Σαν σήμερα

Ζορζ Σιμενόν: Γαργαντούας της ζωής, εραστής των λέξεων

Ποιος ήταν ο Ζορζ Σιμενόν, που έζησε ακραία και μυθιστορηματικά και πέθανε σαν σήμερα, στις 4 Σεπτεμβρίου του 1989.

Στο «Πεντιγκρή», την αυτοβιογραφία που συνέγραψε με τρόπο μυθιστορηματικό για τα πρώτα χρόνια της ζωής του ‒και κυκλοφορεί από την Άγρα, σε μετάφραση Αργυρώς Μακάρωφ, όπως όλα σχεδόν τα βιβλία του‒, ο Ζορζ Σιμενόν ταυτίζει χρονικά τον ερχομό του στη γη, ένα βράδυ της 13ης Φλεβάρη του 1903 στη Λιέγη του Βελγίου, με το χτύπημα των αναρχικών δίπλα ακριβώς από κει όπου γεννήθηκε. Θα μπορούσε να έχει επιλέξει μια φιέστα ή ένα αλλόκοτο συμβάν, αλλά ήξερε ότι η ταυτότητά του δεν θα μπορούσε παρά να ταυτίζεται με αυτήν ενός αναρχικού τρομοκράτη, ο οποίος ήρθε στον κόσμο για να φέρει τα πάνω κάτω, ανατινάζοντας λέξεις και στεγανά, αλλάζοντας τους όρους μεταξύ θύματος και θύτη και τονίζοντας πως η κοινωνία δεν θα καταφέρει ποτέ να ονομάσει με ακρίβεια τους ενόχους αν δεν ρίξει μια ματιά, σαν ανάποδο κάτοπτρο, στην ίδια.


Το ήξερε καλά, λαμβάνοντας πρώτα υπόψη το σπιτικό στο οποίο μεγάλωσε και γνωρίζοντας πως η εύθραυστη, φαινομενικά, μητέρα του Ελίζ κατάφερε να εξοντώσει συναισθηματικά τον πατέρα του αλλά και τον ίδιο, αφού, όπως έλεγε, ποτέ δεν έλαβε από αυτήν ούτε αγάπη ούτε αναγνώριση. Το κακό που μπορεί, επομένως, να προέκυψε από τον άγαρμπο και κάπως νωχελικό πατέρα του Ντεζιρέ ήταν αμελητέο μπροστά στις δολοπλοκίες μιας σκληρής και φιλόδοξης μητέρας ‒ κάπως έτσι μεταβίβασε και τη σχετικότητα των ρόλων του θύματος και του θύτη στα γραπτά του.

 

Πολλές φορές σπεύδει να δικαιολογήσει τον δολοφόνο ή να φορτώσει στο θύμα τόσες ενοχές, που αρκούν για να δικαιολογήσουν ένα έγκλημα. Άλλοτε, πάλι, ο φόνος είναι αναίμακτος και διαπράττεται σε καθαρά ψυχολογικό επίπεδο ή, τέλος πάντων, είναι πολύ κατώτερος ως μοιραίο γεγονός σε σχέση με ένα θανάσιμα ασφυχτικό περιβάλλον που μπορεί να σε εξωθήσει από μόνο του στο έγκλημα ή στην καταστροφή.

 

Οι διαφορετικές ταυτότητες ήταν άμεσα συνυφασμένες με τη δυνατότητα που του έδινε η γραφή να μετέρχεται ρόλους και τρόπους που ούτε μπορούσε να φανταστεί: του δεινού επιθεωρητή, του καουμπόι, του απατεώνα με τα πολλά λεφτά, του ταξιδιώτη.


Αυτό το είχε δει ο Σιμενόν στον τρόπο που οι γείτονες παραμόνευαν για να ξεπαστρέψουν, μέσω του μικροαστισμού τους, οποιονδήποτε ανίσχυρο, το είχε παρατηρήσει στον τρόπο που εξαντλούσε την ευαισθησία της στους απανταχού ανυπεράσπιστους η μητέρα του. Γι' αυτό και αποφάσισε, από τη στιγμή που ως βρέφος άρχισε να παρατηρεί, να πάρει αποκλειστικά τον δρόμο της ελευθερίας και «να καταπιεί το άπειρο που κρύβεται από το πλαίσιο του παραθύρου». Εκεί ακριβώς είναι που κατοίκησε μέχρι τέλους.

 

O Ζορζ Σιμενόν με τον μικρότερο αδερφό του Κρίστιαν όταν ήταν παιδιά.


Ο Σιμενόν μιμούνταν, λοιπόν, από μικρός, με τον δικό του τρόπο, τους κλασικούς ήρωες, από τον Ροβινσώνα Κρούσο έως τον Ιαβέρη, υιοθετώντας ψευδώνυμο στα πρώτα του κείμενα. Οι διαφορετικές ταυτότητες ήταν άμεσα συνυφασμένες με τη δυνατότητα που του έδινε η γραφή να μετέρχεται ρόλους και τρόπους που ούτε μπορούσε να φανταστεί: του δεινού επιθεωρητή, του καουμπόι, του απατεώνα με τα πολλά λεφτά, του ταξιδιώτη.

 

Αυτή την ικανότητα της αποτελεσματικής διαρκούς μεταμόρφωσης και λογοτεχνικής επιδεξιότητας διέκριναν οι περίτεχνοι θιασώτες του παιχνιδιού που επιβάλλουν οι ρόλοι ‒ από τον Αντρέ Ζιντ και τον Χένρι Μίλερ μέχρι τον Φελίνι, ο οποίος του έγραψε σε σχετικό γράμμα πως «το ταλέντο σου και οι υπεράνθρωπες δυνατότητές σου στη δουλειά προκαλούν δέος και θαυμασμό».


Φορώντας, σαν τον συμπατριώτη του, τον Μαγκρίτ, το μαύρο καπέλο του και λανσάροντας ως ιδανικός συγγραφέας-σκηνοθέτης τη χαρακτηριστική του πίπα, ο παιχνιδιάρης Σιμενόν άρχιζε να φωτίζει με τα σκοτάδια του τον κόσμο ‒ναι, να φωτίζει!‒, γράφοντας για τους μελαγχολικούς δολοφόνους, τις πόρνες, τις οποίες έβλεπε πάντα με περισσή συγκατάβαση, και τους αναρχικούς, που λάτρεψε με τον ρομαντικό τρόπο του Βίκτωρος Ουγκό (οι περιγραφές με τους αναρχικούς διαδηλωτές στο «Πεντιγκρή» δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τους «Αθλίους»).

 

Από την πρώτη στιγμή, άλλωστε, ήξερε πως ήθελε να είναι με τους απανταχού περιπλανώμενους, αυτό το πολύχρωμο τσίρκο που περιφέρεται από πόλη σε πόλη, και να χαζεύει τους αγύρτες, τους παρανόμους και τους αμαρτωλούς. Ο χώρος της αγοράς και του τσίρκου ήταν κυριολεκτικά το στοιχείο του. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή στο «Πεντιγκρή», όπου ο μικρούλης Ροζέ, όπως αποκαλεί ο Σιμενόν τον εαυτό του, παρατηρεί από απόσταση στην αγορά όλα όσα δεν του επιτρέπονται, το μηχάνημα με τις σοκολάτες, τη γυαλιστερή ρόδα, τις αίθουσες και τα κιόσκια όπου οι άνθρωποι τρώνε βάφλες, τους πλανόδιους με τους χάρτινους πολύχρωμους μύλους, πιασμένους σε πολύχρωμα ξυλάκια Βρυξελλών, ξέροντας ότι εκεί είναι το μέρος του και ότι εκεί ευδοκιμούν οι άπειρες γεύσεις της ελευθερίας και τα αρώματά της.

 

Κατά τα πρότυπα της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» του Μπαλζάκ, οι ανθρωπότυποι που παρελαύνουν στα βιβλία του αντιστοιχούν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα: από τους ανάλγητους πλουσίους, που «στα γλέντια τους ασελγούσαν σε κοπελίτσες του εργοστασίου» (Κίτρινος Σκύλος), έως τις αγαπημένες του πόρνες (Μπέττυ). Όλοι αυτοί «έρχονται από μακριά, από Σεραίν, Ουκρέ, Τιγέρ, Ανς, από όλα τα ανθρακωρυχεία, τους οικισμούς των ανθρακωρύχων που είναι γύρω απ' την πολη, από εργοστάσια, που συνήθως τα διακρίνεις περνώντας με το τρένο, μαύρα και μυστηριώδη, με το αιμάτινο στόμα των φούρνων που τους τροφοδοτούν ημίγυμνοι δαίμονες», όπως περιγράφει ο ίδιος τους ξεσηκωμένους εργάτες στο «Πεντιγκρή».

 

Αυτοί, άλλωστε, που πολεμούσε πάντα με τα βιβλία του δεν ήταν οι φτωχοί αλλά οι μικροαστοί, ο εσμός των κρυφο-χαβιέδων, όλων όσοι στήριξαν τον φασισμό κατά τη γερμανική κατοχή, καταδίδοντας αθώους.

 

Χαρακτηριστικό είναι το βιβλίο «Οι αρραβώνες του κυρίου Ιρ», που γυρίστηκε σε ταινία με τον τίτλο «Πανικός» με τον Μισέλ Σιμόν, ή το συναφές με αυτό «Ο άνθρωπος από το Αρχάγγελσκ», όπου τελικά ο Εβραίος συλλέκτης και έμπορος γραμματοσήμων, πρωταγωνιστής του βιβλίου, βλέπει τη ζωή του να καταστρέφεται από τον μικρό κοινωνικό του περίγυρο. Αντίστοιχα στον «Πιλοποιό» ο Σιμενόν στήνει τον επιδέξιο πόλεμο στη μικρή κωμόπολη και περιγράφει με ύψιστη μαεστρία το κλειστοφοβικό περιβάλλον: «Ήταν ένας δρόμος με αψίδες, όπως οι περισσότεροι παλιοί δρόμοι της Λα Ροσέλ, κι έτσι τα πεζοδρόμια δεν βρέχονταν. Έμοιαζαν με παγωμένα, υγρά τούνελ και μόνο κάπου κάπου υπήρχε ένα φως, καθώς οι στοές πίσω απ' τις μεγάλες διπλές πόρτες των σπιτιών οδηγούσαν σε σκοτεινές εσωτερικές αυλές».

 

Πανικός με τον Μισέλ Σιμόν.


Γι' αυτό προτιμούσε τις απρόσωπες φιγούρες της μεγαλούπολης, τις θαμπές βιτρίνες του Παρισιού, τους «συνενόχους» του που γυρόφερναν στο κλεινόν άστυ σαν γνήσιοι flâneurs, όπως ήταν άλλωστε και ο ίδιος ο Μαιγκρέ. Εξού και το ότι η ατμόσφαιρα στα βιβλία του είναι πάντα αληθοφανώς υποβλητική, αφού είχε βιώσει από κοντά τα τοπία, τα αρώματα και τις μυρωδιές της Κεντρικής Ευρώπης, την οποία γνώριζε καλά, έχοντας ζήσει από την Ελβετία μέχρι τη Γαλλία και το Βέλγιο.

 

Γνώριζε, για παράδειγμα, πώς ακριβώς «τρώει» η ομίχλη τα έρημα κλειστά παραθυρόφυλλα ‒βλέπε το έρημο Κονκαρνώ στον «Κίτρινο Σκύλο»‒, με έναν υπαρξιακό τρόπο αντίστοιχο του «Τραγουδιού του Προύφροκ» του Τ.Σ. Έλιοτ. Είχε, άλλωστε, και ο ίδιος ο Σιμενόν τα σκοτάδια του. Και δεν ήταν λίγα.


Από τη στιγμή που γεννήθηκε στον αριθμό 26 της οδού Λεοπόλντ της Λιέγης στις 13 Φλεβάρη ‒που, λόγω γρουσουζιάς, όπως γράφει στο «Πεντριγκρή», η μητέρα του άλλαξε σε 12 Φλεβάρη‒, ήξερε ότι είχε έρθει σε έναν παράλογο και αντιφατικό κόσμο.

 

Ο πατέρας του Ντεζιρέ αγωνιζόταν για τα προς το ζην και έκανε τα πάντα για να ικανοποιήσει τη μητέρα του, μια ξεπεσμένη αστή με μεγάλες φιλοδοξίες που καλλιεργούσε διαρκώς στον γιο της το αίσθημα της παραίτησης και το σύμπλεγμα της αποτυχίας. Η ανάγκη της, όμως, να εξασφαλίζει πάντα χρήματα ‒αφού «ο φόβος για τη φτώχεια την ώθησε να πάρει ενοικιαστές»‒ την έκανε να αρχίσει να συγκεντρώνει διάφορο κόσμο στο σπίτι, που διέμενε έναντι αντιτίμου, εξάπτοντας την περιέργεια του μικρού Ροζέ-Σιμενόν, που άρχιζε σιγά σιγά να μυείται στους διαφορετικούς χαρακτήρες.

 

Η μητέρα του, όμως, τρέφοντας βαθιά απέχθεια για τους φτωχούς, δεν καταλάβαινε πως «υπάρχουν άνθρωποι που ζουν και έτσι και είναι ευτυχισμένοι», γι' αυτό φρόντιζε να κρατάει μακριά τον γιο της από τα παιδιά των εργατών, ο οποίος, όμως, τα ζήλευε γιατί εκείνα ήταν πιο ελεύθερα να παίζουν στην ύπαιθρο και να φορούν ροζ και μπλε καρό ποδιές αντί την ομοιόμορφη μαύρη δική του. Τον έστειλε και σε θρησκευτικά σχολεία, επιπλήττοντάς τον που δεν ασπαζόταν το θεοκρατικό της πνεύμα, σε τέτοιο βαθμό ώστε «πάντα του προσάπτει για τη λύπη που της έδωσε η μέρα της πρώτης του μετάληψης. Και τότε ήταν μόλις επτά χρονών».

 

21 Μαρτίου 1962: Ο Ζορζ Σιμενόν με τον ηθοποιό Ρούπερτ Ντέιβις που υποδύθηκε τον επιθεωρητή Μαιγκρέ σε τηλεοπτική σειρά από το 1960 έως το 1963. Φωτ.: Keystone/Getty Images/Ideal Image


Τελειώνοντας το Ινστιτούτο Σαιντ-Αντρέ, ο νεαρός Σιμενόν θα μεταβεί στο Κολέγιο των Ιησουιτών, αλλά θα υποφέρει τα μάλα. Μοναδικό του καταφύγιο η βιβλιοθήκη του Σιρού και το σκοτεινό και παγωμένο δωμάτιο,όπου ανακαλύπτει για πρώτη φορά τη χαρά της περιγραφής.

 

Η πρώτη του επαφή με τη γραφή, αυτό το ανίκητο όπλο που τον μετέτρεψε από έναν αψίκορο νέο σε έναν ισχυρό άρχοντα των γραμμάτων, συμβαίνει στο παγωμένο δωμάτιο: «Στον πρώτο όροφο, όπου δεν υπάρχει αέριο. Ανάβει ένα κερί, κρυώνει, τα δόντια του μουδιάζουν, πονάνε από τα κρυοπαγήματα. Καπνίζει, πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο, χαζεύει από το παράθυρο με μια ανεξήγητη συγκίνηση το υγρό σκοτάδι του βουλεβάρτου όπου περνούν σκιές και, τέλος, με βουρκωμένα μάτια αρχίζει ξαφνικά να γράφει: Μελαγχολία του καμπαναριού. Τόσο ψηλό και μόνο...». Ήταν η πρώτη συγγραφική πράξη, το πρώτο χρυσό κεφάλαιο μιας ζωής μοιρασμένης μοναδικά ανάμεσα στην περιπέτεια και τις λέξεις. Με αυτές είναι που κατάφερε να νιώσει παντοδύναμος και δεν φοβήθηκε να αφήσει το κολέγιο, κάνοντας ό,τι δουλειά μπορεί κανείς να φανταστεί ‒από αρτοποιός και πωλητής βιβλίων έως εργάτης‒, για να προσληφθεί τελικά σε εφημερίδα ως δημοσιογράφος.

 

Πρώτη του θέση: κοσμικογράφος. Εκεί άρχισε να εξοικειώνεται με τα πολύχρωμα σμήνη των ανθρώπων, τις διαφορετικές κλίκες και τους πλέον ετερόκλητους χαρακτήρες. Ήταν, δε, τέτοια η επιτυχία του ως δημοσιογράφου που μπορούσε να «πειραματίζεται» και με τις άλλες θέσεις του ρεπορτάζ, συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του αστυνομικού, όπου ανακάλυψε τις διαφορετικές τεχνικές εξιχνίασης εγκλημάτων που θα του χρησίμευαν στα αστυνομικά που θα έγραφε αργότερα.

 

Χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα, όπως το George Sim, με το οποίο θα υπογράψει την πρώτη του και άκρως πετυχημένη νουβέλα «Στο γεφύρι της Αρς», που θα εκδοθεί μόλις το 1921. Κατάφερε, μάλιστα, να αποκομίσει τόσα χρήματα και αναγνώριση, ώστε μπόρεσε να μεταβεί μόνιμα στο Παρίσι, όπου παντρεύτηκε τη ζωγράφο Ρεζ Ιν Ρανσόν, γνωστή ως Τίγκι. Έγραφε ακατάπαυστα και με διάφορα ψευδώνυμα δημοφιλή μυθιστορήματα, διηγήματα και νουβέλες. Κάποια στιγμή λάνσαρε το χαριτωμένο Monsieur Le Coq, γνωρίζοντας ίσως από τότε την άνεση που είχε με τις γυναίκες.

 

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, γεμάτο ωραίες, ημίγυμνες γυναίκες, δηλαδή σε ένα από τα γνωστότερα καμπαρέ του Μονπαρνάς, θα λανσάρει αργότερα και τον επιθεωρητή Μαιγκρέ, σε ένα μεγαλειώδες πάρτι στο οποίο όλοι οι παρευρισκόμενοι, βάσει υποσημείωσης στην πρόκληση, έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στους μαφιόζους και τις πόρνες. Ο ίδιος κράτησε για τον εαυτό του τον ρόλο του επιθεωρητή που θα τον έκανε διάσημο με την πρώτη του κιόλας εμφάνιση! Επιπλέον, τα χρήματα που κέρδισε την εποχή εκείνη από τη συγγραφή διαφόρων βιβλίων τον βοήθησαν να αγοράσει γιοτ 5,5 μέτρων, με το οποίο άρχισε να γυρίζει τα διάφορα λιμάνια της Γαλλίας προκειμένου να αντλήσει υλικό για τις μετέπειτα ιστορίες του, έχοντας μαζί του τη μαγείρισσά του, τη σύζυγό του Τίγκι και ένα δανέζικο σκυλί.

 

Ο πρώιμος και ξαφνικός πλούτος, όμως, δεν του ήταν αρεστός, έτσι, όταν αναγκάστηκαν να σταματήσουν στο λιμάνι του Ντέλφτσιχ, κάπου στα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Ολλανδίας, εγκατέλειψε το πανάκριβο σκάφος, που αποσύρθηκε για επισκευή, και εγκαταστάθηκε σε μια μαούνα, έχοντας μαζί του λίγα μπουκάλια κόκκινο κρασί και μια γραφομήχανη. Τότε ήταν που συνέλαβε το «Πιετρ, ο Λετονός», δηλαδή την πρώτη περιπέτεια του διάσημου επιθεωρητή Μαιγκρέ. Είναι ο ήρωας που θα του έδινε αναγνώριση και δόξα, θα άλλαζε την πορεία του γαλλικού νουάρ και θα τον έχριζε τον πιο σημαντικό εκπρόσωπο της αστυνομικής λογοτεχνίας που θα εισερχόταν πανηγυρικά στα λογοτεχνικά σαλόνια.

 

Ο Σιμενόν έγραψε συνολικά εβδομήντα δύο περιπέτειες με τον Μαιγκρέ.


Από την ώρα, λοιπόν, που ο Σιμενόν θα περνούσε την πόρτα των πανίσχυρων εκδόσεων Γκαλιμάρ, άμεσα συνυφασμένων με την κλασική λογοτεχνία, ήξερε ότι θα έπαυε να είναι ο συγγραφέας των μπεστ-σέλερ. Άλλωστε, είναι ο μόνος εκπρόσωπος της κατηγορίας νουάρ που προτάθηκε για Νόμπελ, πιστεύοντας ότι έχει ξεπεράσει τα όρια που έθετε ο ίδιος στη λογοτεχνία του και μοιράζοντας τα έργα του σε αυτά της «σκληρής» λογοτεχνίας και στα νουάρ, με πρωταγωνιστή κατά κύριο λόγο τον Μαιγκρέ. Τα αμιγή του μυθιστορήματά, τα λεγόμενα «σκληρά», καταδεικνύουν έναν μαέστρο της λογοτεχνίας και της ανθρώπινης ψυχής, με τα υπαρξιακά συγκείμενα να μην έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τους ύψιστους δεξιοτέχνες της κλασικής λογοτεχνίας.


Διαστρέφοντας με μοιραίο τρόπο, όπως ακριβώς και στα αστυνομικά του, τα ηθικοπλαστικά επιχειρήματα, αμφισβητεί την έμπρακτη εφαρμογή τους, ακόμα και τον διαχωρισμό μεταξύ θύματος και θύτη και τα εύκολα συμπεράσματα. Στο εξαίρετο «Μπλε Δωμάτιο» αδυνατείς να καταλάβεις ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα ανάμεσα στον Τόνι και την Αντρέ, γνωρίζοντας πως η ουσία βρίσκεται στο ρητορικό ερώτημα «άμα ξαναβρώ την ελευθερία μου θα ξανάβρισκες κι εσύ τη δική σου;», που χωράει μπόλικη φιλοσοφία περί ελεύθερης βούλησης, ενοχής και δικαιοσύνης.


Αντίστοιχος είναι και ο «Γάτος», όπου ο Εμίλ και η Μαργκερίτ, χήροι και οι δύο, συναγωνίζονται σε εκδικητικότητα μέσα από τα κακόβουλα σημειώματα που αντάλλασσουν, χωρίς ωστόσο να αρθρώσουν μιλιά. Τα πράγματα θα χειροτερέψουν όταν ο Εμίλ, στην αποκορύφωση της οργής του, θα σκοτώσει τον παπαγάλο της Μαργκερίτ, την οποία θεωρεί υπεύθυνη για τον θάνατο του δικού του γάτου. Το ψυχολογικό παιχνίδι εδώ φτάνει σε ύψιστες λεπτές συναρμογές και ισορροπίες, με τον συγγραφέα να καθορίζει ως ύψιστος μετρ τα νοήματα του κειμένου. Δικαίως πολλοί συγκρίνουν τις λογοτεχνικές του διακυμάνσεις με τις «διαφορετικές οπτικές γωνίες του Χένρι Τζέιμς», ενώ ο αιώνιος θιασώτης της γραφής του και καλός του φίλος Αντρέ Ζιντ έφτασε κάποια στιγμή να συγκρίνει τη «Χήρα Κοντέρκ» με τον «Ξένο» του Καμί. Και το εννοούσε.

 

Ο Ζορζ Σιμενόν με τη δεύτερη γυναίκα του Ντενίζ το 1962. Φωτ.: Dennis Oulds/Central Press/Getty Images/Ideal Image


Η απαστράπτουσα χρήση της λέξης ως κάτι οικείο και ακριβές, αφού τίποτα περιττό δεν υπάρχει στις περιγραφές του Σιμενόν, η ικανότητα διείσδυσης στα πιο σκοτεινά σημεία του ψυχισμού, οι λειτουργικές αντιφάσεις, η αποσβολωτική ικανότητά του να σκέφτεται τι μπορεί να βασανίζει και τον πιο ανήκουστο ήρωα, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά της δαιμόνιας γραφής του που βρήκε φανατικούς φίλους, αλλά και αρκετούς εχθρούς. Αποκλειστικός, σχεδόν, λόγος η παράδοξη σχέση του Σιμενόν με τις χιτλερικές οργανώσεις, που μάλλον έχουν να κάνουν με το αμαρτωλό οικογενειακό του παρελθόν παρά με τον ίδιο.

 

Ο μικρός του αδελφός, ο Κριστιάν, υπήρξε όντως ανώτερο στέλεχος τέτοιων οργανώσεων, με αποτέλεσμα, μετά το πέρας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, να καταδικαστεί σε θάνατο. Ο Σιμενόν, θέλοντας τότε να τον σώσει από την εκτέλεση, τον έστειλε στη Λεγεώνα των Ξένων, όπου συνήθιζαν να στέλνουν αντίστοιχες «προβληματικές» περιπτώσεις, με αποτέλεσμα, λίγα χρόνια αργότερα, ο Κριστιάν να πέσει νεκρός στο πεδίο της μάχης και η μητέρα τους να θεωρήσει υπαίτιο αποκλειστικά τον ίδιο τον Ζορζ.


Αυτή η προβληματική σχέση ανάμεσα στα δύο αδέλφια περιγράφεται ανάγλυφα στον «Πάτο του Μπουκαλιού» ‒που μόλις κυκλοφόρησε, επίσης από τις εκδόσεις Άγρα‒, γραμμένο το 1948, την αμερικανική του περίοδο, με τον ίδιο τον Σιμενόν, συγκλονισμένο από τον θάνατο του αδελφού του και βυθισμένο στην κατάθλιψη, να εναρμονίζεται απόλυτα με το άγριο και έρημο τοπίο της αμερικανικής ερήμου στα σύνορα με το Μεξικό. Καταλαβαίνει τώρα πιο εύκολα τα όρια μεταξύ του θανάτου και του πολιτισμού στην Άγρια Δύση και φαντάζεται πως είναι ο γνήσιος πρωταγωνιστής σε ένα υπαρξιακό γουέστερν που συγγράφει αποκλειστικά ο ίδιος.

 

Είναι, άλλωστε, από τα λίγα πράγματα που δεν έχει δοκιμάσει στα αναρίθμητα ταξίδια του στον κόσμο ‒ σε ένα από αυτά παίρνει συνέντευξη από τον αυτοεξόριστο τότε Τρότσκι, ενώ σε άλλα βιώνει τη συνύπαρξη με διαφορετικές φυλές και πολιτισμούς. Τρομερές και οι εμπειρίες που αποκόμισε από τα διαρκή ταξίδια του στα διαφορετικά κράτη της Αφρικής (φαίνονται ξεκάθαρα και στις περιγραφές του στο βιβλίο του «45 βαθμοί υπό σκιάν»).


Το ρητό «πολλών δ' ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω» ταιριάζει, επομένως, γάντι στην περίπτωση του πολύτροπου αυτού ανθρώπου που δεν γνώρισε ποτέ κάτι λιγότερο από το απόλυτο, έζησε γαργαντουικά, όπως ακριβώς ονειρεύτηκε, με άπειρες κατακτήσεις ‒μεταξύ των οποίων και κραταιά ονόματα, όπως αυτό της Τζοζεφίν Μπέικερ‒ και με αναρίθμητες περιπέτειες. Κατανάλωσε άπειρα λίτρα αλκοόλ και γερές δόσεις λογοτεχνίας, ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε τρεις φορές και με τη δεύτερη γυναίκα του, την Καναδέζα Ντενίζ Ουιμέ, απέκτησε δυο γιους, τον Τζον, ο οποίος διαχειρίζεται την τεράστια κληρονομιά του έργου του πατέρα του, και τον Πιερ, και μια κόρη, τη Μαρί Ζο, η οποία αυτοκτόνησε το 1978.

 

Πληθωρικός ρέκτης της ζωής αλλά και των πιο ποταπών και υψηλών συμβολισμών της, είδε τι σημαίνει να ανατρέπονται οι σταθερές και να λυγίζουν οι άξονες, κοίταξε τις ακονισμένες αιχμές της ύπαρξης και τόλμησε να φωτίσει με τα όνειρά του στα αστέρια. Έπασχε από τη λαμπρότερη αρρώστια, αυτή του λογοτέχνη, και πέθανε το ίδιο μυθιστορηματικά όπως έζησε: στον τεράστιο ροζ πύργο του, όπου είχε σκορπίσει τις στάχτες της κόρης του, διατάζοντας την τότε σύζυγό του Τερέζ να κάνει το ίδιο με τις δικές του στάχτες. Τα παιδιά του πληροφορήθηκαν τον θάνατό του από τις εφημερίδες, ακριβώς όπως εκείνος το θέλησε, το 1989, στο πλαίσιο του ατελεύτητου και απόλυτου παιχνιδιού της εικόνας και της ύπαρξης που υπηρέτησε πιστά ως επιδέξιος παίχτης σε όλη τη ζωή του.

 

Πώς το έλεγε ο Νίτσε; «Πρέπει να έχει κανείς το χάος μέσα του για να μπορέσει να γεννήσει ένα αστέρι».

Βιβλίο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια