Λέσχη Ανάγνωσης: Μεταμορφώσεις

«Ο χρυσός γάιδαρος ή οι μεταμορφώσεις»: Το μπεστ σέλερ των χρόνων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Ένα πρώιμης μορφής μυθιστόρημα του 2ου αι. μ.Χ. λαμπυρίζει ελκυστικά στις μέρες μας ως ένα έργο του σήμερα για το σήμερα, όπως ακριβώς συνέβαινε και σε κάθε προηγούμενη εποχή.

Οι Μεταμορφώσεις του Απουλήιου υπήρξαν, την εποχή που γράφτηκαν, αυτό που σήμερα θα περιγράφαμε ως «παγκόσμιο μπεστ σέλερ». Αγαπήθηκαν πολύ, απ' άκρη σ' άκρη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στον υπόλοιπο γνωστό κόσμο που μιλούσε τη λατινική. Και αυτή η απήχηση που είχαν αποδίδεται τόσο στο ότι πρόσφεραν διασκέδαση, χάρη στη σκαμπρόζικη πτυχή τους, όσο και στο ότι γίνονταν συναρπαστικές χάρη στη σβελτάδα της περιπετειώδους δράσης τους και χάρη στον απίθανο χαρακτήρα των συνθηκών στις οποίες παγιδεύεται ο κεντρικός ήρωάς τους.


Ήταν και είναι ένα ανάγνωσμα που τηρεί την υπόσχεση με την οποία ξεκινά ο συγγραφέας του: «[...] αγαπητέ μου αναγνώστη, θα σου διηγηθώ μιαν ολόκληρη σειρά από διάφορα παραμύθια και θα χαϊδέψω το ευγενικό σου αυτί με έναν ευχάριστο ψίθυρο [...] και στο εγγυώμαι, φίλε μου, πως δεν θα πλήξεις. Μα αντίθετα θα νιώσεις έκπληξη και θαυμασμό, μαθαίνοντας πως ανθρώπινα όντα άλλαξαν φύση και κατάσταση για να πάρουν μία άλλη μορφή και έπειτα πως απόκτησαν ξανά την αρχική μορφή τους».


Ο Απουλήιος γεννήθηκε γύρω στο 125 μ.Χ. στην πόλη Μάδαυρα της Αφρικής, σε έδαφος όπου με βάση τα σημερινά δεδομένα θα ήταν Αλγερινός. Θεωρείται ότι απεβίωσε γύρω στο 170 μ.Χ., επειδή από τότε χάνονται οι αναφορές σε αυτόν. Ωστόσο, υπάρχει πιθανότητα να έζησε τουλάχιστον δέκα χρόνια ακόμη. Επίσης, θεωρείται ότι έγραψε τις Μεταμορφώσεις γύρω στο 160 μ.Χ., δηλαδή όταν ήταν περίπου 35 ετών.

 

Σύμφωνα με άλλες χρονολογήσεις, όμως, το έργο του αυτό τοποθετείται μεταξύ 180 και 190 μ.Χ. Όποια κι αν είναι τελικά η ακριβής χρονολογία της συγγραφής του, σίγουρα δεν πρόκειται για νεανικό έργο του συγγραφέα, παρότι κυριαρχεί η αντίληψη ότι ο Απουλήιος ταυτίζεται ποικιλοτρόπως με τον νεαρό ήρωά του και οι Μεταμορφώσεις του είναι ένα έργο αυτοβιογραφικό.

 

 

Ο αναγνώστης γελά και διασκεδάζει με ένα ρεσιτάλ απροκάλυπτης βίας και σκληρότητας. Σε αυτό το ρεσιτάλ η εγκληματικότητα κάθε είδους, η κατάχρηση εξουσίας, ο φόνος ως κύριο μέσο αυτοάμυνας ή απλής εκδίκησης, ο φθόνος, η αυτοδικία, η προδοσία και κάθε άλλου είδους «ξεπάστρεμα» του άλλου συνυπάρχουν ως φυσιολογικό «σύστημα ζωής».


Ο δεύτερος τίτλος του έργου, Ο χρυσός γάιδαρος, προστέθηκε μεταγενέστερα από φιλολόγους, επειδή θεωρούσαν ότι οι ιστορίες που «κουβαλά» ο μεταμορφωμένος σε γάιδαρο Λούκιος είναι πραγματικό χρυσωρυχείο ιδεών, διδαγμάτων και ηθογραφιών.

 

Ο Απουλήιος υπήρξε όμορφος, αν κρίνει κανείς από τη μορφή του που διασώζεται σε μετάλλιο της εποχής, και αγαπητός στον κόσμο, χάρη στην απήχηση του έργου του, η οποία ήταν τέτοια ώστε στην αρχαία Καρχηδόνα, την «πόλη της ακολασίας», να του έχουν στήσει αδριάντα, ενόσω εκείνος ακόμα ζούσε. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και ως εκ τούτου σπούδασε αρχικά ρητορική στην Καρχηδόνα, που ήταν το σπουδαιότερο κέντρο λατινικών σπουδών στη βόρεια Αφρική, και αργότερα ελληνική γλώσσα, λογοτεχνία και φιλοσοφία στην Αθήνα, η οποία εξακολουθούσε να είναι ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα στη Μεσόγειο.


Η πρώτη έκδοση των Μεταμορφώσεων από τον εκδοτικό οίκο Νεφέλη έγινε πριν από 38 χρόνια. Έκτοτε, το βιβλίο ανατυπώνεται, περιλαμβάνοντας πάντα το προλογικό σημείωμα του επιμελητή της πρώτης έκδοσης Αριστείδη Αϊβαλιώτη, για το οποίο δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κάποιος ότι είναι τόσο σημαντικό για το έργο όσο και το υπόμνημα του Ιωάννη Συκουτρή για το Συμπόσιο του Πλάτωνα.


Στο κείμενό του αυτό ο Αϊβαλιώτης τονίζει πως η Αθήνα «για τους Ρωμαίους εραστές της σοφίας ήταν και ο πρώτος σταθμός του ταξιδιού για την Ανατολή με τις παράξενες θεότητες, τις απόκρυφες τελετουργίες και τον μυστικισμό που κέρδιζε ολοένα έδαφος: εκπρόσωποί του, κάθε λογής, είχαν κιόλας προφτάσει να ιδρύσουν εκεί τους υποσταθμούς τους, διεγείροντας την περιέργεια, εξάπτοντας τη φαντασία, εξαπατώντας τους αφελείς και γοητεύοντας τους νέους, κυρίως όμως συνεπικουρώντας στην πλήρωση ενός πνευματικού αδιεξόδου. Σε αυτή την εξ Ανατολών πνευματική αρωγή και εισβολή πρωτοστατούσαν όχι μόνο μύστες και ιερείς αλλά και αγύρτες. Στον ταραγμένο εκείνο κόσμο η ανασφάλεια εδώ στη γη δεν μπορούσε παρά να στρέφει τα μάτια στον ουρανό. Κι ο ουρανός, κατοικημένος από ποικιλόχρωμους θεούς και δαίμονες, νεράιδες και τελώνια, λίγες εγγυήσεις έδινε για ευτυχία, κι αυτές μέσα από επαγγελματίες μεσάζοντες και πάντα, φυσικά, επί πληρωμή: μάντες, προφήτες, οιωνοσκόποι, ραβδοσκόποι, αστρολόγοι, μάγοι και μάγισσες, άλλο τίποτε από δαύτους που στήνανε τα δόκανά τους πλάι στις σχολές των φιλοσόφων. Στην Αθήνα ήρθε, λοιπόν, ο Απουλήιος και σπούδασε την ελληνική γλώσσα, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία και, καθώς φαίνεται, διέπρεψε. Παράλληλα, όμως, φαίνεται πως δεν παρέλειψε να μυηθεί και στους χώρους εκείνους όπου η λογική υποκλίνεται μπροστά στο παράλογο και στις μυστηριακές δυνάμεις που κυβερνούν τα ανθρώπινα. Όχι λιγότερο από τους συγχρόνους του ένιωθε κι αυτός την ανάγκη της ασφάλειας μέσα στους κόλπους μιας πίστης, μιας θρησκευτικής "στέγης". Όσο για τη μαγεία, φιλοπερίεργος καθώς ήταν, δεν παρέλειψε να εντρυφήσει και σε αυτήν – φιλοπερίεργος, μα όχι κι αφελής».

 

Διαβάζοντας τις Μεταμορφώσεις κάποιος σήμερα, θα χρειαστεί να προσπαθήσει για να συλλάβει το εύρος και το βάθος της δεισιδαιμονίας που κυριαρχούσε την εποχή που γράφτηκαν. Αυτό είναι και το μόνο ουσιαστικό «χάσμα» μεταξύ του τότε και του σήμερα. Και είναι ένα χάσμα που δημιουργείται κυρίως από τη δική μας προκατάληψη ότι η ελληνική αρχαιότητα ορίζεται ολοκληρωτικά από την πνευματική λάμψη της φιλοσοφίας και την ποίησης. Ενώ αυτό συμβαίνει μόνο κατά το ήμισυ, δεδομένου ότι το άλλο μισό της ορίζεται από τον δεισιδαιμονικό παραλογισμό.


Το κείμενο ξεκινά με την άφιξη του νεαρού Λούκιου στη Θεσσαλία, που θεωρoύνταν «η πρωτεύουσα της μαγείας», και συγκεκριμένα στην πόλη Υπάτη. Εκεί φιλοξενείται σε σπίτι φίλου, φίλου του, τον οποίο δεν γνωρίζει προσωπικά και που σύζυγός του είναι η φιλήδονη μάγισσα Παμφίλη, η οποία αξιοποιεί την υπηρέτριά της Φωτίδα ως βοηθό στην άγρια τέχνη της. Ο Λούκιος έχει μεγάλη περιέργεια για τη μαγική δύναμη και γνώση της Παμφίλης και ζητά από τη Φωτίδα να τον βοηθήσει να μεταμορφωθεί σε πουλί, όπως, κρυφοκοιτάζοντας, είχε δει την κυρία της να κατορθώνει. Η Φωτίδα, όμως, του προμηθεύει τη λάθος αλοιφή μεταμορφώσεως κι έτσι ο Λούκιος, αντί για πουλί, γίνεται γάιδαρος.


Αυτά συμβαίνουν στον πρώτο από τους έντεκα «τόμους» των Μεταμορφώσεων (οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στο ακέραιο στην επίτομη έκδοση της Νεφέλης). Έτσι, στους υπόλοιπους δέκα ο αναγνώστης παρακολουθεί την περιπλάνηση και τα πάθη του γάιδαρου-Λούκιου, μέχρις ότου στο τέλος ανακτήσει την ανθρώπινη μορφή, χάρη στη θαυματουργή παρέμβαση της Ίσιδος, της υπέρτατης όλων των θεών.

 

Έτσι, η διάρθρωση αυτόνομων επεισοδίων που συμβαίνουν κατά την τεθλασμένη περιπλάνηση του πρωταγωνιστή, ώστε να προκύψει η σύνθεση του έργου, χαρίζει στις Μεταμορφώσεις έναν βαθμό συγγένειας με την Οδύσσεια. Ο Απουλήιος όμως φροντίζει να τηρεί και αποστάσεις σεβασμού από αυτήν, διευκρινίζοντας μέσα στο κείμενό του πως: «Ο θείος Όμηρος, ο παλιός Έλληνας ποιητής, είχε δίκιο περιγράφοντας στους στίχους του έναν ήρωα σοφό και λέγοντας πως τις πιο σπουδαίες του αρετές τις είχε αποκτήσει ταξιδεύοντας σε πολλές πολιτείες και γνωρίζοντας τα ήθη των ανθρώπων. Και πράγματι και εγώ σε τούτη τη γαϊδουρινή μου μεταμόρφωση χρωστώ τις τόσες μου εμπειρίες που ανίσως δεν με κατέστησαν σοφό, με μάθανε όμως πολλά».

 

Το απόσπασμα αυτό φανερώνει επίσης ότι στις Μεταμορφώσεις όλα συμβαίνουν σε έναν –ανεπαίσθητο μερικές φορές– τόνο αυτοσαρκασμού, που είναι παρών σε κάθε στιγμή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης του περιπλανώμενου γαϊδάρου. Πρόκειται για τον αυτοσαρκασμό που ανιχνεύεται σε αυτό που ο Αϊβαλιώτης διατυπώνει ως εξής για τον Απουλήιο: «[είναι] ένας άνθρωπος αναθρεμμένος με την κλασική παιδεία [που] αφηγείται τις ιστορίες του περιγράφοντας σκληρά και κυνικά την πραγματικότητα και αδιαφορώντας για τους κανόνες της Ποιητικής. Η πραγματικότητα προβάλλει μπροστά του στυγνή και αμείλικτη και δίχως έλεος, δίχως αξίες και ηθικά στηρίγματα, παράλογη, εφιαλτική: εδώ πια δεν χωράει μήτε η τραγωδία μήτε η κωμωδία. Ένας καινούργιος δρόμος ανοίγεται: η περιγραφή η πιο πιστή, η πιο κυνική, η πιο φυσική – ο ρεαλισμός. "Άφησε, σε παρακαλώ, αυτόν τον τραγικό τόνο, μην αστειεύεσαι και μίλα με φυσικότητα", όπως ευθέως θέτει το ζήτημα μέσα στο κείμενό του ο συγγραφέας. Γιατί είναι γεγονός ότι ο Απουλήιος έζησε σε έναν κόσμο όπου και οι θεοί δεν κάνουν τίποτα χωρίς συμφέρον [... και] ο φτωχός που δεν βαστά στο χέρι του οβολό δεν μπορεί ούτε να πεθάνει. [...] Είναι ο κόσμος της ελληνιστικής αρχαιότητας, ένας κόσμος που ζει τις δύσκολες μέρες της παρακμής ενός μεγάλου πολιτισμού, ο κόσμος της Pax Romana. Κι ο τόπος όπου λαβαίνουν χώρα τα δρώμενα δεν είναι άλλος από την Ελλάδα».


 

Η εκδοχή του Μίλο Μανάρα σε κόμικ

 

Μοιραία, λοιπόν, ο σημερινός αναγνώστης του αρχαίου αυτού κειμένου μένει έκθαμβος κάθε φορά που συνειδητοποιεί ότι όσα διαβάζει στέκουν ως αλληγορία της σημερινής παγκόσμιας συνθήκης που καθορίζουν οι γενικευμένες μετακινήσεις πληθυσμών, όποιου λόγου και αιτίας κι αν είναι αυτές (δηλαδή, όχι μόνο εξαιτίας του μεταναστευτικού φαινομένου, αλλά και επειδή, για παράδειγμα, ένας Βορειοευρωπαίος συνταξιούχος αποφασίζει να ζήσει στη Μάνη ή στη νότια Πορτογαλία).

 

Οι Μεταμορφώσεις του Απουλήιου στέκουν επίσης ως αλληγορία της «ό,τι να 'ναι» ανάμειξης δοξασιών που παρατηρούμε σήμερα παντού γύρω μας. Και, γενικότερα, ως αλληγορία του ομογενοποιημένου και μακράς διαρκείας πολιτισμικού «χυλού» στον οποίο μουλιάζουμε χάρη στην Pax Internetica (ή και Pax Googleiana – γιατί όχι;) και όπου η μόνη αξία που είναι αληθινά σεβαστή απ' όλους, χωρίς ίχνος προσποίησης και ως εκ τούτου έχει ουσιαστική ισχύ, είναι το χρήμα.

 

Και δεν σταματούν εδώ οι αναλογίες της εποχής μας με τον 2ο αι. μ.Χ., οπότε γράφτηκαν οι Μεταμορφώσεις. Μας ενώνουν ακόμη η γενικευμένη αίσθηση αστάθειας των πάντων και οι άγνωστες και απροσδόκητες απειλές που εμφανίζονται χωρίς προειδοποίηση. Και, γενικότερα, ό,τι εντείνει την αίσθηση ανασφάλειας και την αμηχανία που προκαλεί στην ψυχή, η οποία με τη σειρά της κάνει τον άνθρωπο να στρέφεται σε οτιδήποτε ο ίδιος αποφασίζει ότι συνιστά «θεότητα». Ή σε ό,τι, τέλος πάντων, «μαγικό» θα μπορούσε κατεπειγόντως να επιστρατευτεί για να επιτελέσει (λειτουργώντας έστω και ως ζωτικό ψέμα) τον ρόλο ηθικού υποστηρίγματος της ύπαρξης.


Βρισκόμαστε ξανά εκεί, σε έναν 2ο αι. μ. Χ., γι' αυτό και ο σημερινός αναγνώστης ταυτίζεται τόσο εύκολα με τον μεταμορφωμένο Λούκιο που, ως –σχεδόν αναξιοπαθών– γάιδαρος, βρίσκεται καθηλωμένος σε μια θέση παρατηρητή, από την οποία διακρίνει μεν το πρόβλημα, αλλά δεν μπορεί να ενεργήσει ώστε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να διαμορφώσει προς όφελός του αυτά που συμβαίνουν γύρω του και μοιάζουν να εκπορεύονται από την ανησυχητική περιθωριακή ζώνη όπου το πιθανό και το απίθανο ταυτίζονται.


Το κύριο πιάτο που τελικά σερβίρει με τις Μεταμορφώσεις του ο Απουλήιος είναι η ανθρώπινη κτηνωδία, όπως αυτή αποκαλύπτεται εξαιτίας της φθοράς του πολιτισμικού πέπλου που μέχρι τότε ίσως να τη συγκάλυπτε.


Ο αναγνώστης γελά και διασκεδάζει με ένα ρεσιτάλ απροκάλυπτης βίας και σκληρότητας. Σε αυτό το ρεσιτάλ η εγκληματικότητα κάθε είδους, η κατάχρηση εξουσίας, ο φόνος ως κύριο μέσο αυτοάμυνας ή απλής εκδίκησης, ο φθόνος, η αυτοδικία, η προδοσία και κάθε άλλου είδους «ξεπάστρεμα» του άλλου συνυπάρχουν ως φυσιολογικό «σύστημα ζωής». Και το σύστημα αυτό φαντάζει πάγιο και αναπόφευκτο. 

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Λούκιος, «στριμωγμένος» μέσα στη μορφή γαϊδάρου, «επιπλέει» στη ροή των γεγονότων και επιβιώνει εντελώς τυχαία. Παρατηρεί έναν αλά Κουέντιν Ταραντίνο κατασπαραγμό γύρω του, με τη στωικότητα και την αντοχή των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων στις ταινίες των αδελφών Κοέν. Άραγε, μήπως είναι παραπλανητική μια τέτοια σύγκριση; Μήπως θα έπρεπε να αποφεύγεται σε κάθε περίπτωση ο αναχρονισμός της και να προσδιορίζονται οι Ταραντίνο και Κοέν από τον Απουλήιο;

 

Αλλά τι σημασία έχει αυτή η διερώτηση, όταν αυτό που προέχει είναι ότι η γραμμική εξέλιξη του χρόνου απαλείφεται, επειδή μοιάζει σαν να ήταν στάσιμος επί περίπου δύο χιλιετίες, από τη στιγμή που διαπιστώνει κάποιος ότι τόσο στην εποχή του Απουλήιου όσο και στη δική μας ο άνθρωπος αντέχει τον τόσο παραλογισμό που τον περιβάλλει επειδή σιωπηρά συμβιβάζεται με την ύπαρξή του και τελικά τον αφομοιώνει.


Και όπως είναι αναμενόμενο, μέσα στο πλαίσιο συμβιβασμού του ανθρώπου με τον παραλογισμό η κτηνώδης φύση του αναπνέει με περισσότερη άνεση. Η δεισιδαιμονία, η μαγεία και ο ακραίος ηδονισμός βρίσκουν επίσης τη θέση τους. Γι' αυτό και οι μάγισσες των Μεταμορφώσεων, όπως είναι οι τρομερές αδελφές Μερόη και Πανθεία, δεν έχουν κανένα τακτ ανάλογο με εκείνο των κακών στις ιστορίες του Χάρι Πότερ, για παράδειγμα.

 

Αντίθετα, με κάθε ευκαιρία τραβούν από το μανίκι τους τον άσο της ψυχρής, αδίστακτης, σουρεαλιστικής ωμότητας: «[...] με μια λέξη [της] μεταμόρφωσε σε κάστορα έναν εραστή της, που την είχε απατήσει με μια γυναίκα – γιατί το ζώο αυτό, όταν κινδυνεύει να το πιάσουν κυνηγοί, κόβει τα γεννητικά του όργανα κι εκείνη αυτό επιθυμούσε να του συμβεί». Ή, «για να εκδικηθεί έναν δικηγόρο που είχε δημηγορήσει εναντίον της τον μεταμόρφωσε σε κριάρι. Και μ' όλο που είναι κριάρι, δικηγορεί ακόμη». Ή ακόμα: «Τη γυναίκα ενός ερωμένου της επειδή είπε εναντίον της, όταν κόντευε να γεννήσει, της έσφιξε τη μήτρα και της εμπόδισε τη γέννα. Έτσι η καημένη μένει διαρκώς έγκυος και οκτώ χρόνια τώρα η κοιλιά της όλο φουσκώνει. Και νομίζεις πως θα γεννήσει ελέφαντα».

 

Κατά τα άλλα, η ψυχολογική βία είναι κι αυτή παρούσα στις Μεταμορφώσεις με σπουδαίο παράδειγμα την συνομωσία ολόκληρης της Υπάτης εναντίον του Λούκιου, που γίνεται το «ετήσιο θύμα» εις βάρος του οποίου γελούν όλοι οι κάτοικοι μαζί, κατά τον εορτασμό του Θεού του Γέλιου.

 

Οι Μεταμορφώσεις περιέχουν και μια λοξοδρόμηση από την κύρια ιστορία, η οποία παρατίθεται ως «παρηγορητική αφήγηση» από ένα δευτερεύον πρόσωπο του έργου προς ένα άλλο δευτερεύον πρόσωπο. Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες και εκτενέστερες καταγραφές του ρωμαϊκού μύθου του Έρωτα και της Ψυχής. Και έχει βασιστεί σε αυτήν η πολύ σημαντική ανάλυση του πίνακα του Ιταλού ζωγράφου Jacopo Zucchi με τίτλο Η Ψυχή συλλαμβάνει εξαπίνης τον Έρωτα (1589) από τον Γάλλο ψυχίατρο και ψυχαναλυτή Ζακ Λακάν, με στόχο να περιγράψει τον διχασμό που συμβαίνει στο ψυχικό όργανο που το κεραυνοβολεί ο έρωτας.

 

Πίστευε άραγε πραγματικά στην έννοια το θείου ο Απουλήιος ή μήπως η αμφισβήτηση που περιέχει η κάποιες φορές συγκαλυμμένη ειρωνεία του προς ολόκληρη την πραγματικότητα που βίωνε στρεφόταν τελικά και κατά της πίστης σε οτιδήποτε το μεταφυσικό; Θεωρούσε, άραγε, ότι ο Δίας είχε πραγματική δύναμη όταν έγραφε γι' αυτόν ότι διέταξε τον Ερμή να ανακοινώσει στους θεούς ότι θα επέβαλε χρηματικό πρόστιμο σε όποιον απ' αυτούς δεν υπάκουε στην πρόσκλησή του για γενική συνέλευση; Μήπως αρνιόταν την ίδια Ίσιδα, η οποία έσωσε τον ήρωά του τον Λούκιο, λύνοντας τα μάγια που τον είχαν μεταμορφώσει σε γάιδαρο, όταν παραδέχεται ότι θα γινόταν πρόθυμα ιερέας της, αν γνώριζε ότι θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στο χρηματικό κόστος της μύησής του; Μήπως ο Απουλήιος ήταν τελικά ένας Νίτσε του 2ου αι μ. Χ. όχι επειδή υποστήριζε τον «θάνατο το Θεού», αλλά επειδή τον θεωρούσε «πουλημένο»;

 

Αυτά είναι μόνο μερικά από τα ερωτήματα που ο σημερινός αναγνώστης των Μεταμορφώσεων μπορεί να αισθανθεί ότι παραμένουν σε εκκρεμότητα και αποζητούν τις απαντήσεις τους.

 

Αλλά κι αν πάλι κανένα από αυτά δεν τον απασχολήσει, θα εξακολουθεί να αναπολεί τις Μεταμορφώσεις με χαμόγελο, για τη διασκέδαση και τις εκπλήξεις που του χάρισαν.

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΕΚΠΤΩΣΗ ΕΔΩ

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

Βιβλίο
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια