ΣΙΝΕΜΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΕΥΣΗ

Οι Νοικοκυραίοι: Ένα σημαντικό βιβλίο για τους πρώτους μικροαστούς της Αθήνας

Ο Νίκος Ποταμιάνος μελέτησε τους μαγαζάτορες και τους βιοτέχνες από το 1880 μέχρι και το 1925 και κατέγραψε την ιστορία μιας κοινωνικής τάξης που άλλαξε την ελληνική κοινωνία για πάντα.
2.9.2018

Το βιβλίο του Νίκου Ποταμιάνου, διδάκτορα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης είναι ένα από τα πολύ σημαντικά βιβλία που κυκλοφορούν αυτόν τον καιρό. Είναι το αποτέλεσμα χρόνων έρευνας και μελέτης για τους «νοικοκυραίους» ή Αθηναίους «μικροαστούς», μιας τάξης με κομβική σημασία για την ελληνική κοινωνία του 20ου αιώνα, την οποία αποτελούσαν μαγαζάτορες και βιοτέχνες από το 1880 μέχρι και το 1925. Σε 547 σελίδες καταγράφει αποκαλυπτικά στοιχεία με τρόπο που ξεφεύγει από την διδακτορική διατριβή και γίνεται ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα με γεγονότα σταθμούς για την ιστορία της Αθήνας του 19ου και του 20ου αιώνα, ξεκινώντας από την πυρκαγιά της παλιάς αγοράς το 1884, τα Ευαγγελικά το 1901, την καθιέρωση της κυριακάτικης αργίας, την καταδίωξη της αισχροκέρδειας, το βερεσέ και το ενοικιοστάσιο, τις απεργίες των αρτοποιών μέχρι το κύμα κοπής των μουστακιών μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την περιφρούρηση της «αξιοπρέπειας» των νοικοκυραίων.  

 

Ήταν μια έρευνα δύσκολη και χρονοβόρα, καθώς ελάχιστα είναι τα αρχεία που έχουν κάποια σχέση με το θέμα κι έπρεπε να συγκεντρώσω ψηφίδα-ψηφίδα τα στοιχεία από τις εφημερίδες της εποχής, αρχεία πολιτικών κ.λπ. 

 

«Μελέτησα τους μαγαζάτορες και τους βιοτέχνες της Αθήνας στα 1880-1925: τα οικονομικά δεδομένα των μικροεπιχειρήσεων. Τις πιάτσες ανά επάγγελμα και τη θέση των καταστημάτων στον ιστό της πόλης. τον ρόλο των μαγαζατόρων στις γειτονιές ως πιστωτών, μικροκομματαρχών και εν γένει σημαντικών προσώπων. Τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τις ιεραρχίες της κοινωνίας και τον εαυτό τους μέσα σ’ αυτές. Τις αξίες τους και τις πολιτικές τους απόψεις. τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων και εντός των οικογενειών (όσο μπόρεσα...), την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τους στο πεδίο της κουλτούρας (όσο υπήρχε...), την οργάνωσή τους σε σωματεία, τις κινητοποιήσεις τους και την ανάπτυξη της ταυτότητας μιας ιδιαίτερης τάξης, όπως εκδηλώθηκε στα χρόνια μετά την ίδρυση της ΓΣΕΒΕ» λέει ο συγγραφέας. «Ήταν μια έρευνα δύσκολη και χρονοβόρα, καθώς ελάχιστα είναι τα αρχεία που έχουν κάποια σχέση με το θέμα κι έπρεπε να συγκεντρώσω ψηφίδα-ψηφίδα τα στοιχεία από τις εφημερίδες της εποχής, αρχεία πολιτικών κλπ. Το θέμα αυτό το διάλεξα επειδή από προηγούμενες έρευνες και διαβάσματα μού είχαν δημιουργηθεί ερωτήματα που πίστεψα ότι θα μπορούσα να τα απαντήσω. Επιπλέον, ήταν ένα θέμα πρωτότυπο –αν και, εδώ που τα λέμε, με δεδομένη την υπανάπτυξη της κοινωνικής ιστορίας στην Ελλάδα, τα περισσότερα σχετικά θέματα δεν έχουν μελετηθεί. Ήταν, τέλος, μια πρόκληση το να προσπαθήσεις να επαναφέρεις την έννοια της τάξης στη συζήτηση, μεταξύ τόσο των ειδικών όσο και των απλών ανθρώπων».

 

Αμαξάς σε δρόμο της Πλάκας, 1920, φωτογραφία του Fred Boissonnas: Τη δεκαετία του 1920 οι άμαξες αντικαταστάθηκαν από τα αυτοκίνητα. Οι αμαξάδες, όταν συνειδητοποίησαν ότι δεν θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα ταξί και τα λεωφορεία, ζήτησαν και πέτυχαν να τους χορηγηθεί ένα ποσό για να καταθέσουν τις άδειες ηνιοχίας και τις άμαξές τους, ενώ τους δόθηκε η δυνατότητα επιδοτούμενης μετεκπαίδευσης στην οδήγηση αυτοκίνητου. Ανάμεσα στους χιλιάδες «αποζημιωθέντες» και ο πατέρας του Γιώργου Ζαμπέτα: με το εφάπαξ που πήρε άνοιξε κουρείο και στη θέση του στάβλου που είχε για το άλογό του έχτισε δωμάτια για τα παιδιά του. ©Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

-Ποια η διαφορά τους από τους μεγαλοαστούς στη σύνθεση της αστικής τάξης της εποχής; 
Πολλές διαφορές μπορεί να βρει κανείς . ας επισημάνω δύο. Πρώτα πρώτα έχουν πολύ μικρότερη οικονομική άνεση –όταν την έχουν: πολλοί ήταν οι ιδιοκτήτες μικροσκοπικών εργαστηρίων και μαγαζιών, με μικρό εισόδημα και τελικά σύντομη καριέρα ως καταστηματάρχες: φαίνεται ότι η πλειοψηφία των μαγαζιών δεν επιβίωνε για πάνω από δέκα χρόνια. Αυτή η αστάθεια, βέβαια, είναι χαρακτηριστικό τόσο των μικρών μονάδων εν γένει όσο και της συγκεκριμένης εποχής, και πάντως δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα.
Έπειτα, οι κόσμοι μεγαλοαστών και μικροαστών εκείνα τα χρόνια γίνονται όλο και πιο διαφορετικοί. Πλούσιοι ομογενείς έρχονται και χτίζουν «μέγαρα» στην Αθήνα: οι τάξεις των μεγαλοαστών πυκνώνουν σημαντικά. Σταδιακά διαμορφώνονται κάποιες ζώνες ξεχωριστής αστικής κατοικίας, καθώς και διάφορα «πολιτισμένα περιβάλλοντα» (κέντρα, τόποι περίπατου κλπ). Ο συγχρωτισμός μεγαλοαστών και μικροαστών στις κοινότητες της γειτονιάς ή των συμπατριωτών περιορίζεται, οι «γαμήλιες αγορές» διαφοροποιούνται πολύ, ενώ προφανώς διαφέρουν πολύ και ως προς το πολιτισμικό κεφάλαιο που κατέχουν.
Οι μικροαστοί γενικά επιδιώκουν να υιοθετήσουν όσα στοιχεία μπορούν από τις συνήθειες της αστικής τάξης. Από την άλλη, όμως, ασκούν κριτική σε αυτό που θεωρούν ξενομανία/περιορισμένο πατριωτισμό των μεγαλοαστών και στους μειωμένους ηθικούς φραγμούς τους.

 

-Ποιο είναι το συμπέρασμα που έβγαλες από τον ρόλο που έχει παίξει η μικροεπιχείρηση στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας; 
Ιστορικοί και κοινωνικοί επιστήμονες έχουν συσχετίσει την αναπαραγωγή στην Ελλάδα μιας εκτεταμένης τάξης μικροαστών και μικροϊδιοκτητών γεωργών με μια σειρά από παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας: τις πελατειακές σχέσεις, τον λαϊκισμό, το πλήθος αργόμισθων δημόσιων υπάλληλων κλπ. Γενικά δεν έχω εμπλακεί στη συγκεκριμένη συζήτηση. Σίγουρα δε θα συμφωνήσω με τη γενικευμένη ελεεινολόγηση της κοινωνίας των μικροϊδιοκτητών, που απαντάται ιδίως σε μια παλιότερη γενιά κοινωνικών επιστημόνων.
Από την άλλη, είναι σαφές ότι στην Ελλάδα η μικρή ιδιοκτησία διατηρούσε μια ιδιαίτερη θέση, μέχρι και σήμερα. Όλο τον 19ο αιώνα, και τουλάχιστον μέχρι την Κατοχή, το ελληνικό κράτος συνέβαλε στην επιβίωση της μικρής ιδιοκτησίας: δείτε ιδίως την αγροτική μεταρρύθμιση και τη διανομή των τσιφλικιών. Ο δάσκαλός μου, ο Χρήστος Χατζηιωσήφ, είχε συνδέσει παλιότερα την αναπαραγωγή της μικρής ιδιοκτησίας με τα πολιτικά δικαιώματα που απέκτησαν από νωρίς όλοι οι Έλληνες (οι άντρες, εννοείται): χάρη στην καθολική ψηφοφορία (η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες στις οποίες θεσπίστηκε), δεν προωθήθηκαν πολιτικές που θα περιόριζαν τη διάχυτη «ιδιοκτησία των πολλών» προς όφελος της επιτάχυνσης της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

 

Αθηνάς και Ερμού, 1906, φωτογραφία στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, ΗΠΑ: Οι πλανόδιοι και οι «στάσιμοι» έμποροι (δηλαδή αυτοί που είχαν τον πάγκο τους στο ίδιο πάντα σημείο σε κάποιον δρόμο) είδαν τη σημασία τους για το εμπόριο της πρωτεύουσας να μειώνεται κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, καθώς αναπτυσσόταν το δίκτυο των καταστημάτων. Ωστόσο δεν εξέλιπαν, και όταν ήρθαν οι πρόσφυγες οι κεντρικοί δρόμοι της Αθήνας πλημμύρισαν από πάγκους και παραπήγματα στα οποία χιλιάδες πρόσφυγες πουλούσαν μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων προσπαθώντας να επιβιώσουν. ©Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

-Πόσο έχουν επηρεάσει την πολιτική κατάσταση κάθε εποχής;
Οι επαγγελματοβιοτέχνες αποτελούσαν την εποχή που μελετώ τη ραχοκοκαλιά των λαϊκών τάξεων της Αθήνας. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, τους συναντάμε συνεχώς σε κινητοποιήσεις, προεκλογικές εκστρατείες, συμπλοκές, και διάφορες συναλλαγές. Πρωτοστατούν στις κινητοποιήσεις που έριξαν τον Τρικούπη το 1895 και σε αυτές ενάντια στη μετάφραση των Ευαγγελίων στη δημοτική το 1901, στη μεγαλύτερη διαδήλωση που είχε γίνει ως τότε στην Αθήνα, το 1909, προς υποστήριξη του κινήματος στο Γουδί, στις διαδηλώσεις του Διχασμού και από τις δύο πλευρές, αλλά και στην πρώτη μεγάλη διαδήλωση του ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ) το 1920. Ξεκάθαρη, πάντως, είναι η μαζική τοποθέτησή τους υπέρ του δηλιγιαννικού κόμματος από το 1893 ως το 1905 (και πιθανόν και πιο πριν) και υπέρ των αντιβενιζελικών. Ειδικά ο αντιβενιζελισμός τους αποτελούσε την ελληνική εκδοχή της στροφής σε πανευρωπαϊκό επίπεδο της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης προς τα δεξιά.

 

Πες μου λίγα πράγματα για το μικροαστικό στίγμα στο πεδίο της κουλτούρας, υπήρχε και πώς εκφραζόταν;
Έβλεπα την παραδοσιακή μικροαστική τάξη αρκετή συγκροτημένη στο πολιτικό και οργανωτικό επίπεδο –αλλά αυτό δεν είναι το μόνο επίπεδο ύπαρξης των τάξεων. Προσπάθησα λοιπόν να δω αν και στο πεδίο της κουλτούρας διαμόρφωσαν μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Εστίασα στον εορτασμό της αποκριάς και στις αλλαγές που γνώρισε τα 50 αυτά χρόνια, στην εμφάνιση του λεγόμενου «λαϊκού μυθιστορήματος» (πχ του ληστρικού) και στο κοινό του, και στην εξημέρωση του Καραγκιόζη, που μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ένα θέαμα ακατάλληλο για ανηλίκους. Τα ευρήματά μου σχετικοποιούν την εικόνα μιας ρωμαλέας συγκροτημένης και με ιδιαίτερη συνείδηση τάξης, εικόνα που μπορεί να προκύπτει πχ από την ίδρυση της ΓΣΕΒΕ. Ωστόσο υπάρχουν στοιχεία ενός ιδιαίτερου προφίλ: υποστηρίζω για παράδειγμα ότι ήταν ένα μικροαστικό κοινό αυτό που στήριξε τον εξευγενισμό του Καραγκιόζη από τον Αντώνη Μόλλα και τη διάδοση του νέου λαϊκού αναγνώσματος που εντασσόταν σαφέστερα στη σύγχρονη «μαζική κουλτούρα».

 

Ο βασιλιάς μιλάει στο πλήθος μετά το συλλαλητήριο της 14ης Σεπτεμβρίου 1909 (φωτογραφία Μιχ. Βελούδιου, ΕΛΙΑ): Το κίνημα στο Γουδί επιβλήθηκε οριστικά όταν φάνηκε ότι διαθέτει λαϊκή υποστήριξη, με την πραγματοποίηση μεγάλων διαδηλώσεων υπέρ του σε όλες τις πόλεις της χώρας. Κρίσιμος για την οργάνωση και την επιτυχία των διαδηλώσεων αυτών ήταν ο ρόλος του συνδέσμου συντεχνιών, της δευτεροβάθμιας οργάνωσης των επαγγελματικών σωματείων της εποχής. Στις «συντεχνίες» συμμετείχαν τόσο μισθωτοί όσο και μικροεργοδότες, ήταν όμως ξεκάθαρο ότι τον έλεγχό τους τον είχαν οι καταστηματάρχες. ©Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

-Υπάρχουν νοικοκυραίοι σήμερα με την ίδια έννοια;
Το ερώτημα είναι: ποια έννοια έχουν οι «νοικοκυραίοι»; Τι εννοούσε ο Αλέξης Τσίπρας όταν είπε τον Ιανουάριο του 2013 «Κι εμείς νοικοκυραίοι είμαστε»; Τι εννοούσε ο θείος μου όταν έλεγε μετανιωμένος ότι από τα χέρια του πέρασαν λεφτά, αλλά αντί να τα επενδύσει σε κάποια επιχείρηση αγόρασε σπίτια, δηλαδή έκανε «νοικοκυρίστικα πράγματα»; Κοινή συνισταμένη είναι μια χροιά συντηρητισμού του όρου: «δεν είμαστε ανατρεπτικοί», αλλά και: «δεν ρισκάρω». Στο βιβλίο μου αναφέρομαι λιγάκι στο πότε συνδέθηκαν τέτοιες συμπεριφορές (όπως βέβαια κι ο κομφορμισμός) με την έννοια του «νοικοκυραίου», και πότε αυτή κατέληξε να αναφέρεται πιο πολύ στους συντηρητικούς μικροαστούς.

 

Σανδαλοποιεία στην οδό Αθηνάς, 1920 (Fred Boissonas): Η περιοχή της «Παλιάς Αγοράς», κοντά στο Μοναστηράκι, στο τέλος του 19ου αιώνα είχε πάψει να είναι το εμπορικό κέντρο της πόλης. Παρέμεινε, όμως, πιάτσα για μια σειρά από ειδικότητες, καθώς και εμπορικό κέντρο για φτηνά προϊόντα κατώτερης ποιότητας: στην ευρύτερη περιοχή, για παράδειγμα, βρισκόταν το λεγόμενο «Μπαγιατοπάζαρο», όπου οι φτωχοί της πόλης αγόραζαν μισοτιμής τρόφιμα που είχαν μπαγιατέψει. ©Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

Υποδηματοποιός με τον παραγιό του, γύρω στα 1900 (Προσωπική συλλογή Μάνου Χαριτάτου): Η φιγούρα του «παραγιού» παρέμενε πολύ συνηθισμένη την εποχή αυτή. Ο ανήλικος βοηθός του τεχνίτη μάθαινε την τέχνη πλάι του, και προμήθευε όλη την ανειδίκευτη εργασία που χρειαζόταν. Παλιότερα ήταν δεδομένο ότι ο μαθητευόμενος θα έμενε στου μάστορα, ενσωματωνόμενος στο νοικοκυριό του και κάνοντας δουλειές και του σπιτιού. Στην Αθήνα των αρχών του εικοστού αιώνα, πλέον, αυτή η πρακτική έχει παρακμάσει: πιο κοινό ήταν να διαβάζουμε για τους μικρούς «υπηρέτες» των καφενείων και των παντοπωλείων που κοιμούνταν μέσα στο μαγαζί. Το 1925 ένας 12χρονος υπάλληλος κιγκαλερίας στον Πειραιά και μετέπειτα γνωστός επιχειρηματίας, ο Ελευθέριος Μουζάκης, εγκατέλειψε το αφεντικό του όταν του ζήτησε να του ξύσει το πόδι και να βγάλει βόλτα το παιδί του, μια μέρα που κατ’ εξαίρεση τον τάισε και τον κοίμισε στο σπίτι του. ©Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

info:

Το βιβλίο «Οι Νοικοκυραίοι, Μαγαζάτορες και βιοτέχνες στην Αθήνα 1880-1925» του Νίκου Ποταμιάνου κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (στη σειρά Ιστορία και Κοινωνία).

 

 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
2 Σχόλια
avatar
Νικος Νικολαιδης - ΣΦ 18.1.2016 | 21:41
Συγχαρητηρια στον Νικο Ποταμιανο για την καταπληκτικη του εργασια. Απιστευτες και οι φωτογραφιες. Θα το αγορασω και θα το διαφημισω σε παρα πολυ κοσμο. Μακαρι να γραφτουνε και αλλα βιβλια για την Αθηνα. Την εσωτερικη μεταναστευση της μισης χωρας στο εδαφος της που διαμορφωσε την ψυχολογια του μοντερνου ελληνισμου αλλα ειναι θεμα ταμπου στα μηντια. Υπαρχει ο Στρατης ο Φιλιπποτης στη Σολωνος και εχει γραφτει ενα βιβλιο απο τον καθηγητη Πολυζο στο Π. Θεσσαλιας, αλλα μας λειπουν τετοιες ερευνες. Ευχαριστιες στον M. Hulot και στο Lifo.
Edgar 19.1.2016 | 16:48
...Όπως το έθετε ο πρόεδρος της αδελφότητας καφεπωλών το 1891, «αν ρωτήσετε οποιονδήποτε που βγαίνει από τη φυλακή ή που έκλεισε το τσαγκάρικό του ή έχασε ό,τι κι αν είχε στα χαρτιά, τι θα γίνεις; Καφεντζής, θα σας ειπή».

Τι άλλαξε από τότε; Και σήμερα η πλειοψηφία των καταστημάτων που ανοίγουν (και κλείνουν) είναι καφετέριες. Είναι το εθνικό μας επάγγελμα... καφενεία.