Βιβλίο

Ο «Mάγος» του Τζων Φώουλς ή οι Σπέτσες ως τόπος μαγείας

Τι είναι αυτό που διατηρεί ανέπαφη τη μαγεία του θρυλικού μυθιστορήματος του Τζων Φώουλς, το οποίο ετοιμάζεται να γίνει σειρά, μετατρέποντας τις Σπέτσες και το ελληνικό καλοκαίρι σε έναν τόπο λογοτεχνικής αναφοράς;

Ίσως να είναι τα πεύκα και τα λιόδεντρα που επέβαλαν, για πρώτη φορά, στον Τζων Φώουλς την ταυτότητα του μυθιστοριογράφου, αυτήν τη φιλοδοξία να κατακτήσει την αιωνιότητα, την εμμονή να αντιτάξει σ' εκείνο το υποβλητικό τοπίο κάτι σταθερό.

Όπως οι αρχαίοι θεοί σφράγιζαν την παρουσία τους στους μύθους (Άρτεμις, Αφροδίτη, Άρης, ακόμα και Ποσειδώνας), κάνοντάς την ανεξίτηλη στην αιωνιότητα, έτσι και ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι μπορεί να τους αντικρίσει, μεταφέροντάς τους στον σύγχρονο κόσμο και στο νησί των Σπετσών. Έβαλε στο μυαλό του το απόλυτο μυθιστόρημα ενηλικίωσης με φόντο το μικρό νησί του Σαρωνικού, στο οποίο έζησε για μία τριετία και ο ίδιος, και έχοντας καταληφθεί από το πάθος της ολοκλήρωσης, βάλθηκε να πετύχει το αδύνατο με μανία: ένα βικτοριανής κοπής αφήγημα, μεταφερμένο στο ελληνικό καλοκαίρι –και όχι μόνο–, ένα γοτθικών αποχρώσεων αστυνομικό με τη σφραγίδα του Ντε Σαντ, εντοπισμένο στο μειλίχιο περιβάλλον των Σπετσών, ένα σαιξπηρικών αποχρώσεων magnum opus για τη λογοτεχνία ως μαγεία, με τους αρχαίους θεούς να παίζουν ενεργό ρόλο στην πλοκή – και τα κατάφερε.

Ο αξέχαστος Μάγος του, που κυκλοφορεί στα ελληνικά σε επίσης μαγική μετάφραση του Φαίδωνα Ταμβακάκη και εισαγωγή του ίδιου του συγγραφέα από τις εκδόσεις της Εστίας, ξεπερνά τα όρια της επινοημένης εκ των υστέρων λογοτεχνικής πρωτοπορίας ή του περίφημου μεταμοντερνισμού και γίνεται ένα κλασικό ανάγνωσμα που πλέον συγκαταλέγεται στα καλύτερα όλων των εποχών – και ετοιμάζεται να γίνει τηλεοπτική σειρά από τον Σαμ Μέντες.

Βάζοντας προσωπικό στοίχημα ταυτόχρονα με τον Διόνυσο και τον Απόλλωνα και διατηρώντας μαγικές ιδιότητες, ο Φώουλς μιλάει εδώ για τα αρχέγονα ένστικτα, τη μάνα Γη –το alter ego του στο αφήγημα και κεντρικός του χαρακτήρας είναι, άλλωστε, ο Ερφ, κατά το Ερθ, που σημαίνει γη–, τα στοιχεία της φύσης και τη μητρική καταγωγή, για την εσωτερική και εξωτερική γύμνια, τις ψευδαισθήσεις, εν τέλει για όλους εμάς που μένουμε ανυπεράσπιστοι απέναντι σε έναν ξένο, ονειρικό, αλλά συνάμα απροσδιόριστο τόπο ή τον ίδιο μας τον εαυτό.

 

Όντως συμβαίνουν έρωτες, τριαδικά ερωτικά σχήματα, σεξουαλικές στιγμές που σκανδάλισαν τα μεταπολεμικά ήθη του βιβλίου, όργια, ακόμα και φόνοι και εικονικές αυτοκτονίες: οι Σπέτσες, από ένα άλλοτε γαλήνιο σκηνικό για κάποιους τυχάρπαστους Βρετανούς περιηγητές, μετατρέπονται στο ιδανικό ταμπλό βιβάν ενός ακραίου οργιαστικού, σαιξπηρικού μυθιστορήματος που αγκαλιάζει όλες τις πτυχές της γνώσης, ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να εξηγεί.


Γι' αυτό και οι Σπέτσες, όπου ο συγγραφέας έζησε από το 1951 έως το 1953 διδάσκοντας αγγλικά στην Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή, παίζουν καταλυτικό ρόλο στον Μάγο, ξεπερνώντας την έννοια του τόπου, και γίνονται χαρακτήρας: αν το Λονδίνο είναι ο τόπος καταγωγής, απ' όπου ξεκινά το μυθιστόρημα και όπου ο κεντρικός του ήρωας, ο Νικόλας Ερφ, βιώνει μια οριοθετημένη και σταθερή ζωή, η Φράξος (δηλαδή οι Σπέτσες) ανάγεται σε δυναμικό τόπο απελευθέρωσης.

 

Η εγγλέζικη κουλτούρα είναι για τον ήρωα ένα οχυρό που λειτουργεί ως ανάχωμα στις προσωπικές φιλοδοξίες και επιδιώξεις, και παρότι προσφέρει ένα ασφαλές καταφύγιο, γίνεται το μέρος όπου ο ίδιος ο πρωταγωνιστής χάνεται και από το οποίο προσπαθεί να ξεφύγει. Ωστόσο, η αρχική του φυγή έχει κάτι σχεδόν αναγκαστικό και αποστασιοποιημένο, αφού η ηδονοβλεπτική του στάση απέναντι στα πράγματα τον κάνει να παρατηρεί και πολύ λιγότερο να συνειδητοποιεί τι είναι αυτό που θέλει. Σημασία έχει να μπορέσει να παρασυρθεί και να αφεθεί εκεί όπου το πρόσταγμα δίνει η ζωτική δύναμη και όχι η λογική, ώστε να γίνει ο ίδιος κάτοικος του ονείρου και μόνιμος μεταμορφωτής του.

 

Για τον Φώουλς οι λέξεις «σαγήνη» και «σαγηνεμένος» είναι εξάλλου πιο σημαντικές από τη «συνείδηση» ή τη «γνώση», την «επιστήμη» ή «την εξουσία» – και αυτό είναι, τελικά, το μεγάλο στοίχημα που καλείται να κερδίσει, όπως εξηγεί στην εισαγωγή του Μάγου: «Αν υπήρχε κάποιο πιο βασικό σχέδιο από τη (πιο ιρλανδική, παρά ελληνική) σούπα των ενστίκτων σχετικά με τη φύση της ανθρώπινης φύσης –και της λογοτεχνίας–, αυτό βρίσκεται μάλλον στον εναλλακτικό τίτλο, του οποίου την απόρριψη συχνά μετανιώνω: Το Θεοπαίγνιο. Σκόπευα να επιδείξει ο Κόγχις μια σειρά από μάσκες που εκπροσωπούσαν ανθρώπινες αντιλήψεις για τον Θεό, από την υπερφυσική ως τη γεμάτη ορολογίες επιστημονική. Δηλαδή μια σειρά από ανθρώπινες ψευδαισθήσεις για κάτι που στην ουσία δεν υπάρχει, την απόλυτη γνώση και την απόλυτη εξουσία. Η καταστροφή τέτοιων ψευδαισθήσεων μου φαίνεται ότι είναι ακόμα μία έξοχη ανθρωπιστική φιλοδοξία. Και εύχομαι να υπήρχε ένας υπερ-Κόγχις που θα περνούσε τους Άραβες και τους Ισραηλινούς, τους Ιρλανδούς καθολικούς και προτεστάντες από τον ίδιο ευρηματικό μύλο που πέρασε τον Νικόλα».


Επομένως, αφήνοντας τα πάντα πίσω του σε μια στιγμή μεγάλης καβαφικής απόφασης –άλλος αγαπημένος του Φώουλς!–, ο πρωταγωνιστής του Μάγου, Νικόλας Ερφ, εγκαταλείπει την Αγγλία και μαζί την προοπτική μιας καριέρας, καθώς και μια όμορφη σχέση με την απελευθερωμένη Άλισον, αναχωρώντας για την άγνωστη Ελλάδα, για να διδάξει στο σχολείο της Φράξου. Τα πάντα μοιάζουν να αποκαλύπτονται εδώ στην πραγματική και ταυτόχρονα ονειρική τους διάσταση, αφού δεν συνδέονται με τίποτα ασφαλές και γνώριμο.

 

Με την ακηδία και βαρεμάρα που προκαλεί αρχικά ο μη-τόπος –εκεί όπου καταργούνται οι ταυτότητες και αποκαλύπτεται μονάχα ο εαυτός–, ο Ερφ μοιάζει να περιφέρεται με ένα μοναδικό πουκάμισο, με τις πέτρες να καίνε κάτω από τα πόδια και τη φαντασία να εξαντλείται σε ερωτικά παραληρήματα, νιώθοντας ωστόσο ότι αποβάλλει σταδιακά το παλιό δέρμα των μεγάλων φιλοδοξιών και των προκαταλήψεων σαν το φίδι. Άλλωστε, στους φιδίσιους δρόμους του νησιού μαθαίνει να απολυτρώνεται από το άγχος της ποιητικής ταυτότητας, από την «αυνανιστική λογοτεχνική εικόνα του εαυτού» που είναι κυρίαρχη στην αρχή.

 

Όταν, μάλιστα, συνειδητοποιεί ότι η αλήθεια πέφτει πάνω του σαν ήλιος που καίει, αναλογίζεται μια σπουδαία φράση της Έμιλι Ντίκινσον: «Η έκδοση δεν είναι δουλειά των ποιητών, το να είσαι ποιητής είναι το παν, το να αναγνωρίζεσαι ως ποιητής είναι το τίποτα».

 

Οπότε, απελευθερωμένος πια, γίνεται ένας μεγάλος κυνικός που αποσυνθέτει την προηγούμενη ζωή του –ενίοτε και ένας μεγάλος χιουμορίστας, που σαν άλλος Στερν την περιγελά–, γιατί ξέρει ότι πάνω του κυριαρχεί μια σκέψη ταυτισμένη με τη μοίρα. Για την ακρίβεια, βρίσκεται στο έλεός της.

 

Προς στιγμήν, γίνεται ένα άθυρμα, παραδομένος σε αυτή την απίθανη ληθαργική λήθη, τη νοσταλγία φυγής και την αδημονία μεταμόρφωσης που κάνει τη ζωή στη Φράξο όλο και πιο ανυπόφορη, όπως κάθε μεταβατική διαδικασία, γράφοντας γράμματα που δεν στέλνει ποτέ στον έξω κόσμο, πηγαίνοντας ενίοτε σε πορνεία στην Αθήνα –κάποια στιγμή νομίζει ότι έχει κολλήσει σύφιλη– και επιστρέφοντας ακόμα πιο πολύ στον αυτοκτονικό εαυτό του.

 

Ώσπου, σε μια ξαφνική λογοτεχνική μεταστροφή, εκεί ανάμεσα στην «απόλυτη αποσύνδεση της άγριας Ελλάδας», φτάνει έως την πόρτα του Μορίς Κόγχις, ενός γιατρού που ζει στη Φράξο με τις μνήμες του και ανάμεσα σε παράξενα αντικείμενα, φωτογραφίες, πίνακες του Μοντιλιάνι αλλά και μάσκες με πανέμορφα κορίτσια, ένα από τα οποία πέφτει στην αντίληψη του άπειρου Νικόλα και δεν λέει να φύγει: η Λίλη Μοντγκόμερι είναι μια προραφαηλητική φιγούρα, παλιά ιστορία του Κόγχις από το 1915, που ξεπροβάλλει σαν φάντασμα μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, σαν ένα ερωτικό όραμα ανείπωτης έντασης.

 

Τελικά, όμως, αποδεικνύεται ότι δεν είναι αυτή που νόμιζε, δηλαδή μια δαιμονική γυναίκα που στοιχειώνει τα όνειρα, αλλά μια σύγχρονη Τζούλι Χολμς, που έχει μια δίδυμη αδελφή, με την οποία αρχίζει να ξετυλίγεται ένα παράξενο ερωτικό γαϊτανάκι.

 

Ο συγγραφέας Τζων Φώουλς στη Νέα Υόρκη το 1966. Φωτ.: Getty Images/Ideal Image


Και κάπου εκεί, αφημένος στην πανούργα μαγεία του Κόγχις, των δύο σαγηνευτικών δίδυμων κοριτσιών αλλά και ηρώων βγαλμένων από τους αρχαιοελληνικούς μύθους, από τα χρονικά του 17ου αιώνα και το παρελθόν –τον Ντράιντεν και τον παράξενο Ρόμπερτ Φουλκς–, ο Νικόλας Ερφ σκέφτεται τον Πρόσπερο, εκείνον τον παράξενο Δούκα του Μιλάνου που ασχολούνταν με τις μυστικιστικές τελετές στην Τρικυμία του Σαίξπηρ. Αυτό δεν γίνεται τυχαία, αφού όλο το αφήγημα μοιάζει να ακροβατεί ανάμεσα στη Δωδεκάτη Νύχτα –με το όνομα του Μαλβόλιο να επανέρχεται πολλές φορές στην αφήγηση, καθώς μπερδεύεται ανάμεσα στις δίδυμες γυναίκες– και τη σαιξπηρική Τρικυμία, με τον ίδιο να καταλήγει σε ένα ανάλογο φανταστικό νησί, όπου συμβαίνουν όλα τα παράξενα και όπου απόλυτος κυρίαρχος είναι ο Πρόσπερος.

 

Η εξουσιαστική βία και ο σαδισμός που επανέρχεται στις αναφορές του Φώουλς, όπως και στο άλλο του έργο, στον Συλλέκτη, αλλά και τα άγρια ένστικτα που μετατρέπουν τους πρωταγωνιστές σε ορμητικά όντα, μοιάζουν να κατευθύνουν καθοριστικά την πλοκή. Και εδώ είναι που ανιχνεύεται η πρωτογενής φυσική ρίζα του ανθρώπου και του πολιτισμού.

 

Επίσης, όχι τυχαία ο Κόγχις είναι ιατρός και η μυστήρια πρώην γυναίκα του και ερωμένη του Ερφ κλασική φιλόλογος, ενώ αμφότεροι μοιάζουν να έχουν μια συνολική αντίληψη της ζωής που εμβολιάζει τη φύση με την Ιστορία. Τρομερές οι αναμνήσεις του Κόγχις από τις μέρες της ελληνικής αντίστασης στο νησί της Κρήτης, σε ένα κρεσέντο αντιπολεμικού λόγου, ή η αρχαία ελληνική ιστορία που μοιάζει να διαπερνά τη συνείδηση της φυσικής ιστορίας του ανθρώπου.

 

Οι Παλατινοί ποιητές, οι οποίοι αναφέρονται συχνά, και οι αρχαιοελληνικοί μύθοι δείχνουν να αναδεικνύουν μοναδικά την ιστορία του τοπίου, μέσα στο οποίο αναπνέουν, στο πέρασμα των αιώνων, τα ίδια στοιχεία της φύσης: το θαλασσινό αλάτι, η ελιά, το κρασί και το θυμάρι. Και όλα αυτά δεν είναι μεταφυσικά στοιχεία, αλλά απτά και ενσώματα. Όμως, ακόμα και οι μεγάλες θρησκείες έχουν να κάνουν με το απτό υλικό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι όλοι: ο λατρεμένος του Φώουλς, Τσέστερτον, έλεγε ότι αυτό που ξεχωρίζει τις θρησκείες από τις δεισιδαιμονίες είναι ο γνήσιος υλισμός τους, που διαπερνά τους αιώνες.

 

«Επειδή ένα άστρο εκρήγνυται και χίλιοι κόσμοι σαν τον δικό μας πεθαίνουν, ξέρουμε πως υπάρχει αυτός ο κόσμος. Αυτό είναι το χαμόγελο: ότι αυτό που μπορεί να μην είναι, είναι» γράφει ως οιονεί θρησκευόμενος ο Φώουλς για το χαμόγελο της ερωμένης του, που αντέχει στην αιωνιότητα και στον χρόνο. Και αυτό είναι που σε κάνει να καταλαβαίνεις σωματικά το μεταφυσικό στοιχείο: «στιγμή με στιγμή, το να είσαι νέος και αρχαίος, ένας Οδυσσέας στον δρόμο για την Κίρκη, ένας Θησέας στο ταξίδι του για την Κρήτη, ένας Οιδίποδας που ψάχνει ακόμα τη μοίρα του (...) δεν μπορούσα να το περιγράψω. Δεν ήταν καθόλου φιλολογικό συναίσθημα αλλά ένα έντονα μυστηριώδες παρόν και ένα συμπαγές αίσθημα συγκίνησης, να βρίσκεσαι σε μια κατάσταση όπου όλα μπορούν να συμβούν».


Όντως συμβαίνουν έρωτες, τριαδικά ερωτικά σχήματα, σεξουαλικές στιγμές που σκανδάλισαν τα μεταπολεμικά ήθη του βιβλίου, όργια, ακόμα και φόνοι και εικονικές αυτοκτονίες: οι Σπέτσες, από ένα άλλοτε γαλήνιο σκηνικό για κάποιους τυχάρπαστους Βρετανούς περιηγητές, μετατρέπονται στο ιδανικό ταμπλό βιβάν ενός ακραίου οργιαστικού, σαιξπηρικού μυθιστορήματος που αγκαλιάζει όλες τις πτυχές της γνώσης, ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να εξηγεί:

 

«Το γνώθι, το βούλεσθαι, το εστέ σοφοί εστέ καλοί, η μάθηση, η πληροφόρηση, η ταξινόμηση, η πάσης φύσεως γνώση, η ευαισθησία, η σεξουαλικότητα, όλα έμοιαζαν επιπόλαια. Δεν επιθυμούσα να αναφέρω ή να προσδιορίσω ή να αναλύσω αυτή την αλληλεπίδραση, ευχόμουν μόνο να τη σχηματίσω: ούτε καν ευχόμουν, τη σχημάτιζα. Ήμουν άβουλος. Δεν υπήρχε νόημα. Μόνο ύπαρξη».

 

Γι' αυτό και χωρίς καμία εξήγηση, καταπατώντας όλα τα πλαίσια της ψευδοηθικής –«ένα βορειοευρωπαϊκό ψεύδος», όπως το αποκαλεί–, ο Φώουλς διαμορφώνει έναν ακραία βιταλιστικό κόσμο, όπου ζώα, θεοί και άνθρωποι γίνονται ένα σε αυτό το υφάδι που αποκαλείται ύπαρξη, με το μυστήριο να μένει προς αποκάλυψη από τον αναγνώστη.

 

Εδώ όλα ενώνονται μέσα από την έξαρση μιας μοναδικής λογοτεχνίας, όπου ακόμα και ένα άγαλμα στα χέρια του μοναδικού μύστη Τζων Φώουλς αποκτά ζωή: «Ο Ποσειδών, απόλυτη μεγαλειότητα γιατί είχε απόλυτο έλεγχο, απόλυτη υγεία, απόλυτη προσαρμογή, έστεκε γερμένος προς τη θεϊκή θάλασσά του: η αιώνια Ελλάδα απύθμενη, η πιο γενναία γιατί είναι η πιο καθαρή, η γη του μυστηριώδους μεσημεριού. Ίσως αυτό το άγαλμα να ήταν το κέντρο του Μπουρανιού, ο ομφαλός του, όχι το σπίτι, ή η Γη, ή ο Κόγχις, ή η Λίλη, αλλά αυτή η ακίνητη φιγούρα, η ευλογημένη, η παντοδύναμη, κι όμως ανίκανη να παρέμβει ή να μιλήσει: ικανή απλώς να υπάρχει και να ορίζει».

 

Πολλά τα «δόξα σοι», σπουδαίε μάγε Τζων Φώουλς, και θαυμαστά τα έργα σου.

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΔΩ

[Κεντρική εικόνα: Οι Σπέτσες μιας άλλης εποχής. Πηγή: Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Αρχείο Homer A. Thompson]

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια