Λέσχη Ανάγνωσης

Tζιουζέππε Tομάζι ντι Λαμπεντούζα: Ο τελευταίος αριστοκράτης του ιταλικού Νότου

Έχοντας εκδώσει ελάχιστα έργα και παραμένοντας μέχρι τέλους πιστός στα δικά του ιδανικά, ο συγγραφέας του «Γατόπαρδου» και της «Λίγειας» έσωσε στα βιβλία του έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια.

Το όνομα Τζιουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα θα συνδέεται πάντοτε με ένα πασίγνωστο μυθιστόρημα και μια ακόμα πιο αριστουργηματική ταινία, γυρισμένη από έναν σπουδαίο σκηνοθέτη. Μέχρι να γυριστεί για τον κινηματογράφο από τον Λουκίνο Βισκόντι το 1963 με πρωταγωνιστή τον Μπαρτ Λάνκαστερ, ο Γατόπαρδος αποτελούσε ήδη αξιοσημείωτο μπεστ-σέλερ στην Ιταλία αλλά και διεθνώς. Το πιο ενδιαφέρον όμως, και κάπως θλιβερό, είναι ότι ο άνθρωπος που το είχε γράψει δεν ζούσε για να εισπράξει όλη αυτή την επιτυχία.


Όχι ότι θα άλλαζε κάτι για την άποψη που είχε για τη ζωή ή ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά έχοντας «σώσει» στο βιβλίο του έναν χαμένο κόσμο και μια εποχή, θα ήταν ένα είδος κατάκτησης σε εποχές που ολοένα έφθιναν αξιακά και πνευματικά. Γιατί ο Τομάζι δεν έφερε απλώς μια σειρά από τίτλους, κληρονομιά αιώνων, ήταν ένας αριστοκράτης του πνεύματος, στον οποίον ο 20ός αιώνας μόνο θλίψη και καταστροφή είχε προσφέρει. Γεννημένος το 1896 στο Παλέρμο της Σικελίας, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας με πιθανές καταβολές στο Βυζάντιο, μεγάλωσε ως μοναχοπαίδι σε παλάτια και θερινές επαύλεις που στα χρόνια που ακολούθησαν χάθηκαν εξαιτίας κληρονομικών αντιπαραθέσεων και πολέμων.

 

Τι συμβολισμούς μπορεί να είχε στο μυαλό του ο Τομάζι γράφοντας αυτό το μεταφυσικό και αινιγματικό διήγημα; Τη ρήξη της λογικής με την επιθυμία; Την εξιδανικευμένη ομορφιά και άδολη αγνότητα σε αντίθεση με την εκζήτηση και την επηρμένη ταξική σαγήνη; Τη σχέση του μοντέρνου κόσμου με τον παγανισμό, το ιδεώδες του έρωτα στο σύντομο πέρασμά μας από τη ζωή;


Η μεγαλύτερη επιρροή επάνω του ήταν εκείνη της εκκεντρικής μητέρας του, της Βεατρίκης Μαστροτζιοβάνι Τάσκα ντι Κουτό, μιας κοσμοπολίτισσας και εξαιρετικά μορφωμένης για την εποχή και την τάξη της γυναίκας, με προοδευτικές ιδέες. Χάρη σε αυτήν εντρύφησε στην κλασική παιδεία αλλά και στις ξένες γλώσσες, ανάμεσα στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και τα αγγλικά, αξιοσημείωτο γεγονός για τον ιταλικό Νότο.

 

Οι σπουδές του στη Νομική δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, κυρίως γιατί όταν ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος επιστρατεύτηκε ως υπολοχαγός. Συμμετείχε, μάλιστα, στην αιματηρή μάχη του Καπορέτο, στην οποία οι Ιταλοί έχασαν από τους Αυστριακούς, και φυλακίστηκε στην Ουγγαρία, απ' όπου κατάφερε να δραπετεύσει. Στις Αφηγήσεις του, που επίσης εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του, εκφράζει ενδιαφέρουσες απόψεις σχετικά με τις εμπειρίες του, εκείνες ενός πασιφιστή.


Ταξίδεψε πολύ στην Ιταλία, ανακαλύπτοντας μέρη που δεν γνώριζε, όπως και στη ρημαγμένη τότε Ευρώπη. Αγαπημένος του τόπος ήταν η Αγγλία· πέρασε αρκετό διάστημα στο Λονδίνο, όπου υπηρετούσε ο θείος του ως διπλωμάτης. Λάτρευε την αγγλική εξοχή, κουλτούρα και λογοτεχνία – κυρίως του πρόσφερε καταφύγιο, μακριά από την πατρίδα του, όπου ο φασισμός ολοένα γιγαντωνόταν. Εκεί έμελλε να γνωρίσει και να ερωτευτεί τη γυναίκα του, την επίσης αριστοκρατικής καταγωγής Αλεξάνδρα Βολφ φον Στόμερζεε, μισή Ιταλίδα από τη γερμανόφωνη Λετονία, φοιτήτρια Ψυχολογίας. Αν και παντρεύτηκαν στη Ρίγα το 1932 σε ορθόδοξη εκκλησία, ο γάμος τους δεν ήταν συμβατικός, με αποτέλεσμα να ζήσουν μέρος της ζωής τους ξέχωρα.


Όταν ο πατέρας του, Τζούλιο Μαρία Τομάζι, πέθανε το 1934, ανάμεσα στους τίτλους που κληρονόμησε ήταν κι εκείνος του πρίγκιπα της Λαμπεντούζα, του νησιού που βρίσκεται βόρεια των ακτών της Αφρικής, παρότι η οικογένειά του δεν είχε κατοικήσει εκεί για πολλά χρόνια και, βέβαια, η κυριότητά του δεν της ανήκε. Αντιθέτως, συνδεόταν στενά με τη Σικελία, όπου και ο ίδιος είχε μεγαλώσει και ζήσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του.

 

Οι τίτλοι, πάντως, τον απάλλαξαν από τη συμμετοχή στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Άλλωστε, δεν είχε καμία διάθεση να υπηρετήσει το φασιστικό καθεστώς και συχνά στο περιβάλλον του μιλούσε με κυνισμό για τους κυβερνώντες, όπως πολλοί διανοούμενοι εκείνη τη σκοτεινή περίοδο. Απ' ό,τι φαίνεται, τα χρόνια του πολέμου τα πέρασε μαζί με τη γυναίκα του και τη μητέρα του στο θέρετρο Κάπο ντ' Ορλάντο. Έτσι, σώθηκαν από μια καταστροφή που θα τους καταρράκωνε περισσότερο συναισθηματικά παρά οικονομικά. Το παλάτσο στο Παλέρμο, όπου είχε μεγαλώσει και ζήσει μέχρι την έναρξη του πολέμου, καταστράφηκε ολοσχερώς τον Απρίλιο του 1943 από τους βομβαρδισμούς των συμμαχικών «Liberators».

 

Αγόρασε νέο διαμέρισμα μέσα σε αρχοντικό επάνω στην κεντρική παραλία που κάποτε ανήκε στην οικογένειά του, αλλά το τραύμα για εκείνον ήταν μεγάλο. Έπεσε σε κατάθλιψη και μόνη του παρηγοριά ήταν οι συζητήσεις που έκανε σε έναν κύκλο νεαρών διανοουμένων και η συγγραφή δοκιμίων σχετικά με τη λογοτεχνία, τα οποία συχνά δημοσίευε. Η μεταπολεμική κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας τα δημοκρατικά του φρονήματα, του ανέθεσε τη διεύθυνση του Ερυθρού Σταυρού, θέση που κράτησε για κάποια χρόνια.

 

Το 1954, παρέα με τον εξάδελφό του ποιητή Λούτσιο Πίκολο, παρευρέθηκε σε εκδήλωση λογοτεχνικών βραβείων. Η συναναστροφή του με σπουδαίους ποιητές, όπως ο Μοντάλε, τον έπεισε να επισπεύσει τη συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος που είχε σχεδιάσει στο μυαλό του. Έτσι, τα επόμενα χρόνια –και μέχρι τον πρόωρο θάνατό του– τα αφιέρωσε στον Γατόπαρδο, την ιστορία του Σικελού αριστοκράτη Ντον Φαμπρίτσιο Κορμπέρα ντε Σαλίνα με φόντο την εποχή του Risorgimento, της επανένωσης της Ιταλίας από τον Γκαριμπάλντι και τα στρατεύματά του μεταξύ 1860 και 1871, με την απόσπαση της Σικελίας από τους Βουρβόνους. Πηγή έμπνευσής του ήταν ο προπάππος του Ντον Τζούλιο Φαμπρίτσιο Τομάζι ντι Λαμπεντούζα – ουσιαστικά όμως αυτοβιογραφείται.

 

Ο γατόπαρδος (υπ' όψιν ότι το οικόσημο των Λαμπεντούζα είναι μια λεοπάρδαλη) ήταν είδος αιλουροειδούς που τον 19ο αιώνα ήταν υπό εξαφάνιση στη Σικελία, όπως ακριβώς το είδος του άντρα που σκιαγραφείται στο πρόσωπο του πρίγκιπα Σαλίνα. Ενός ανθρώπου που βλέπει τις ιστορικές εξελίξεις να τον ξεπερνάνε, χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα για να ανατρέψει την Ιστορία, και μια νέα τάξη χυδαίων νεόπλουτων να παίρνει τα ηνία.

 

Στο πρόσωπο του ανιψιού του, Τανκρέντι, βλέπει τη μόνη λύση, ώστε η νέα γενιά να ενταχθεί και να συνθηκολογήσει με τη νέα εξουσία. Βλέπει σε αυτόν τον ίδιο του τον εαυτό, έναν νέο, φιλόδοξο άντρα, στην αυγή της καριέρας του. Για εκείνον, ο Τομάζι επιφυλάσσει την πιο διάσημη φράση του βιβλίου: «Αν θέλουμε να μείνουν όλα όπως είναι, τότε πρέπει όλα ν' αλλάξουν». Ο Τομάζι αντίστοιχα είδε στον μακρινό και νεότερό του ξάδερφο Τζοακίνο Λάντζα Τομάζι, διάσημο μουσικολόγο, τον δικό του Τανκρέντι, φτάνοντας στο σημείο να τον υιοθετήσει και να του κληροδοτήσει τα πνευματικά του δικαιώματα.

 

Ο Τομάζι δεν έφερε απλώς μια σειρά από τίτλους, κληρονομιά αιώνων, ήταν ένας αριστοκράτης του πνεύματος, στον οποίον ο 20ός αιώνας μόνο θλίψη και καταστροφή είχε προσφέρει.


Τον Ιανουάριο του 1957, έχοντας ολοκληρώσει τον Γατόπαρδο και ενώ κανένας σοβαρός εκδοτικός οίκος δεν είχε δεχτεί να τον εκδώσει, διαγνωσμένος ο ίδιος με καρκίνο στους πνεύμονες, γράφει μια σύντομη νουβέλα που μοιάζει με πνευματική διαθήκη. Γιατί, πράγματι, στη Λίγεια επανέρχονται όλα τα χαρακτηριστικά μοτίβα του Γατόπαρδου αλλά και της ζωής του ίδιου του Τομάζι ντι Λαμπεντούζα. Ο νεαρός επιπόλαιος ερωτύλος Σικελός από το Παλέρμο με το όνομα Πάολο Κορμπέρα, ξεπεσμένος αριστοκράτης και εγγονός του Σαλίνα, συναντάει το φθινόπωρο του 1938 σε ένα παλιό καφενείο του Τορίνο, όπου ζει και εργάζεται ως δημοσιογράφος, έναν γηραιό κύριο. Δηκτικός και αντιπαθητικός, αποδεικνύεται ένας από τους σημαντικότερους ακαδημαϊκούς της Ιταλίας και πρώην γερουσιαστής.

 

Ο ελληνιστής από την Κατάνια Ροζάριο Λα Τσιούρα, που έφτυσε αίμα για να φτάσει εκεί που έφτασε, είναι κυνικός και απαξιωτικός τόσο με τον νεαρό συμπατριώτη του όσο και με τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν. Ωστόσο, σταδιακά αναπτύσσει μαζί του μια ιδιότυπη σχέση. Γίνεται πνευματικός πατέρας και μέντοράς του, βρίσκοντας σ' εκείνον –παρότι δυσκολεύεται να εκτιμήσει και να παραδεχτεί τις ικανότητές του– έναν κληρονόμο του πνεύματός του.

 

Απομονωμένος σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, αμφορείς και εκπληκτικές φωτογραφίες αρχαιοτήτων (όπως ο δύστροπος καθηγητής στην ταινία Η γοητεία της αμαρτίας, επίσης του Βισκόντι και πάλι με πρωταγωνιστή τον Λάνκαστερ), παραδίδει στον νεαρό προστατευόμενό του μαθήματα ζωής και ποίησης.

 

Μία μέρα πριν φύγει με πλοίο για ένα συνέδριο στη Λισαβόνα, του εκμυστηρεύεται τη μοναδική ερωτική περιπέτεια της ζωής του, στα νιάτα του, στο μακρινό 1887, όταν μελετούσε για να πάρει μια πανεπιστημιακή θέση καθηγητή. Απομονώθηκε σε ένα εξοχικό στην Αουγκούστα, σε μια θεϊκή ακρογιαλιά με θέα την Αίτνα.

 

Εκεί, ένα αυγουστιάτικο πρωινό, απαγγέλλοντας στίχους μέσα σε μια βάρκα, εμφανίστηκε μια γοργόνα, η Σειρήνα Λίγεια, κόρη της Καλλιόπης, προστάτιδας της επικής ποίησης – και την ερωτεύτηκε! Η αφήγησή του είναι τόσο ζωντανή, τόσο βαθιά και ειλικρινής, που πείθει τον Κορμπέρα, ο οποίος σχολιάζει ότι «ο μεγαλύτερος σκεπτικιστής θα είχε, από τον τόνο της φωνής του, αισθανθεί ότι έλεγε την καθαρή αλήθεια».

 

Έμεινε μαζί της τρεις εβδομάδες και έκανε έρωτα με μια γυναίκα που ήταν μισή θαλάσσιο ον, απολαμβάνοντας «... στοιχειώδη ηδονή, που είναι απαλλαγμένη και από την παραμικρότερη κοινωνική εμπλοκή». «Εκείνο το λάγνο κοριτσάκι, εκείνο το ανήμερο θηριάκι, υπήρξε, ακόμη, για μένα μια πάνσοφη Μητέρα, που και μόνο με την παρουσία της μου είχε ξεριζώσει πεποιθήσεις και ανατρέψει μεταφυσικές» του εξηγεί.


Τι συμβολισμούς μπορεί να είχε στο μυαλό του ο Τομάζι γράφοντας αυτό το μεταφυσικό και αινιγματικό διήγημα; Τη ρήξη της λογικής με την επιθυμία; Την εξιδανικευμένη ομορφιά και άδολη αγνότητα σε αντίθεση με την εκζήτηση και την επηρμένη ταξική σαγήνη; Τη σχέση του μοντέρνου κόσμου με τον παγανισμό, το ιδεώδες του έρωτα στο σύντομο πέρασμά μας από τη ζωή; Η Λίγεια, πριν φύγει και χαθεί στα νερά της Αουγκούστα, του λέει: «Θα έπρεπε να μ' ακολουθήσεις τώρα και να γλιτώσεις απ' τα γερατειά. Να 'ρθεις στη σπηλιά μου κάτω από πανύψηλα όρη ακίνητων και σκοτεινών νερών... Όταν κουραστείς, όταν δεν θα μπορείς άλλο πια, δεν έχεις παρά να σκύψεις στη θάλασσα και να με φωνάξεις».


Ο καθηγητής την επόμενη μέρα βουτάει από το πλοίο και χάνεται στα νερά της Μεσογείου και ο δημοσιογράφος κληρονομεί έναν κρατήρα και μια φωτογραφία της «Κόρης» της Ακρόπολης. Τα μεταφέρει στο σπίτι του στο Παλέρμο, το οποίο βομβαρδίζεται στον πόλεμο – η μεν φωτογραφία κάηκε, ο δε κρατήρας έγινε θρύψαλα. Σώθηκε μόνο ένα κομμάτι που έδειχνε τα πόδια του Οδυσσέα δεμένου στο κατάρτι κατά το πέρασμά του από τις Σειρήνες.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια