Σινεμά

Κάτι για την Φρίντα Λιάππα

Σαν σήμερα πεθαίνει το 1994 η Φρίντα Λιάππα. Η Μαρία Νικολακοπούλου γράφει για μια σημαντική δημιουργό του ελληνικού κινηματογράφου.

Γνώρισα τη Φρίντα στα γυρίσματα της πρώτης της ταινίας, «Μετά Σαράντα Μέρες». Στα μάτια μου έφερε την αύρα ενός ηρωικού παρελθόντος και μιας μυθικής παρέας που βράδιαζε με συζητήσεις σε εβγατζίδικα της γειτονιάς εν μέσω δικτατορίας. Στέκι μας ήταν τότε το σπίτι του Μηνά, το δώμα στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας, Πατησίων και Κύπρου. Η Φρίντα ήταν που μας υπέδειξε κατενθουσιασμένη τη μαγεία της απέναντι γωνίας: ένας ακάλυπτος χώρος όπου είχαν εγκατασταθεί παιχνιδομηχανές! Από τότε κάθε απόγευμα κάναμε σκοποβολή και οδηγούσαμε σε πίστες.

 

Μετά, ήρθε μια δροσερή εποχή. Επέστρεφαν οι αυτοεξόριστοι γεμάτοι φρέσκες ιδέες και όλα μύριζαν άνοιξη. Μια πολλά υποσχόμενη μεταπολίτευση με τεράστιες παρέες και πολλή δουλειά –χαρά. Αλλά οι «Αχ, αυτοί οι νεαροί φανατισμένοι κομμουνιστές» εξαργύρωσαν βιαστικά το καθαρό αεράκι με θέσεις εξουσίας, κάτι που η Φρίντα ποτέ δεν έκανε. Όταν οι άλλοι έβαζαν τα καλά τους, εκείνη φορούσε το ρούχο το παλαιό, το τριμμένο και έπαιζε επίθεση. Τίποτα δεν εξαργύρωσε, καμιά εξουσία δεν άσκησε, αποσιωπούσε το ηρωικό παρελθόν της, για την ακρίβεια έτρεχε μακριά του και με απόλυτη αυστηρότητα επέτρεπε τα πάντα και λίγο παραπάνω εκτός από την προδοσία.

 

Στο Νησί πρωτοήρθα μαζί της, το καλοκαίρι του '77. Είχαμε ξεκινήσει για την Επίδαυρο με το Ντεσεβό του Γιώργου. Όταν βγήκαμε στην Εθνική με τις πικροδάφνες, μας λέει αυτός: δεν πάμε καλύτερα στη μαγευτική Θουρία; Μείναμε στο διαμέρισμα ενός ξαδέλφου στο νησί. Απέναντι ήταν ένα καφενείο με καλαμωτή, εκεί τρώγαμε αυγά με τηγανιτές πατάτες κάθε απόγευμα γυρνώντας από την Μπούκα.

 

Ήταν πρόσωπο απόλυτης πίστης και αφοσίωσης. Έκρινε με αυστηρότητα και επαινούσε με γενναιοδωρία. Ήταν ένα άτομο καταδικασμένο στην εντιμότητα, ήξερε να σέβεται, να αρνιέται, να απέχει. Δεν ήταν βέβηλη.

 

 

Στα ίδια μέρη γυρίσαμε το '81 την ταινία της «Οι Δρόμοι της Αγάπης είναι Νυχτερινοί». Ο τόπος της την μαγνήτιζε: το ρέμα με τους κισσούς που κατάπιναν τα πέτρινα σπίτια, ο σταθμός του τρένου με τις λεύκες, το θερινό σινεμά, το κεντρικό καφενείο γεμάτο άντρες με βαριά σακάκια κατακαλόκαιρο να παίζουν χαρτιά και βέβαια η Μπούκα, που τότε ήταν ακόμη με τις παράγκες των παραθεριστών. Σαν να έπαιρνε δύναμη πατώντας τη γη μιας χαμένης πατρίδας. Ίσως γι αυτό να είχε στη βιβλιοθήκη της, ανάμεσα στα βιβλία, τα παιδικά της παπούτσια, επειδή κρατούσαν αυτό το πάτημα.

 

«Φετίχ είναι» μου έλεγε και γέλαγε.

 

Πολλές φορές χανότανε, όπως χάνεσαι σ' ένα όνειρο και δεν βρίσκεις το δρόμο της επιστροφής. Πότε έγραφε; Όταν χανόταν ή όταν επέστρεφε; «Φοβάσαι και γράφεις κι όσο γράφεις τόσο φοβάσαι...»

 

Έγραφε. «Όταν τα πράγματα δεν ονομάζονταν, ήταν.»

 

Κάνει πως χαζεύει αδιάφορη τα χαρτιά τα τσαλακωμένα, τα σκισμένα, τα διαγραμμένα, τα κουβαριασμένα, τα καθαρογραμμένα, τα αριθμημένα. Πόσες ολονυκτίες με γράψιμο και εκπομπές φίλων στο τρανζίστορ. Η γραφομηχανή τοκ – τοκ , γκλιν – γκλιν, μέχρι να ακουστεί το πρώτο πρωινό λεωφορείο στην Ασκληπιού. Τώρα, πάλι μαζί οι δυο τους, όχι νύχτες, μέρες φωτεινές καλοκαιριού με καύσωνα, όχι καύσωνα, υψηλές έως πολύ υψηλές θερμοκρασίες και χιόνι στην τηλεόραση. Ξανά στο γράψιμο εργόχειρο, όπως εκείνα τα σενάρια, η εικόνα αριστερά, ο ήχος δεξιά, και μουσική από το κασετόφωνο στον συνδυασμό Μητροπάνος – Εγγονόπουλος. Πέρασαν δύσκολα χρόνια, πολλοί έφυγαν και δεν γελάνε πια οι δυο τους από την υπερένταση, όσο περιμένουν να στεγνώσει το μπλάνκο για να ξαναγράψουν από πάνω λέξεις αυθάδεις, προκλητικές. Πυρετώδες το γράψιμο, αλαφροΐσκιωτο το σβήσιμο με γόμα κόκκινη μπλε, εκείνη που πήρε από το σπίτι της την τελευταία φορά και την καταχώνιασε σε ένα ευτελές κουτάκι γεμάτο σημειώματα σε χαρτάκια από πακέτα τσιγάρων Άρωμα, βότσαλα, φελλούς, κεραμικές ψηφίδες, φλούδες σοβά, πράγματα μαζεμένα σε μικρές τελετές, τότε που υπήρχαν ακόμη τελετές και αθώο Άθως παγωμένο.

 

 

Γράφει: η αυτοκτονία είναι πράξη θεατρική. Την ίδια στιγμή, στο Παρίσι, ένας άνθρωπος πηδάει από τον 29ο όροφο. Πάντα κάποιος πηδάει από κάποιον όροφο μετά τον Οκτώβρη του '79. Στέκεται στο παράθυρο του ξενοδοχείου Πρέζιντεντ ακίνητη-κυνηγημένη, κυνηγημένη-ακίνητη. Έχει σκοτεινιάσει. Στο τζάμι βροχή φτιαγμένη από λάστιχο ποτίσματος, η αντανάκλαση ενός παγωνιού και σταγόνες να γυαλίζουν από τα φώτα της πόλης. Δύο ποτάμια αυτοκινήτων ρέουν, ένα κίτρινο κι ένα κόκκινο, στο παράθυρο κάποιου ορόφου στο βάθος του διαδρόμου με τα νέον. Όταν πέσει για τα καλά η νύχτα και είναι το μπουκάλι άσπρο πάτο, το τηλέφωνο θα χτυπήσει, το ξέρει: «Μαρία, Μαρία, το παγόνι τι να το κάνω; Τα μαύρα ζώα πού να τα βάλω; Με βάζουν να κάνω την τρελή μα δεν αντέχω πια.»

 

Το πρωί, οι δυο τους θα μπουν στο αυτοκίνητο. Εκείνη θα ανάβει τα τσιγάρα ένα-ένα, μια ρουφηξιά και θα τα πετάει από το παράθυρο. Γράφει στο χαρτάκι του άδειου πακέτου: ώστε έτσι λέει η Άννα Μαίρη που όλα τα ξέρει, δεν θα το κόψω ποτέ! Αστράφτει η θάλασσα στο μπαρμπίζ. Εγώ, αυτή τη Βραυρώνα δεν την ξέρω, λέει και σηκώνει τη φούστα της για να βουτήξει σαν μωρό στο νερό.

 

Λάδι η θάλασσα! Σε όλες τις παραλίες έχει καφενεία με καλαμωτές. Σε όλα τα καφενεία τρώνε πατάτες τηγανιτές με αυγά. Ανακαλεί ένα αίσθημα λησμονημένης απαλότητας, να μέναμε όλοι μαζί, όχι από νοσταλγία, ούτε για θαλπωρή, έτσι, για να τρώγαμε πατάτες τηγανιτές με αυγά.

 

Πού πάει ο κόσμος; Δεν πάει, απλώς γυρίζει...

 

 

Γύρισμα στην άλλη παραλία, την πρώτη, την Μπούκα. Ξενοδοχείο Αλέξανδρος, Σανέλ νούμερο 5. Έμαθα πως φωνάζανε το τρένο με το όνομά σου, της λέει γελώντας. Το τρένο φεύγει κυνηγημένο από το Ντεσεβό. Τα βλέμματα των εραστών διασταυρώνονται μέσα από το φακό. Σαμπ κοντρ σαμπ, προσοχή στον άξονα, αν τον παραβιάσουμε, θα χωρίσουν οι ματιές τους, οι εικόνες τους θα αποξενωθούν. Στη διασταύρωση όπου οι δρόμοι τους χωρίζουν μια κουλή γυναίκα κατεβάζει την μπάρα ασφαλείας. Να θυμηθεί να σημειώσει όλα τα επαγγέλματα που εξαφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια κι εκείνα που εξαφανίζονται σιγά σιγά.

 

Κλειστός σιδηροδρομικός σταθμός με λεύκες. Ξαπλώνει ανάμεσα στις γραμμές. Μολόχες και τσουκνίδες, ονειρεύεται κατιφέδες. Ένα σιωπηλό τρένο έρχεται αργά. Η φασαρία από το γύρισμα το εμποδίζει να περάσει από πάνω της. Πάμε πλάνο ! Πρέπει το τρένο και το Ντεσεβό να έχουν την ίδια ταχύτητα, να συντονιστούν, να διασταυρωθούν τα βλέμματα μέχρι τη διασταύρωση που θα τους χωρίσει. Η κουλή κατεβάζει τις μπάρες.

 

Μήπως οι λεύκες είναι απλώς δέντρα; Πάλι η παρήγορη φαντασία και λέξεις μου-λεξούλες μου, τοκ-τοκ, γκλιν-γκλιν. Γιατί παράγουν τόση ανακούφιση οι συλλογισμοί όσο μαύροι κι αν είναι; Κάθεται πλάι στη θάλασσα και γράφει ένα μεγάλο απολογητικό γράμμα όπου δεν ξέρει γιατί να απολογηθεί. Λόγια βότσαλα-λόγια κύματα, λόγια του πόθου, ανάμεσα στο επιθυμητό και το δέον. Μήπως οι λεύκες είναι απλώς δέντρα;

 

Σκοτεινή η κατάδυση, πρέπει να εξορκιστεί. Και όλα τα νύχτας τα τριζόνια να σωπάσουν.

 

 

Το σινεμά που κάναμε τότε βασιζόταν στην οικονομία του. Όλα ήταν γραμμένα λεπτομερώς στο σενάριο, η εικόνα αριστερά, ο ήχος δεξιά, μέγεθος κάδρου, γωνία λήψης, πλήρες ντεκουπάζ. Στο γύρισμα ερχότανε το χειρόγραφο με τα πλάνα της ημέρας τακτοποιημένα στη σειρά, αριθμημένα. Γκρουπάρισμα από τον βοηθό και ατελείωτες πρόβες πριν τη λήψη. Αυτή η μοναδική αξία της επιλογής έφτιαχνε ένα σινεμά πολύ διαφορετικό από το σημερινό της ταχύτητας, του όλα μέσα και θα τα βρούμε στο μοντάζ. Ακόμη κι η τηλεόραση γινόταν τότε με κινηματογραφικούς όρους. Τώρα ισχύει το αντίστροφο στην καλύτερη περίπτωση ενώ στη χειρότερη παραδίδεται στην ευκολία των μέσων και των άυλων υλικών. Τότε ήταν η εποχή των δημιουργών, δεν είχαν έρθει ακόμη οι αγορές, οι σπόνσορες και τα ιδιωτικά κανάλια. «Θα έχεις 10 κανάλια και θα είναι σαν ένα» είχε πει η Φρίντα όταν την ρώτησαν τη γνώμη της για την ιδιωτική τηλεόραση που μόλις ξεκίναγε. Και όταν βλέπαμε κάτι περίεργους τύπους να αναρριχώνται, η κωδική φράση ήταν «τη σαμσονάιτ σου και δρόμο».

 

Αγαπούσαμε τον Βάιντα και τον Κασσαβέτη, τον Αντονιόνι και τον Γκοντάρ, αγαπούσαμε παράφορα τον Φριτς Λανγκ και τον Τζον Φορντ, τον Μπέργκμαν, τον Μπρεσόν, τον Ντράγιερ, τον Μιζογκούτσι και τον Παζολίνι και πάνω απ' όλα τον Χίτσκοκ. Μαγευόμασταν από το σφρίγος του ιταλικού νεορεαλισμού, την αθωότητα της νουβέλ βαγκ, το μέγεθος των αμερικάνικων κλασσικών ταινιών. Και φτάνοντας τελικά στον Ταρκόφσκι μιλούσαμε για ποιητικό ρεαλισμό, έναν κινηματογράφο που επειδή σέβεται την πραγματικότητα μπορεί και την μετουσιώνει. Υπέρβαση μέσα από την υπόκλιση. Αυτός ήταν ο δρόμος που είχε πάρει η Φρίντα και σίγουρα θα είχε φτάσει τώρα, αν δεν σταμάταγαν τόσο απότομα όλα, τότε που κάποιοι με σαμσονάιτ αποφάσισαν να την σπάσουν σαν παιχνίδι μωρού για να διασκεδάσουν την πλήξη τους.

 

 

πολλές δουλειές μαζί, γυρίσματα, μοντάζ, συνεντεύξεις, μεταφράσεις, κείμενα για τον Σύγχρονο Κινηματογράφο. Σκηνοθετήσαμε μαζί και ένα Παρασκήνιο, Τη Ρεμπέτικη Κομπανία, όπου αποφασίσαμε να στήσουμε απλώς ένα γλέντι σε μια ταβέρνα και να τραγουδήσουμε κι εμείς μαζί τους, τίποτα άλλο.

 

Περισσότερο απ' όλα θυμάμαι μια δουλειά που δεν κάναμε. Η πρότασή μας που δεν προχώρησε τελικά είχε τίτλο «Μήπως έρχεσθε εξ Ομονοίας;» από ένα στίχο του Σεφέρη στο ποίημα «Με τον Τρόπο του Γ.Σ.». Θα ήταν μικρά ντοκιμαντέρ για την Αθήνα, ψηφίδες από το παλίμψηστο της πόλης. Εγώ ετοίμαζα κάτι για την οδό Αγίας Άννης, τον μακρύ πίσω δρόμο της δυτικής Αθήνας που είχε ακόμη μποστάνια και στέρνες, καμιά εικοσαριά ξωκλήσια μαζί με βαριές βιομηχανικές μονάδες, μεταφοριτζίδικα και αποθήκες. Έμελλε, αυτόν το δρόμο να τον πάρουμε μαζί 10 χρόνια αργότερα γυρεύοντας την ίδια την Αγία Άννα, τη μεγάλη εκκλησία στην συμβολή με την Πέτρου Ράλλη, επειδή η Φρίντα ήθελε να δείξει στη μάνα την πληγή στο κεφάλι της μετά το ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Τώρα, ο ίδιος τόπος έχει γεμίσει αποδημητικούς ανθρώπους και πολιτιστικά σούπερ μάρκετ, της το λέω συχνά για να ξέρει ότι «ουδείς νοσταλγός σ' αυτήν τη χώρα που σαπίζει μέσα στις αποχρώσεις του γαλάζιου» δεν επιστρέφει να προσκυνήσει.

 

Μια τελετή, από την εποχή που υπήρχαν ακόμη τελετές, πριν η κοινωνία τις εξορίσει.

 

 

Μαζεύτηκαν όλοι οι φίλοι συνένοχοι της νύχτας και τραγούδησαν τα τελευταία τραγούδια που τραγουδήθηκαν ποτέ στην Τσιμισκή. Στη μέση του δωματίου το δέντρο θα μπορούσε να έχει πράσινα και γκρίζα φύλλα. Παχύ το χώμα πάνω στο μωσαϊκό. Στη στενή μπαλκονόπορτα χωρίς μπαλκόνι ανεπανάληπτη στο βάθος μια ρόδινη θάλασσα. Τα χαρτιά τσαλακωμένα, σκισμένα, διαγραμμένα, κουβαριασμένα, καθαρογραμμένα και αριθμημένα τα έχει ήδη πετάξει στην άλλη μεριά του Ατλαντικού κι εκείνη κρυμμένη στα παιδικά της παπούτσια να μην απαντά. Οι φίλοι συνένοχοι της νύχτας έφυγαν μόνοι με περαστικό ταξί το άλλο πρωί. Δεν θα συναντιόντουσαν ποτέ ξανά, παραβιάστηκε ο άξονας, αποξενώθηκαν οι εικόνες του, κατέβηκε η μπάρα ασφαλείας.

 

Ήρθαν οι γειτόνισσες, άδειασαν τα τασάκια, έπλυναν τα ποτήρια. Ήρθαν οι γειτόνισσες, άλλαξαν τα σεντόνια, της μέτρησαν τον πυρετό. Μια αγκίθα από κοντούλα λεμονιά ή νεραντζούλα φουντωμένη που 'ναι τα άνθη σου της σφηνώθηκε στο κεφάλι. Οι γειτόνισσες προσπαθούν να της την βγάλουν, στους διαδρόμους με τα νέον.

 

Ναι, όταν πέσει για τα καλά η νύχτα το τηλέφωνο θα χτυπήσει, το ξέρει. Θα είναι οι φίλοι συνένοχοι της νύχτας και θα μιλάνε στον τηλεφωνητή. Ο τηλεφωνητής καταγράφει. Απομαγνητοφώνηση. Έτσι σχεδίαζε πάντα τους πιο πειστικούς διαλόγους της, έτσι θαύμαζαν όλοι το ρεαλισμό και την αμεσότητα της ατάκας της. Απομαγνητοφώνηση: θα διαλυθούμε μια μέρα χωρίς να το καταλάβουμε, δεν μπορεί όμως να ήρθε αυτή η μέρα, επουδενί δεν μπορεί να είναι η σημερινή.

 

 

Βαθιές ανάσες, μάτια κλειστά, να κοιμηθεί, να χαθεί μεσ' το βαθύ ποτάμι του ύπνου κι όλα της νύχτας τα τριζόνια να σωπάσουν. Μη με ξυπνάς Αλέξανδρε, θέλω να σκεφτώ, λεύκες αργυρόλευκες ασημολεύκες, πρόσωπα φεγγερά του έρωτα. Άκου, άκουσε της ζωής τον ατελεύτητο ψίθυρο και μην τρομάζεις πια. Φωτεινό διάστημα, σκοτεινό διάστημα.

 

Έχω την εντύπωση ότι δραματοποιείς τη ζωή σου, της έλεγε ο Αλέξανδρος με το μεγαλίστικο ύφος. Είναι για να μπορώ να την αντέξω, του απαντούσε με το καλύτερο δυνατό της στυλ. Ποστάρει τη φωνή της έτσι που να ηχεί αδιόρατα δραματική και κάπως απόμακρη και τον κοιτάζει ελαφρώς περιπαιχτικά : ανήκω κι εγώ σ' εκείνη τη μικρή παρέα που ανατράφηκε με τα καυσαέρια της οδού Ακαδημίας, τους ουρανούς των ταινιών του Φορντ και τα ταξίμια του Τσιτσάνη. Ονειρεύομαι παγώνια και δεν μπορώ να ζω όλο με παγώνια, τι παγωνιά, θεέ μου. Και τι να σου πω τώρα για το υπόγειο Ζωσιμαδών και Τοσίτσα, την οδό Κύπρου και την οδό Δοξαπατρή;

 

Αφού η ζωή μάς έχει τόσες φορές κατατροπώσει γιατί μας απειλεί πάντα με μια καινούρια ανθοφορία;

 

 

Στο γύρισμα του χρόνου, πάλι με υψηλές θερμοκρασίες και οι τηλεοράσεις δεν έχουν πια χιόνι να δροσιστείς, στην εκπνοή του μήνα με το φωτεινό πουκάμισο την διαβάζω. Τα κείμενά της είναι ψαλμοί που ψάχνουν όχι πιστούς ή άπιστους, αλλά συνένοχους αναγνώστες.

 

Δεν έχω τίποτα να πω για την Φρίντα, έχω πολλά να πω στη Φρίντα. Να με ακούει ατέλειωτες ώρες, όπως μόνο εκείνη ξέρει. Να με κοιτάζει μ' εκείνα τα πάντα λίγο ζαλισμένα, κάπως κουρασμένα, πολύ αυστηρά μάτια οχυρωμένα πίσω από τεράστια γυαλιά. Να της μιλάω από την επιφάνεια και να μου απαντάει από το βυθό. « Και τι το σκάβεις αυτό το πηγάδι, αφού σου δίνει καθαρό νερό, τι το σκάβεις;»

 

Αποφασίσαμε να περάσουμε μαζί αυτόν το δύσκολο Ιούλιο, να γράψουμε μαζί, ξανά, ένα κείμενο. Και ο τίτλος; Ούτε ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο, ούτε μέσα απ' το πουκάμισο μου η καρδιά μου σβήνει. Το πουκάμισο το θαλασσί μια φορούσα εγώ και μια εσύ, που λέγαμε στις εκδρομές, με τους φίλους τους παλιούς να τραγουδάνε τα τελευταία που τραγουδήθηκαν στη χώρα μας τραγούδια της χαράς, τη στιγμή λίγο πριν κλάψει. Αχειροποίητο το πουκάμισο το θαλασσί, σαν εκκλησία στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

 

 

Έγραψαν οι φίλοι συνένοχοι της νύχτας μετά: δεν ανήκε στους εύκολους ανθρώπους. Ήταν πρόσωπο απόλυτης πίστης και αφοσίωσης. Έκρινε με αυστηρότητα και επαινούσε με γενναιοδωρία. Ήταν ένα άτομο καταδικασμένο στην εντιμότητα, ήξερε να σέβεται, να αρνιέται, να απέχει. Δεν ήταν βέβηλη.

 

Θρυμματιζόταν κι έμενε ατόφια, γέλαγε πολύ και τα μάτια της ήτανε λέει κρασάτα.

 

Σκηνοθετώ τη ζωή μου, έλεγε. Ίσως γι αυτό, εγώ, έχω αυτή την αίσθηση ότι όλα συνέβησαν μέσα σε ένα ταξί σταματημένο στο φανάρι Ιπποκράτους και Σόλωνος ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, όταν το βάθος του ουρανού ήταν κόκκινο και σμάρια πουλιά βουτάγανε μέσα στα στενά των πολυκατοικιών. «Μύρισε γύρισμα» , είπε και κατέβηκε, με ένα σενάριο αχειροποίητο σφηνωμένο στο κεφάλι. Για μια Μαργαρίτα μαργαριταρένια που την πρόσεχε τις νύχτες στους διαδρόμους με τα νέον.

 

Αυτά μου είπε, αυτά σας λέω.

 

The End

 

Τα λόγια που χρησιμοποίησα είναι της Ρέας Γαλανάκη, του Χρήστου Βακαλόπουλου, της Κλαίρης Μητσοτάκη, του Μισέλ Δημόπουλου, της Λίνας Νικολακοπούλου και κυρίως της Φρίντας όπως τα έγραψε αλλά και όπως τα θυμάμαι.

Εγώ είμαι υπεύθυνη για το μοντάζ.

 

 

__________
Αυτό το άρθρο δημοσιεύεται με την παραχώρηση του www.bibliotheque.gr, όπου και εμφανίστηκε πρώτη φορά

Σινεμά
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια