Σινεμά

L' ultima spiaggia: Ο Θάνος Αναστόπουλος εξηγεί γιατί η "Τελευταία Παραλία" απευθύνεται σε κάθε ευαίσθητο άνθρωπο

Ο δημιουργός του ντοκιμαντέρ που επιλέχθηκε για το πρόγραμμα του 69ου Φεστιβάλ Καννών μιλά αποκλειστικά στο LIFO.gr

Η ταινία "L' ultima spiaggia" (ελληνικός τίτλοςq «Η τελευταία παραλία») είναι η πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του Θάνου Αναστόπουλου που τον έφερε μέχρι τις Κάννες και το σημαντικότερο διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ. Μια ταινία ιδιαίτερη, μια τραγικωμωδία της ανθρώπινης φύσης, για μια παραλία της Τεργέστης, με ένα τείχος τριών μέτρων να χωρίζει τους άνδρες από τις γυναίκες. Επίσης, μια συμπαραγωγή Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδας, προϊόν της σύμπραξης του Αναστόπουλου με τον Τριεστίνο συνάδελφό του Davide del Degan. Η ταινία γυρίστηκε σε διάστημα δύο χρόνων και είναι ένα από τα ελάχιστα ντοκιμαντέρ που επιλέχθηκαν φέτος για το επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα του 69ου Φεστιβάλ των Καννών. Συνάντησα τον Θάνο Αναστόπουλο ένα απόγευμα στο Παγκράτι, παρά τον περιορισμένο χρόνο του. Ήδη βρίσκεται στην Τεργέστη, τον τόπο όπου ζει μόνιμα τα τελευταία χρόνια, λίγα 24ωρα πριν από την επίσημη πρώτη προβολή της δουλειάς του στις Κάννες. Του εύχομαι προσωπικά κάθε επιτυχία και ελπίζω η ακόλουθη συζήτησή μας να έχει ενδιαφέρον για καθέναν ευαίσθητο ή, έστω, φιλότεχνο πολίτη και όχι μόνο για τους ανθρώπους από το εν Ελλάδι κινηματογραφικό σινάφι.

 

— Ο Σταύρος Τορνές συνήθιζε να λέει στους δημοσιογράφους, όποτε έδινε συνέντευξη, να μην πηγαίνουν με κασετοφωνάκι και να κρατάνε ό,τι θυμούνται κάθε φορά απ' τα λεγόμενά του. Γίνεται αυτό, πιστεύετε, ή κάτι χάνεται στον «δρόμο»;

Μοιραία χάνεται κάτι στον «δρόμο», αλλά αν είναι και κάτι που κάνει εντύπωση, εξίσου μοιραία το κρατάει κανείς μετά. Δεν πειράζει, πάντα κάτι χάνεται, έτσι είναι η ζωή. Δείτε το ως την απώλεια που είναι μέρος της ζωής μας.


— Πώς, όμως, εγώ θα μπορέσω να σας παρουσιάσω καλύτερα;

Εσείς ξέρετε τη δουλειά σας. Σαφώς η τεχνολογία μάς έχει δώσει τη δυνατότητα να κινηματογραφούμε τα πάντα, να φωτογραφίζουμε τα πάντα, στο τέλος όμως τα βάζουμε όλα σε έναν σκληρό δίσκο και δεν τα ξαναβλέπει ποτέ κανείς. Έχω, ας πούμε, φωτογραφίες του γιου μου απ' όλα τα στάδια «μεγαλώματός» του. Τις αποθήκευσα και δεν τις ξανάδα. Παλιά τυπώναμε τις φωτογραφίες, τις βάζαμε σε άλμπουμ. Θέλω να πω ότι, τελικά, η τεχνολογία έχει να κάνει με τον φόβο της απώλειας − να τα έχω όλα, μην τα χάσω! Και ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος μας; Να σβηστεί μια μέρα ο σκληρός δίσκος μας και να χαθούν τα πάντα! Τι περίεργο η ζωή μας να είναι όλο απώλειες κι εμείς να μην μπορούμε να εξοικειωθούμε.

 

Το να 'σαι καλός σκηνοθέτης δεν σημαίνει ότι μπορείς να προβάλεις και τη δουλειά σου. Μπορεί ακόμη να 'σαι καταπληκτικός σκηνοθέτης και να μην μπορείς ν' ανοίξεις το στόμα σου σε μια συνέντευξη. Το αντίθετο, επίσης!


— Αναρωτιέμαι αν η «Τελευταία Παραλία» έχει να κάνει με την απώλεια. Η κουβέντα μας ξεκινάει μ' αυτήν, ενώ εσείς έχετε κερδίσει ήδη πολλά από καλλιτεχνικής άποψης.

Σαφώς έχει να κάνει με την απώλεια. Η «Τελευταία Παραλία» ξεκίνησε ως πρότζεκτ, έχοντας μόλις τελειώσει η «Κόρη», μια θυμωμένη, θα την έλεγα, ταινία. Ήξερα ότι στην Ελλάδα η κατάσταση δεν ήταν και πολύ εύκολη για να στήσεις μια καινούργια ταινία, έτσι σκέφτηκα να οργανώσω ένα πιο απλό πρότζεκτ στην Τεργέστη πια, όπου ζω.


— Να η απώλεια. Ζώντας στην Τεργέστη, σε έναν ξένο τόπο, χάνεις κάπου τον προορισμό σου, ώσπου να εγκλιματιστείς τουλάχιστον.

Όταν γεννήθηκε ο γιος μου, ο Πέτρος, ήμασταν τον μισό καιρό στην Αθήνα και τον άλλο μισό στην Τεργέστη. Μόλις πήγε τεσσάρων ετών, έπρεπε να πάρουμε την απόφαση σε ποιο σχολείο θα πάει. Είπαμε, λοιπόν, να εγκατασταθούμε όλοι μαζί στην Ιταλία.

 

Η επαφή μου με τον Davide με έφερε σε μια στροφή στην καταγωγή μου, από πού προέρχομαι. Εκείνος έβαλε το βλέμμα του ντόπιου κι εγώ το εξωτερικό βλέμμα, του παρατηρητή, αν θέλετε. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


— Η «Τελευταία Παραλία» θα μπορούσε να είναι και στη Σαρωνίδα αντί στην Τεργέστη;

Στην παραλία αυτή συνήθιζε να πηγαίνει η γυναίκα μου τον γιο μας, δεν απέχει πολύ απ' το κέντρο. Εγώ, πάλι, έψαχνα τρόπους να συνδεθώ με την πόλη. Είναι άλλο απλώς να πηγαίνεις και άλλο να πεις «τώρα εγώ θα ζήσω εδώ». Η παραλία, λοιπόν, ενώ δεν έχει καμία σχέση με αυτήν της Σαρωνίδας που είπατε, εμένα με πήγε στην παιδική μου ηλικία. Είχα πατέρα χειμερινό κολυμβητή. Με έπαιρνε μαζί του ως παιδάκι στον Άλιμο και στο Καλαμάκι. Για έναν περίεργο λόγο, δεν θυμάμαι το καλοκαίρι, αλλά μόνο τον χειμώνα. Κάτι χειμωνιάτικα Σαββατοκύριακα.


— Είναι εντυπωσιακή η εικόνα μιας παραλίας τον χειμώνα. Πιο μοναχική, πιο μελαγχολική.

Ακριβώς. Σημασία είχαν κυρίως οι συγκεκριμένοι άνθρωποι με τα συγκεκριμένα γούστα που μαζεύονταν εκεί. Έτσι και τώρα, όταν ξεκινήσαμε τα γυρίσματα χειμώνα για να κινηματογραφήσουμε τους ανθρώπους στην παραλία της ταινίας, ο πατέρας μου αρρώστησε και πέθανε. Κάπως το συνέδεσα όλο αυτό, νιώθοντας ότι χαρίζω μια ταινία στον πατέρα μου.


— Ήταν μεγάλος σε ηλικία;
Α, ήταν μεγάλος, 87 ετών, και έζησε και καλά. Φυσικό θάνατο είχε.


— Μιλάμε τόση ώρα για την Τεργέστη, αλλά κάποιος αναγνώστης θα ρωτούσε: «Και τι κάνει ο Θάνος Αναστόπουλος εκεί, γιατί πήγε»;

Από έρωτα! Η γυναίκα μου είναι Ιταλίδα. Γνωριστήκαμε σε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου στο Βελιγράδι, όταν είχα πάει με την πρώτη ταινία μου, το «Όλο το βάρος του κόσμου». Μιλάμε για κεραυνοβόλο έρωτα! Ζήσαμε ένα διάστημα μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας −εκείνη εργάζεται ως film programmer− και αναγκαστικά περνάγαμε τα καλοκαίρια στη Βενετία και τους χειμώνες στην Αθήνα. Τότε, δηλαδή, η σύντροφός μου δούλευε για το Φεστιβάλ Βενετίας. Ιδανική συνθήκη! Τα καλύτερα από τους δύο κόσμους!


— Έχετε γυρίσει μέχρι τώρα τέσσερις μεγάλου μήκους ταινίες.

Πέντε, αν υπολογίσουμε και ένα μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ, το «Πώς σε λένε;».

 

Μια ταινία ιδιαίτερη, μια τραγικωμωδία της ανθρώπινης φύσης, για μια παραλία της Τεργέστης, με ένα τείχος τριών μέτρων να χωρίζει τους άνδρες από τις γυναίκες. Επίσης, μια συμπαραγωγή Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδας, προϊόν της σύμπραξης του Αναστόπουλου με τον Τριεστίνο συνάδελφό του Davide del Degan.


— Την «Τελευταία Παραλία», ωστόσο, τη συν-σκηνοθετήσατε με έναν Ιταλό κινηματογραφιστή. Να τολμήσω να ρωτήσω αν αισθάνεστε κάπως αποκομμένος απ' την ελληνική κινηματογραφική πραγματικότητα;

Όχι, ευτυχώς δεν αισθάνομαι αποκομμένος, γιατί από το 2006-2007 έχει ξεπηδήσει μια καινούργια γενιά σκηνοθετών στην Ελλάδα, οι οποίοι έχουν μάλλον κοινές αναφορές και όχι κοινά χαρακτηριστικά, δηλαδή δεν μοιάζουν μεταξύ τους οι ταινίες τους − ταινίες που βγήκαν εκτός συνόρων και έτυχε να γίνουν σε μια συγκεκριμένη εποχή. Κακά τα ψέματα, η κρίση βοηθάει τη δημιουργία, χτίζει τη νέα εποχή αντίστασης. Βλέπω αυτές τις ταινίες, συναντιέμαι με τους δημιουργούς τους, άρα, παρ' όλο που ζω περισσότερο στην Ιταλία, δεν θα έλεγα ότι είμαι αποκομμένος.


— Μιλήστε μου λίγο για τη συνεργασία σας με τον Ιταλό Davide del Degan. Πώς γνωριστήκατε, πώς τα βρήκατε...

Κατά τύχη συνεργαστήκαμε. Όταν είχα καταθέσει το πρότζεκτ σε ένα τοπικό πρόγραμμα ενίσχυσης ταινιών, κάποιοι με ενημέρωσαν πως και ο Davide ήθελε να κάνει κάτι στην ίδια παραλία. Δεν ήξερα ακριβώς, μάλλον ένα είδος μικρού μήκους σκόπευε να κάνει. Στο μεταξύ, τον γνώριζα. Η Τεργέστη είναι μια μικρή πόλη και όσοι ασχολούνται με τα κινηματογραφικά, άντε να είναι πενήντα άτομα μέσα σε 250.000 ανθρώπους. Οπότε, λοιπόν, είπαμε να κάνουμε από κοινού μια ταινία που δεν είχε γίνει ποτέ για μια παραλία 150 χρόνων, από την εποχή της Αυστροουγγαρίας.


— Πρωτότυπο αυτό, πάντως, να ενώνουν τα πρότζεκτ τους δύο άνθρωποι ξένοι μεταξύ τους.

Ισχύει, ναι, αλλά δεν είχε νόημα δύο άνθρωποι να κάνουν κάτι διαφορετικό το ίδιο διάστημα, με το ίδιο θέμα. Έπρεπε κάποιος από τους δύο να κάνει πίσω. Αντ' αυτού, είπαμε να το κάνουμε μαζί. Το ωραίο είναι πως επειδή ο Davide είναι Τριεστίνος, από εκεί, τον πήγαινε στην ίδια παραλία ο παππούς του.


— Όπως κι εσάς ο πατέρας σας στο Καλαμάκι.

Ακριβώς. Η επαφή μου με τον Davide με έφερε σε μια στροφή στην καταγωγή μου, από πού προέρχομαι. Εκείνος έβαλε το βλέμμα του ντόπιου κι εγώ το εξωτερικό βλέμμα, του παρατηρητή, αν θέλετε.

 

Η παραλία, λοιπόν, ενώ δεν έχει καμία σχέση με αυτήν της Σαρωνίδας που είπατε, εμένα με πήγε στην παιδική μου ηλικία. Είχα πατέρα χειμερινό κολυμβητή. Με έπαιρνε μαζί του ως παιδάκι στον Άλιμο και στο Καλαμάκι. Για έναν περίεργο λόγο, δεν θυμάμαι το καλοκαίρι αλλά μόνο τον χειμώνα. Κάτι χειμωνιάτικα Σαββατοκύριακα. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


— Θεωρείται γνωστός ο Davide στο ιταλικό κινηματογραφικό σινάφι;

Δεν θα το έλεγα. Είναι ακόμη πιο δύσκολο στην Ιταλία, αν δεν είσαι από τη Ρώμη, το Μιλάνο, το Τορίνο ή τη Μπολόνια, να κάνεις ταινίες νωρίς. Ο Davide είναι δυο-τρία χρόνια μικρότερός μου, δηλαδή εκεί θεωρείται νορμάλ να είσαι 47 ετών και να κάνεις την πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία. Σχεδόν χειρότερα απ' ό,τι συνέβαινε παλιότερα στην Ελλάδα.


— Τι να πουν κι οι Γερμανοί με τον Φασμπίντερ, που στα 23 του είχε κάνει μεγάλου μήκους, όχι ταινία, αλλά ταινίες!

Έτσι είναι. Οι ταινίες πρέπει να γίνονται όταν είσαι μικρός και όσο αντέχεις. Υπάρχουν, βέβαια, και παραδείγματα σαν του Χάνεκε, που έκανε την πρώτη του ταινία στα 50 του. Μιλάμε πάντα για την πρώτη σου ταινία. Μπορεί να είσαι και 100 ετών κι ακόμη να γυρίζεις ταινίες.


— Την εποχή του ψηφιακού σινεμά, που πλέον δεν καταθέτεις κόπια, αλλά το λεγόμενο DCP, πόσο ψάξατε το θέμα του format της ταινίας;

Η αλήθεια είναι ότι θα της πήγαινε πολύ το format του φιλμ της ταινίας αυτής. Σκεφτόμαστε μήπως την κάνουμε transfer. Όλη αυτή η αίσθηση της καταγωγής που σας περιέγραψα θα το ήθελε το φιλμ...

 

Η «Τελευταία Παραλία» ξεκίνησε ως πρότζεκτ, έχοντας μόλις τελειώσει η «Κόρη», μια θυμωμένη, θα την έλεγα, ταινία. Ήξερα ότι στην Ελλάδα η κατάσταση δεν ήταν και πολύ εύκολη για να στήσεις μια καινούργια ταινία, έτσι σκέφτηκα να οργανώσω ένα πιο απλό πρότζεκτ στην Τεργέστη πια, όπου ζω.


— Πρόκειται για ντοκιμαντέρ, όμως, όπου το μπλέξιμο των διαφορετικών format σχεδόν επιβάλλεται.

Σίγουρα, γι' αυτό και μέσα σε αυτό υπάρχουν τρία κομμάτια αρχειακού υλικού. Η ταινία, χωρίς να έχει γραμμική αφήγηση, παρακολουθεί τους ανθρώπους στην παραλία στη διάρκεια ενός χρόνου. Ενώ μείναμε μαζί τους, μιλήσαμε, τους γνωρίσαμε, αποφασίσαμε εξαρχής να μη βάλουμε συνεντεύξεις τους. Δεν τους ρωτήσαμε ποτέ τίποτα μπροστά στον φακό, επομένως είναι ένα ντοκιμαντέρ «παρατήρησης». Σίγουρα, πάντως, βοήθησε το ότι ξέραμε τι θα «πάρουμε», έχοντας γνωριστεί καλά μαζί τους.


— Πόσο δεκτικοί ήταν οι Ιταλοί πολίτες στην έκθεση στον φακό; Οι δικοί μας έχουν γίνει επιφυλακτικοί και καχύποπτοι.

Σωστή παρατήρηση! Οι Ιταλοί έχουν μια άλλη κουλτούρα όσον αφορά την ιδέα της έκθεσης. Είναι πιο ανοιχτοί. Απ' την άλλη, όταν αφήνεσαι στον φακό κάποιου, αυτός που σε «τραβάει» έχει και μια ευθύνη. Πρέπει να αγαπάς το θέμα σου, το «αντικείμενό» σου, αλλιώς γιατί να το φιλμάρεις; Κι έτσι, αν το αγαπάς, το προστατεύεις κιόλας, αποφεύγεις να δείξεις μια ατέλειά του. Αν με ρωτήσετε σφαιρικά πάντως, θα σας έλεγα ότι η «Τελευταία Παραλία» είναι μια ταινία για την ταυτότητα των ανθρώπων, τους διαχωρισμούς και τις διακρίσεις.


— Και για τα τείχη που υψώνονται, θα πρόσθετα. Δεν είπαμε ίσως το σημαντικότερο: στη συγκεκριμένη παραλία υπάρχει ακόμη ένα τείχος τριών μέτρων που χωρίζει τους άνδρες απ' τις γυναίκες.

Πού σας πάει εσάς όλο αυτό; Θα 'χει ενδιαφέρον να σας ακούσω.

 

Οι Ιταλοί έχουν μια άλλη κουλτούρα όσον αφορά την ιδέα της έκθεσης. Είναι πιο ανοιχτοί. Απ' την άλλη, όταν αφήνεσαι στον φακό κάποιου, αυτός που σε «τραβάει» έχει και μια ευθύνη. Πρέπει να αγαπάς το θέμα σου, το «αντικείμενό» σου, αλλιώς γιατί να το φιλμάρεις; Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


— Σε δύο πράγματα: αφενός στο «άβατον» του Αγίου Όρους και αφετέρου στα τείχη που υψώνει σήμερα η Ευρώπη στους πρόσφυγες.

Δεν έχω πάει ποτέ στο Άγιο Όρος, δεν ξέρω, αλλά αυτό που ξέρω είναι πως πολύ δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να κάνει ταινία το συγκεκριμένο θέμα. Κοιτάξτε, για τους Τριεστίνους η παραλία αυτή είναι μια μπαναλιτέ. Είναι σαν να πεις σε έναν Έλληνα να πάει να κάνει ταινία σε ένα σουβλατζίδικο, σαν να πει αυτός: «Θα πάω και θα μείνω για έναν χρόνο μέσα σ' ένα σουβλατζίδικο». Μια λαϊκή παραλία είναι, λοιπόν, η οποία όμως επηρεάζεται πολύ από την ιστορία της Τεργέστης. Ούτε πρόθεσή μας ήταν να κάνουμε μια ταινία για το προσφυγικό, με τις διαστάσεις που πήρε τελευταία. Στην πορεία προέκυψαν αυτοί οι συνειρμοί για τους άλλους, τους «απ' έξω», περισσότερο. Θυμάμαι πως όταν άρχισα να πηγαινοέρχομαι Ελλάδα-Ιταλία, ζούσα την ιδανική Ευρώπη. Ούτε διαβατήρια, ούτε έλεγχοι στα σύνορα, μόνο με την ταυτότητα πέρναγες. Κι έτσι, καταλήγοντας εκεί, είδα την παραλία ως το απολίθωμα ενός κόσμου που είχε τελειώσει. Πλέον, όμως, τείχη έχουν υψωθεί παντού, στα σύνορα της Ιταλίας με την Αυστρία ή την Κροατία. Είναι κάτι που το κουκουλώνει ο ιταλικός Τύπος και οι άνθρωποι δεν πολυασχολούνται. Κατά συνέπεια, βρίσκω συγκινητική τη στάση του δικού μας λαού απέναντι στους πρόσφυγες με την αλληλεγγύη που τους δείχνει. Έχω φτάσει 50 ετών και παραμένω εφηβικά αισιόδοξος ότι ο καθένας μας μπορεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο.


— Στις 14 Απριλίου ανακοινώθηκε η συμμετοχή της ταινίας σας στο επίσημο διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Καννών. Πάντα ήθελα να ρωτήσω έναν σκηνοθέτη πώς είναι να ανοίγει το e-mail του και να παίρνει ένα τόσο ευχάριστο μήνυμα!

Απ' τη στιγμή που στέλνεις την ταινία σου στις Κάννες, νιώθεις κάτι. Αν δεν είσαι σίγουρος, δεν τη στέλνεις καν, θέλω να πω. Από την άλλη, δεν περιμέναμε να μας «πάρουν», γιατί όταν στείλαμε το υλικό, είχε αρχική διάρκεια δυόμισι ωρών. Κυρίως, δεν το περιμέναμε, γιατί στις Κάννες δέχονται πολύ λίγα ντοκιμαντέρ, παίρνουν δηλαδή έξι ή επτά ανάμεσα σε 60-70 ταινίες. Εκ των υστέρων, θα έλεγα ότι ισοδυναμεί με ποιητική πράξη να στείλεις την ταινία σου στις Κάννες. Έλαβα ένα e-mail στις 13 Απριλίου, το προηγούμενο βράδυ, και ενημέρωσα αμέσως τη γυναίκα μου και τη Στέλλα Θεοδωράκη, τη συμπαραγωγό μου μαζί με τη Νικολέτα και τον Γκιγιόμ στο Παρίσι. Ε, μετά ακολουθούν οι φίλοι σου, η μαμά σου, καταλαβαίνετε (γέλια). Το πρώτο βράδυ ήταν πολύ συγκινητικό. Είπα: «Κοίτα τι έγινε ξαφνικά», αλλά, απ' την άλλη, έλεγα: «Κάτσε να ξημερώσει, μην έχει γίνει κάνα λάθος»...


— Πόσω μάλλον όταν δεν είχες και μεγάλο μπάτζετ πίσω σου. Δεν είναι στερεότυπο πια να βγαίνει ο κάθε Έλληνας σκηνοθέτης και να μιλάει για τα λιγοστά χρήματα που διέθετε;

Έχετε απόλυτο δίκιο. Είναι στερεότυπο και κουραστικό. Θα έπρεπε να μην την κάνουμε αυτή την κουβέντα και την κάνουμε συνέχεια. Όποιον Έλληνα σκηνοθέτη και να ρωτήσεις, σε οποιαδήποτε συνθήκη κι αν δουλεύει, θα σου πει: «Δεν έχουμε χρήματα». Είναι μια δύσκολη κατάσταση που δεν μοιάζει καθόλου μ' αυτό που γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ως παράδειγμα θα σας πω πως όταν πήγα στην Ιταλία με δύο ταινίες, οι οποίες είχαν ήδη συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Βερολίνου, ο κόσμος, από τους εκεί κινηματογραφιστές μέχρι τους απλούς πολίτες, θεωρούσαν πως έχουν να κάνουν με έναν επαγγελματία. Στην Ελλάδα κάνεις κάτι, άντε να πάει σε κάνα φεστιβάλ, να παιχτεί και λίγο στις αίθουσες, ο κόσμος όμως δεν σε θεωρεί επαγγελματία του χώρου. Δεν αναφέρομαι εδώ στο σινάφι, αλλά στην αντίληψη του Έλληνα περί εγχώριας κινηματογραφίας.

 

Αν με ρωτήσετε σφαιρικά πάντως, θα σας έλεγα ότι η «Τελευταία Παραλία» είναι μια ταινία για την ταυτότητα των ανθρώπων, τους διαχωρισμούς και τις διακρίσεις.


— Όλες οι ταινίες δεν είναι για όλο τον κόσμο, να το πούμε κι αυτό.

Καμιά ταινία δεν γίνεται για όλους. Έχει να κάνει με την κουλτούρα και την παιδεία του Έλληνα των τελευταίων 30 χρόνων. Ο ελληνικός πολιτισμός συνέχισε να επαναλαμβάνει ως κανόνα τη χρυσή εποχή του Φίνου. Πράγματι, είναι ωραίες κάποιες απ' τις ταινίες αυτές, αλλά, κακώς ή καλώς, διαμόρφωσαν την κουλτούρα του Έλληνα.


— Μπράβο σας που το λέτε αυτό. Εγώ θα το προχωρούσα και θα έλεγα ότι οι ταινίες αυτές μοιάζουν να γυρίστηκαν για να εξυπηρετήσουν, μισό αιώνα μετά, τα συμφέροντα των καναλαρχών.

Ο κόσμος συνήθισε αυτήν τη «γλώσσα» και όταν βλέπει κάτι διαφορετικό, τον ξενίζει. Ανθρώπινη κατάσταση είν' αυτή. Η «Αλίκη στο Ναυτικό», ας πούμε, ή η «Κόμισα της Κέρκυρας» με τη Βλαχοπούλου δεν είναι ωραίες ταινίες; Εγώ θα τις έβρισκα καταπληκτικές! Προσέξτε όμως και κάτι άλλο: από το 1980 μέχρι το 2016, μιλάμε για 36 ολόκληρα χρόνια, δεν μπορεί να μην υπάρχουν 30 ή 40 πραγματικά καλές ελληνικές ταινίες. Αυτές τις 30 και 40 ταινίες έχουν υποχρέωση οι προγραμματιστές των καναλιών να τις προβάλουν. Και στη Γαλλία δεν δείχνουν Γκοντάρ στα σχολεία, δημιουργούν όμως συνθήκες πνευματικότητας του κοινού τους.


— Για ποιον λόγο γίνατε σκηνοθέτης, κ. Αναστόπουλε;

Καλή ερώτηση είναι αυτή! Κάποτε ρώτησαν το ίδιο κορυφαίους σκηνοθέτες στη «Liberation». Οι περισσότεροι απάντησαν: «Δεν ξέρω». Είχε σημασία η απάντηση του Φασμπίντερ, ειδικά αν ξέρεις και τις ιδιαίτερες ταινίες που έκανε ο άνθρωπος αυτός. «Γιατί θέλω να με αγαπάνε», είχε απαντήσει. Καταπληκτικό!

 

Η φιλοδοξία μου γι' αυτήν τη ταινία, και μπορεί να κάνω λάθος ή να ζω σε αυταπάτη, έχει να κάνει με τη φύση της. Θα τη χαρακτήριζα λαϊκή ταινία που απευθύνεται στον οποιοδήποτε ευαίσθητο θεατή, άρα θα ήθελα να την δουν. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


— Κι ο Μάνος Χατζιδάκις, για να «αλλάξουμε» τέχνη, είχε απαντήσει στην ίδια ερώτηση ως εξής: «Για να με ερωτεύονται αυτοί που επιθυμούσα».

Ακριβώς. Η ίδια απάντηση από ένα βαθύτατα πολιτικό πρόσωπο, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του. Στη δική μου περίπτωση, τώρα, υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους έγινα σκηνοθέτης. Πρώτον, προέρχομαι από ένα σπίτι με μια μάνα πολύ φιλότεχνη, που με πήγαινε από μικρό στα θέατρα και τον κινηματογράφο. Με έναν πατέρα, επίσης, δημιουργικό, που έγραφε ποιήματα, που τα παράτησε και που μέχρι το τέλος έλεγε: «Πριν πεθάνω, θα γράψω ένα μεγάλο βιβλίο!». Δεύτερον, γεννήθηκα στον Άγιο Παύλο και το σπίτι μας ήταν απέναντι από τη Φίνος Φιλμ. Ως παιδάκι, λοιπόν, πήγαινα κι άνοιγα τις σακούλες των σκουπιδιών για να μαζέψω τα ρετάλια φιλμ που πετάγανε. Και τρίτον, όταν είδα πρώτη φορά στη ζωή μου τη «Νοσταλγία» του Ταρκόφσκι. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο πράγμα! Κι αν οι ταινίες μου δεν έχουν καμία σχέση με του Ταρκόφσκι, με εντυπωσίασε αυτός ο ιδιαίτερος τρόπος αφήγησης έξω από τον «κανόνα», που λέγαμε πριν. Σιγά-σιγά άρχισε να με ενδιαφέρει η ευρύτερη φιλοσοφία του απλού, του λαϊκού, του κατατρεγμένου, του ομοφυλόφιλου, του μετανάστη, του περιθωριακού − όλοι αυτοί αποκτούσαν βήμα μέσω του σινεμά, που δεν το είχαν στην καθημερινότητά τους.


— Είχατε πρωτοστατήσει στους «Ομιχλιστές». Αν σας ζητούσα να μου κάνετε μια αποτίμηση της συγκεκριμένης στάσης των Ελλήνων κινηματογραφιστών;

Διαλύθηκε η ομίχλη (γέλια). Πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς συνέχισαν να έχουν σχέσεις μεταξύ τους και άλλοι σκορπίστηκαν στους πέντε ανέμους. Ήταν μια στιγμή το κίνημα αυτό, που ένωσε τις τάσεις πολλών διαφορετικών ανθρώπων. Κάποια στιγμή γύρισε κάπως ανάποδα η κοινή τους κατεύθυνσή. Ξέρετε, όλα τα κινήματα εμπεριέχουν κάποιου είδους αποκλεισμούς. Λένε, δηλαδή, «εμείς θα πάμε κόντρα σε ό,τι υπήρχε πριν», όπως συνέβη με τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο (ΝΕΚ) και τον Φίνο από το '70 και μετά, βασικά με την «Αναπαράσταση» του Αγγελόπουλου. Εγώ, πάλι, από τη φύση μου είμαι εναντίον των αποκλεισμών. Δεν γίνεται να κάνουμε παρέα όλοι, αλλά δεν μ' αρέσει η ιδέα να «κλειδώνω» κάποιον, με την προοπτική να μου κάνει το ίδιο κι εκείνος κάποια άλλη χρονική στιγμή.

 

Απ' τη στιγμή που στέλνεις την ταινία σου στις Κάννες, νιώθεις κάτι. Αν δεν είσαι σίγουρος, δεν τη στέλνεις καν, θέλω να πω. Από την άλλη, δεν περιμέναμε να μας «πάρουν», γιατί όταν στείλαμε το υλικό, είχε αρχική διάρκεια δυόμισι ωρών. Κυρίως, δεν το περιμέναμε, γιατί στις Κάννες δέχονται πολύ λίγα ντοκιμαντέρ, παίρνουν δηλαδή έξι ή επτά ανάμεσα σε 60-70 ταινίες.


— Τι πιστεύετε ότι κέρδισε το ελληνικό σινεμά από τους «Ομιχλιστές»;

Εγώ θα πω, καλύτερα, τι άφησε όλο αυτό το πράγμα: τη συνάντηση των πολλών και διαφορετικών κινηματογραφιστών, καθώς και τους διαλόγους που αντάλλαξαν μεταξύ τους. Και στη νουβέλ βαγκ στη Γαλλία υπήρξαν καμιά σαρανταριά σκηνοθέτες-εκπρόσωποί της, αλλά σήμερα μιλάμε για τέσσερις-πέντε. Στην πορεία κάποιοι κουράζονται. Ένας άλλος μπορεί να βγάλει μαχαίρι και να χτυπήσει τον φίλο του, τα πάντα γίνονται.


— Δεν είναι οξύμωρο να μιλάμε για κινήματα τέχνης και στην κουβέντα να έχουν θέση τα μαχαιρώματα;

Ο άνθρωπος είναι ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Εγώ το κίνημα των «Ομιχλιστών» το έβρισκα ενδιαφέρον και με τάσεις ανανεωτικές. Ξέρετε τι θεωρώ αποτυχία, όχι μόνο των «Ομιχλιστών» αλλά και του ΝΕΚ; Την έλλειψη επαφής-σχέσης με ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας.


— Γι' αυτό μόνο οι σκηνοθέτες ήταν υπεύθυνοι;

Όχι, σίγουρα. Το να 'σαι καλός σκηνοθέτης δεν σημαίνει ότι μπορείς να προβάλεις και τη δουλειά σου. Μπορεί ακόμη να 'σαι καταπληκτικός σκηνοθέτης και να μην μπορείς ν' ανοίξεις το στόμα σου σε μια συνέντευξη. Το αντίθετο, επίσης! Να μιλάς ωραία, αλλά να μην κάνεις καλές ταινίες ή να μη γράφεις καλά βιβλία. Μου λείπει αυτό το γκελ, η συγκίνηση ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζονται.

 


— Την επόμενη εβδομάδα διαγωνίζεστε στις Κάννες. Κλείνοντας, θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια είναι η γενικότερη φιλοδοξία σας με την «Τελευταία Παραλία».

Η φιλοδοξία μου γι' αυτήν τη ταινία, και μπορεί να κάνω λάθος ή να ζω σε αυταπάτη, έχει να κάνει με τη φύση της. Θα τη χαρακτήριζα λαϊκή ταινία που απευθύνεται στον οποιοδήποτε ευαίσθητο θεατή, άρα θα ήθελα να την δουν. Στο σινεμά, στην τηλεόραση, στο DVD ή στο Ίντερνετ, αν την κατεβάσει κανείς. Ό,τι θέλει και όπου θέλει ο καθένας. Δεν θα έλεγα ότι ισχύει το ίδιο για όλες τις δουλειές μου, αλλά πιστεύω ότι η ταινία αυτή έχει κάτι.


— Κι αν κάποιος τη δει, τι θα θέλατε να έρθει και να σας πει;

Ότι «συναντήθηκε» μαζί της και βρήκε δικά του πράγματα! Όπως εγώ στην παραλία αυτή της Τεργέστης βρήκα κομμάτια του εαυτού μου, την ίδια στιγμή που δεν έχει καμία σχέση μ' εμένα.


— Σας ευχαριστώ για τη συζήτηση και εύχομαι να έχουμε και βράβευση στις Κάννες. Δεν είναι πια ζήτημα φιλοδοξίας του εκάστοτε Έλληνα δημιουργού, αλλά εθνικό αίτημα.

Εγώ σας ευχαριστώ πολύ. Βραβείο είναι, ας πούμε, που η ταινία βρίσκεται ήδη εκεί.

 

 

 

 

Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια