελ-Μπράουνινγκ, για χάρη της οποίας είχε ασπαστεί ήδη τον καθολικισμό και με την οποία θα αποκτήσει τα δυο του παιδιά.

 

Αυτή την περίοδο δημοσιεύει και το πρώτο του μυθιστόρημα, The man within, μια ιστορική περιπέτεια γύρω από το λαθρεμπόριο που γινόταν στις ακτές του Σάσεξ τον 19ο αιώνα. Κι ενώ ο Προδότης, όπως αποδόθηκε στα ελληνικά, δεν διέθετε κανένα από τα προτερήματα των ωριμότερων έργων του, η εμπορική του επιτυχία ήταν τέτοια ώστε ο Γκριν δεσμεύτηκε να γράψει μέσα σε μία τριετία τρία μυθιστορήματα ακόμη, έναντι 600 λιρών το καθένα. Έργα που ο ίδιος θα αποκηρύξει στη συνέχεια, αλλά στα οποία οι μελετητές του εντοπίζουν έντονα στοιχεία καθολικισμού.


Η ετικέτα του καθολικού συγγραφέα του προκαλεί μόνιμη ενόχληση. «Πάντοτε υπενθύμιζα ότι δεν θεωρώ τον εαυτό μου καθολικό συγγραφέα, αλλά συγγραφέα που τυχαίνει επίσης να είναι καθολικός» έλεγε. «Νομίζω ότι ένας κομμουνιστής οφείλει να έχει αμφιβολίες, όπως εμείς οι καθολικοί έχουμε τις δικές μας. Και πιστεύω πως μπορούμε να προσεγγίζουμε ο ένας τον άλλον μέσα από τις αμφιβολίες μας. Έργο του αφηγητή ιστοριών είναι να λειτουργεί ως δικηγόρος του διαβόλου, να προκαλεί συμπάθεια και κατανόηση για όσους βρίσκονται πέραν της επιδοκιμασίας του κατεστημένου».

 

Το τέλος μιας σχέσης (1951) είναι εμπνευσμένο από την πολύχρονη, παράνομη και ταυτόχρονα φανερή ερωτική σχέση του Γκριν με την ζάπλουτη βαφτισιμιά του, και μητέρα πέντε παιδιών, Κάθριν Γουίλστον.


Ας σημειωθεί ότι ένα από τα κορυφαία μυθιστορήματά του, το Η δύναμις και η δόξα (1940) –με φόντο ένα ρημαγμένο από τη φτώχεια και τις εξεγέρσεις Μεξικό και ήρωα έναν αλκοολικό ιερέα που καταδικάζεται σε θάνατο–, θεωρήθηκε προσβλητικό από το Βατικανό και λίγο έλειψε να εγγραφεί στις αρχές της δεκαετίας του '50 στη Μαύρη Λίστα του. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη πάντως με τα επίσης καθολικά Ουσία και βάθος (1948) και Το τέλος μιας σχέσης (1951). Το δεύτερο, όπου η αγιοσύνη επιτυγχάνεται μέσω της μοιχείας, είναι εμπνευσμένο από την πολύχρονη, παράνομη και ταυτόχρονα φανερή ερωτική σχέση του Γκριν με την ζάπλουτη βαφτισιμιά του, και μητέρα πέντε παιδιών, Κάθριν Γουίλστον. Σχέση που ο Γκριν σύναψε χωρίς να χωρίσει από τη θεατρική σκηνογράφο Ντόροθι Γκλόβερ, εξαιτίας της οποίας είχε διαλυθεί ο εικοσαετής γάμος του.


Οι μεγάλες του περιπλανήσεις ανά την υφήλιο χρονολογούνται από το 1935 και πραγματοποιούνται παράλληλα με τη δημοσιογραφική του καριέρα στο περιοδικό «The Spectator» και σε εφημερίδες όπως οι «Εvening Standard», «Sunday Times», «Figaro», «Sunday Telegraph» και «Observer». Πέρα από το Μεξικό, η Λιβερία, η Σιέρα Λεόνε, η Νιγηρία, η Μαλαισία, η Ινδοκίνα, η Κούβα, το Κονγκό και η Αϊτή θα αποτελέσουν το σκηνικό πολλών βιβλίων του, τα θέματα των οποίων επηρεάστηκαν έντονα και από τη θητεία του στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

 

Ποιος ήταν ο προϊστάμενος του Γκριν στην Μ16 που του ενέπνευσε στη συνέχεια τον Ανθρώπινο Παράγοντα, μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή έναν διπλό πράκτορα, παγιδευμένο στη μοναξιά του; Ο περίφημος Κιλ Φίλμπι, αυτός που προκάλεσε το μεγαλύτερο κατασκοπευτικό σκάνδαλο στη μεταπολεμική Ευρώπη, όταν το 1963 αποκαλύφθηκε πως ήταν άνθρωπος των Ρώσων.

 

Ο Γκράχαμ Γκριν, από την πλευρά του, παρακολουθούνταν επί μισό αιώνα από τους Αμερικανούς, και όχι μόνο επειδή δήλωνε «ισόβιος φίλος» του Κίλμπι. Το γεγονός ότι διατηρούσε επαφές με μερικούς από τους κορυφαίους ηγέτες του πλανήτη –τον Φιντέλ Κάστρο, τον Χο Τσι Μινχ, τον Μανουέλ Νοριέγκα–, σε συνδυασμό με την κριτική του στάση απέναντι στην εμπλοκή της CIA σε μια σειρά δικτατορικών καθεστώτων, του κόστισε έναν ογκώδη φάκελο επί Ψυχρού Πολέμου και απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ.


Χολή έσταξαν και οι «New York Times» με το που δημοσιεύτηκε ο Ήσυχος Αμερικανός (1955). Σε αυτό το επίσης διαχρονικό μυθιστόρημά του, που εκτυλίσσεται τη δεκαετία του '50 στη Σαϊγκόν την περίοδο της εξέγερσης ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία, δεν περιγράφεται απλώς το ερωτικό πάθος ενός Βρετανού δημοσιογράφου για τη νεαρή Βιετναμέζα που διεκδικεί κι ένας ηθικολόγος Αμερικανός πράκτορας. Πολύ πριν από την αμερικανική εμπλοκή στην περιοχή που οδήγησε στον πόλεμο του Βιετνάμ, ο Γκριν είχε καταδικάσει με προφητικό τρόπο τον πουριτανισμό και την αλαζονική πεποίθηση των ΗΠΑ ότι αποτελούν ενσάρκωση του υπέρτατου αγαθού.

 

Μερικά από τα εμβληματικά εξώφυλλα των βιβλίων του Γκράχαμ Γκριν από τις εκδόσεις Penguin.


Τρία χρόνια αργότερα, ο κατηγορούμενος ως απολογητής της κομμουνιστικής τρομοκρατίας, κι ας μην πάτησε το πόδι του στην ΕΣΣΔ μέχρι να αναλάβει ο Γκορμπατσόφ, δημοσιεύει μια κατασκοπική ιστορία με σκηνικό την Αβάνα του Μπατίστα λίγο πριν από την επανάσταση (Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα), υπογραμμίζοντας έτσι τη συμπαράστασή του στον Φιντέλ Κάστρο. Ο Γκράχαμ Γκριν συναντιόταν με τον Κάστρο από την εποχή που εκείνος έκανε αντάρτικο στα βουνά και, αποδεχόμενος σχετική παράκλησή του, κάθε φορά ντυνόταν σαν... Εσκιμώος, ώστε να προμηθεύει τους επαναστάτες με ζεστά ρούχα χωρίς να κινεί υποψίες. Αφότου ο Κάστρο κατέλαβε την εξουσία, ο Γκριν είχε την ευκαιρία να του πάρει κι άλλες συνεντεύξεις. Σε μία από αυτές, το 1983, ήταν παρών και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Και όπως θα αποκάλυπτε αργότερα η «Guardian», η πολύωρη συνομιλία των τριών μαγνητοφωνούνταν από το FBI!


Στις αρχές της δεκαετίας του '70 ο Γκράχαμ Γκριν ταξιδεύει στην Αργεντινή και στη Χιλή και εκδίδει ένα από τα καλύτερα έργα του, τον Επίτιμο Πρόξενο, όπου εξετάζει κατά πόσο η βία μπορεί να αποτελέσει πολιτικό μέσο για την επίτευξη ενός χριστιανικού σκοπού. Διατηρώντας τη συνήθεια να γράφει 500 λέξεις απαραιτήτως την ημέρα, άφησε την τελευταία του πνοή το 1991, στα 87 του, στην Ελβετία, έχοντας δημοσιεύσει πάνω από 100 πολυμεταφρασμένους τίτλους – μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, σενάρια, θεατρικά έργα και δύο τόμους με απομνημονεύματα. Πλειστάκις υποψήφιος για Νόμπελ, έφυγε χορτασμένος.

 

Είχε καταλήξει πως το γράψιμο λειτουργούσε γι' αυτόν σαν ένα είδος θρησκευτικής αγωγής. «Σε τέτοιο σημείο, ώστε να αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο τα καταφέρνουν οι άνθρωποι που δεν γράφουν, δεν παίζουν μουσική, δεν ζωγραφίζουν, να ξεφεύγουν από την παράκρουση, το άγχος, την κατάθλιψη, την αγωνία και τον φόβο. Απ' όλα αυτά δηλαδή που είναι αλληλένδετα με το πέρασμα ενός ανθρώπου από τη ζωή».


Δεκάδες είναι οι κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές έργων του Γκριν και αντίστοιχα υψηλά ήταν τα εισοδήματα που του πρόσφεραν. Όμως ο ίδιος παραπονιόταν: «Σιχαίνομαι όλες τις διασκευές, εκτός από εκείνες που έκανα εγώ, και πάλι από μερικές δεν είμαι ικανοποιημένος». Μιλούσε άραγε ως πρωταρχικός δημιουργός ή και ως κριτικός; Το σίγουρο είναι πως λίγο μετά την απογοητευτική μεταφορά στην οθόνη του Οριάν Εξπρές (1933) –θρίλερ γραμμένου συνειδητά για να αρέσει– και ως την κήρυξη του Πολέμου είχε δοκιμάσει τις ικανότητές του και στην κινηματογραφική κριτική μέσα από τις στήλες του «Spectator» και του βραχύβιου «Νight and Day».

 

H ζωή του τελευταίου κράτησε μόλις δύο μήνες, εξαιτίας μιας δικαστικής διαμάχης με την 20th Century Fox, την οποία είχε πυροδοτήσει ένα δηλητηριώδες άρθρο του Γκριν για ταινία με πρωταγωνίστρια τη Σίρλεϊ Τεμπλ. Ούτε ο Χίτσκοκ, πάντως, ούτε η Γκρέτα Γκάρμπο διανοοήθηκαν να στραφούν εναντίον του, κι ας έγραψε για «ανεπαρκή αίσθηση της πραγματικότητας» του πρώτου, κι ας παρομοίασε τη μυθική σταρ με «όμορφη αραβική φοράδα»!

 

O Όρσον Ουέλς στον Τρίτο Άνθρωπο.


Ομολογημένος λάτρης των αστυνομικών ταινιών, των κωμωδιών και των γουέστερν, ο Γκριν έπλεξε το εγκώμιο του Σασά Γκιτρί πολύ πριν από τα «Cahiers du Cinéma» στήριξε τον Φριτς Λανγκ όταν κατέφυγε στην Αμερική, υποδέχτηκε με θέρμη το ντεμπούτο της Ίνγκριντ Μπέργκμαν και πάντοτε προτιμούσε «οτιδήποτε ειλικρινώς εμπορικό»: «Ο μυθιστοριογράφος μπορεί να γράφει για μερικές χιλιάδες αναγνώστες, αλλά ο κινηματογραφιστής πρέπει να δουλεύει για μερικά εκατομμύρια θεατές. Αυτό θα έπρεπε να είναι η περηφάνια του».

 

Όταν, ωστόσο, μιλάμε για τον Γκριν και τον κινηματογράφο, η σκέψη μας οδηγείται αυτόματα στον Τρίτο Άνθρωπο, την ασπρόμαυρη ταινία του Κάρολ Ριντ (1949) με τον Όρσον Ουέλς που απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα του 20ού αιώνα. Δοκίμιο πάνω στην προδοσία και τη διαφθορά με φόντο τη μεταπολεμική Βιέννη, ο Τρίτος Άνθρωπος γράφτηκε εξαρχής για να μεταφερθεί στο σινεμά, όχι για να διαβαστεί. Όμως, όπως όλα τα σενάρια του Γκριν, προϋπέθετε κι αυτό τη συγγραφή μιας ιστορίας: «Το σενάριο από μόνο του δεν μπορεί να είναι απαρχή καλλιτεχνικής δημιουργίας».

 

Στον κατάλογο των ταινιών που γυρίστηκαν σε δικά του σενάρια συναντάμε τη Συμμορία των δολοφόνων (1947) –βασισμένη στο μυθιστόρημά του Ο βράχος του Μπράιτον–, τους Εραστές της νύχτας (1967) –διασκευή των Θεατρίνων– με τους Ρίτσαρντ Μπάρτον και Ελίζαμπεθ Τέιλορ, καθώς και τον Άνθρωπό μας στην Αβάνα με τον Άλεκ Γκίνες, σε σκηνοθεσία και πάλι του Κάρολ Ριντ (1959), στα γυρίσματα του οποίου ο Γκριν είχε την ευκαιρία να πιει μερικά ποτά συντροφιά με τον Χέμινγουεϊ.


Ο κατάλογος με τις διασκευές των έργων του από άλλους σεναριογράφους είναι πολύ πιο μακρύς. Περιλαμβάνει φιλμ νουάρ της μεγάλης χολιγουντιανής σχολής, όπως τα Πληρωμένος Δολοφόνος με τους Άλαν Λαντ και Βερόνικα Λέιν (1942), Αγάπη στη σκιά του φόβου του Φριτς Λανγκ (1943) και Μυστικός Πράκτορας με τους Σαρλ Μπουαγέ και Λορίν Μπακόλ (1947). Περιλαμβάνει επίσης ταινίες με εξωτικό χρώμα, όπως ο Σταυρός του μυστηρίου του Τζον Φορντ (1947) –διασκευή του Η δύναμις και η δόξα–, αλλά και κωμωδίες, όπως το Ταξίδια με τη θεία μου του Τζορτζ Κιούκορ με μια απολαυστική Μάγκι Σμιθ (1972). Ο Ανθρώπινος Παράγοντας, που έμελλε να είναι η τελευταία ταινία του Ότο Πρέμινγκερ, γυρίστηκε σε σενάριο του Τομ Στόπαρντ (1979).

 

Όσο για τον Ήσυχο Αμερικανό με τον Μάικλ Κέιν (2002) και το Τέλος μιας σχέσης με τους Ρέιφ Φάινς και Τζούλιαν Μουρ (1999), πρόκειται για ριμέικ. Τον ρόλο του Κέιν είχε πρωτοερμηνεύσει ο Άλεκ Γκίνες, καθοδηγημένος από τον Τζόζεφ Μάνκιεβιτς (1957), ενώ εκείνους των Φάινς και Μουρ κρατούσαν οι Βαν Τζόνσον και Ντέμπορα Κερ στην ταινία του Έντουαρντ Ντμίτρικ που στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο Ζήσαν έναν μεγάλο έρωτα (1955).

 

Η πληθώρα των έργων του Γκριν που πέρασαν στην οθόνη (κοντά 50 ταινίες) εντυπωσιάζει. Στη φιλμογραφία του, όμως, υπάρχει και μία ταινία όπου εμφανίστηκε ως... ηθοποιός. Ο λόγος για την Αμερικανική Νύχτα του Φρανσουά Τριφό, τα γυρίσματα της οποίας είχαν πραγματοποιηθεί στις αρχές του '70, κοντά στην Αντίμπ, στη Νότια Γαλλία, τον τόπο που είχε διαλέξει για να γεράσει ο –εργένης πλέον– Γκριν.


Από τα πιο προσωπικά έργα του Γάλλου δημιουργού, η Αμερικανική Νύχτα έχει ως θέμα τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας σκηνοθέτης φτιάχνοντας μια ταινία και τα αμέτρητα εμπόδια που παρουσιάζονται στη διάρκεια του γυρίσματος. Το σενάριο προέβλεπε τον ξαφνικό θάνατο ενός ηθοποιού και την άφιξη από το Λονδίνο ενός εκπροσώπου ασφαλιστικής εταιρείας που θα αποφαινόταν αν η ταινία θα μπορούσε ή όχι να συνεχιστεί. Ο συγκεκριμένος ρόλος ήταν μικρός αλλά διόλου αμελητέος και κανείς από τους διαθέσιμους επαγγελματίες ηθοποιούς δεν ικανοποιούσε τον Τριφό. Έβαλε, λοιπόν, μια αγγελία στις εφημερίδες, αναζητώντας κάποιον που θα μπορούσε να υποδυθεί έναν μεσήλικα Βρετανό.


Ο Γκράχαμ Γκριν έπεσε πάνω της τυχαία, επινόησε ένα ψευδώνυμο και έσπευσε να παρουσιαστεί στο πλατό. Πέρασε τις πρόβες με επιτυχία και υποδύθηκε τον ασφαλιστή χωρίς να τον πάρει χαμπάρι κανείς. Και μόνο στη διάρκεια της προβολής του πρώτου υλικού της ταινίας ένας από το συνεργείο φώναξε: «Δεν είμαστε καλά! Αυτός είναι ο Γκράχαμ Γκριν!».


Ο Τριφό ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη από τον διάσημο συγγραφέα και προσφέρθηκε να αφαιρέσει εντελώς τη σκηνή από το μοντάζ. Ο Γκριν τον διαβεβαίωσε πως το είχε καταδιασκεδάσει και πως θα επιθυμούσε να μην εξαφανιστεί από το φιλμ. Παρακάλεσε, ωστόσο, τον Γάλλο σκηνοθέτη να μην αναφέρει το όνομά του στο ζενερίκ. Όπως δήλωσε αργότερα ο ίδιος: «Ήμουν περίεργος να δω αν θα υπήρχε κανείς που θα με αναγνώριζε. Αυτό το μυστικό με διασκέδασε πράγματι για αρκετό καιρό».

 

Στην Ελλάδα τα μυθιστορήματα του Γκράχαμ Γκριν κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις.

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΔΩ

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια