Όταν ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο, το 2018, τίποτα δεν προμήνυε την ερήμωση που επικράτησε στους δρόμους της Αμερικής –και όχι μόνο– κατά τη διάρκεια των μέτρων για τον έλεγχο του Covid-19.
Προδημοσίευση

«Σιωπή»: Ένα απόσπασμα από το νέο μυθιστόρημα του Ντον Ντελίλο

Αποκλειστική προδημοσίευση της «Σιωπής» του Ντον Ντελίλο, που θα κυκλοφορήσει στις 20 Οκτωβρίου ταυτόχρονα σε Ελλάδα και Αμερική από τις εκδόσεις Gutenberg.



ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΩΣ μόνο ο Ντον Ντελίλο μπορεί να ανιχνεύσει την ποίηση που κρύβεται στις εξισώσεις του Αϊνστάιν, την ομορφιά που μπορεί κανείς να βρει σε μια σβηστή οθόνη. Ο χρόνος τον απασχολεί πάντα, όπως και ο φόβος που γεννιέται από την εξέλιξη της επιστήμης.

 

Και πάλι με τρόπο προφητικό, ο Ντον Ντελίλο στο νέο του βιβλίο, τη Σιωπή (μτφρ. Ζωή Μπέλλα-Αρμάου), μιλάει για τον πανικό που δημιουργείται από τις «ψηφιακές εισβολές», τις ασθένειες και τις «βιολογικές επιθέσεις», για τη σιωπή που προκαλεί η πραγματική και συμβολική απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους. Ωστόσο, όταν ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο, το 2018, τίποτα δεν προμήνυε την ερήμωση που επικράτησε στους δρόμους της Αμερικής –και όχι μόνο– κατά τη διάρκεια των μέτρων για τον έλεγχο του Covid-19.

 

Η LiFO εξασφάλισε αποκλειστική προδημοσίευση –πρώτη σε ολόκληρο τον κόσμο– ενός κεφαλαίου από την πολυαναμενόμενη Σιωπή του μεγαλύτερου, ίσως, εν ζωή Αμερικανού συγγραφέα, η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει ταυτόχρονα σε Ελλάδα, Αμερική και Ευρώπη στις 20 Οκτωβρίου. Όσο για τους τίτλους των κεφαλαίων, στο βιβλίο αυτό είναι πιο χαρακτηριστικοί από ποτέ.

 

Με τρόπο προφητικό, ο Ντον Ντελίλο στο νέο του βιβλίο, τη Σιωπή (μτφρ. Ζωή Μπέλλα-Αρμάου), μιλάει για τον πανικό που δημιουργείται από τις «ψηφιακές εισβολές», τις ασθένειες και τις «βιολογικές επιθέσεις», για τη σιωπή που προκαλεί η πραγματική και συμβολική απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους.

 

Kεφάλαιο 3

Η ζωή μπορεί να γίνει τόσο ενδιαφέρουσα που μας κάνει να ξεχνάμε τον φόβο.


Στο βαν, μέσα στους ήσυχους δρόμους, ο Τζιμ περίμενε να τον κοιτάξει η Τέσα, ώστε να ανταλλάξουν ματιές.


Υπήρχαν κι άλλοι στριμωγμένοι στο όχημα, δύο αεροσυνοδοί, ένας άνδρας που μιλούσε μόνος του στα γαλλικά, ένας άνδρας που μιλούσε στο τηλέφωνο, κουνώντας το, βρίζοντάς το. Άλλοι γκρίνιαζαν. Κι άλλοι, σιωπηλοί, προσπαθώντας να ξανασκεφτούν τι είχε συμβεί, ποιοι ήταν.


Ήταν μια ταλαντευόμενη μάζα από μέταλλο, γυαλί και ανθρώπινη ζωή, που έπεσε κάτω από τον ουρανό.
Κάποιος είπε, «Πέσαμε κάτω. Απίστευτο, ήταν σαν να αιωρούμασταν».


Κάποιος άλλος είπε, «Δεν ξέρω αν αιωρούμασταν. Ίσως στην αρχή. Αλλά χτυπήσαμε δυνατά».


«Χάσαμε τον αεροδιάδρομο;»


«Απότομη προσγείωση. Φλόγες», είπε μια γυναίκα. «Ντεραπάραμε και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Φωτιά στο φτερό».


Ο Τζιμ Κριπς προσπάθησε να θυμηθεί τι είδε. Προσπάθησε να θυμηθεί ότι φοβόταν.

 

Είχε ένα κόψιμο στο μέτωπό του, ένα σχίσιμο, τώρα δεν έτρεχε αίμα. Η Τέσα το κοιτούσε διαρκώς, σχεδόν ήθελε να το αγγίξει· αυτό, σκέφτηκε, ίσως τους βοηθούσε να θυμηθούν. Να ψηλαφίσει, να αγκαλιάσει, να μιλήσει ακατάπαυστα. Τα τηλέφωνά τους ήταν νεκρά, αλλά αυτό δεν ήταν παράξενο.


Ένας από τους επιβάτες είχε εξαρθρωμένο βραχίονα, του έλειπαν δόντια. Υπήρχαν κι άλλοι τραυματισμένοι. Ο οδηγός τούς είχε πει ότι πήγαιναν σε κάποια κλινική.


Τέσα Μπέρενς. Ήξερε το όνομά της. Είχε το διαβατήριό της, τα χρήματά της και το παλτό της, αλλά όχι αποσκευές ή σημειωματάριο, δεν θυμόταν αν είχαν περάσει από το τελωνείο, καμία ανάμνηση φόβου. Προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα στο μυαλό της. Ο Τζιμ ήταν εδώ και ήταν καλή συντροφιά, ένας άνδρας που εργαζόταν ως εμπειρογνώμων για μια ασφαλιστική εταιρεία.


Γιατί ήταν τόσο καθησυχαστικό αυτό;


Έκανε κρύο και ήταν σκοτάδι, αλλά κάποιος έκανε τζόκινγκ στον δρόμο, μια γυναίκα με σορτς και μπλουζάκι έτρεχε με σταθερό βήμα στη λωρίδα που προορίζεται για ποδήλατα. Προσπέρασαν άλλους, εδώ και εκεί, βιαστικούς, απομακρυσμένους, λίγους μόνο, χωρίς κανείς να ανταλλάσσει το παραμικρό βλέμμα.


«Το μόνο που λείπει είναι η βροχή», είπε ο Τζιμ, «και θα καταλαβαίναμε ότι είμαστε χαρακτήρες σε ταινία».


Το προσωπικό καμπίνας ήταν σιωπηλό, οι στολές τους κάπως τσαλακωμένες. Κάποιοι μέσα στο βαν τούς απηύθυναν δυο-τρεις ερωτήσεις.


Άτονη απάντηση, μετά τίποτα.


«Πρέπει να μην ξεχνάμε να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι είμαστε ακόμη ζωντανοί», είπε η Τέσα αρκετά δυνατά για να την ακούσουν και οι άλλοι.


Ο άνδρας που μιλούσε γαλλικά άρχισε να απευθύνει ερωτήσεις στον οδηγό. Η Τέσα προσπάθησε να κάνει χρέη διερμηνέα για τον Τζιμ.


Ο οδηγός επιβράδυνε, συντονιζόμενος με τη γυναίκα που έτρεχε. Δεν έδωσε καμία απάντηση σε οποιαδήποτε ερώτηση οποιασδήποτε γλώσσας. Ένας ηλικιωμένος είπε ότι έπρεπε να πάει στην τουαλέτα. Αλλά ο οδηγός δεν αύξησε ταχύτητα, είχε σαφώς αποφασίσει να παραμείνει ευθυγραμμισμένος με τη γυναίκα.


Η γυναίκα απλώς συνέχιζε να τρέχει κοιτάζοντας ευθεία μπροστά.

 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια