Ατελιέ LIFO
Αναγνώσεις

«Καινή ομολογία». Ένα διήγημα του Αντώνη Μυλωνάκη

Είμαστε όλοι εδώ και περιμένουμε. Περιμένουμε τον Τζορτζ.

ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΜΥΛΩΝΑΚΗ



ΖΕΣΤΗ. Βράζει ο τόπος και το τσιμέντο μας ψήνει όλους μαζί σιγά-σιγά. Εδώ, στον προαύλιο χώρο που περιμένουμε, δεν υπάρχει ούτε μισό τετραγωνικό σκιάς να κρυφτούμε. Και ο αέρας είναι υπερβολικά ζεστός. Μπορείς να τον κόψεις και να τον φας.


Ήθελα να ήξερα πώς η συγκεκριμένη επιχείρηση επιτρέπει μια τέτοια μεταχείριση στους πελάτες της. Θα έπρεπε να έχουν τόνους από γραπτά παράπονα για τις άθλιες συνθήκες στις οποίες τους υποβάλλουν. Δεν είναι δα και ένα μέρος που βλέπει σπάνια επισκέπτες ώστε να μην έχει προβλεφθεί μία λύση. Το αντίθετο, θα έλεγα.


Το μάτι μου επιμένει σ' ένα ορισμένο σημείο στο βάθος· σε μία όαση. Μία φωλιά δέντρων και από κάτω δροσερή σκιά, και πιο κάτω μνήματα. Είναι αρκετά μακριά και ανηφορικά, και σκέφτομαι πως δεν θα προλάβουμε να φτάσουμε ως εκεί· θα αφήσουμε τις σάρκες μας πάνω στην άσφαλτο. Δεν είμαι μόνος μου όμως. Είμαι περικυκλωμένος από κυρίες που φορούν μαύρα και κάθονται δίπλα η μία στην άλλη. Κρατούν βεντάλιες και τις κουνούν πανομοιότυπα. Δεν σταματούν δευτερόλεπτο. Μου 'ρχεται στο μυαλό ένα κουρδιστό παιχνίδι. Οι άντρες τους από δίπλα λιώνουν κυριολεκτικά μέσα στα υπερμεγέθη πια κουστούμια τους. Είμαστε όλοι εδώ και περιμένουμε. Περιμένουμε τον Τζορτζ.

 

Κακή μέρα να πεθάνει κανείς, μία τόσο ζεστή μέρα. Μεγάλη ατυχία. Όλα γύρω να ανθίζουν και εσύ να πρέπει να σαπίσεις στο χώμα. Δεν είναι απλά ατυχία, τώρα που το ξανασκέφτομαι. Είναι προκλητικό. Οι άλλοι να φωνάζουν και να κάνουν έρωτα στις παραλίες μεθυσμένοι, και εσύ να είσαι καθηλωμένος με το στόμα κλειστό, παγωμένος, έτοιμος να λιώσεις.


Πολλή ζέστη. Η πλάτη μου είναι ολόβρεχτη και τα ρούχα μου δεν έχουν άλλο περιθώριο. Χρειάζονται στράγγισμα. Ειδικά στην πλάτη δεν πρέπει υπάρχει ίχνος στεγνής επιφάνειας. Τα ίδια και με το εσώρουχο μου. Θέλω νερό, πρέπει να πιω νερό. Επειγόντως. Ο λαιμός μου είναι στεγνός.


Κακή μέρα να πεθάνει κανείς, μία τόσο ζεστή μέρα. Μεγάλη ατυχία. Όλα γύρω να ανθίζουν και εσύ να πρέπει να σαπίσεις στο χώμα. Δεν είναι απλά ατυχία, τώρα που το ξανασκέφτομαι. Είναι προκλητικό. Οι άλλοι να φωνάζουν και να κάνουν έρωτα στις παραλίες μεθυσμένοι, και εσύ να είσαι καθηλωμένος με το στόμα κλειστό, παγωμένος, έτοιμος να λιώσεις. Ενώ τον χειμώνα, πολύ καλύτερα τα πράγματα. Ειδικά αν μένεις και σε καμιά κρύα πόλη του Βορρά, ακόμα καλύτερα. Μπορείς να περάσεις δύο-τρεις μέρες εκτός χώματος. Να γίνουν όλα με αξιοπρέπεια και στον χρόνο που τους πρέπει. Να σε κλάψουν, να σε συζητήσουν, να ακούσεις και κανένα μυστικό –στις κηδείες λέγονται οι μεγαλύτερες αλήθειες– να σου χαϊδέψουν τα μαλλιά, και το καλύτερο: να μνημονεύσουν μόνο τον καλό εαυτό σου. Τον άγιο εκείνο εαυτό, που δεν πείραξε και δεν είπε ποτέ κακή κουβέντα για κανέναν. Και μόλις τελειώσουν, χωρίς βιασύνες ή χωρίς κανένα φόβο μη μυρίσεις, να σε βάλουν στο χώμα και μετά από λίγο να σε σκεπάσει το χιόνι. Έτσι μάλιστα. Όχι, το καλοκαίρι δεν είναι καλή εποχή να πεθάνει κανείς. Πρέπει να το κοιτάξουμε αυτό.

 

Πιάνω το κρανίο μου και καίει. Είναι φρικτό, με έχει πιάσει πονοκέφαλος, αλλά ευτυχώς βλέπω τώρα από την πόρτα της εκκλησίας να ξεπροβάλλει το φέρετρο. Τελικά τον σηκώνουν έξι. Τα είχε πάρει τα κιλά του ο Τζορτζ τώρα στα γεράματα. Η γυναίκα του, η Λιζ, αρχίζει να φωνάζει, αλλά μέσα από το στεγνό λαρύγγι της βγαίνει μια έρημος. Λιποθυμάει ή απλά πέφτει κάτω, δεν είμαι σίγουρος. Οι άλλες κυρίες αυτόματα σταματούν τη βεντάλια, τη βάζουν κάτω από τη μασχάλη, και την περικυκλώνουν. Της πλένουν το πρόσωπο με νερό –θέλω και εγώ νερό– και μόλις η Λιζ συνέρχεται, απομακρύνονται, σχηματίζουν τη γνωστή συνάθροιση και ανοίγουν πάλι τις βεντάλιες.


Οι έξι μαυροντυμένοι άντρες στρίβουν και κατευθύνονται προς τα δέντρα. Ξεφυσώ με ανακούφιση. Σε λίγο θα τελειώσουν όλα. Καθώς ανεβαίνουμε βρίσκω μία πηγή με νερό στη βάση ενός δέντρου. Βάζω τη χούφτα μου να το μαζέψω, είναι δροσερό. Πλένω το πρόσωπό μου και κλείνω τα μάτια με απόλαυση όταν βρέχω το χείλια μου. Σηκώνω το κεφάλι και η πομπή έχει απομακρυνθεί αρκετά. Με δύο μεγάλες δρασκελιές βρίσκομαι πάλι στο τέλος της γραμμής και κοιτώ πίσω μου. Μια γυναίκα γεμίζει μια κανάτα νερό και την ακουμπάει στον ώμο της. Μου κάνει εντύπωση ο τρόπος που με κοιτάει. Νιώθω κολακευμένος, αλλά πρέπει να επιστρέψω το μυαλό μου στην κηδεία.


Καθώς αρχίζει ο παπάς να λέει τα τελευταία λόγια, οι περισσότεροι αρχίζουν και κλαίνε. Σιωπηλά και συγκρατημένα. Μόνο η Λιζ δεν μπορεί να βαστάξει και ουρλιάζει κάτι ακαταλαβίστικα. Και τότε αρχίζουν όλοι να μουρμουρίζουν: «Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ» ή «θα σε θυμάμαι για πάντα», και κλαίνε πιο δυνατά.


Έτσι από απόσταση που τους κοιτώ, μου έρχεται να χαμογελάσω. Είναι λιγάκι κωμικό με πόση αθανασία γεμίζουν οι ζωντανοί στις κηδείες. Συμπεριφέρονται παράξενα. Άκου «θα σε θυμάμαι για πάντα», δεν κρατιέμαι. Χαμογελάω.


Το φέρετρο αποφασίζουν με τη σύζυγο –σε μια στιγμή εκπληκτικής διαύγειας μεταξύ θρήνου και λιποθυμίας– να μην το ανοίξουν. Φοβήθηκαν την όψη και τη μυρωδιά του νεκρού. Καλώς έπραξαν, σκέφτομαι. Το εφαρμόζουν ακριβώς πάνω από την τρύπα και ύστερα με μηχανισμό το κατεβάζουν κάτω. Οι ίδιοι καλεσμένοι που πετούσαν ρύζι στο γάμο του, τώρα του πετούν λουλούδια. Τι αντιφατικό! Δεν χαμογελάω με αυτό. Δεν μου άρεσε σαν σκέψη. Τη διώχνω μακριά. Ένας κύριος μας εξηγεί πως τελείωσε το μυστήριο και ότι μπορούμε να επιστρέψουμε στο κάλεσμα της οικογένειας που θα γίνει στο σπίτι, στην οδό που αναγραφόταν στην πρόσκληση της κηδείας.

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΟ για τους καλεσμένους, εμάς. Το γκαζόν στον κήπο είναι περιποιημένο, ο φράχτης φρεσκοβαμμένος και η πόρτα του γκαράζ επιτέλους κλειστή. Έπρεπε να πεθάνει ο Τζόρτζ για να φτιαχτεί. Μπαίνω μέσα και ένα νεαρό αγόρι με δίσκο στο χέρι με κερνάει νερό. Το πίνω πολύ ευχάριστα και απομονώνομαι σε μία άκρη. Δεν έχω καμία διάθεση να μιλήσω ή να πω αστεία σκηνικά με τον Τζορτζ ή να τους πω από πού τον γνωρίζω. Είναι μεγάλη ιστορία. Όμως η αλήθεια είναι ότι τον ξέρω καλύτερα απ' όλους εκεί μέσα. Ξέρω πώς έζησε, ξέρω πώς πέθανε. Μεγάλο καθίκι. Από αυτούς που το κεφάλι δεν γύρισε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Μόνο ευθεία. Μόνο εκεί που του υπέδειξαν οι γονείς του. Όχι ότι είναι απαραίτητα κακό αυτό. Αν όμως οι γονείς έχουν υποδείξει λάθος, είναι μεγάλο πρόβλημα. Και συνήθως οι γονείς δείχνουν προς τη λάθος κατεύθυνση. Δεν φταίνε οι ίδιοι φυσικά. Το κάνουν με αγάπη. Μεταβιβάζουν την πληροφορία που παρέλαβαν ατόφια στα παιδιά τους. Δεν έχει σημασία αν έχουν περάσει τριάντα ή δύο χιλιάδες χρόνια στο μεταξύ. Η πληροφορία οφείλει να παραμείνει η ίδια, και όποιο παιδί παρεκκλίνει τρώει τιμωρία.


Και φτάνουμε στο σήμερα και στον Τζορτζ. Αχ, Τζορτζ. Τα έκανες θάλασσα. Δεν καταδέχτηκες να αλλάξεις και έκανες δυστυχισμένους τόσους ανθρώπους. Και το χειρότερο είναι ότι δεν πήρες χαμπάρι. Το μέσα σου δεν τιμωρήθηκε όπως έπρεπε. Και ούτε θα τιμωρηθεί στους ουρανούς. Τη γλίτωσες, κάθαρμα. Αλλά τη γλίτωσαν και όλοι οι υπόλοιποι. Σήμερα έπρεπε να είναι γιορτή.

 

Σκέφτομαι πως μάλλον δεν υπάρχει άλλος τρόπος να κυνηγήσεις τον Θεό. Μόνο εάν δημιουργήσεις και εσύ ζωή. Και όσο πιο πολύ Του μοιάσουν, τόσο το καλύτερο. Μία από τις πρώτες αρχές, και αυτό που κάνουν οι άνθρωποι από τότε που εμφανίστηκαν στη γη. Θεοποιούν ό, τι φοβούνται και ύστερα το καλοπιάνουν.


Ο κόσμος μαζεύτηκε και το σπίτι γέμισε με μαυροντυμένους ανθρώπους. Τρώνε, πίνουν όρθιοι, κλαίνε, γελάνε, συζητούν, και μερικές φορές όλα μαζί ταυτόχρονα. Με το μυαλό μου κάνω ένα παιχνίδι και προσπαθώ να δω μέσα από τα ρούχα, μέσα ακόμα και από το δέρμα τους. Και το καταφέρνω. Βλέπω σκελετούς να περπατάνε, να ανταλλάσσουν χειραψίες, να πίνουν νερό, να ανοίγουν το στόμα για να φάνε. Είναι αστείο. Σκέφτομαι πως θα είχε τρομερό ενδιαφέρον μια ταινία μικρού μήκους μόνο με σκελετούς. Δεν θα ξεχώριζαν οι πρωταγωνιστές, δεν θα ξεχώριζαν καν τα φύλα. Μόνο μέσα από τις κινήσεις τους οι θεατές θα καταλάβαιναν ποιος είναι ο άντρας και ποια η γυναίκα, ποιος είναι χαρούμενος και ποιος λυπημένος. Θα πρέπει να διαλεχτούν επιδέξιοι ηθοποιοί.


Αποφασίζω να δοκιμάσω ένα από τα καναπεδάκια που περιφέρονται τόση ώρα πάνω σε δίσκους. Παίρνω ένα, το βάζω στο στόμα και καταλαβαίνω αμέσως πως δεν είναι καλό. Έχει μουλιάσει η ζύμη, αλλά δεν μπορώ να το φτύσω, δεν είναι σωστό. Το καταπίνω αμάσητο και με μισή καρδιά. Δεν θα κάτσω ακόμα πολλή ώρα, αρχίζει και σπάει ο κόσμος. Πλησιάζω ένα παράθυρο και στέκομαι δίπλα από μία παρέα που συνομιλεί αρκετά δυνατά. Είναι λίγο ζαλισμένοι από το βερμούτ. Έχουν κοκκινίσει τα μάγουλά τους.

 

Στο βάθος, στο μπράτσο μιας πολυθρόνας εντοπίζω τη Λιζ. Συνομιλεί με μία άλλη γυναίκα και δείχνει ιδιαίτερα ζωηρή. Καμία σχέση με τη Λιζ του νεκροταφείου. Ευτυχώς ο Τζορτζ δεν είναι εδώ να της ρίξει καμιά φάπα κρυφά στην κουζίνα. Καθώς την κοιτώ, αναρωτιέμαι και ψάχνω να βρω τον λόγο που έμεινε τόσα χρόνια μαζί του. Ποια ήταν εκείνη η δύναμη που την κράτησε στο σπίτι; Ποια αρχή τη δίδαξε πως πρέπει να μείνει πιστή στον βασανιστή της;


Κι όμως, η μαμά της Λιζ είναι ευχαριστημένη και υπερήφανη για την κόρη της. Τα έκανε όλα σωστά και στην ώρα τους: Παντρεύτηκε, έκανε παιδί, το βάφτισε, τους μεγάλωσε και τους δύο. Τελεία. Τα κατάφερε στη ζωή της. «Όχι σαν την άλλη, την φίλη της από το σχολείο, την Ανν. Που, σιγά, τι έκανε. Τι μένει μετά, αυτό έχει σημασία. Θα τη γηροκομήσουν οι αναμνήσεις; Όχι. Η πληροφορία που έχουμε είναι ιερή, και είναι μία: να κάνουμε παιδιά. Για αυτό προοριζόμαστε, αυτό θα κάνουμε».


Σκέφτομαι πως μάλλον δεν υπάρχει άλλος τρόπος να κυνηγήσεις τον Θεό. Μόνο εάν δημιουργήσεις και εσύ ζωή. Και όσο πιο πολύ Του μοιάσουν, τόσο το καλύτερο. Μία από τις πρώτες αρχές, και αυτό που κάνουν οι άνθρωποι από τότε που εμφανίστηκαν στη γη. Θεοποιούν ό,τι φοβούνται και ύστερα το καλοπιάνουν.


Πολύ χαίρομαι που βλέπω τη Λιζ έτσι ανακουφισμένη. Αν κόψει και το κάπνισμα, όπως σκέφτεται, της απομένουν δέκα χρόνια γεμάτα, να μπορέσει να δει και αυτή ένα κομμάτι του κόσμου. Να βρει και τη φίλη της, την Ανν, και να μπουν σε εκείνο το τρένο που έλεγαν. Ξέρουν αυτές.


Μα τι με έπιασε με αυτή την κηδεία; Είμαι ταυτόχρονα σε άλλες τόσες χιλιάδες κηδείες, γιατί ασχολούμαι με αυτή τόσο; Μάλλον μου έκανε εντύπωση η ζέστη. Κάτι όντως πρέπει να κάνω γι' αυτό. Και πρέπει σίγουρα να σταματήσω να σκέφτομαι. Πού χρόνος.

 

Κλείνω, κλείνω.


Θεός

 

ΥΓ: Θα ήθελα οι άνθρωποι να ξέρουν πως είμαι εκεί. Και όταν έρχονται, και όταν φεύγουν.

 

Ο Αντώνης Μυλωνάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1986. Τελειώνοντας το πανεπιστήμιο ξεκίνησε το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο Καθρέφτης και η Προφητεία του Γκρέινορθ», το οποίο εκδόθηκε το 2017 από τη Μικρή Άρκτο. Σήμερα, έχει ολοκληρώσει το δεύτερο βιβλίο του, γράφει ποίηση και ζει στην Αθήνα.

 

Βιβλίο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια