Πώς ένα μικρό φεστιβάλ που δημιούργησε το 1995 ο Γιώργος Τζιώτζιος κατάφερε να γίνει η σημαντικότερη φεστιβαλική διοργάνωση της αθηναϊκής κοινωνίας
24 χρόνια Νύχτες Πρεμιέρας
Από τον Αλέξανδρο Διακοσάββα
Πώς ένα μικρό φεστιβάλ που δημιούργησε το 1995 ο Γιώργος Τζιώτζιος κατάφερε να γίνει η σημαντικότερη φεστιβαλική διοργάνωση της αθηναϊκής κοινωνίας.
Ανέκαθεν, καθήκον των μεγάλων κινηματογραφικών φεστιβάλ του πλανήτη ήταν, εκτός από το να καλούν διάσημους σταρ και να προσφέρουν οφθαλμόλουτρο στο κοινό, να συστήνουν εθνικές κινηματογραφίες και να αναγνωρίζουν συχνά, μέσω των βραβείων τους, νέα ρεύματα και τάσεις. Κι αν τη σημερινή εποχή ο σινεφίλ μπορεί σχετικά εύκολα να ενημερώνεται για όλα τα παραπάνω με τους γνωστούς τρόπους, πριν από δύο και πλέον δεκαετίες η Ελλάδα ήταν ο τελευταίος τροχός της κινηματογραφικής αμάξης, με συρρικνωμένη σεζόν οκτώ μηνών και εταιρείες διανομής που επένδυαν σε πολύ συγκεκριμένα και ασφαλή προϊόντα. 3 δεκαετίες,
24 χρόνια,
4 καλλιτεχνικοί διευθυντές,
χιλιάδες ταινίες,
2 νομίσματα,
3 κυβερνήσεις,
5 δήμαρχοι...
Με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης να αποτελεί τη μόνη αξιόλογη διοργάνωση, η πρωτεύουσα όχι μόνο δεν διέθετε κινηματογραφικό φεστιβάλ αλλά ούτε και σταθερές μαζώξεις γύρω από κάποια συγκεκριμένη μορφή τέχνης γενικότερα. Το κενό αυτό ήρθε να καλύψει το 1995 το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ με τις Νύχτες Πρεμιέρας, ένα φεστιβάλ του οποίου το όνομα ήταν μια άμεση αναφορά στην ομώνυμη ταινία του Τζον Κασσαβέτη με την Τζίνα Ρόουλαντς. Η επίσκεψή μου στα γραφεία της Κινηματογραφικής Εταιρείας Αθηνών, όπου συστεγάζονται το περιοδικό και οι Νύχτες Πρεμιέρας, γίνεται σε μέρα και ώρα μεγάλης αιχμής: το φετινό ωρολόγιο πρόγραμμα έχει μόλις κλείσει, το νέο τεύχος και ο κατάλογος είναι σχεδόν έτοιμα και απομένουν λίγα εικοσιτετράωρα για τη συνέντευξη Τύπου και την έναρξη της προπώλησης. Κι όμως, η ομάδα του Λουκά Κατσίκα, του καλλιτεχνικού διευθυντή του φεστιβάλ που ανέλαβε καθήκοντα το 2016, είναι συγκροτημένη, μεθοδική και σίγουρα δεν επικρατεί το χάος της τελευταίας στιγμής που περίμενα να δω. Θα μου το επιβεβαιώσει λίγο αργότερα και ο ίδιος, αναφέροντας ότι όλα τα παιδιά είναι συνεργάτες και φίλοι από παλιά και ότι το στήσιμο φέτος βασίστηκε σε απόλυτα δημοκρατικές διαδικασίες «των πολλών». Πώς φτάσαμε, όμως, ως εδώ;
Δεκαετία ’90 - H δημιουργία και τα πρώτα βήματα του φεστιβάλ

«Είναι απίστευτο πόσο μοιάζουν όλοι με το σινεμά. Ένα φεστιβάλ, ας πούμε, θέλει το σενάριό του (τι θα βάλεις μέσα), τη σκηνοθεσία του (πώς θα τα βάλεις και πώς θα επικοινωνούν) ή την παραγωγή του (χρειάζονται χρήματα), που, στην περίπτωσή μας, είναι “ανεξάρτητη”, όπως ακριβώς και το πνεύμα των ταινιών που θα δείτε». Έτσι άνοιγε το σημείωμα του προγράμματος της πρώτης διοργάνωσης, υπογεγραμμένο από τον Γιώργο Τζιώτζιο. Το όραμα του Τζιώτζιου, ιδρυτή του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ, να αποκτήσει η Αθήνα το κινηματογραφικό φεστιβάλ που της αναλογεί ξεκινά διακριτικά, αλλά δυναμικά, το 1995, στις δίδυμες αίθουσες της Σταδίου, το Αττικόν και τον Απόλλωνα. Με περίοδο διεξαγωγής το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου και κεντρικό άξονα το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά που ουσιαστικά ο Τζιώτζιος και η ομάδα του σύστησαν στον μέσο Αθηναίο θεατή, οι Νύχτες Πρεμιέρας αρχικά αντιμετωπίζονται με μεγάλο σκεπτικισμό από το πολιτιστικό κατεστημένο της χώρας. Τα πρώτα χρόνια, η στήριξη από τους φορείς πολιτισμού είναι πενιχρή, μια και «υπήρχαν ήδη δύο εθνικά κινηματογραφικά φεστιβάλ, αυτά της Θεσσαλονίκης και της Δράμας» και οι διοργανωτές κάνουν λόγο για «ελεημοσύνη του υπουργείου», στηριζόμενοι σχεδόν αποκλειστικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Αντίστοιχη είναι και η αντιμετώπιση μιας μερίδας κριτικών κινηματογράφου που, όπως ανέφεραν τότε οι ιθύνοντες, «δεν περνούν ούτε απ’ έξω». Το κοινό όμως αγκαλιάζει εξαρχής αυτή την προσπάθεια μιας χούφτας ανθρώπων που κινούνται από αγνή και καθαρή αγάπη για το σινεμά. Ο Σεπτέμβριος αρχίζει να αποτελεί σταθερό ραντεβού σε κέντρο και Αμπελόκηπους για τους σινεφίλ της πόλης.

Γιώργος Τζιώτζιος

Η έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά της πολιτείας θα είναι ένας από τους λόγους που θα κάνουν τον Γιώργο Τζιώτζιο να εγκαταλείψει το τιμόνι του φεστιβάλ, τέσσερα χρόνια αργότερα, παράλληλα με την αποχώρησή του από το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ. Θα παρακολουθεί στενά το πνευματικό του παιδί μέχρι το τέλος της ζωής του το 2010, ενώ φέτος, 6 χρόνια από τον θάνατό του, οι Νύχτες τον τιμούν με μια ειδική προβολή του «Μπλε Βελούδου» του Ντέιβιντ Λιντς σε αποκατεστημένη 4K κόπια – μιας ταινίας που βρισκόταν ανάμεσα στις πολύ αγαπημένες του. Η προβολή θα συνοδεύεται από ειδικά μονταρισμένο φιλμάκι με τις «100+ ταινίες που είχε αφήσει ο Τζιώτζιος στους συναδέλφους του στο ΣΙΝΕΜΑ, όταν αποχώρησε». Μέχρι την αποχώρησή του όμως, οι Νύχτες Πρεμιέρας θα έχουν λάβει ήδη τον κατ’ ουσίαν «διεθνή» χαρακτήρα τους, συστήνοντας κινηματογραφίες από όλο τον κόσμο, άγνωστες στο ελληνικό κοινό, και κινώντας το ενδιαφέρον ακόμα και των διοργανωτών του Φεστιβάλ Καννών, που σπεύδουν να επικοινωνήσουν με την Ελλάδα γιατί αντιλαμβάνονται ότι «κάτι ενδιαφέρον γίνεται εκεί». Προστίθεται η διπλή αίθουσα του Δαναού, οι προβολές γεμίζουν («ξέσκισε η πουτάνα, με το συμπάθιο», θα αναφωνήσει χαρακτηριστικά ο ιδιοκτήτης του Δαναού, μετά την προβολή του «Η μαμά και η πουτάνα» του Ζαν Εστάς, ατάκα που έχει μείνει στην ιστορία του θεσμού) και τα τμήματα σταδιακά αυξάνονται: Ανεξάρτητοι Αμερικανοί, πανόραμα, Έλληνες της Διασποράς (ένα από τα πιο ενδιαφέροντα τμήματα που δυστυχώς θα «κοπεί» μερικά χρόνια μετά), Σινεμά στα Όρια, πρεμιέρες, αφιερώματα... Από το 1999, καλλιτεχνικός διευθυντής αναλαμβάνει ο Χρήστος Μήτσης, στο πέμπτο κατά σειρά φεστιβάλ που σημαδεύεται από τον μεγάλο σεισμό της Αθήνας. Κι ενώ κτίρια καταρρέουν στην πόλη και οι Αθηναίοι κοιμούνται στους δρόμους, το σινεφίλ κοινό δεν φαίνεται να πτοείται ιδιαίτερα και τολμά να συρρέει στις προβολές, ακόμα και στον υπόγειο Απόλλωνα. Στη θητεία του Μήτση, το φεστιβάλ απογειώνεται.

Εν τω μεταξύ:
«Οι Γέφυρες του Μάντισον» του Κλιντ Ίστγουντ είναι η ταινία της πρώτης τελετής έναρξης το 1995.
Το «Kids» συστήνει στο ελληνικό κοινό τον μεγάλο προβοκάτορα Λάρι Κλαρκ, τον σκηνοθέτη που έχει ασχοληθεί με εμμονοληπτική προσήλωση με την αμερικανική νεολαία (1995).
Η πρεμιέρα του «Trainspotting» είναι μια ιστορική προβολή που έχει μείνει αξέχαστη σε όσους κατάφεραν να παρευρεθούν (1996).
Το αμφιλεγόμενο «Κατά Μέτωπο» της Ελληνοαυστραλέζας Άνα Κόκκινος, βασισμένο στο ομώνυμο, αυτοβιογραφικό πρώτο μυθιστόρημα του Χρήστου Τσιόλκα, παρουσία της σκηνοθέτιδος, διχάζει το κοινό και αποκτά φανατικούς οπαδούς και πολέμιους – «ντροπιάζεις την Ελλάδα», γράφει θεατής στο πίσω μέρος του ψηφοδελτίου για την ψηφοφορία του κοινού (1998).
Η ξεχωριστή ματιά του Ρομπέρτο Μπενίνι στο Ολοκαύτωμα, το «Η ζωή είναι ωραία», κερδίζει το Βραβείο Κοινού, μήνες προτού σαρώσει στα Όσκαρ (1998).
Το ζευγάρι Γκασπάρ Νοέ και Λουσίλ Χατζιχαλίλοβιτς παρουσιάζει στην Αθήνα τις πρώτες προκλητικές δουλειές τους (1999). Φέτος οι Νύχτες φιλοξενούν τη νέα ταινία της Χατζιχαλίλοβιτς, «Evolution», επιβεβαιώνοντας ότι υπάρχουν δημιουργοί τη δουλειά των οποίων το φεστιβάλ παρακολουθεί σταθερά όλα αυτά τα χρόνια.
Ο Πάνος Χ. Κούτρας συστήνεται στο κοινό με την «Επίθεση του γιγαντιαίου μουσακά», ένα camp, no-budget αριστούργημα του οποίου η πρώτη προβολή αποτελεί μια αξέχαστη queer μάζωξη (1999). Έκτοτε ο Κούτρας θα εξελιχθεί σε έναν από τους πιο αναγνωρισμένους δημιουργούς του νέου ελληνικού σινεμά και όλες του οι ταινίες θα φιλοξενηθούν στις Νύχτες.
Οι 9 καλύτερες στιγμές στην ιστορία του φεστιβάλ, από τον Λουκά Κατσίκα
Δεκαετία 2000 - Η εδραίωση και η επέκταση του φεστιβάλ
Σε κάθε editorial στα αντίστοιχα τεύχη του ΣΙΝΕΜΑ οι διοργανωτές προσπαθούν με ειλικρίνεια να μοιραστούν με τους αναγνώστες πόσο φορτωμένα, με ελάχιστες ή καθόλου διακοπές είναι τα καλοκαίρια τους από τότε που ανέλαβαν τις Νύχτες, πράγμα λογικό για ένα φεστιβάλ που στήνεται επί της ουσίας μέσα στην καλοκαιρινή ντάλα για να είναι έτοιμο να καλωσορίσει το κοινό τον Σεπτέμβρη και να σηματοδοτήσει για πολλούς την επιστροφή τους στην πόλη μετά τις διακοπές, την έναρξη της νέας σεζόν καθώς και τις πρώτες δροσερές βραδιές στην πόλη. Στα ’00s το φεστιβάλ μεγαλώνει αισθητά, υποδέχεται πολλούς και σημαντικούς καλεσμένους, διοργανώνει ζουμερά αφιερώματα σε δημιουργούς, θεματολογίες ή εθνικές κινηματογραφίες και αποκτά φανατικούς οπαδούς. Ο πυρήνας του εξακολουθεί να είναι το ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά, τα διάφορα επιμέρους τμήματα αυξάνονται, ενώ οι μεγάλες πρεμιέρες ταινιών που έχουν λάβει ήδη διανομή αποτελούν τους «κράχτες» και το άνοιγμα του φεστιβάλ σε λιγότερο υποψιασμένο κοινό. Εξάλλου, όπως χαρακτηριστικά κουοτάρει από τους «Συνεχόμενους Πνιγμούς» του Πίτερ Γκρίναγουεϊ ο Λευτέρης Αδαμίδης στο εναρκτήριο σημείωμα του αφιερώματος του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ για τη δέκατη διοργάνωση: «Αν μετρήσεις μέχρι το δέκα όλα μετά είναι ίδια, οι δεκάδες είναι ίδιες μεταξύ τους». Και πράγματι, μετά την πρώτη δεκαετία, το πράγμα ρολάρει μόνο του. Η διοργάνωση του 2001 ανοίγει δυο μέρες μόλις μετά τη 9/11 και το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους, ο συντονισμός των καλεσμένων είναι δύσκολος και οι κόπιες καθυστερούν να φτάσουν από το εξωτερικό, σε μια εποχή που ακόμα τίποτα δεν είναι ψηφιακό και οι μπομπίνες ταξιδεύουν με τα αεροπλάνα ενός παγκόσμιου αεροπορικού δικτύου σε παράλυση.
Η Χρυσή Αθηνά
Το 2002 εγκαινιάζεται αυτό που σταδιακά θα εξελιχθεί σε ένα από τα πιο δημοφιλή τμήματα των Νυχτών, τα μουσικά ντοκιμαντέρ. Το 2003 η διάρκεια του φεστιβάλ επεκτείνεται από 7 σε 10 μέρες, ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά θεσπίζεται το επίσημο βραβείο του φεστιβάλ, η Χρυσή Αθηνά, η οποία μέχρι και πέρσι απονεμόταν από επιτροπή νέων κάτω των 25, σπουδαστών κινηματογραφικών και δραματικών σχολών από όλη την Ευρώπη. Για φέτος, ο Λουκάς Κατσίκας προαναγγέλλει μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στις οποίες προέβη: για όλα τα βραβεία του φεστιβάλ θα ψηφίζουν πλέον επαγγελματίες του χώρου. «Ήταν καλό το προβάδισμα που δίναμε όλα αυτά τα χρόνια στα πιτσιρίκια, ήθελα όμως η τελική επιλογή των βραβείων να έχει ειδικό βάρος». Το Βραβείο Κοινού του διαγωνιστικού προγράμματος θα παραμείνει ως έχει. Το 2005, για πρώτη φορά, παρέχεται η δυνατότητα στο κοινό να αγοράσει εκ των προτέρων εισιτήρια για όλες τις προβολές με αριθμημένες θέσεις, κάτι που δημιουργεί μια άτυπη ιεροτελεστία κάθε χρόνο, τη μέρα που ανακοινώνεται το επίσημο πρόγραμμα – και αντίστοιχες ουρές στα ταμεία, με προβολές να γίνονται sold out μέσα σε λίγες ώρες. To σύστημα αυτό θα διατηρηθεί αυτούσιο για έντεκα χρόνια, μέχρι το 2016, οπότε και ήρθε άλλη μια μεγάλη αλλαγή: μέσω της συνεργασίας του φεστιβάλ με το viva.gr μπορεί το κοινό να προαγοράζει ηλεκτρονικά όλα τα εισιτήρια που επιθυμεί. «Ήταν πάγιο το αίτημα των θεατών για καλύτερες ευκαιρίες σε θέσεις και προβολές. Με τον τρόπο αυτό ξέρουμε κι εμείς από πριν ποιες ταινίες έχουν γεμίσει ασφυκτικά και μεριμνούμε για επαναληπτικές προβολές», εξηγεί ο Λουκάς Κατσίκας. Πίσω στο 2005, οπότε και θεσπίζεται το Επίσημο Διαγωνιστικό Τμήμα που περιλαμβάνει όλες τις ταινίες που διεκδικούν τη Χρυσή Αθηνά. Από το 2007 τα ηνία της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του φεστιβάλ καθώς και της διεύθυνσης του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ αναλαμβάνει ο Ορέστης Ανδρεαδάκης. Για τα επόμενα εννέα χρόνια θα αφήσει κι εκείνος με τη σειρά του το στίγμα του στις Νύχτες, επεκτείνοντας κατά πολύ τους ορίζοντες του φεστιβάλ κι επιχειρώντας πολλές συνεργασίες με άλλες μορφές τέχνης και τους ανάλογους φορείς, όπως η Μπιενάλε της Αθήνας. Οι παράλληλες δράσεις του φεστιβάλ πολλαπλασιάζονται, με προεξάρχουσες τα masterclasses που παραδίδουν κάθε χρόνο οι καλεσμένοι, ενώ η ελληνική παρουσία ισχυροποιείται με περισσότερες ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους από γνωστούς ή πρωτοεμφανιζόμενους Έλληνες δημιουργούς κάθε χρόνο.
Εν τω μεταξύ:
Η Αθήνα γνωρίζει και αγαπά τη Σοφία Κόπολα μέσα από την πρώτη της δουλειά, την κινηματογραφική διασκευή του «Αυτόχειρες Παρθένοι» του Τζέφρι Ευγενίδη (2000). Τέσσερα χρόνια μετά, το αριστουργηματικό της follow-up, «Χαμένοι στη Μετάφραση», θα τιμηθεί με την πρώτη Χρυσή Αθηνά (2003).
Ο Τομ Τίκβερ, ο Γερμανός σκηνοθέτης του «Τρέξε, Λόλα, Τρέξε» και μετέπειτα συνεργάτης των αδερφών Γουατσόφσκι, επισκέπτεται το φεστιβάλ, που τον τιμά με ειδικό αφιέρωμα (2001).
Η πρώτη ταινία του Τζον Κάμερον Μίτσελ,« Hedwig and the angry inch», ενθουσιάζει και κερδίζει το Βραβείο Κοινού, «τρώγοντας» το feelgood μεγαθήριο εκείνης της χρονιάς, την «Αμελί» του Ζαν-Πιερ Ζενέ (2001). Πέντε χρόνια αργότερα, η δεύτερη ταινία του Μίτσελ, το πανερωτικό, χάρντκορ και απόλυτα ρομαντικό «Shortbus» γίνεται μία από τις πιο εμβληματικές προβολές στην ιστορία του θεσμού (2006).
Ο παλαίμαχος μουσικός παραγωγός Γιάννης Πετρίδης προλογίζει το ντοκιμαντέρ για τον Ντέιβιντ Μπόουι, «Ziggy Stardust and the Spiders from Mars», με ανθρώπους να κάθονται ακόμα και στο πάτωμα του Απόλλωνα. Έχει καταγραφεί στα πρακτικά ότι κάποιος επιχείρησε ακόμα και να ανάψει τσιγάρο μέσα στην αίθουσα – προφανώς νόμιζε ότι είχε διακτινιστεί σε κάποια συναυλία του Ziggy! (2002)
Μετά το ισχυρό σοκ που υπέστησαν εκείνη τη χρονιά οι Κάννες, το «Μη Αναστρέψιμος» του Γκασπάρ Νοέ συγκλονίζει και διχάζει την Αθήνα, με τον ίδιο τον σκηνοθέτη, καλεσμένο του φεστιβάλ για δεύτερη φορά (από τις συνολικά τρεις), να απολαμβάνει τις αντιδράσεις του κοινού χωμένος μέσα στην αίθουσα (2002).
Το πρώτο μέρος της τριλογίας της εκδίκησης του Παρκ Τσαν-Γουκ, «Sympathy for Mr. Vengeance», προβάλλεται στις Νύχτες. Είναι η αρχή μιας μόδας που θα ακολουθήσει πιστά τα επόμενα χρόνια το ελληνικό κοινό, αυτής του κορεάτικου σινεμά (2003). Ο Παρκ επανέρχεται και φέτος στο φεστιβάλ, με τη νέα του ταινία «The Handmaiden».
Καλεσμένη του φεστιβάλ για να παρουσιάσει το ανεξάρτητο ντεμπούτο της, «Δεκατριών», η μετέπειτα σκηνοθέτις του «Twilight», Κάθριν Χάρντγουικ (2003).
Ρετροσπεκτίβες σε δύο σπουδαίους καλλιτέχνες με ταινίες από το σύνολο της σπάνιας φιλμογραφίας τους, τον Ζαν Κοκτό (2003) και τον Γιασουχίρο Όζου (2004).
Ο Φατίχ Ακίν (αριστερά), καλεσμένος του φεστιβάλ το 2004
Δέκα χρόνια μετά το «Before Sunrise» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, μια ταινία που καθόρισε μεγάλο μέρος της κινηματογραφόφιλης γενιάς των ’90s και είχε προβληθεί στην πρώτη διοργάνωση, το σίκουελ «Before Sunset» αποτελεί μία από τις πιο νοσταλγικές προβολές στην ιστορία του θεσμού, με τους εικοσάρηδες πρώτους θεατές των Νυχτών να έχουν πια τριανταρίσει, μαζί με τους ήρωες (2004).
Ο Φατίχ Ακίν, ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Τούρκους δημιουργούς, έρχεται στην Αθήνα για να παρουσιάσει το έργο του (2004).
Δύο σπουδαίοι καλεσμένοι την ίδια χρονιά: Ντάνιελ Ντέι Λιούις και Κιμ Κι-Ντουκ αποδέχονται την πρόσκληση του φεστιβάλ, ο πρώτος για να παρουσιάσει το «The Ballad of Jack and Rose» σε μια φιλανθρωπική προβολή και ο δεύτερος για να παραστεί σε αφιέρωμα στις ταινίες του (2005).
Η μεγαλύτερη αναποδιά που έχει συμβεί σε τελετή έναρξης: η απαρχαιωμένη μηχανή προβολής του Κολεγίου Αθηνών δεν υποστηρίζει σωστά την υπερσύγχρονη κόπια του «Volver» του Πέδρο Αλμοδόβαρ, ο ήχος διακόπτεται και η προβολή ακυρώνεται (2006). Φέτος, δέκα χρόνια μετά, οι Νύχτες πρόκειται να ξεκινήσουν και πάλι με ταινία του Αλμοδόβαρ, την «Julieta», αυτήν τη φορά χωρίς απρόοπτα (ελπίζουμε!).
Το μεγαλύτερο αφιέρωμα που έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα στο ρεύμα του queer cinema, με 16 ταινίες που χρονολογούνται από τις απαρχές του μέχρι σήμερα, αποδεικνύεται ένα από τα πιο πλήρη αφιερώματα στην ιστορία του φεστιβάλ, χαίρει θερμής υποδοχής, προκαλεί αντιδράσεις και μετατρέπει για λίγες μέρες το φεστιβάλ σε pride (2006).
Δύο συνεχόμενες τελετές έναρξης, δύο συνεχόμενοι Χρυσοί Φοίνικες από τις Κάννες: «Ανάμεσα στους τοίχους» του Λοράν Καντέ (2008) και η «Λευκή Κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε (2009).
Ο Ιταλός Ματέο Γκαρόνε, σκηνοθέτης του «Γόμορρα» που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Ρομπέρτο Σαβιάνο, έρχεται στην Αθήνα για να παρουσιάσει την ταινία του (2008).
Δύο εκκολαπτόμενα αστέρια που θα λάμψουν ιδιαίτερα τα χρόνια που έπονται συστήνονται στο αθηναϊκό κοινό: Στιβ ΜακΚουίν και Μάικλ Φασμπέντερ, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής αντίστοιχα του «Hunger» (2008).
Η σημαντικότερη χρονιά για τον νέο ελληνικό κινηματογράφο ξεκινά φυσικά από τις Νύχτες Πρεμιέρας: η «Στρέλλα» του Πάνου Χ. Κούτρα, με περγαμηνές από το Φεστιβάλ Βερολίνου, και ο «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου, με το βραβείο του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα από τις Κάννες και ενάμιση χρόνο πριν από την υποψηφιότητά του για ξενόγλωσσο Όσκαρ, κάνουν την ελληνική τους πρεμιέρα στο φεστιβάλ, ο δεύτερος μάλιστα στο πλαίσιο μιας «μυστικής» προβολής που γίνεται talk of the town (2009).
Δεκαετία 2010 - Η ενηλικίωση, οι αναποδιές και η κυριαρχία του φεστιβάλ την εποχή του downloading

Κι όμως, αν και κάποιος θα περίμενε η συρρίκνωση των κινηματογραφικών εισιτηρίων εξαιτίας της πειρατείας να επηρεάσει το φεστιβάλ, μια και πολλές από τις ταινίες του προγράμματος υπάρχουν συχνά, κάθε χρόνο, διαθέσιμες για downloading ή streaming καιρό πριν, το κοινό δεν φαίνεται να χαμπαριάζει και αυτό είναι, αν μη τι άλλο, άλλη μια επιτυχία του: καταφέρνουν να πείθουν ότι «αξίζει τις ταινίες που επιλέγουμε για εσάς να τις δείτε στην αίθουσα και να τις δείτε μαζί με τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται εξίσου γι’ αυτές, να τις δούμε όλοι μαζί». Η τρέχουσα δεκαετία, φυσικά, δυσκολεύει το φεστιβάλ. Οι Νύχτες Πρεμιέρας χάνουν ξαφνικά, άδικα, μέσα σε μια νύχτα το σπίτι τους. Στις 12 Φεβρουαρίου 2012, σε διαδήλωση στο κέντρο, κουκουλοφόροι βάζουν φωτιά στο Αττικόν και η ζημιά στην πρόσοψη και τους βοηθητικούς χώρους του ιστορικού κτιρίου του Τσίλλερ παραμένει μέχρι σήμερα. Η Σταδίου χάνει μεμιάς την αίγλη της και τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο. «Είμαστε στο Φεστιβάλ Βερολίνου και μας ενημερώνουν ότι καίγεται το Αττικόν. Δεν ήξερα αν έπρεπε να εξοργιστώ ή να βάλω τα κλάματα. Αισθάνθηκα εντελώς ανίσχυρος, δεν καίγονταν απλά οι αίθουσες του φεστιβάλ αλλά ένα πολιτιστικό μνημείο της πόλης. Δεν το έχω ξεπεράσει ακόμα», θυμάται ο Λουκάς Κατσίκας. Το κενό έρχονται να αναπληρώσουν οι παραπλήσιες και εξίσου ξεχωριστές αίθουσες του Ιντεάλ και της Όπερας, αν και στη συνείδηση του κοινού οι Νύχτες θα είναι πάντα το Αττικόν και ο Απόλλωνας. Έχει προηγηθεί όμως η ευχάριστη γέννηση του μικρού «αδερφού» των Νυχτών: το Athens Open Air Film Festival ζεσταίνει το φεστιβαλικό ενδιαφέρον των Αθηναίων κάθε καλοκαίρι από το 2011, στις πιο όμορφες γωνιές της πόλης. Το εφιαλτικό καλοκαίρι του 2015 με τα capital controls δυσχεραίνει τρομερά τη διοργάνωση που κρέμεται από μια κλωστή, αλλά τελικά οι Νύχτες καταφέρνουν να ξεπεράσουν και αυτό το εμπόδιο για να φτάσουμε στον Μάιο του 2016, που με την αποχώρηση του Ορέστη Ανδρεαδάκη από το τιμόνι του φεστιβάλ και του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ και τη μετεγγραφή του στην καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αναλαμβάνει ο Λουκάς Κατσίκας, επί χρόνια συνεργάτης και μετέπειτα αρχισυντάκτης του περιοδικού, τον οποίο είχε προσλάβει ο Γιώργος Τζιώτζιος, και κάπως έτσι ολοκληρώνεται ένας κύκλος. Το όραμα του Γιώργου Τζιώτζιου να αποκτήσει η Αθήνα το κινηματογραφικό φεστιβάλ που της αναλογεί ξεκινά διακριτικά, αλλά δυναμικά, το 1995 στο Αττικόν και τον Απόλλωνα. Ο κριτικός κινηματογράφου της LiFO, Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος, συνοψίζει σε αυτό το σημείο τη σημασία που έχουν οι Νύχτες για το αθηναϊκό κοινό: «Δεν υποθέτουμε απλώς αλλά διαπιστώνουμε, από τη μεγάλη προσέλευση, τη σταθερότητα και την προσδοκία του κοινού, πως οι Νύχτες Πρεμιέρας εξελίχθηκαν σε κινηματογραφικό ραντεβού με ουσία και πυρήνα. Το μεγάλο κοινό των σινεφίλ ταινιών είχε αρχίσει να συρρικνώνεται σταδιακά από τη δεκαετία του ’80 και έφτασε στο ναδίρ, αμέσως μετά την επέλαση της οικιακής θέασης. Οι Νύχτες Πρεμιέρας ανανέωσαν το ενδιαφέρον για ένα σινεμά που αγκαλιάζει όλα τα είδη και φρεσκάρει την έννοια της ταινίας που προέρχεται από άλλα φεστιβάλ και δεν απευθύνεται αναγκαστικά στους λίγους και τυχερούς που ταξιδεύουν στο εξωτερικό για να δουν κάποιες από αυτές τις ταινίες που δεν έχουν διανομή στη χώρα μας. Ποτέ στο παρελθόν η Αθήνα δεν είχε συστηματικά και οργανωμένα την ευκαιρία να φιλοξενήσει cult movies μαζί με μεγάλες πρεμιέρες, να υποδεχθεί καλεσμένους δημιουργούς από όλο τον κόσμο, να ξαφνιαστεί με επιλογές ταινιών εκτός κυκλώματος. Απαλλαγμένες από αγκυλώσεις παραδοσιακών φεστιβάλ, οι Νύχτες Πρεμιέρας έδωσαν στο αθηναϊκό κοινό να καταλάβει πως το φεστιβάλ αυτό του ανήκει και πως με την ψήφο του αναδεικνύει την αγαπημένη του ταινία – στη λογική του Τορόντο, για παράδειγμα. Η μεγάλη ειρωνεία είναι πως οι χιλιάδες θεατές που αυξάνονται κάθε χρονιά εξαφανίζονται για το υπόλοιπο της σεζόν, κάνοντας σποραδικά και μόνο αισθητή την παρουσία τους σε επιλεγμένες ταινίες. Ωστόσο αυτό λειτουργεί και ως φιλοφρόνηση για τις Νύχτες Πρεμιέρας, που στρατηγικά τοποθετούνται στο τέλος του καλοκαιριού, όταν όλοι επιστρέφουν από τις διακοπές ορεξάτοι για σινεμά, έτοιμοι να ανακαλύψουν το καινούργιο και να το δουν σε πρώτη προβολή. Η Αθήνα το χρειαζόταν, γι’ αυτό και το στηρίζει».

Αντέλ Εξαρχόπουλος (2013)
Θόδωρος Αγγελόπουλος και Ντάνιελ Ντέι Λιούις (2006)
Εν τω μεταξύ:
Μια βωβή ταινία που έχει ήδη εντυπωσιάσει στις Κάννες μεταφέρει τον ενθουσιασμό στην Αθήνα και γίνεται η πρώτη ταινία έναρξης των Νυχτών που, μερικούς μήνες μετά, θα αποσπάσει το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας: «The Artist» του Μισέλ Χαζαναβίσιους (2011).
Στην ενηλικίωση του φεστιβάλ προβάλλεται η τρίτη ταινία ενός εξαιρετικά αμφιλεγόμενου δημιουργού που… δεν είναι και πολύ μεγαλύτερος σε ηλικία από το ίδιο το φεστιβάλ: «Laurence Anyways» του Ξαβιέ Ντολάν (2012).
Άλλος δύο Χρυσοί Φοίνικες, για τη λήξη αυτήν τη φορά: «Η Ζωή της Αντέλ» του Αμπντελατίφ Κεσίς (2013) και «Dheepan» του Ζακ Οντιάρ (2015).
Άλλοι δύο μεγάλοι σκηνοθέτες, άλλες δύο υπέροχες ρετροσπεκτίβες την ίδια χρονιά: Αντρέι Ζουλάφσκι και Ρόμπερτ Όλτμαν (2014).
Μόνο για τολμηρούς και υπομονετικούς: το «Nymphomaniac» του Λαρς φον Τρίερ προβάλλεται στην πλήρη, πεντάωρη μορφή του, με τα δύο μέρη μαζί (2014).
Ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ, Λουκάς Κατσίκας
Πάμε παρακάτω!
«Εννοείται πως το φεστιβάλ παίρνει το προφίλ του εκάστοτε διευθυντή του» εξηγεί ο Λουκάς Κατσίκας. «Υπάρχει μια κοινή γραμμή που όλοι έχουν σεβαστεί, αλλά από κει και πέρα είναι θέμα προσωπικών επιλογών. Εγώ θέλω να επιστρέψω τις Νύχτες στο “100% σινεμά”. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Μια γιορτή του σινεμά, όπως ήταν το φεστιβάλ στην αρχή του. Αυτό αντικατοπτρίζεται ακόμα και στις υπέροχες αφίσες μας που σχεδιάζει ο ταλαντούχος πιτσιρικάς Βασίλης Μέξης. Με όλο τον σεβασμό που έχω στους προκατόχους μου, τον Ορέστη και τον Χρήστο, για μένα οι Νύχτες και το περιοδικό ήταν πάντα ο Γιώργος. Θέλω ένα φεστιβάλ με νεανικό παλμό που σέβεται τις επιθυμίες των θεατών του για καλό σινεμά. Αυτό ήταν το όραμα του Γιώργου, το οποίο προσπαθώ να ξαναζωντανέψω». Ο Λουκάς Κατσίκας, όταν μιλά για τον Γιώργο Τζιώτζιο, συγκινείται. «Με στοιχειώνει ο Γιώργος και πάντα αισθάνομαι ότι έχω το βλέμμα του πάνω μου. Για ό,τι έκανα φέτος σκεφτόμουν “θα άρεσε αυτό στον Γιώργο;”. Μεγάλωσα παρακολουθώντας με ευλάβεια και δέος συγκεκριμένες πένες της κινηματογραφικής κριτικής, τον Μπακογιαννόπουλο, τον Ακτσόγλου, τον Μήτση, τον Τζιώτζιο. Τους σεβόμουν τρομερά. Όταν κλήθηκα να δείξω στον Γιώργο Τζιώτζιο κάτι δικό μου, ήρθα απλώς και μόνο για τον γνωρίσω. Κι όμως, την επόμενη εβδομάδα χτύπησε το τηλέφωνο και μου είπαν ότι ενδιαφέρονται να συνεργαστούμε. Από την ώρα που ήρθα στο περιοδικό, μου δόθηκαν οι ευκαιρίες από νωρίς, όπως έγινε και με όλους τους συνεργάτες μου. Από την πρώτη χρονιά που δούλευα στο ΣΙΝΕΜΑ κλήθηκα να δουλέψω και στο φεστιβάλ, στην τρίτη διοργάνωση. Ο Γιώργος μοίραζε την πίτα ισάξια σε παλιούς και νέους κι έμεναν όλοι ευχαριστημένοι. Αγαπούσε πάρα πολύ την ανανέωση, τόσο στο περιοδικό όσο και στο φεστιβάλ, και όλα τα παιδιά που επέλεξε ο Γιώργος αποτέλεσαν έναν σημαντικό πυρήνα που δεν έσβησε». Στις 12 Φεβρουαρίου 2012, σε διαδήλωση στο κέντρο, κουκουλοφόροι βάζουν φωτιά στο Αττικόν και η ζημιά στην πρόσοψη και τους βοηθητικούς χώρους του ιστορικού κτιρίου του Τσίλλερ παραμένει μέχρι σήμερα. Ο Λουκάς Κατσίκας παρακολουθεί την ανθρωπογεωγραφία του κοινού των Νυχτών από την πρώτη διοργάνωση μέχρι σήμερα. «Οι θεατές της δεκαετίας του ’90 έρχονται πλέον με τα παιδιά τους. Μου αρέσει να βλέπω νέους να κάθονται δίπλα σε ηλικιωμένους ή τους ανθρώπους που ήταν στο πρώτο φεστιβάλ να συντονίζονται με την ίδια ευλάβεια. Είναι τόσο πολυφωνικό το μείγμα του κοινού, τόσο όμορφος, υποψιασμένος και ευγενής ο κόσμος. Το κοινό των Νυχτών είναι το καλύτερο crowd της Αθήνας!». Ένα χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τις Νύχτες από τα φεστιβάλ του εξωτερικού είναι ότι δεν υπάρχει η λογική της «κατακρήμνισης ή ανάδειξης» μιας ταινίας με βάση τις αντιδράσεις του κοινού. Το ελληνικό κοινό δεν γιουχάρει, ακόμα κι αν η ταινία που βλέπει είναι εντελώς μάπα και ο Λουκάς Κατσίκας επιβεβαιώνει: «Στο εξωτερικό οι αντιδράσεις μπορεί να είναι βάναυσες. Το πιο ανελέητο φεστιβάλ είναι οι Κάννες. Εμείς έχουμε μόνο αποχωρήσεις ή θερμά χειροκροτήματα. Οι Έλληνες θεατές σέβονται τη λειτουργία του φεστιβάλ και τον διπλανό τους. Από την άλλη, πάντα είμαστε πολύ προσεχτικοί στον προγραμματισμό και αν θεωρούμε ότι μια ταινία μπορεί να φάει τρελή γιούχα, δεν θα τη συμπεριλάβουμε. Εννοείται πως η πόρτα μένει ανοιχτή σε αμφιλεγόμενες ταινίες, η πόλωση που προκαλούν κάνει το φεστιβάλ ακόμα πιο ενδιαφέρον». Η δική μου παρουσία ως θεατή στις Νύχτες Πρεμιέρας συμπληρώνει φέτος τα δώδεκα χρόνια. Μεγαλώνοντας στην επαρχία και διαβάζοντας φανατικά το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ από την αρχή της εφηβείας μου, περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία να φύγω για σπουδές, ώστε να μπορώ να γίνω μέλος αυτής της άτυπης «κλίκας» που ένιωθα σαν κάπως να τη γνωρίζω ήδη και απ’ ό,τι καταλάβαινα περνούσε τέλεια κάθε Σεπτέμβριο στις αίθουσες. Από την πρώτη μου προβολή το 2006, το «Thank you for smoking» του Τζέισον Ράιτμαν, μέχρι σήμερα μεσολάβησαν πολλές χαμένες εξεταστικές Σεπτεμβρίου, αλλά οι εικόνες που έχω λάβει όλα αυτά τα χρόνια είναι ανεκτίμητες.
Το 24ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας θα διεξαχθεί από τις 19 έως τις 30 Σεπτεμβρίου.

Περισσότερες πληροφορίες στο aiff.gr

Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 15/09/2016

Σινεμά