Λέσχη Ανάγνωσης

Η Ταγγέρη των μπιτ, «a state of mind»

Μια αναδρομή στον θρύλο της μαροκινής πόλης τον καιρό που ως «διεθνής ζώνη» προσέλκυε πνεύματα ανήσυχα, αντικομφορμιστικά και ελευθερόφρονα, με αφορμή το πλέον διάσημο μυθιστόρημα του Πολ Μπόουλς, «Τσάι στη Σαχάρα».

Αν κάποιος βρεθεί στη σημερινή Ταγγέρη, δύσκολα θα μπορέσει να φανταστεί ότι αυτή η πυκνοχτισμένη, τουριστικοποιημένη, βιομηχανοποιημένη και μάλλον άχαρη, πλέον, συγκριτικά με άλλα ιστορικά μαροκινά αστικά κέντρα πόλη πάνω στο στενό του Γιβραλτάρ υπήρξε λίκνο και ενσαρκωμένη ουτοπία όχι μόνο για τη γενιά των μπιτ αλλά και για πολλούς ακόμα ανήσυχους συγγραφείς και καλλιτέχνες, περιζήτητη σε κοσμοπολίτες, φοροφυγάδες, κατασκόπους και τυχοδιώκτες επίσης. Μόνο η μεδίνα της κρατά ακόμα κάτι από τον θρύλο που δημιουργήθηκε γύρω από την πόλη αυτή το διάστημα 1923-1956, στο μεγαλύτερο μέρος του οποίου το μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας αυτό λιμάνι και δίαυλος μεταξύ Αφρικής και Ευρώπης βρισκόταν υπό καθεστώς διεθνούς προστασίας.

Ένα «αφρικανικό μεταπολεμικό Βερολίνο», τρόπον τινά, πιο παραμυθένιο και πιο αραιοκατοικημένο βεβαίως –μεταπολεμικά δεν ξεπερνούσε τους 40.000 κατοίκους, ενώ σήμερα έχει κοντά 1.000.000–, μια πολύγλωσση και πολυπολιτισμική Βαβέλ όπου, παραφράζοντας τον Γέρο του Βουνού του Ουίλιαμ Μπάροουζ, ο οποίος έγραψε στην πόλη αυτή το Γυμνό Γεύμα του, «τίποτα δεν ήταν αληθινό, δεν υπήρχε δηλαδή κάποια κεντρική εξουσία ούτε ενιαία νομοθεσία, και άρα όλα επιτρέπονταν». Γι' αυτό και μαγνήτιζε πνεύματα με έντονες τάσεις φυγής, αντισυμβατικότητας και ελευθεριότητας, γι' αυτό και ευνοούσε πειραματισμούς με ιδέες, ουσίες και σώματα.


Στη μεδίνα της Ταγγέρης, εκεί όπου καθώς έγραφε «το παρελθόν είναι μια φυσική πραγματικότητα τόσο αντιληπτή όσο το φως του ήλιου», έζησε για δεκαετίες ο Αμερικανός συγγραφέας και μουσικοσυνθέτης Πολ Μπόουλς και στη χώρα αυτή συνέγραψε πολλά έργα του. Ανάμεσά τους τα Εκατό καμήλες στην αυλή, Εσύ δεν είσαι εγώ, Καλώς να πέσει και, φυσικά, το πλέον γνωστό, χάρη και στην κινηματογραφική του μεταφορά από τον Μπερτολούτσι, μυθιστόρημά του, Τσάι στη Σαχάρα, που, παρότι θεωρητικά διαδραματίζεται στην Αλγερία, πραγματικό του σκηνικό φαντάζει το Μαρόκο. Στην ταινία, όπου πρωταγωνιστούν οι Τζον Μάλκοβιτς, Ντέμπρα Γουίνγκερ και Κάμπελ Σκοτ, εμφανίζεται ως αφηγητής και ο ίδιος ο συγγραφέας, ενώ η μυθιστορηματική του ηρωίδα Κιμ Μόρσμπι έχει αρκετά κοινά με την Τζέιν, σύζυγο και συνταξιδιώτισσα του Πολ, που στο εν λόγω βιβλίο γίνεται «Πορτ».

 

Ο Μπόουλς ξεκίνησε να γράφει το Τσάι στη Σαχάρα στη Φεζ το 1948, κάνοντας, όπως συνήθιζε τόσο εκείνος όσο και οι περισσότεροι «εμιγκρέδες» φίλοι του (που επιπλέον ήταν είτε ομοφυλόφιλοι είτε πανηδονιστές, όπως το ζεύγος Μπόουλς), τακτική χρήση χασίς και μάλιστα άριστης ποιότητας. 


Ο κατά Χένρι Θορό «αινιγματικός εξόριστος» πρωτοεπισκέφθηκε την Ταγγέρη το 1931 με την ενθάρρυνση της Γερτρούδης Στάιν, στον κύκλο της οποίας βρέθηκε όταν άφησε τη Νέα Υόρκη για το Παρίσι. Μαζί με τη γυναίκα του Τζέιν, επίσης συγγραφέα, θα περιηγηθούν όλο το Μαγκρέμπ (βορειοδυτική Αφρική), προτού κάνουν μεταπολεμικά βάση και ορμητήριό τους την αρχαία αυτή φοινικική αποικία που άλλαξε πολλούς «αφέντες» ανά τους αιώνες, ανοίγοντας τον δρόμο και για άλλους εκλεκτούς Αμερικανούς επισκέπτες και «αυτοεξόριστους», όπως οι Τρούμαν Καπότε, Τένεσι Ουίλιαμς, Γκορ Βιντάλ, Μπράιον Γκίσιν, Τζακ Κέρουακ, Άλεν Γκίνσμπεργκ, Ουίλιαμ Μπάροουζ, Γκρέγκορι Κόρσο. Έναν δρόμο που είχαν ακολουθήσει ήδη κι άλλοι «αιρετικοί» των τεχνών και των γραμμάτων, όπως οι Μαρκ Τουέιν, Ντάνιελ Ντεφόε, Ανρί Ματίς, Ζαν Ζενέ.


Ο Μπόουλς ξεκίνησε να γράφει το Τσάι στη Σαχάρα στη Φεζ το 1948, κάνοντας, όπως συνήθιζε τόσο εκείνος όσο και οι περισσότεροι «εμιγκρέδες» φίλοι του (που επιπλέον ήταν είτε ομοφυλόφιλοι είτε πανηδονιστές, όπως το ζεύγος Μπόουλς), τακτική χρήση χασίς και μάλιστα άριστης ποιότητας – στην οροσειρά Ριφ, όχι μακριά από την Ταγγέρη, καλλιεργείται ακόμα ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας.

 

Η ζώσα ιστορία, το κλίμα ανοχής, ο εξωτισμός, το άφθονο «κιφ» και τα πρόθυμα να «διαφθαρούν» έφηβα αγόρια (ενίοτε και κορίτσια σαν τη Σερίφα, τη «μοιραία» ερωμένη της Τζέιν Μπόουλς) ήταν τα θέλγητρα του Μαρόκου, προτού η ινδική χερσόνησος πάρει τη σκυτάλη από τις χώρες του Μαγκρέμπ ως ο κατεξοχήν προορισμός για τους μποέμ και τους χίπηδες, που θα διαδέχονταν την beat γενιά.


Κοινός τόπος για αμφότερες τις γενιές –όπως και για τους ρομαντικούς του 19ου αιώνα– ήταν η πεποίθηση ότι ο κυρίαρχος, αδηφάγος δυτικός πολιτισμός παρακμάζει, ότι μετά και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο απογυμνώθηκε εντελώς ως αφήγημα, ότι η «αναβάπτιση» σε τόπους που παρέμεναν μακριά από τη σφαίρα επιρροής του μπορούσε να αλλάξει συνειδήσεις, να εμπνεύσει καινούργιες αξίες και οράματα – ένας υπαρξισμός της έκστασης και της περιπλάνησης.

 

«Πάντοτε ήθελα να φύγω όσο πιο μακριά γινόταν από το μέρος όπου γεννήθηκα, γεωγραφικά αλλά και πνευματικά. Να τ' αφήσω όλα πίσω. Πιστεύω ότι δεν είμαστε μέρος αυτού του κόσμου, αλλά του ανήκουμε» αποκρίθηκε ο Μπόουλς στον ποιητή Ντάνιελ Χάλπερν, όταν τον ρώτησε γιατί ταξιδεύει διαρκώς – παράλληλα, μάλιστα, με την Ταγγέρη, διατηρούσε από το 1952 ένα δεύτερο καταφύγιο στη νησίδα Ταπρομπέιν της Σρι Λάνκα.

 

«Πάντοτε ήθελα να φύγω όσο πιο μακριά γινόταν από το μέρος όπου γεννήθηκα, γεωγραφικά αλλά και πνευματικά. Να τ' αφήσω όλα πίσω. Πιστεύω ότι δεν είμαστε μέρος αυτού του κόσμου, αλλά του ανήκουμε».


Όλο αυτό το ρεύμα όμως συνδεόταν συχνά με μια οριενταλιστική οπτική και με μια προνομιακή, αφ' υψηλού θεώρηση ανθρώπων, καταστάσεων και πραγμάτων. Όπως θα ίσχυε σε μεγάλο βαθμό και με την Ινδία αργότερα, η Ταγγέρη των Δυτικών δεν ήταν ακριβώς η πραγματική, αλλά μια εξιδανικευμένη εικόνα της, ένας αντικατοπτρισμός στη Σαχάρα, ένα επιθυμητικό «state of mind». Τους ντόπιους τους έβλεπαν είτε σαν αθώους, γραφικούς (ή/και «πονηρούς») ημιπρωτόγονους είτε σαν «ντεκόρ».

 

Ελάχιστοι προσπάθησαν να μάθουν αραβικά ή, έστω, βερβέρικα, να κατανοήσουν καλύτερα τις ντόπιες κουλτούρες, να ζυμωθούν μαζί τους. Ακόμα και σήμερα, εξάλλου, λίγοι γνωρίζουν ότι η Ταγγέρη της εποχής εκείνης ενέπνευσε επίσης μια σειρά αξιόλογους Μαροκινούς συγγραφείς και καλλιτέχνες, όπως οι Μοχάμεντ Σουκρί, Μοχάμεντ Μράμπετ, Ανουάρ Ματζίντ, Λέιλα Λάλαμι, κάποιοι εκ των οποίων ήταν πνευματικά παιδιά του Μπόουλς, που ήξερε να ξεχωρίζει ταλαντούχους νέους ανθρώπους και τους στήριζε, όχι απαραίτητα στο πλαίσιο κάποιας σχέσης εξάρτησης.


Παρότι φαίνεται ότι διακατεχόταν, αρχικά τουλάχιστον, από μια παρόμοια αποικιοκρατική αντίληψη, δεν έμεινε στην επιφάνεια αλλά προσπάθησε να βουτήξει στα βαθιά. Μεταξύ 1959 και 1961, έχοντας εξασφαλίσει τη συνδρομή του Ιδρύματος Ροκφέλερ και της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου, μαγνητοφώνησε μια ευρεία γκάμα από προφορικές παραδόσεις και παραδοσιακές μουσικές βερβέρικες, αραβικές, μέχρι και εβραϊκές των Σεφαραδιτών που ζούσαν από αιώνες στα μαροκινά εδάφη. Χρησιμοποίησε, μάλιστα, στοιχεία από αυτές στις δικές του συνθέσεις.

 

Αργότερα μετέφρασε στα αγγλικά και έκανε γνωστά στη Δύση έργα των Μοχάμεντ Σουκρί, Λάρμπι Λαγιάχι, Μοχάμεντ Μράμπετ και, βέβαια, του Αχμέτ Γιακούμπι, ενός αναλφάβητου, πλην όμως χαρισματικού αγοριού που ερωτεύτηκε και το βοήθησε να εξελιχθεί σε έναν από τους σπουδαιότερους Μαροκινούς ζωγράφους.

 

Ο Μπόουλς εξακολούθησε να ζει στην Ταγγέρη και μετά τον θάνατο της Τζέιν (1973), όπου συνέχισε να μελετά τις τοπικές κουλτούρες, ειδικά εκείνη των Βερβέρων. Οργάνωσε μέχρι και εργαστήρια δημιουργικής γραφής – όντας δε και ο ίδιος ένα ζωντανό αξιοθέατο της πόλης, συνέχισε να προσελκύει από ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων, δημοσιογράφους και νεοχίπηδες μέχρι φιλοπερίεργους τουρίστες. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή στις 18/11/1999, αν και προτίμησε οι στάχτες του να θαφτούν στον οικογενειακό τάφο στη Νέα Υόρκη.


Αυτές του οι δραστηριότητες του χάρισαν μεγάλη αναγνώριση στο Μαρόκο. Παρότι δεν έλειψαν ούτε γι' αυτόν οι επικρίσεις από ντόπιους διανοητές, όπως ο συγγραφέας Ταχάρ Μπεν Τζελούν, ακόμα και ο Σουκρί, που κάποτε είχε συντρέξει, η χώρα που αγάπησε τον τίμησε όπως κανέναν άλλον Δυτικό του «κύκλου της Ταγγέρης», παραβλέποντας τη μάλλον ενοχλητική για τα ορθόδοξα μουσουλμανικά ήθη ηδονοθηρία του.

 

Στο ιστορικό κτίριο της αμερικανικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στην Ταγγέρη (Talim) ιδρύθηκε μουσείο αφιερωμένο σε αυτόν. Μνημονεύεται μέχρι και στους επίσημους τουριστικούς οδηγούς, ενώ τον «δρόμο της αναζήτησης» εκείνου και της γενιάς του ακολουθούν ακόμα πολλοί Αμερικανοί και Δυτικοευρωπαίοι νέοι. Κι αν η Ταγγέρη δεν διατηρεί πια την παλιά της αίγλη, υπάρχουν ακόμα στο Μαρόκο ελκυστικοί προορισμοί για τα πιο ανήσυχα πνεύματα, όπως το Μαρακές, η Σαουέν, η Εσαουίρα και, φυσικά, η απέραντη, γοητευτική όσο και αμείλικτη έρημος.

 

Ο Μπόουλς εξακολούθησε να ζει στην Ταγγέρη και μετά τον θάνατο της Τζέιν (1973), όπου συνέχισε να μελετά τις τοπικές κουλτούρες, ειδικά εκείνη των Βερβέρων.
Εικονογράφηση από την πρώτη έκδοση του βιβλίου «Τσάι στη Σαχάρα».

  

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια